Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. ΜΑΡΚΟΥ Tό φῶς στήν Ὁρθόδοξη Θεολογία καί στήν ἀρχαία καί νέα γραμματεία

Δι­α­σχί­ζει τούς αἰ­θέ­ρες διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων καί φθά­νει ὥς τίς καρ­δι­ές μας ἡ θεία φωνή τοῦ Λό­γου, ἡ ὁποία φώ­τι­σε «ἐν ἀρχῇ» τόν κό­σμο, κατ’ οὐ­σί­ω­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Του θέ­λη­μα­τος. Ὁ Ἀπό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅτι ὁ Θεός, «ὁ ὁποῖ­ος εἶπε μέσα ἀπό τό σκο­τά­δι νά λάμ­ψει φῶς» στή φυ­σι­κή δη­μι­ουρ­γία, αὐ­τός ὁ ἴδι­ος «ἔλαμ­ψε μέσα στίς καρ­δι­ές μας καί μᾶς φώ­τι­σε νά γνω­ρί­σου­με τή δόξα Του στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ» (Β΄ Κορ. 4, 6). Ὁ Υἱός καί Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὄχι μόνο δη­μι­ουρ­γός τοῦ φυ­σι­κοῦ φω­τός, ἀλλά τό ἴδιο «τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὅ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τόν κό­σμον» (Ἰω. 1, 9). Γι’ αὐτό καί ὁ Θε­ο­λό­γος μα­θη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου, ἅγι­ος εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰω­άν­νης, ση­μει­ώ­νει θε­ο­λο­γι­κό­τε­ρα καί ἀπό τή Γέ­νε­ση ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λό­γος», ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι «τό φῶς τοῦ κό­σμου».
Ὁ Θεός εἶ­ναι ἡ κοι­νή πηγή τοῦ κτι­στοῦ καί τοῦ ἀκτί­στου φω­τός. Ὁ Τρι­α­δι­κός Θεός, μέ τίς ἄκτι­στες Ἐνέρ­γει­ές Του, κτί­ζει, ἁγι­ά­ζει καί συ­νέ­χει δι­η­νε­κῶς ὁλό­κλη­ρη τήν δη­μι­ουρ­γία, δί­νον­τας οὐ­σία, ὑπό­στα­ση, ὕπαρ­ξη καί ζωή στά ὄντα, ἀνά­λο­γα μέ τή φύση τους. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ κα­ταυ­γά­ζει μυ­στι­κά τήν βα­θύ­τε­ρη ὑπό­στα­ση κάθε ἀν­θρώ­που καί κάθε ὑπαρ­κτοῦ. Αὐτά ση­μαί­νουν ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος, ὅπως καί κάθε θείο δη­μι­ούρ­γη­μα, δέν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτος καί αὐ­τό­φω­τος, ἀλλά ἀν­τλεῖ ὅλα ὅσα ἀπαρ­τί­ζουν τήν ὕπαρ­ξή του ἀπό τόν Θεό. Καί ἡ ζωή του γί­νε­ται φω­τει­νή, ὅσο συν­δέ­ε­ται μέ τήν πηγή τοῦ Φω­τός, πού εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, διά τοῦ ὁποί­ου «Φῶς Χρι­στοῦ φαί­νει πᾶσι».
Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό νό­η­μα καί τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ὁ λό­γος τοῦ παν­τός, ἡ ἔν­σαρ­κη ἀπο­κά­λυ­ψη τῆς δό­ξας τοῦ Θεοῦ, αὐ­τός ὁ ὁποῖ­ος μᾶς φα­νε­ρώ­νει προ­σω­πι­κά τήν Βα­σι­λεία Του καί μᾶς κα­θι­στᾶ κατά Χά­ριν κοι­νω­νούς καί με­τό­χους αὐ­τῆς τῆς δό­ξας καί τοῦ πλού­του τῶν θεί­ων Ἐνερ­γει­ῶν καί Χα­ρί­των Του. Χω­ρίς τόν Χρι­στό, ὁ Θεός μᾶς εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀπρό­σι­τος, ἀμέ­θε­κτος καί ἄφθα­στος. «Ὅτι φῶς ὁ Θεός οὐ κατ' οὐ­σί­αν, ἀλλά κατ' ἐνέρ­γει­αν λέ­γε­ται», το­νί­ζει ὁ Ἅγι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς.
Οἱ ὑπο­στα­τι­κές θεῖ­ες Ἐνέρ­γει­ες εἶ­ναι οἱ «ἀκτῖ­νες θε­ό­τη­τος», οἱ ὁποῖ­ες εἰσ­δύ­ουν στήν κτί­ση μέσα ἀπό τό ἀπρό­σι­το Φῶς τῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος, τό ὁποῖο χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μέ πλη­θω­ρι­κή ὁρο­λο­γία τά συγ­γράμ­μα­τα πού μᾶς πα­ρα­δό­θη­καν μέ τό ὄνο­μα τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Ἀρε­ο­πα­γί­τη, ὡς τήν «ὑπε­ρά­γνω­στη καί ὑπερ­φώ­τει­νη καί ἀκρό­τα­τη κο­ρυ­φή», «τόν ὑπέρ­φω­το γνό­φο, πού μέ τό βαθύ του σκο­τά­δι ὑπερ­λάμ­πει ὑπερ­φα­νέ­στα­τα καί, μέ­νον­τας ἀνέγ­γιχ­τος κι ἀό­ρα­τος, γε­μί­ζει μέ ὑπέρ­κα­λη λάμ­ψη τούς τυ­φλω­μέ­νους νόες» (Περί μυ­στι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, 1). 

Ὁ μυ­στι­κός θε­ο­λό­γος βι­ώ­νει τόν Θεό ὡς ἰδε­ῶ­δες ἀό­ρα­το καθ' ἑαυ­τό καί ἄψαυ­στο, αἰ­σθά­νε­ται ὅμως ὅλη τή δύ­να­μη καί τή γο­η­τεία του στή ζωή του. Εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη, ἡ ὁποία τόν ἀνυ­ψώ­νει, ὁ σω­στι­κός ἀει­φεγ­γής φά­ρος, τοῦ ὁποί­ου ἡ ἐνα­τέ­νι­ση τόν ὁδη­γεῖ στόν ἀλη­θι­νό του προ­ο­ρι­σμό. Εἶ­ναι ὡς ἄλλη κλί­μα­κα τοῦ Ἰα­κώβ ἤ τοῦ Ἁγί­ου Ἰω­άν­νη τοῦ Σι­να­ΐ­τη, ἡ ὁποία τόν ἀνα­βι­βά­ζει στόν Θεό. Εἶ­ναι οἱ­ο­νεί ἀν­ταύ­γεια τοῦ θεί­ου φω­τός ἐν ἑαυ­τῷ, ἡ ὁποία πε­ρι­αυ­γά­ζει τήν ὅλην ὕπαρ­ξή του καί τήν ἀνα­δει­κνύ­ει κα­θα­ρό­τε­ρη, ἐν­το­νό­τε­ρη καί ὡραι­ό­τε­ρη. 
Τό γε­γο­νός αὐτό τῆς κοι­νω­νί­ας μέ τόν Θεό συν­τε­λεῖ­ται ἐν­τός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τά ἱερά μυ­στή­ρια. Ἡ σω­τη­ρία δέν ἐπι­τυγ­χά­νε­ται δι­α­νο­η­τι­κά, ἀλλά μέ τήν ἔν­τα­ξη στό Σῶμα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σία, καί τήν ἐνερ­γο­ποί­η­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν χα­ρι­σμά­των μέ τό ἅγιο Βά­πτι­σμα. Ὁ φω­τι­σμός τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καί ἡ βρώ­ση τοῦ «φω­τι­στι­κοῦ σώ­μα­τος» στή Θεία Εὐ­χα­ρι­στία ἑνώ­νουν τόν Χρι­στό ἐν Ἁγίῳ Πνεύ­μα­τι μέ τούς πι­στούς. Ἀφε­τη­ρία ἀπο­τε­λεῖ τό μυ­στή­ριο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, ὅπου ἡ Θεία Χάρη, κα­θαρ­τι­κή καί φω­τι­στι­κή, δι­ε­νερ­γεῖ τήν ἐν Χρι­στῷ υἱ­ο­θε­σία τῶν πι­στῶν. Ὁ ἐσω­τε­ρι­κός αὐ­τός ἀνα­και­νι­σμός ὁλο­κλη­ρώ­νε­ται τε­λι­κά στήν ἄμε­ση ἐμ­πει­ρία τοῦ Φω­τός καί τήν θέ­ω­ση, ἡ ὁποία ἀπο­τε­λεῖ καρ­πό τῆς μυ­στη­ρι­α­κῆς Χά­ρι­τος καί τῆς ἀν­θρώ­πι­νης συ­νερ­γί­ας στό μέ­τρο τῆς ἀσκη­τι­κῆς ἑτοι­μα­σί­ας καί κα­θα­ρό­τη­τας τοῦ πι­στοῦ.
Ὁ Ἠλί­ας Μη­νι­ά­της, ἐπί­σκο­πος Κερ­νίτ­σης καί Κα­λα­βρύ­των κατά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Ὀθω­μα­νο­κρα­τί­ας, ἐξη­γεῖ στόν Λό­γον του εἰς τήν Κοί­μη­σιν τῆς Θε­ο­τό­κου: «Ὅταν ὁ ἥλι­ος φθά­σῃ εἰς τήν μέ­σην ἁψῖ­δα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ἐξί­σου χύ­νει εἰς ὅλα τά μέρη τῶν ἀκτί­νων τό φῶς, ἀλλά ἐξί­σου δέν φω­τί­ζον­ται πάν­τα τά φω­τι­ζό­με­να σώ­μα­τα· [...] Ὁμοί­ως ὁ ἄδυ­τος ἐκεῖ­νος τῆς δι­και­ο­σύ­νης Ἥλι­ος, ὅστις λάμ­πει ἐν ταῖς λαμ­πρό­τη­σι τῶν Ἁγί­ων, ἐξί­σου χύ­νει εἰς ὅλα τά πνεύ­μα­τα τῶν μα­κα­ρί­ων τῆς θεί­ας δό­ξης ἀνέ­σπε­ρον φῶς, ἀλλ’ ἐξί­σου δέν φω­τί­ζον­ται πάν­τα· καθ’ ἕνα λαμ­βά­νει τό ἴδι­ον μέ­τρον τῆς θεί­ας φω­το­χυ­σί­ας, ὥς ἕνα με­ρι­κόν χρῶ­μα μα­κα­ρί­ας ἐλ­λάμ­ψε­ως· καί δέ­χε­ται ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἤ ὀλι­γώ­τε­ρον τό μέ­τρον τοῦ θεί­ου τού­του φω­τός, κα­θώς εἶ­ναι δε­κτι­κόν, κατά τόν βα­θμόν δη­λα­δή καί ἀνα­λο­γί­αν τῆς ἰδί­ας του κα­θα­ρό­τη­τος. Ἔτσι ἀλ­λέ­ως φω­τί­ζον­ται οἱ Ἅγι­οι Ἄγ­γε­λοι, ὁπού εἶ­ναι ἄϋλα πνεύ­μα­τα· ἀλ­λέ­ως οἱ ἄν­θρω­ποι, ὁπού εἶ­ναι φύ­σε­ως πα­χυ­τέ­ρας· καί πά­λιν ἀνά­με­σα καί εἰς τούς Ἀγ­γέ­λους, δι­α­φο­ρε­τι­κά φω­τί­ζον­ται ἀπό τάς Κυ­ρι­ό­τη­τας οἱ Θρό­νοι· ἀπό τούς Θρό­νους τά Χε­ρου­βείμ, καί ἀπό τά Χε­ρου­βείμ τά Σε­ρα­φείμ· καί ἀνά­με­σα εἰς τούς ἀν­θρώ­πους, ἀπό τούς Προ­φή­τας οἱ Ἀπό­στο­λοι, ἀπό τούς Ὁμο­λο­γη­τάς οἱ Μάρ­τυ­ρες, καί ἀπό τούς Ἀσκη­τάς οἱ Παρ­θέ­νοι· ὅλοι εἶ­ναι ἄστρα τοῦ νο­η­τοῦ στρε­ώ­μα­τος, ὅθεν οἱ δί­και­οι ἐκλάμ­ψου­σιν ὡς φω­στῆ­ρες· Πλήν ἀστήρ ἀστέ­ρος δι­α­φέ­ρει ἐν δόξῃ κατά τό ρη­τόν [Κορ. Α΄ 15, 41]. Ἡ Πα­να­γία Παρ­θέ­νος εἶ­ναι ἀνά­με­σα εἰς ὅλους τούς μα­κα­ρί­ους ἀκη­λί­δω­τος κα­θρέ­πτης ἁγνεί­ας καί κα­θα­ρό­τη­τος· [...] κα­θα­ρω­τέ­ρα ἀσυγ­κρί­τως καί τῶν ἀν­θρώ­πων καί τῶν Ἀγ­γέ­λων. Ὅθεν ὄχι μό­νον εἰς αὐ­τήν χύ­νει τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τος τό φῶς, ἀλλ’ εἰς αὐ­τήν εἰ­σβαί­νει καί ὡσάν νά πε­ρι­κλεί­ε­ται ὅλη ἐκεί­νη ἡ πο­λυ­χεύ­μων πηγή τοῦ φω­τός, ὅλος τῆς δό­ξης ὁ ἥλι­ος· εἰς τρό­πον ὥστε ὡς ἄλ­λος δεύ­τε­ρος τῆς δό­ξης ἥλι­ος ἀκτι­νο­βο­λεῖ τῆς Πα­να­γί­ας Παρ­θέ­νου τό μα­κά­ρι­ον πρό­σω­πον, καί κά­μνει δι­πλοῦν τό φῶς τῆς ἀνε­σπέ­ρου ἡμέ­ρας.»
Ἡ βι­βλι­κή καί εὐ­αγ­γε­λι­κή γραμ­μα­τεία εἶ­ναι πλή­ρεις ἐκ­φρά­σε­ων καί ἀνα­φο­ρῶν στό φῶς, οἱ ὁποῖ­ες χρη­σι­μεύ­ουν ὡς εἰ­κο­νι­σμοί τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐμ­πει­ρί­ας Του. Ὁ ἀνα­λο­γι­κός εἰ­κο­νι­σμός τῆς τρι­α­δι­κό­τη­τας τοῦ Θεοῦ μέ τό πα­ρά­δει­γμα τοῦ ἡλί­ου καί τοῦ ἀπαυ­γά­σμα­τός του ἀξι­ο­ποι­ή­θη­κε ἐπί­σης κατά τίς πρῶ­τες Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, ὅπου ἡ ὁμο­ου­σι­ό­τη­τα τοῦ Υἱοῦ πρός τόν «Πα­τέ­ρα τῶν Φώ­των» δι­α­τυ­πώ­θη­κε δο­γμα­τι­κά στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως μέ τήν ἔκ­φρα­ση «Φῶς ἐκ Φω­τός».
Καί πῶς νά πα­ρα­βλέ­ψου­με τήν «ἐπι­λύ­χνι­ον εὐ­χα­ρι­στία», τόν πρώ­ι­μο χρι­στι­α­νι­κό ὕμνο στό «Φῶς ἱλα­ρόν», πού ψάλ­λε­ται ὥς τίς μέ­ρες μας: Σέ αὐτή τή δο­ξο­λο­γία στόν Τρι­α­δι­κό Θεό κατά τήν ἑσπε­ρι­νή ὥρα τοῦ δει­λι­νοῦ, ἡ Ἐκ­κλη­σία μας ἀνα­γνω­ρί­ζει στό φῶς τῆς φύ­σε­ως τό ἔργο τοῦ Θεοῦ Λό­γου, τήν οὐ­σί­ω­ση τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ ζῶν­τος καί ἀλη­θι­νοῦ Θεοῦ, τόν χῶρο προ­νοί­ας τοῦ παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τος. Σέ ἰσχυ­ρή ἀν­τί­θε­ση πρός τούς παν­το­ει­δεῖς εἰ­δω­λο­λά­τρες τοῦ ἀρ­χαί­ου κό­σμου, οἱ Χρι­στι­α­νοί, ἐκ­κι­νών­τας ἀπό τό φυ­σι­κό φῶς, μυ­στα­γω­γοῦν­ται καί ἀνά­γον­ται πρός τήν δο­ξο­λο­γία τοῦ Ποι­η­τοῦ τῆς Κτί­σε­ως, πού δέν εἶ­ναι ἕνας ἀπρό­σω­πος δη­μι­ουρ­γός, ἀλλά τρι­α­δι­κή κοι­νω­νία προ­σώ­πων καί κα­λεῖ ὅλους σέ προ­σω­πι­κή κοι­νω­νία μαζί Της, κοι­νω­νία Πα­τρός καί Υἱοῦ καί Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος.
Γρά­φει ὁ Γέ­ρων Σω­φρό­νι­ος Ζα­χά­ρωφ τοῦ Ἔσ­σεξ: «Ὁ αἰ­σθη­τός ἥλι­ος εἶ­ναι θαυ­μα­στή εἰ­κών τοῦ Ἡλί­ου τῆς Ἀγά­πης καί τῆς Δι­και­ο­σύ­νης. Ἄνευ τῶν ἀκτί­νων τοῦ ὁρα­τού ἡλί­ου δέν θά ἦτο δυ­να­τή ἡ ζωή ἐπί τοῦ πλα­νή­του ἡμών. Πάν­τες ἡμεῖς αἰ­σθα­νό­με­θα τήν εὐ­ερ­γε­τι­κήν ἐνέρ­γει­αν τῶν ἀκτί­νων αὐ­τού. Πα­λαι­ό­τε­ρον ὁ ἥλι­ος ἐφαί­νε­το εἰς ἐμέ ὡς ἄυ­λος, ἀλλά μετά τήν θε­ω­ρί­αν τοῦ ἀκτί­στου Φω­τός τῆς Θε­ό­τη­τος καί αὐ­τός –τό φυ­σι­κόν φῶς– ἐγέ­νε­το δι’ ἐμέ τρα­χύς καί κατά και­ρούς ἐπι­θε­τι­κός. Φω­τί­ζει τήν γη­ί­νην φύ­σιν, ἀλλά δέν δί­δει εἰ­σέ­τι εἰς τό πνεῦ­μα ἡμῶν τήν ἄμε­σον δι­είσ­δυ­σιν εἰς τά μυ­στή­ρια τοῦ Θεί­ου Εἶ­ναι. Ἄλ­λως συμ­βαί­νει μετά τοῦ Φω­τός τῆς Θε­ό­τη­τος. Φέ­ρει πρω­τί­στως τήν ἀπο­κά­λυ­ψιν τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Οὐ­ρα­νί­ου Πα­τρός […] καί τό πνεῦ­μα τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου γνω­ρί­ζει ὅτι ὁ ἐμ­φα­νι­σθείς εἰς αὐ­τόν εἶ­ναι ὁ Προ­αι­ώ­νι­ος Δε­σπό­της πά­σης τῆς κτί­σε­ως, ὁ Πρῶ­τος καί ὁ Ἔσχα­τος, ὁ ἀπρό­σι­τος καί το­σοῦ­τον ἐγ­γύς, ὁ ἀό­ρα­τος καί συγ­χρό­νως αἰ­σθη­τός ἔτι καί σω­μα­τι­κῶς· αἰ­σθη­τός διά τοῦ πυ­ρός τῆς ἀγά­πης τοῦ πλη­ροῦν­τος τήν καρ­δί­αν, καί διά τοῦ φω­τός τῆς συ­νέ­σε­ως τοῦ κα­ταυ­γά­ζον­τος τόν νοῦν. Τοῦ­το εἶ­ναι Φῶς γνώ­σε­ως, ἀλλ’ ἀνεκ­φρά­στου διά λό­γων»
Σέ ἀν­τί­στι­ξη πρός αὐτή τήν ἔκ­φρα­ση, ἡ μετά λό­γου θέ­α­ση τοῦ κό­σμου ἔχει κα­τε­ξο­χήν τήν ἀρχή της στήν ἀρ­χαία ἑλ­λη­νι­κή γραμ­μα­τεία. Οἱ πα­ρα­δό­σεις γιά τήν τυ­φλό­τη­τα τοῦ Ὁμή­ρου ἀπη­χοῦν τήν εὐ­ρύ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη ὅτι οἱ πε­φω­τι­σμέ­νοι ὁρα­μα­τι­στές, ὅπως ὁ μάν­της Τει­ρε­σί­ας ἤ ὁ ἀοι­δός Δη­μό­δο­κος, εἶ­ναι τυ­φλοί ὡς πρός τόν κό­σμο τῶν φαι­νο­μέ­νων, δι­ό­τι ἔχουν πρό­σβα­ση πρός τό ἀό­ρα­το καί τό ἀσύλ­λη­πτο στούς κοι­νούς ὀφθαλ­μούς. Οἱ Μοῦ­σες εἶ­ναι αὐ­τές οἱ ὁποῖ­ες ἐμ­πνέ­ουν καί ἐξυ­ψώ­νουν τούς ποι­η­τές, ὥστε, θε­ώ­με­νοι τά μυ­στή­ρια τῶν θεῶν, νά ἐκ­φρά­ζουν καί νά φα­νε­ρώ­νουν τήν θεία καί νο­η­τή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα.
Στή δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση ἀνα­γνω­ρί­ζου­με τή σύν­θε­ση τοῦ δι­ο­νυ­σι­α­κοῦ καί τοῦ ἀπολ­λώ­νει­ου στοι­χεί­ου τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ πνεύ­μα­τος, τά ὁποῖα εἶ­χαν βρεῖ ἔκ­φρα­ση ἀν­τι­στοί­χως στή λυ­ρι­κή ποί­η­ση καί τό ἔπος. Ἀπολ­λώ­νει­ος εἶ­ναι ὁ κό­σμος τοῦ φω­τός, τῆς ἁρ­μο­νί­ας, τῆς γα­λή­νης, τῆς λο­γι­κῆς καί τῆς ἠθι­κής τά­ξε­ως. Δι­ο­νυ­σι­α­κός εἶ­ναι ὁ κό­σμος τοῦ ἔρω­τος, τοῦ πά­θους, τῆς ἡδο­νῆς, τῆς ἐκ­στά­σε­ως καί τοῦ γέ­λω­τος. Σέ δι­ά­κρι­ση πρός τήν σχε­τι­κῶς ὑπο­συ­νεί­δη­τη αὐτή θέα, τήν ἀπο­τυ­πω­μέ­νη στήν ἀρ­χα­ϊ­κή καί τίς προ­η­γού­με­νες πε­ρι­ό­δους τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου, ἡ κλα­σι­κή πε­ρί­ο­δος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀπό τή συ­νει­δη­τή θέα τῶν πρα­γμά­των, ἡ ὁποία κο­ρυ­φώ­νε­ται στήν πλα­τω­νι­κή ταύ­τι­ση τῆς γνώ­σε­ως μέ τήν θε­ω­ρία, τήν θέ­α­ση τῆς ἀλή­θει­ας.
Ὁ Πλά­των ὀνο­μά­ζει τούς φι­λο­σό­φους «τῆς ἀλη­θεί­ας φι­λο­θε­ά­μο­νας» (Πο­λι­τεία Δ, 443e-444a), οἱ ὁποῖ­οι ζη­τοῦν νά δοῦν τήν ἀλή­θεια μέ τό «τῆς ψυ­χῆς ὄμμα» (Πο­λι­τεία Ζ, 533d 2)· «μόνῳ γάρ αὐτῷ ἀλή­θεια ὁρᾶ­ται» (Πο­λι­τεία Ζ, 527d-e). Ἡ μο­νά­δα τῆς γνώ­σε­ως εἶ­ναι ἡ Ἰδέα στήν πρω­ταρ­χι­κή, ἑτυ­μο­λο­γι­κή της ση­μα­σία ἀπό τό ἰδεῖν, ὡς ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς λο­γι­κῆς καί νο­η­τῆς θέας τῶν πρα­γμά­των. Ἡ ἀνα­γω­γή στήν Ἰδέα προ­ϋ­πο­θέ­τει κάτι πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπό τήν ἁπλή πα­ρα­τή­ρη­ση: τήν μέ­θε­ξη στό κάλ­λος τοῦ ὁρω­μέ­νου. Οἱ ἀνα­βα­θμοί τῆς γνω­στι­κῆς προ­ό­δου βα­σί­ζον­ται στή δι­α­δο­χι­κή θε­ω­ρία τοῦ κάλ­λους τῶν σω­μά­των, τῶν ἐπι­τη­δευ­μά­των, τῶν νό­μων καί τῶν ἐπι­στη­μῶν, ἡ ὁποία κα­τα­λή­γει στήν θέα τοῦ καθ’ ἑαυ­τό κάλ­λους, τό ὁποῖο εἶ­ναι μο­νο­ει­δές καί αἰ­ώ­νιο, καί ὅπου ὁ φι­λό­σο­φος θά πα­ρα­μεί­νει «τε­τραμ­μέ­νος ἐπί τό πολύ πέ­λα­γος τοῦ κα­λοῦ καί θε­ω­ρῶν» (Συμ­πό­σι­ον, 210a-211c).
Σύμ­φω­να μέ τήν πλα­τω­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, κάθε ὄν με­τέ­χει «ἀνά τόν λό­γον» στήν Ἰδέα του καί κάθε Ἰδέα εἶ­ναι «ἔκ­γο­νον τοῦ ἀγα­θοῦ» (Πο­λι­τεία ΣΤ, 508b 12-13). Τό ἀγα­θό με­τέ­χε­ται «ἀνα­λό­γως» μέσῳ τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν Ἰδε­ών ἤ οὐ­σι­ῶν, γι­α­τί εἶ­ναι αὐτό ἡ αἰ­τία τόσο τῶν οὐ­σι­ών, ὅσο καί τῆς θε­ω­ρί­ας τους. Ὁ νοῦς με­τέ­χει στό ἀγα­θό μέ τρό­πο ἀνά­λο­γο μέ αὐ­τόν πού ἡ ὅρα­ση με­τέ­χει στή θέα τοῦ ἥλι­ου:
«Οἱ ὀφθαλ­μοί, ὅταν πιά κα­νείς δέν τούς κα­τευ­θύ­νει ἐπά­νω σέ πρά­γμα­τα πού τά χρώ­μα­τά τους τά χτυ­πᾶ τό φῶς τῆς ἡμέ­ρας ἀλλά ἡ ἀστρο­φεγ­γιά τῆς νύχ­τας, χά­νουν τήν ξα­στε­ρά­δα τους καί δεί­χνον­ται σχε­δόν τυ­φλοί, ὡσάν νά μήν ὑπῆρ­χε μέσα τους κα­θα­ρή ὄψη. Ὅταν ὅμως τούς κα­τευ­θύ­νει ἐπά­νω σέ πρά­γμα­τα φω­τι­σμέ­να ἀπό ὁλό­λαμ­προν ἥλιο, βλέ­πουν ξε­κά­θα­ρα, καί τά ἴδια αὐτά μά­τια δεί­χνον­ται πώς ἔχουν μέσα τους κα­θα­ρή ὄψη. Ἔτσι συμ­βαί­νει καί μέ τήν ψυχή· ὅταν στη­ρί­ξει τή μα­τιά της ἐκεῖ ὅπου εἶ­ναι ἁπλω­μέ­νη ἡ λάμ­ψη τῆς ἀλή­θει­ας καί τοῦ ὄν­τος, τότε μέ μιᾶς τό ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, τό γνω­ρί­ζει καί δεί­χνε­ται πώς ἔχει νοῦ· ὅταν ὅμως ἡ μα­τιά της πέ­σει ἐπά­νω στήν πε­ρι­ο­χή πού εἶ­ναι ἀνα­κα­τω­μέ­νη μέ τό σκό­τος, στό γεν­νώ­με­νο καί ἀφα­νι­ζό­με­νο, τότε μπλέ­κε­ται σέ δο­ξα­σί­ες καί δεί­χνε­ται μυ­ω­πι­κή, φέρ­νει ἄνω-κάτω τίς δο­ξα­σί­ες καί μοι­ά­ζει μέ ὄν πού δέν ἔχει νοῦ» (Πο­λι­τεία ΣΤ, 508c 4-d9, μτφρ. Κ.Δ. Γε­ωρ­γού­λη).
Στόν Ἀρι­στο­τέ­λη, ἀν­τι­στοί­χως, ἡ γνώ­ση ἀνα­φέ­ρε­ται στό «λο­γι­κῶς θε­ω­ρεῖν» καί «ἐν­νο­εῖν». Ἐν τέ­λει, ἡ θε­ω­ρία εἶ­ναι τό «ἥδι­στον καί ἄρι­στον» τῆς γνώ­σε­ως (Μετά τά φυ­σι­κά Α, 1072b 24), ἀλλά καί ἡ με­τα­φυ­σι­κή της κα­τά­λη­ξη: τό νό­η­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ζωῆς ἔγ­κει­ται στήν «τοῦ θεοῦ θε­ω­ρί­αν», «τόν θεόν θε­ρα­πεύ­ειν καί θε­ω­ρεῖν» (Ἠθι­κά Εὐ­δή­μεια 7, 1249b).
Σ’ αὐτό τό ση­μεῖο βρί­σκου­με κά­ποι­ες ἀνα­λο­γί­ες πρός τήν πο­ρεία τῆς σκέ­ψε­ως τῶν θε­ο­πτῶν Πα­τέ­ρων, ἡ ὁποία φλέ­γε­ται ἀπό τήν ἔφε­ση νά εἰσ­δύ­σει στήν «ἐπέ­κει­να πάν­των» πε­ρι­ο­χή τοῦ ἀνε­σπέ­ρου φω­τός. Ὡστό­σο, ὅπως ση­μει­ώ­νει ὁ Κα­θη­γη­τῆς τῆς Φι­λο­σο­φί­ας Βα­σί­λει­ος Τα­τά­κης, «δέν βλέ­πουν βέ­βαια τά ἴδια πρά­γμα­τα. Τόν κό­σμο τῶν ἰδε­ών, καί πάνω ἀπ' αὐ­τόν «τό μέ­γι­στον μά­θη­μα», τήν ἰδέα τοῦ ἀγα­θού, θη­ρεύ­ει ἡ ψυχή τοῦ Πλά­τω­νος. Πρός τό «Ἕν», τό ἀπρό­σι­το καί ὑπε­ρού­σιο φέ­ρε­ται ὁ Πλω­τῖ­νος, μέ τήν ἔκ­στα­σή του. [...] Ὑψη­λός, ἀλλά μᾶλ­λον ἀπρό­σω­πος ὁ λυ­ρι­σμός τοῦ Πλά­τω­νος· ἀπάν­θρω­πα ἀπό­κο­σμο, τό πλω­τι­νι­κό Ἕν εἶ­ναι μόνο «ἐρώ­με­νον», οὐ­δέ­πο­τε «ἐρῶν». Ὁ ἔρως ἐδῶ στήν ὑψη­λό­τε­ρη ἐκ­δή­λω­σή του στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως πρός πρά­γμα, «πρός τό πέ­λα­γος τοῦ κα­λοῦ», πρός τό Ἕν, γι' αὐτό μέ­νει χω­ρίς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὑψη­λός καί τήν ἴδια ὥρα θε­με­λι­ω­μέ­νος ἀπά­νω στήν πηγή τῆς ἀγά­πης, ὁ χρι­στι­α­νι­κός λυ­ρι­σμός πη­γά­ζει ἀπό μιάν ὑψη­λή σύ­ζευ­ξη, ἡ ὁποία θά ἐμ­πνεύ­σει τούς μυ­στι­κούς στήν ἀνα­στρο­φή τους μέ τά θεῖα», καί θά δι­α­πο­τί­σει τήν χρι­στι­α­νι­κή τέ­χνη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, μέ τήν ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, τό χρυ­σό βά­θος, τήν αἰ­σθη­τι­κή τοῦ φω­τός.
Εἴ­δα­με πόσο εὐ­λο­γη­μέ­νο εἶ­ναι τό φῶς στή δι­δα­σκα­λία καί τή λα­τρεία τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, κα­θώς ἡ πηγή του ταυ­τί­ζε­ται μέ τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου. Ὅμως ὁ Χρι­στός δέν θά ἦταν τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ἄν δέν μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά τό δεῖ πρα­γμα­τι­κά μέ τά μά­τια του, μέ τήν προ­ϋ­πό­θε­ση βέ­βαια ὅτι με­τέ­χει στήν θεία Χάρη. Τό ὅρα­μα τῆς θε­ω­ρί­ας αὐ­τοῦ τοῦ Φω­τός ἀπο­τε­λεῖ τήν ὁλο­κλή­ρω­ση καί τήν ἄμε­ση ἐμ­πει­ρία τῆς θε­ο­γνω­σί­ας.
Αὐτή ἡ ἐμ­πει­ρία τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ ζῶν­τος Θεοῦ, στήν πο­ρεία τους νά δε­χθοῦν τό «ἀκραι­φνέ­στα­τον» φῶς Του καί νά πρα­γμα­τώ­σουν τόν «και­νόν ἄν­θρω­πον», πλη­μυ­ρί­ζει τήν ψυχή τῶν Πα­τέ­ρων κατά τήν μα­κρά πε­ρί­ο­δο τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Ἐν­το­πί­ζου­με τήν κυ­ρι­αρ­χι­κή ση­μα­σία τοῦ θεί­ου καί θα­βω­ρεί­ου φω­τός στούς δύο ἁγί­ους θε­με­λι­ω­τές τῆς θε­ο­λο­γί­ας τῆς θε­ο­πτί­ας, Συ­με­ῶ­να τόν Νέο Θε­ο­λό­γο καί Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, καί πρίν ἀπό αὐ­τούς στόν Ἅγιο Μα­κά­ριο τόν Αἰ­γύ­πτιο.
Τό Φῶς αὐτό δέν εἶ­ναι δι­α­νο­η­τι­κῆς φύ­σε­ως, ὅπως ἡ ἔλ­λαμ­ψη τοῦ νοῦ. Πολύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν εἶ­ναι ἔνυ­λο. Ἐν τού­τοις, πλη­ροῖ συγ­χρό­νως τόν νοῦ, τήν ψυχή καί τίς αἰ­σθή­σεις, ἀπο­κα­λυ­πτό­με­νο στόν ὅλον ἄν­θρω­πο. Κατά τή δι­άρ­κεια τοῦ θεί­ου φω­τι­σμοῦ καί τῆς «νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς», στήν ὁποία ἐπα­νέρ­χε­ται ὁ ἀσκη­τής, ἡ ὕπαρ­ξή του δέν ἐκμη­δε­νί­ζε­ται, καί ὁ ἴδι­ος δέν ἐκ­στα­σι­ά­ζε­ται, οὔτε νι­ώ­θει πα­ραι­σθή­σεις: «οὐ γάρ ἔκ­φρων γί­νε­ται ὁ θε­ό­λη­πτος» κατά τόν Ἅγιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ, ἀλλά ὑπερ­βαί­νον­ται, χω­ρίς νά ἀφα­νί­ζον­ται, οἱ φυ­σι­κές του δυ­να­τό­τη­τες. Χω­ρίς νά ἀπο­χω­ρί­ζε­ται ἀπό τήν σω­μα­τι­κή του ὀν­τό­τη­τα, ὁ ὅλος ἄν­θρω­πος λαμ­πρύ­νε­ται καί γί­νε­ται ἐν­σώ­μα­τος θε­α­τής τῆς ὑπερ­κό­σμι­ας θεί­ας αἴ­γλης. Γρά­φει στά δι­ά­χυ­τα ἀπό φῶς ποι­ή­μα­τά του ὁ Ἅγι­ος Συ­με­ών:
Δίδου μοι βλέπειν τό πρόσωπόν σου, Λόγε,
καί ἀπολαύειν τοῦ ἀπορρήτου κάλλους
καί κατανοεῖν καί τρυφᾶν σου τῆς θέας,
θέας ἀρρήτου, θέας τῆς ἀθεάτου,
θέας τῆς φρικτῆς, ὅμως δίδου μοι λέγειν
τάς ἐνεργείας αὐτῆς, οὐ τήν οὐσίαν.
Ὑπέρ φύσιν γάρ, ὑπέρ ουσίαν πᾶσαν
ἧς ὅλος αὐτός, ὁ Θεός μου καί κτίστης.
Ἡ δέ ἀπαυγή τῆς δόξης σου τῆς θείας
φῶς ἁπλοῦν ἡμῖν, φῶς γλυκύ καθορᾶται,
φῶς ἀποκαλύπτεται, φῶς συνενοῦται
ὅλον, ὡς οἶμαι, ὅλοις ἡμῖν σοῖς δούλοις,
φῶς πνευματικῶς βλεπόμενον μακρόθεν,
φῶς ἐντός ἡμῶν εὑρισκόμενον αἴφνης,
φῶς ὡσεί ὕδωρ βρύον, ὡς πῦρ τε φλέγον
τῆς, ἧσπερ πάντως καθάψεται, καρδίας.
Ἡ λυ­τρω­τι­κή, αἰ­θέ­ρια, καί ἄλ­λο­τε κα­τα­λυ­τι­κή πα­ρου­σία τοῦ φω­τός δι­α­πνέ­ει καί τήν νε­ο­ελ­λη­νι­κή ποι­η­τι­κή ἔκ­φρα­ση. Ἡ ὑπερ­βα­τι­κή ἐπί­δρα­ση τοῦ φω­τός στήν ὑλι­κή πρα­γμα­τι­κό­τη­τα κα­τέ­χει ἰδι­αί­τε­ρη θέση στό ποι­η­τι­κό το­πίο τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Σο­λω­μοῦ, ὅπως στούς ἀκό­λου­θους στί­χους ἀπό τόν Κρη­τι­κό
Τότε ἀπό φῶς μεσημερνό ἡ νύχτα πλημυρίζει
κι ἡ χτίσις ἔγινε ναός πού ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Πε­ρί­φη­μοι ἔχουν μεί­νει οἱ στί­χοι τοῦ Ἀν­δρέα Κάλ­βου:
Ὁ ἥλιος κυκλοδίωκτος,
ὡς ἀράχνη μ' ἐδίπλωνε
καί μέ φῶς καί μέ θάνατον
ἀκαταπαύστως.
Πλη­θω­ρι­κός στά ἐκ­φρα­στι­κά του μέσα, ὁ Ἄγ­γε­λος Σι­κε­λι­α­νός ἀπο­δί­δει τό θάμ­βος καί τήν ἡλι­ο­χα­ρῆ εὐ­δαι­μο­νία τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ὑπαί­θρου, μέ το­πίο παλ­λό­με­νο μέσα στό φῶς: «Νέα σάρ­κα ντύ­νει σου τά κόκ­κα­λα, / περ­νά­ει σά φῶς», «Καί μοῦ ἐδι­ά­βη τή δι­ά­φω­τη σάρ­κα μου, / πῶς δι­α­βαί­νει ἕνα θά­μνο τ’ ἀγέ­ρι, / πῶς δι­α­βαί­νει τό πέ­λα­ον ἀσά­λευ­το / καί σπα­θί­ζει ὥς τά βύθη ἕν’ ἀστέ­ρι».
Ἀκό­μα καί στήν ποί­η­ση τοῦ Γι­άν­νη Ρίτ­σου τό πο­λι­τι­κό ἰδε­ῶ­δες βρί­σκε­ται στα­θε­ρά προ­σα­να­το­λι­σμέ­νο στό φῶς: «Τό φῶς εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα μας. Δέν εἶ­σαι ἐσύ κι ἐγώ. / Εἴ­μα­στε ἐμεῖς. / Ἐμεῖς καί ἡ πο­λι­τεία μας. / Ἐμεῖς κι ὁ κό­σμος» (Ἀνυ­πό­ταχ­τη πο­λι­τεία). Στή Ρω­μι­ο­σύ­νη του, τό το­πίο εἶ­ναι «μο­νά­χα φῶς», «μέ τόν ἥλιο κα­τά­στη­θα στό πέ­λα­γο πού ἀσβε­στώ­νει τήν ἀν­τι­κρι­νή πλα­γιά τῆς μέ­ρας», ἀλλά καί σέ εἰ­κό­νες ὅπως τῶν σκο­τω­μέ­νων στόν ἥλιο, καί τῆς χα­ρο­κα­μέ­νης μά­νας, «ὥσπου νά βρεῖ τό φῶς τό δρό­μο του στήν ἀνη­φό­ρα τῆς ψυ­χῆς της».
Ἀν­τι­στοί­χως πρός τόν Κάλ­βο, ἀνι­χνεύ­ου­με καί στό ἔργο τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη ποι­η­τι­κές ἐκ­φρά­σεις ὅπως «μέσα στό μαῦ­ρο φῶς», «στή σκο­τει­νή πόρ­τα τοῦ Ἥλι­ου», «ἀπό τοῦ ἥλι­ου τό ἄλλο μέ­ρος τό σκο­τει­νό» καί, τέ­λος, τούς στί­χους τῆς Κί­χλης: «Ἀγ­γε­λι­κό καί μαῦ­ρο, φῶς», «Ἀγ­γε­λι­κή καί μαύ­ρη, μέρα». Σύμ­φω­να μέ τή ρητή μαρ­τυ­ρία τοῦ ποι­η­τῆ, αὐ­τοί οἱ στί­χοι ἐκ­φρά­ζουν μέ ὁμό­λο­γα ποι­η­τι­κά σχή­μα­τα τήν ἡρα­κλεί­τεια σύν­θε­ση τῶν ἀν­τι­θέ­των, ὅπως στά ἀκό­λου­θα δεί­γμα­τα ἀπό τό ἔργο τοῦ Νί­κου Κα­ρού­ζου: «ἕνα φῶς πα­νάρ­χαιο σά­βα­νο τυ­λί­γει/ δέ­νον­τας σέ λάμ­ψεις τή μου­σι­κή μου» «Καί χω­ρί­ζου­με σέ φῶς καί σκο­τά­δι τό Ἕνα. / Χω­ρί­ζου­με τόν Ὀδυρ­μό σέ τύ­φλω­ση καί θυ­σία», ὅπως στόν ἐλυ­τι­κό στί­χο «Ὁλό­σω­μοι πάνω στό φῶς καί μαῦ­ροι ἕως θα­νά­του».
Σύ­νο­λη ἡ ποι­η­τι­κή τοῦ Ὀδυσ­σέα Ἐλύ­τη οἰ­κο­δο­μεῖ­ται μέ ἄξο­να τό φῶς καί τήν «ἡλι­α­κή με­τα­φυ­σι­κή», «στό ὄνο­μα τῆς φω­τει­νό­τη­τας καί τῆς δι­α­φά­νει­ας», κατά τούς λό­γους του ποι­η­τή: «Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅταν οἱ και­ροί εἶ­ναι σκο­τει­νοί καί αὐτό πού τοῦ ὑπα­γο­ρεύ­ουν εἶ­ναι μιά ὅσο τό δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη ὁρα­τό­τη­τα. Δέν μιλῶ γιά τή φυ­σι­κή ἱκα­νό­τη­τα νά συλ­λαμ­βά­νει κα­νείς τ’ ἀν­τι­κεί­με­να σ' ὅλες τους τίς λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀλλά γιά τή με­τα­φο­ρι­κή, νά κρα­τᾶ τήν οὐ­σία τους καί νά τά ὁδη­γεί σέ μιά κα­θα­ρό­τη­τα τέ­τοια πού νά ὑπο­δη­λώ­νει συ­νά­μα τήν με­τα­φυ­σι­κή τους ση­μα­σι­ο­λο­γία». Καί ἐπί­σης: «Νά γι­α­τί γρά­φω. Γι­α­τί ἡ ποί­η­ση ἀρ­χί­ζει ἀπό κεῖ πού τήν τε­λευ­ταία λέξη δέν τήν ἔχει ὁ θά­να­τος. [...] Ἡ ἀτε­λεύ­τη­τη φορά πρός τό φῶς τό φυ­σι­κό εἶ­ναι ὁ Λό­γος, καί τό φῶς τό Ἄκτι­στον πού εἶ­ναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτό γρά­φω. Γι­α­τί μέ γο­η­τεύ­ει νά ὑπα­κούω σ’ αὐ­τόν πού δέ γνω­ρί­ζω, πού εἶ­ναι ὁ ἑαυ­τός μου ὁλά­κε­ρος, ὄχι ὁ μι­σός πού ἀνε­βο­κα­τε­βαί­νει τούς δρό­μους καί φέ­ρε­ται ἐγ­γε­γραμ­μέ­νος στά μη­τρῶα ἀρ­ρέ­νων τοῦ Δή­μου» (Ἀνοιχ­τά Χαρ­τιά). «Πι­στεύω γι’ αὐτό στίς αἰ­σθή­σεις πού τίς κι­νη­το­ποιώ πρός μιάν ἀδο­κί­μα­στη ἕως σή­με­ρα κα­τεύ­θυν­ση, ἀπο­βλέ­πον­τας σέ μιά Ἐλευ­θε­ρία πού νά εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τη πρός ὅλες τίς Ἐξου­σί­ες καί σέ μιά δι­και­ο­σύ­νη πού νά ταυ­τί­ζε­ται μέ τό ἀπό­λυ­το φῶς» (Ἐν λευ­κῷ)· «τό φῶς, πού γιά νά χυ­θεῖ ἅπλε­τα ἐν­τός µας κα­νέ­νας ἥλι­ος καί κα­µιά κα­τα­χθό­νια µη­χα­νή δέ χρει­ά­ζον­ται, φτά­νει γιά νά µᾶς φέ­ρει µέ σί­γου­ρα βή­µα­τα λίγο πιό κον­τά στήν αἰ­ώ­νια τήν πηγή», «πρός τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα ἑνός τα­πει­νοῦ Πα­ρα­δεί­σου, πού εἶ­ναι ὁ ἀλη­θι­νός μας ἑαυ­τός, τό δί­κιο μας, ἡ ἐλευ­θε­ρία μας, ὁ δεύ­τε­ρος καί πρα­γμα­τι­κός ἠθι­κός μας ἥλι­ος».
Δι­α­νύ­ον­τες τήν πο­ρεία ἀπό τήν πλα­τω­νι­κή ἀλ­λη­γο­ρία τοῦ σπη­λαί­ου στήν ἐν Χρι­στῷ Ἀνα­το­λή τοῦ Φω­τός τῆς Ἁγί­ας καί «ἀρ­χι­φώ­του» Τρι­ά­δος, ἡ ὁποία φω­το­δο­τεῖ τόν κό­σμο, δέν μπο­ροῦ­με νά μήν στα­θοῦ­με στό βι­βλίο τοῦ Ἡσα­ΐα (49, 9), ὅπου ὁ Θεός κα­λεῖ μέ τό στό­μα τοῦ προ­φή­τη τούς δέ­σμι­ους νά βγοῦν στό φῶς. Ἀλλά καί τό σκο­τά­δι τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι σάν με­σημ­βρι­νή σκο­τία («Καί τό σκό­τος σου ὡς με­σημ­βρία»Ἡσ. 58, 10). Ὁ φω­τουρ­γός, ἄδυ­τος καί ἀει­φεγ­γής Ἥλι­ος τῆς δι­και­ο­σύ­νης, ὁ ὁποῖ­ος ἀνέ­τει­λε μέσα ἀπό τό σπή­λαιο τῆς Βη­θλε­έμ, κα­τα­φώ­τι­σε τήν οἰ­κου­μέ­νη καί ἀπό τόν θά­λα­μο τοῦ τά­φου, κα­τα­λύ­ον­τας μέ τίς ἀνέ­σπε­ρες ἀκτῖ­νες του τόν σκο­τει­νό θά­να­το. Με­τα­μόρ­φω­σε τήν κτί­ση κα­θι­στών­τας δυ­να­τή γιά ὅλους τήν οὐ­ρά­νια ὁλο­λαμ­πῆ πο­ρεία. «Αὕτη ἡ σω­τή­ρι­ος νύξ καί φω­ταυ­γής, τῆς λαμ­προ­φό­ρου ἡμέ­ρας τῆς Ἐγέρ­σε­ως οὖσα προ­άγ­γε­λος», γιά ὅσους, ἐνῶ ζοῦν «ἐν τῷ κό­σμῳ», πε­ρι­λάμ­πον­ται ἀπό τήν Σο­φία τοῦ Θεοῦ. Εὔ­χο­μαι ἀπό τά βάθη τῆς καρ­δι­ᾶς μου νά ἀνα­ζη­τή­σε­τε αὐτό τό Φῶς στή ζωή σας καί νά τό κρα­τή­σε­τε μό­νι­μα καί ἀνα­φαί­ρε­τα. Γι­α­τί τό Φῶς αὐτό εἶ­ναι «τό ἀρ­χέ­τυ­πον κάλ­λος, τό ἀλη­θι­νόν καί ἐρα­σμι­ώ­τα­τον», Φῶς τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος καί ἐκ τοῦ Ζω­ο­δό­χου Τά­φου Ἀνα­στάν­τος Λό­γου τοῦ Θεοῦ, ἡ λαμ­πρό­τη­τα καί ἡ δόξα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου