Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδος.(Ι.ΚαρδάσH

Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδος.(Ι.ΚαρδάσH

988647_380790558688846_1629569133_n
Η απεικόνιση της Αγ. Τριάδας είναι απότοκος της Θεολογίας της και καταγράφει τις σχέσεις μεταξύ των τριών προσώπων. Είναι γνωστό ότι στην Ορθόδοξη Εικονολογία επιτρεπτή είναι η απεικόνιση μόνον όσων είδαμε και συνέβησαν ιστορικά, των προφητικών οράσεων και συμβόλων, του σαρκωθέντα Υιού και Λόγου του Θεού, της Θεοτόκου και των Αγίων.
Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας ως τριών προσώπων, όπου απεικονίζεται ο Πατέρας ως “παλαιός των ημερών”, ο Υιός ως νέος και το Άγ. Πνεύμα “εν είδει περιστεράς” είναι εικόνα ξένη προς την διδασκαλία των Πατέρων, μεταφερθείσα στον Ορθόδοξο χώρο από τη Δύση, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Η απεικόνιση αυτή αποτελεί συγκαλυμμένη ειδωλολατρία, καθώς μέσα από ορθολογιστικές διαδικασίες περιθέτει σωματικά σχήματα στη θεότητα. Η αποτύπωση των ενδοτριαδικών σχέσεων ευνοεί την παπική αντίληψη περί του τρόπου ύπαρξης του Αγ. Πνεύματος, δηλ. εκπορευόμενου από τον Πατέρα και τον Υιόν εξ ίσου, που είναι η γνωστή πλάνη του filioque. Επίσης η εικόνα αυτή, παρουσιάζοντας διαφορά στις μορφές Πατέρα και Υιού ως προς τη σωματική ηλικία, δίνει την εντύπωση πως ο Υιός είναι νεώτερος του Πατέρα, αντίληψη που ευνοεί τους νέο-Αρειανούς Χιλιαστές και τους αρνητές της θεότητας του Υιού, Εβραίους και Μουσουλμάνους.
Για το θέμα αυτό της απεικόνισης της Αγίας Τριάδας έχει διατυπώσει η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία ως γνωστόν ασχολήθηκε αποκλειστικά με το θέμα των εικόνων, τη θέση της καθολικής Εκκλησίας. Στον δογματικό όρο της Συνόδου αναφέρεται ρητά, σε τι υλικό και με πια ύλη πρέπει να ζωγραφίζεται μια εικόνα και σε ποια τοποθεσία είναι δυνατόν να υπάρχει: “….. ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς…..“.
Το θέμα της απεικόνισης του Θεού Πατέρα ως “παλαιού των ημερών” σε απεικονίσεις παλαιοδιαθηκικών οραμάτων (όπως π.χ. του οράματος του Δανιήλ) υπήρξε αντικείμενο εξέτασης κατά τη διάρκεια της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Εκεί οι Πατέρες της Συνόδου ρωτούν δια του στόματος του Πάπα Ρώμης αγίου Γρηγορίου Β΄: “Δια τι τον πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού ουχ ιστορούμεν και ζωγραφούμεν;” για να δώσουν αμέσως την απάντηση: “Επειδή ουκ οίδαμεν τις εστίν (…) και ει εθεασάμεθα και εγνωρίσαμεν καθώς τον υιόν αυτού, κακείνον αν είχομεν ιστορήσαι και ζωγραφήσαι” (PG XII 963 E).
Επίσης για την απεικόνιση του αγίου Πνεύματος η ίδια η Σύνοδος αναφέρει: “….. καίτοι των ευαγγελικών ουδαμώς παραδεδοκότων γραμμάτων, ότι γέγονε περιστερά το άγιον πνεύμα, αλλά ότι εν είδει περιστεράς ώφθη ποτέ” (PG XIII 181 A).
Πρέπει να σημειωθούν εδώ δύο στάσεις ριζικά αντιφατικές προς το κείμενο των πράξεων της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, δυο αγίων της Εκκλησίας μας, του αγίου Μακαρίου Καλοχερά εκ Πάτμου και του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτη. Ο πρώτος κτυπώντας τους ρωμαιοκαθολικούς ρωτά: “Είναι χριστιανοί αυτοί, που αντίθετα προς την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αναπαριστάνουν τον αόρατο Πατέρα;”. Από την πλευρά του ο άγιος Νικόδημος παρατηρεί: “Συμπεραίνεται ότι ο άναρχος Πατήρ πρέπει να ζωγραφίζεται καθώς εφάνη εις τον προφήτην Δανιήλ ως παλαιός των ημερών. Ει δε και Πάπας Γρηγόριος εν τη προς τον Ίσαυρον Λέοντα επιστολή λέγει, ότι δεν ιστορούμεν τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. αλλά τούτο λέγει απλώς, αλλ’ ότι δεν εζωγραφούμεν αυτόν κατά την θείαν φύσιν” (Πηδάλιο, σελ. 320).
Ο άγιος Νικόδημος μοιράζεται σ’ αυτό το θέμα την άποψη, που είναι αποδεκτή από την εποχή του αγίου Μακαρίου (18ος αιώνας) και απομακρύνεται από τον τρόπο που η Εκκλησία αντιλαμβάνεται τα οράματα των προφητών.
Είναι αλήθεια, ότι για την Εκκλησία η αγιότητα δεν ήταν ποτέ συνώνυμη του αλάθητου. Καθώς το είπε με σοφία ο Εφέσου άγιος Μάρκος, για τον ωριγενισμό του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: “συμβαίνει κάποιος να είναι διδάσκαλος και ωστόσο να μην τα λέει όλα τέλεια σωστά. Διότι ποια ανάγκη θα υπήρχε για τους Πατέρες να κάνουν Οικουμενικές Συνόδους, αν καθένας τους σε τίποτε δεν απομακρυνόταν από την αλήθεια;”.
Αλλά το θέμα της απεικόνισης  της Αγίας Τριάδας έχει λήξει τελεσίδικα στην Μεγάλη Σύνοδο της Μόσχας το 1666, όπου μέσα στις πράξεις της Συνόδου, το κεφάλαιο 43 είναι αφιερωμένο στο ζήτημα της εικόνας της θεότητας και ιδιαίτερα του Θεού Πατέρα. Αυτό το κεφάλαιο έχει τον τίτλο: “Περί των εικονογράφων και του Σαβαώθ”.
Στις αποφάσεις της Συνόδου για το συγκεκριμένο θέμα, αναφέρονται τα εξής: “Θεσπίζουμε ότι ένας ικανός ζωγράφος που, ταυτόχρονα, είναι ένας καλός άνθρωπος (με εκκλησιαστική αξιοπρέπεια), θα διορίζεται διδάσκαλος των εικονογράφων, αρχηγός και επιμελητής. ΄Ετσι οι αγνοούντες δεν θα μπορούν να χλευάζουν τις άγιες εικόνες του Χριστού, της Μητέρας του και των αγίων Του, τις άσχημες και κακοζωγραφισμένες. και θα σταματήσει η ματαιοδοξία μιας δήθεν σοφίας, που έχει οδηγήσει στην συνήθεια να ζωγραφίζει ο καθένας κατά τη φαντασία του χωρίς αυθεντική αναφορά και μάλιστα ξεκινώντας από ποικίλες αναπαραστάσεις, τον Κύριο Σαβαώθ. Εντελλόμεθα να μην ζωγραφίζεται στο εξής η εικόνα του Κυρίου Σαβαώθ σύμφωνα με μη λογοκριμένες οράσεις και ανάρμοστες, διότι κανείς δεν έχει δει τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Θεό Πατέρα) με σάρκα. Μόνος ο Χριστός έχει εικονιστεί, όπως τον είδαν σαρκωμένο, δηλαδή αναπαριστανόμενο με το σώμα Του και όχι κατά την θεότητά Του. το ίδιο και η υπεραγία Μητέρα του Θεού και οι άλλοι άγιοί Του…..
….. Είναι εντελώς παράλογο να εικονογραφούν τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Πατέρα), με άσπρα γένια, με τον μονογενή Υιό στο στήθος Του και ένα περιστέρι ανάμεσά Τους, διότι κανείς δεν είδε τον Πατέρα μέσα στην Θεότητά Του. ο Πατέρας, πράγματι δεν έχει σάρκα και ο Υιός δεν εγεννήθη κατά σάρκα από τον Πατέρα προ των αιώνων. Κι’ αν ο προφήτης Δαβίδ λέει: “εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε” (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αυτή η γέννηση, σίγουρα, δεν είναι σωματική. αυτή ήταν ανέκφραστη και απερινόητη. Διότι ο ίδιος ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: “ουδείς γινώσκει τον Πατέρα ειμή ο Υιός“. Και ο προφήτης Ησαΐας ζητά στο 40ο κεφάλαιο: “τίνι ωμοιώσατε κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν; μη εικόνα εποίησεν τέκτων ή χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αυτόν ομοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)”. Το ίδιο και ο άγιος απόστολος Παύλος λέει στο κεφάλαιο 17 των Πράξεων: “γένος ουν υπάρχοντες του Θεού ουκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω χαράγματι τέχνης και ενθυμήσεως ανθρώπου το θείον είναι όμοιον“. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει επίσης (Περί ουρανού, κεφ. 20 για την εικόνα): “Μόνον δε το Θείον απερίγραπτόν εστι πάντα πληρούν και πάντα περιέχον και πάντα περιορίζον ως υπέρ πάντα ον και πάντα δημιουργήσαν“. Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος το απαγορεύει επίσης με παρόμοιο τρόπο. Να γιατί ο Κύριος Σαβαώθ που είναι η Θεότητα και η γέννηση του μονογενούς Υιού προ των αιώνων, γίνονται αντιληπτοί μόνο από το πνεύμα μας. όσο για την αναπαράστασή τους σε εικόνα δεν αρμόζει σε καμία περίπτωση ούτε είναι δυνατή.
Εξ άλλου στη θ. λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου χαρακτηριστική είναι η ευχή που υποδηλώνει το αδύνατο της αναπαράστασης του Κυρίου Σαβαώθ: “Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος…..“.
Και το Άγιον Πνεύμα δεν είναι από τη φύση του ένα περιστέρι, αλλά Θεός. Κανείς, λοιπόν, δεν είδε ποτέ το Θεό, καθώς μαρτυρεί ο άγιος ευαγγελιστής και θεολόγος Ιωάννης. Ωστόσο, στην αγία βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, το Άγιον Πνεύμα φάνηκε με τη μορφή περιστεριού και γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε να το αναπαριστάνουμε με τη μορφή αυτή σ’ αυτό μόνο το μέρος. Αλλού, αυτοί που κατανοούν τα πράγματα πνευματικά δεν εικονίζουν το Άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. στο Όρος Θαβώρ, για παράδειγμα, παρουσιάστηκε με τη μορφή γνόφου (νεφέλης) και αλλού με άλλο τρόπο” (υπενθυμίζεται η καιόμενη βάτος στον Μωϋσή και οι πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής).
“Κατά τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, Σαβαώθ μεταφράζεται από την εβραϊκή γλώσσα με την έκφραση “ο κύριος των Δυνάμεων”. Επομένως, ο Κύριος των Δυνάμεων είναι η Αγία Τριάς, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Και αν ο προφήτης Δανιήλ λέει ότι είδε τον παλαιό των ημερών καθήμενον επί θρόνου κρίσεως, δεν εννοεί τον Πατέρα, αλλά τον Υιό, ο οποίος στην Δευτέρα Παρουσία Του, θα κρίνει παν έθνος δια της φοβεράς Του κρίσεως.
Ζωγραφίζουν επίσης στις εικόνες του Ευαγγελισμού τον Κύριο Σαβαώθ, που φυσά με το στόμα Του κι αυτή η πνοή φθάνει στην κοιλιά της αγίας Θεομήτορος. Αλλά ποίος το είδε αυτό και ποία αγία Γραφή το μαρτυρεί; Από πού το πήραν αυτό; είναι φανερό, ότι μια τέτοια χρήση και άλλα παρόμοια πράγματα τα υιοθέτησαν και τα δανείστηκαν από ανθρώπους μάταιης γνώσης ή μάλλον από πνεύμα διαταραγμένο ή απόν. Να γιατί παραγγέλλουμε να σταματήσουν στο εξής αυτές οι μεταφερμένες από αλλού εικονογραφίες, που η μάταιη γνώση γέννησε…..”.
Και η Σύνοδος καταλήγει: “Τα λέμε αυτά για να αποστομώσουμε τους εικονογράφους, για να σταματήσουν να κάνουν λαθεμένες εικόνες και μάταιες και στο εξής να μη ζωγραφίζουν τίποτε σύμφωνα με τις ατομικές τους ιδέες και χωρίς αυθεντικές αναφορές”.
Υπάρχει όμως παράσταση της Αγίας Τριάδας, που να συμφωνεί με τα ιερά κείμενα; Ναι υπάρχει και αυτή είναι η κλασσική εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ, που τόσο επιτυχημένα έχει εικονίσει ο άγιος Ανδρέας Ρουμπλιέφ (Andrei Rublev) (τον 14ο αιώνα), δηλ. την φιλοξενία των τριών προσώπων (αγγέλων) από τον Αβραάμ.
Η Τριάδα του Ρουμπλιέφ ακολουθεί με αυστηρή συνέπεια την τάξη του Συμβόλου της Πίστης (από αριστερά στα δεξιά): Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα. Τα ενδύματα του μεσαίου αγγέλου έχουν τα χρώματα του σαρκωμένου Λόγου, στα οποία περιλαμβάνεται ο μανδύας, προφανώς πάνω στο ιμάτιο – σύμβολο μηνύματος. Ένα μανδύα λιγότερο εμφανή, οπωσδήποτε στον τόνο του ιματίου, βλέπουμε στο δεξιό Άγγελο – σύμβολο της τρίτης υπόστασης.
Όσο για τον εικονογραφικό συμβολισμό, αυτή η εικόνα παρουσιάζει την θεμελιώδη εκκλησιαστική θέση: η Εκκλησία είναι η αποκάλυψη του “Πατρός εν Υιώ και Αγίω Πνεύματι”. Το κτίσμα, σπίτι του Αβραάμ, είναι μια εικόνα της Εκκλησίας πάνω από τον Άγγελο του πρώτου προσώπου. η δρυς του Μαμβρή – δένδρο της ζωής και του ξύλου του Σταυρού, πάνω από τον Άγγελο του δευτέρου προσώπου – είναι ένδειξη της οικονομίας του Υιού του Θεού. τέλος, έχουμε το βουνό, σύμβολο πνευματικής ανόδου, πάνω από τον Άγγελο του τρίτου προσώπου. Πρέπει να προστεθεί, ότι το νόημα αυτής της εικόνας είναι επικεντρωμένο στο ποτήρι της ευχαριστίας, θείο δείπνο. Επίσης παρατηρείται, ότι ο αριστερά Άγγελος (Πατέρας) ατενίζει με βλέμμα κατά πολύ υψηλότερο, απ’ ότι οι άλλοι δυο, οι οποίοι έχουν ελαφρά κλίση της κεφαλής προς αυτόν.
Ακριβώς σ’ αυτή την εικόνα, “η ενέργεια του πνεύματος” μισάνοιξε στον μοναχό Ανδρέα Ρουμπλιέφ την έννοια της παλαιοδιαθηκικής αποκάλυψης, μια νέα θέα της τριαδικής ζωής. Η εικόνα θ’ αποδειχθεί τόσο δυνατή ώστε, “μεταξύ όλων των φιλοσοφικών αποδείξεων της ύπαρξης του θεού, το πιο πειστικό είναι το συμπέρασμα: Υπάρχει η Τριάδα του Ρουμπλιέφ, υπάρχει ο Θεός”.
Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ
Απαγορευμένες απεικονίσεις της Αγίας Τριάδος
5977_380790538688848_1216027064_n 988230_380790485355520_867257663_n1003427_380790992022136_521623816_n 1003641_380790678688834_2058949528_n 1013065_380790472022188_1532657515_n 1016635_380790595355509_961784349_n 1017592_380790462022189_711802206_n

Ὅλη ἡ δυστυχία καὶ ὅλη ἡ ἀδιαντροπιὰ τῆς Εὐρώπης προῆλθε ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ.(Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ἐπισκόπου Ἀχρίδος)


Ὅλη ἡ δυστυχία καὶ ὅλη ἡ ἀδιαντροπιὰ τῆς Εὐρώπης προῆλθε ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ.(Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ἐπισκόπου Ἀχρίδος)

21 Σεπ
30645.p
Ἂν οἱ Εὐρωπαῖοι πρῶτα ἔψαχναν τὸν οὐράνιο Πατέρα καὶ ἀναζητοῦσαν πρὶν ἀπὸ ὅλα τὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὅλα τὰ ὑπόλοιπα θὰ τοὺς δίνονταν καὶ τότε ὅλοι τους θὰ ἦταν χαρούμενοι. Μὲ τὴν χαρά τους θὰ φώτιζαν ὅλο τὸν μὴ χριστιανικὸ κόσμο, θὰ δόξαζαν τὸν Θεὸ καὶ λόγῳ αὐτοῦ ὅλοι οἱ λαοὶ στὴν γῆ θὰ ἀρνιόντουσαν τὰ εἴδωλα καὶ θὰ ἔσπευδαν νὰ βαπτιστοῦν, νὰ γίνουν μέλη τοῦ θεϊκοῦ εὐρωπαϊκοῦ χοροῦ. 
Καὶ ὅμως οἱ Εὐρωπαῖοι πῆραν λανθασμένο δρόμο, μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Σκοτώνονται, παλεύοντας γιὰ ψωμὶ καὶ πάντα εἶναι πεινασμένοι. Παρανόησαν, ἁρπάζουν αὐτὸ ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκει καὶ πάλι δὲν τοὺς εἶναι ἀρκετό. Ἡ Εὐρώπη διαβάζοντας βιβλία γιὰ νὰ ἀποκτήσει περισσότερες γνώσεις, τυφλώθηκε, βάρυνε τὸν νοῦ της μὲ τὸ βάρος τῶν γνώσεων καὶ κατέληξε πιὸ ἀνόητη, πιὸ σκοτεινή, πιὸ φτωχή. Συνήθισε νὰ ψάχνει τὸ ψωμί, τὴν εὐτυχία, τὴν γνώση, μακριὰ ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα, μακριὰ ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ ὅλα αὐτά, εἶναι φανερὸ πὼς οἱ πόλεμοι στὴν Εὐρώπη προῆλθαν ἀπὸ…. τὸν πόλεμο τῆς Εὐρώπης ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Ὅλη ἡ δυστυχία καὶ ὅλη ἡ ἀδιαντροπιὰ τῆς Εὐρώπης προῆλθε ἀπὸ τὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ αὐτὸ δὲν συνέβη πρόσφατα, ἀλλὰ ἀπὸ παλιά. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ πάπας ἔκανε τὸν Χριστὸ μισητὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ὁ Λούθηρος ἑρμήνευσε λανθασμένα τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.
Παρόλα αὐτὰ ἐμεῖς δὲν χαιρόμαστε μὲ τὴν δυστυχία τῶν ἄλλων. Εὐχόμαστε στοὺς Εὐρωπαίους, μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας νὰ ξαναβροῦν τὴν ἀλήθεια καὶ τὸν σωστὸ δρόμο. Νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Χριστό, ὄχι ὅμως στὸν Χριστὸ μὲ τὸν παπισμό, οὔτε στὸν Χριστὸ μὲ τὸ λουθηρανισμό. Νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Χριστὸ τῶν προπατόρων τους. Νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Χριστὸ ποὺ σέβονταν οἱ προπάτορές τους γιὰ χίλια χρόνια μαζὶ μὲ τοὺς δικούς μας ὀρθόδοξους προγόνους.
Ἕνα βλάπτει τὴν Εὐρώπη ἰδιαίτερα: Τὸ γεγονὸς ὅτι περιφρονεῖ τοὺς προγόνους της. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ἐντολή: Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου…, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς (Δευτ. ε´16)….
Γιὰ ποιὸ λόγο ὁ λαός μας καταστράφηκε; Καταστράφηκε, ἐπειδὴ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς πατέρες μας καὶ ἀκολούθησε τοὺς ἀθέους καὶ αἱρετικοὺς Εὐρωπαίους. Ἀφοῦ τώρα αὐτὸ τὸ ξέρουμε, ἂς προσέχουμε ποιὸ δρόμο θὰ πάρουμε στὴν συνέχεια. Ἀμήν.

“Κυριακή Α’ Λουκά: Η μεγάλη ψαριά” (Λουκά ε΄ 1-11)

“Κυριακή Α’ Λουκά: Η μεγάλη ψαριά” (Λουκά ε΄ 1-11)

22 Σεπ
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)
Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.
Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.
Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεού που, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του. Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 4).
Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος μόνο με τις δικές του προσπάθειες. Αυτή η υποταγή του όμως πολύ σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων.
Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώ επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός ρυθμίζει».
Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’ απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον, το απορρίπτει. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ’ 1). Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το έργο των χεριών τους θα πέσει, όπως έγινε με τον πύργο της Βαβέλ.
Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από μια οροφή – τη δική τους – και κάτω από ένα χέρι – το δικό τους. Πολλοί πύργοι πλούτου, δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν κι έγιναν καπνός. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι, καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά. Η αποστολική Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα και θα στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους, στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας στους ώμους του.
***
«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α’ 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του. Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:
«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.
«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν» (Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς στόχους. Πρώτο, του ήταν πιο εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του. Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας, όπως και για την ψυχή μας, είναι «ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε’ 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του. Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του, και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως μαζί μ’ Εκείνον και μέσω Εκείνου, όλα είναι δυνατά· πως όλοι οι κόποι των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο Κύριος πέτυχε το πρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.
«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.
Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά. Η ολοπρόθυμη υπακοή του Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών, αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.
Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το δεύτερο στόχο Του.
Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.
«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».
Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.
Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον Κύριο. Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο. Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του.
Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή. Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου. Η αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Η αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι το ξεκίνημα στο δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» (Λουκ. ιη’ 13).
Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει: Άπελθε απ’ εμού.
Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους ξεκίνησαν με φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α’ 7).
Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του, ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. ε’ 10). Ο κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα, όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.
«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι αυτοί, τα λογικά όντα;
Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του ανθρώπου. Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.
Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.
Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα λόγια, «μη φοβού».
Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’ εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη. Ο Θεός ζητάει από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα, ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή. Κάθε υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάδοση του δώρου.
Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη.
Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Αυτό σημαίνει πως οι απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν – δηλαδή να σώσουν – όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του: Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά, όποιος έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος, όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του, να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.
***
Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό ευαγγέλιο τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα της ευαγγελικής υπακοής.
Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.
Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή, σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ’ ανεξιχνίαστο έλεος του Κυρίου είναι φανερό εδώ: ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα.
Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες τα εγκατέλειψαν όλα, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως ο Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι στην ουράνια βασιλεία Του. Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει. Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.
Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί. Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε. Ας τον υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή. Ας μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα για να πάρει, άλλα για να δώσει. Το μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
————————————————————–
πηγή:«ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013) πηγή: www.alopsis.gr

«Μνημονεύετε τοὺς bloggers, αὐτοὺς ποὺ σώζουν τὰ αὐτονόητα, ποὺ νοιάζονται γιὰ ΧΡΙΣΤΟ καὶ ΕΛΛΑΔΑ»(Ἁγιορείτης Γέροντας)

«Μνημονεύετε τοὺς bloggers, αὐτοὺς ποὺ σώζουν τὰ αὐτονόητα, ποὺ νοιάζονται γιὰ ΧΡΙΣΤΟ καὶ ΕΛΛΑΔΑ»(Ἁγιορείτης Γέροντας)

18 Σεπ

ΕΛΛΑΔΑ-ΧΡΙΣΤΟΣ-BLOGGER-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ-ΓΕΡΟΝΤΑΣ

Γράφει ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Βαρδάκας
Δύο μέρες μετὰ τῆς ΠΑΝΑΓΙΑΣ παιδικός μου φίλος μὲ εἰδοποιεῖ  μισο-πέλαγα τοῦ Βορείου Αἰγαίου: «Κώστα σὲ μία ὥρα θὰ βρίσκομαι στὸ λιμάνι τῆς πόλης σου ποὺ ὅπως ἔμαθα πρόσφατα τὸ μετονομάσατε σὲ λιμένα ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ γιὰ νὰ τιμήσετε αὐτὸν τὸ Ἅγιο Προστάτη σας».
Ὅταν τὸν ἄκουσα χάρηκα γιατί εἶχα νὰ δῶ τὸν φίλο μου πολὺ καιρὸ καὶ ἤθελα νὰ μάθω νέα γιὰ τὴν νέα του ἐπαγγελματικὴ ζωὴ  καθότι ἔκανε μία τολμηρὴ ἀλλὰ σωτήρια ὑπέρβαση στὴν ζωή του.
Εἶχε τελειώσει προγραμματιστὴς καὶ ἔκανε μάλιστα καὶ μεταπτυχιακό. Πρὶν δύο ὅμως χρόνια ἡ ἀνεργία καὶ οἱ ἄμεσες οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις τὸν ὁδήγησαν στὴν στρωμένη δουλεία τοῦ πατέρα του. Ἄλλωστε ἀπὸ μικρὸ παιδὶ δίπλα του γνώριζε καλὰ αὐτὴν τὴν τίμια δουλειά. Τώρα κουμαντάριζε ἕνα καλὸ θαλασσινὸ σκαρὶ καὶ περιδιάβαινε μὲ κέντρο τὴν Χαλκιδικὴ τοὺς πλούσιους ψαρότοπους στὸ Βόρειο Αἰγαῖο. Πρὶν λίγο καιρό μου ἐκμυστηρεύθηκε ὅτι ξέχασε τὴν ἀνεργία καὶ μάλιστα τὸ πλήρωμά του ἀντικαταστάθηκε μὲ “ἄνεργους” Ἕλληνες ἐπιστήμονες!!
Μόλις ἔδενε τὸ ψαροκάϊκο ἐγὼ κατέβαινα μὲ τὸ ποδήλατό μου στὸ λιμάνι γιὰ νὰ τὸν συναντήσω. Ὅλο τὸ πλήρωμα ἦταν ἀναμαλλιασμένο ἀλλὰ καὶ στὶς ἐπιφάνειες τοῦ πλοίου ὑπῆρχε μία ἐπίστρωση ἀπὸ γκρίζα τέφρα.
“Τί ἔγινε ρὲ παιδιὰ καὶ εἶσθε ἔτσι; Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσθε;”
Στὴν κουπαστὴ ἀμέσως ἐμφανίσθηκε ὁ φίλος μου ὁ προγραμματιστής.
“Μὴν τρομάζεις ἀδελφὲ ποὺ μᾶς βλέπεις ἔτσι σὲ αὐτὸ τὸ χάλι, σὰν μπαρουτοκαπνισμένους, δὲν ἐρχόμασθε ἀπὸ πόλεμο!!”
“Βρεθήκαμε σὲ μία καλάδα ἀνάμεσα στὴν Θάσο καὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος τὴν ἑπομένη τῆς ΠΑΝΑΓΙΑΣ μετὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν ξέσπασε ἕνας δυνατὸς νοτιᾶς ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ νοτιοανατολικὰ ἀλλὰ συνέχεια ἄλλαζε προανατολισμό. Εἴχαμε πάρει ἀπὸ πρὶν…
πρόγνωση καιροῦ ἀλλὰ δὲν προλαβαίναμε νὰ μαζέψουμε τὰ δίκτυα, ἔτσι καθυστερήσαμε. Ξαφνικὰ μακρυὰ καὶ ἀπέναντι, βορειοδυτικά τῆς Θάσου εἴδαμε νὰ ἀνεβαίνει μία στήλη καπνοῦ. Καταλάβαμε ὅτι ἦταν φωτιά, ἡ ὁποία μάλιστα ἐξαπλωνόταν γρήγορα λόγω τῶν θυελλωδῶν ἀνέμων ποὺ ἐπικρατοῦσαν ἐκείνη τὴν ὥρα. Δὲν τὸ περιμέναμε ὅτι ἕνα τεράστιο σύννεφο κάπνας καὶ ζεστῆς σκόνης ἀπὸ ἀποκαΐδια στροβιλιζόμενο θὰ ἔπεφτε μὲ πρωτόγνωρη ὁρμὴ ἐπάνω μας. Τὰ ἀφήσαμε ὅλα καὶ ἄρον-ἄρον τραβήξαμε πρὸς τὴν Ἀθωνικὴ Χερσόνησο.  Ξαποστάσαμε σὲ ἕνα φυσικὸ ὑπήνεμο ἀρσανὰ καὶ ἔτσι μᾶς βρῆκε τὸ βράδυ γιατί οἱ ἀγέρηδες κρατοῦσαν στὴν ἴδια ἔνταση, ἀλλὰ τώρα ὅσο νύκτωνε βλέπαμε καὶ ὑψηλὲς φλόγες νὰ κατακαῖνε ἕνα μεγάλο κομμάτι ἀπὸ τὸ πανέμορφο νησὶ τῆς Θάσου”.
Μὲ συγχωρεῖς φίλε μου ποὺ σὲ πῆρα μονότερμα ἀλλὰ ἄκου καὶ τὴν συνέχεια γιατί εἶναι συγκλονιστική.
“Εἶχε νυχτώσει καὶ τὰ ροῦχα μας ἦταν μέσα στὴν κάπνα, εἴχαμε ρίξει λίγο νερὸ στὰ μάτια, ἀλλὰ ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὴν Ἱερότητα τοῦ χώρου δὲν θελήσαμε νὰ πέσουμε στὴν θάλασσα καὶ νὰ κάνουμε μπάνιο. Ἔτσι εἴχαμε  πέσει στὶς κουκέτες μας ἐκτὸς ἀπὸ ἐμένα ποὺ μὲ πόνο κοιτοῦσα τὶς φλόγες ποὺ κατέτρωγαν αὐτὸ τὸ ὄμορφο νησὶ ποὺ πέρασα τὰ παιδικά μου καλοκαίρια στὸ σπίτι τῆς γιαγιᾶς μου.
Ὁ ἀέρας δυνάμωνε μαζὶ καὶ οἱ φλόγες ὅμως μέσα στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι τῆς στεριᾶς εἶδα ἕνα πολὺ δυνατὸ φῶς νὰ κινεῖται πρὸς τὴν δική μας πλευρά. Πίστεψα πὼς ἦταν κάποιος Ἁγιορείτης Πατέρας μὲ ἰσχυρὸ προβολέα!! Καὶ ἐρχόταν νὰ μᾶς ρωτήσει πὼς βρεθήκαμε ἐδῶ.
Μὲ μίας σαλτάρισα ἀπὸ τὸ πλοῖο γιὰ νὰ μὴν βάλω τὸν Γέροντα στὴν ταλαιπωρία νὰ πλησιάσει στοὺς βράχους ποὺ δέσαμε. Ὅσο τὸν πλησίαζα τὸ φῶς λιγόστευε καὶ μόλις ἀντίκρισα τὴν φιγούρα του σὰν νὰ ἔσβησε “ὁ προβολέας”. Ἀπέναντί μου εἶχα ἕνα σεβάσμιο παππούλη μεγάλης καὶ ἀπροσδιόριστης ἡλικίας. Ἄλλωστε εἶχε ἀρκετὸ σκοτάδι καὶ δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω πολλὰ πράγματα.
-Εὐλογεῖται Γέροντα, τοῦ εἶπα πρῶτος καὶ ἐκεῖνος μου ἀπάντησε:
-ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ καὶ τῆς ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥ ποὺ ἀπὸ σήμερα ἐδῶ στὸ ΠΕΡΙΒΟΛΗ ΤΗΣ μπήκαμε στὴν Πορεία πρὸς τὴν ἑορτὴ τῆς ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ. Σημειωτέον ὅτι ἡ ἑορτὴ τῆς ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ τῆς ΘΕΟΤΟΚΟΥ στὸ Ἅγιον Ὅρος ἑορτάζεται μὲ τὸ παλαιόν.
Ἀπὸ ἀπορία ρώτησα ἀμέσως τὸ γέροντα τί δυνατὸ φακὸ ἔχει; Καὶ ἐκεῖνος μου ἀπάντησε ἀφήνοντας μὲ ἄναυδο, δείχνοντας μάλιστα καὶ τὰ ἄδεια χέρια του, ὅτι δὲν εἶχε κανένα φακό!!!
-Γέροντα ἔπρεπε κανονικὰ νὰ κουβαλᾶς ἐπαγγελματικὸ προβολέα γιατί ἐγὼ ἔβλεπα ἀπὸ τὴν μεριά σου ἕνα μεγάλο φώς. Ὁ Γέροντας σιώπησε καὶ ἄλλαξε τὴν κουβέντα ρωτώντας μὲ πὼς βρεθήκαμε ἐδῶ καὶ ἂν χρειαζόμασθαν κάτι; Ἀφοῦ τοῦ ἐξήγησα τὴν περιπέτεια μας ἔγνεψε τὸ κεφάλι του καὶ μοῦ ἔδειξε τὶς φλόγες ἀπέναντι στὴν Θάσο, λέγοντας μου:
-Άραγε, τί ἑτοιμάζουν γιὰ ἐμᾶς; Καὶ ποιοὶ τὸ ἑτοιμάζουν;
Δὲν χρειάζεται νὰ εἶσαι πολὺ ἔξυπνος γιὰ νὰ καταλάβεις ὅτι ἡ φωτιὰ μπῆκε ἀπέναντι ἀπὸ τὸ νέο πεδίο γεωτρήσεων πετρελαίου ἀνάμεσα στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ τὴν Θάσο. Ὁπότε μπορεῖς καταλάβεις τί ἔρχεται;
Ἄδραξα τὴν εὐκαιρία καὶ ἄρχισα νὰ τὸν ρωτάω μὲ αὐτὰ τὰ παράξενα ποὺ βιώνουμε τὸν τελευταῖο καιρό.
-Ποιὸ τελευταῖο καιρὸ παιδί μου; Αὐτὰ γινόταν πάντα ἀπὸ παλιά, τώρα ὅμως ὁ ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ ἐπιτρέπει νὰ ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας γιὰ νὰ δοῦμε κατάφατσα τὸν προαιώνιο ἐχθρὸ μαζὶ μὲ τὰ ὄργανα του μέσα στὴν ἴδια τὴν πατρίδα μας ποὺ τὴν πολεμάει λυσσαλέα γιατί τοῦ χαλνάει τὰ σχέδια του πάνω στὴν γῆ. Νὰ ἤξερες σὲ τί κατάντια φτάσαμε ἐδῶ μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα; Ἀπερίγραπτο τὸ χάλι μας!! ΝΑ ΜΗΝ ΜΙΛΑΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ!!
Θὰ σὲ ρωτήσω κάτι καὶ νὰ μοῦ ἀπαντήσεις εἰλικρινά. Οἱ γενιὲς ποὺ πέρασαν μνημόνευαν μὲ τιμὴ καὶ καμάρι τοὺς Ἀγωνιστὲς τοῦ 21, τοῦ 40, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους τοὺς Ἕλληνες ποὺ ἔπεσαν ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος. Ἐμᾶς παλληκάρι μου ποὺ ξευτιλισθήκαμε ἔτσι, πὼς θὰ μᾶς μνημονεύουν οἱ ἑπόμενες γενιές; Ὅταν τὶς ἔχουμε οἱ ἴδιοι προδώσει στὸν ἐχθρό…
Ἕνας κόμπος ἀνέβηκε στὸ λαιμό μου, δὲν ἤξερα τί νὰ ἀπαντήσω γιατί τὴν στιγμὴ ποὺ μιλοῦσε ὁ Γέροντας δὲν ἔφεγγε ὁ προηγούμενος προβολέας του, ἀλλὰ τὰ μάτια του φωσφόριζαν σὲ σημεῖο ποὺ μὲ τύφλωναν!!!
Κατάλαβε  ὅτι δὲν μποροῦσα νὰ μιλήσω καὶ συνέχισε:
-Νὰ ξέρεις ὅμως κάτι, ὅλο αὐτὸ τὸν καιρὸ τῆς σιωπῆς τῶν ταγῶν- κεφαλῶν μας ὁ ΑΓΙΟΣ ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ δὲν μᾶς ἄφησε μόνους. Μᾶς ἔφερε μάλιστα καὶ κάποιους ἀπὸ τὸ πουθενὰ γιὰ νὰ ἀποκαλύπτουν τὰ βρώμικα σχέδια τῶν ἐχθρῶν τῆς Πίστης καὶ τῆς Πατρίδας μας.
Σήκωσε τὸ χέρι του καὶ μοῦ ἔδειξε ἐκεῖ ψηλὰ πρὸς τὸν Ἄθωνα, λέγοντας μου:
-Ἐγὼ ἐκεῖ ψηλὰ στὴν σπηλιά μου, λέγω στοὺς φίλους μου νὰ μνημονεύουν τοὺς bloggers, αὐτοὺς ποὺ “σώζουν” τὰ αὐτονόητα δηλ. αὐτοὺς ποὺ νοιάζονται γιὰ ΧΡΙΣΤΟ καὶ ΕΛΛΑΔΑ.
Ὁ κόμπος μὲ αὐτὰ ποὺ ἄκουγα μεγάλωνε στὸ λαιμό μου, τί νὰ τὸν ρωτήσω; Ἂν μπορεῖ νὰ ἔχετε διαδίκτυο ἐκεῖ μέσα στὴν σπηλιά σας;
Μόνος του κατάλαβε τὶς ἀπορίες μου καὶ μοῦ εἶπε αὐθόρμητα:
-Κάποια πράγματα μὴν τὰ ψάχνεις μὲ τὸ μυαλό!!
Από οἰκονομία ἀγάπης ὅμως θὰ σοὺ πῶ ὅτι τὸ φῶς τοῦ προβολέα ποὺ εἶδες εἶναι τὸ ΦΩΣ τῆς ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ τοῦ ΚΥΡΙΟΥ μας ποὺ μᾶς συνοδεύει ὅταν κατεβαίνουμε ἀπὸ τὸν ΑΘΩΝΑ. Αὐτὸ τὸ ΦΩΣ σὲ λίγο θὰ λάμψει στὴν προδομένη πατρίδα μας καὶ θὰ τὴν ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ γιὰ τὸ ὄφελος ὅλης τῆς οἰκουμένης!!!
Μὲ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς λόγους ὁ Γέροντας ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ μπροστά μου μέσα στὸ πυκνὸ σκοτάδι. Ἔτριψα τὰ μάτια μου, μήπως κοιμόμουν, ἀλλὰ κατάλαβα ὅτι ἤμουν ξύπνιος καὶ μάλιστα ἔξω ἀπὸ τὸ καΐκι.  Γύρισα πίσω γιὰ νὰ δῶ ἂν κάποιος ἄλλος ἀπὸ τὸ πλήρωμα εἶδε αὐτὰ ποὺ ἔζησα πρὸ ὀλίγου. Ὅλοι ἦταν κουρασμένοι καὶ ξεκουραζόταν.
Τώρα ὁ κόμπος δὲν ἔπιασε τὸν παιδικὸ φίλο μου ἀλλὰ ἐμένα. Τὸν κάλεσα στὸ σπίτι μου γιὰ νὰ τὸν φιλέψω καὶ νὰ μοῦ τὰ πεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ γιὰ νὰ μπορέσω νὰ τὰ καταλάβω καλύτερα…
ΜΕΤΑ ΤΙΜΗΣ
ΔΡ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΡΔΑΚΑΣ

Μου έσπασε το κεφάλι για να εγκρίνω τον εφάμαρτο δεσμό του!

Μου έσπασε το κεφάλι για να εγκρίνω τον εφάμαρτο δεσμό του!

proseuxisou

Κάποτε προσήλθε για εξομολόγηση εις τους Τρεις Ιεράρχες ένας φοιτητής , μέλος γνωστής χριστιανικής νεολαίας. Εκεί ήρχισε μια συζήτησις για διάφορα θέματα , αλλά κυρίως για τα σαρκικά.
- Γιατί πάτερ Επιφάνιε να απαγορεύεται αυτό και κείνο και το άλλο, όταν πραγματοποιούνται από «ειλικρινή αγάπη», ερωτούσε ο νέος για τα διάφορα σαρκικά παραπτώματα ; Γιατί να μην επιτρέπωνται οι «δεσμοί» των νέων αγοριών και κοριτσιών;
- Παιδί μου, απαντούσε με διάφορα επιχειρήματα εκείνος, επειδή το λέγει ο Χριστός. Συγχρόνως να το αντιληφθούμε ότι όλα αυτά που αναφέρεις δεν αποτελούν πραγματική αγάπη, αλλά σαρκικά πάθη και αμαρτήματα με χαμηλό φρόνημα.
- Γιατί, εσυνέχισε , αυτό που εσύ κατονομάζεις αγάπη ασφαλώς είναι σκοτεινό πάθος. Πρέπει να γνωρίζης ότι αποτελεί τυφλή ηδυπάθεια. Είναι εκτροπή που δεν προετοιμάζει τον γάμο, αλλά τον ανατινάζη εις τον αέρα , πριν καν οικοδομηθή.
- Και πού το λέγει το Ευαγγέλιο αυτό το πράγμα με σαφήνεια, ερωτούσε με εριστικό τρόπο και επιχειρηματολογούσε ο νέος;
Η συζήτησις ήταν μακρά και κοπιώδης, διότι ο νέος δεν εδέχετο να αντιληφθή την πραγματικότητα, ότι δηλ. ο Χριστός αναζητά καθαρότητα βίου εις κάθε τομέα, προ πάντων δε εις τον σαρκικό. Να κατανοήσουμε ότι Εκείνος όχι δεν αποδέχεται τα μεγάλα σαρκικά παραπτώματα, αλλά ούτε το πονηρό βλέμμα. Μας ξεκαθαρίζει με σαφήνεια ότι και το παραμικρό βλέμμα με σκοπό την επιθυμία της σαρκός αποτελεί μοιχεία μέσα εις την καρδία.
- Άκουσε παιδί μου, του είπε εις το τέλος, αφού δεν επέτυχε να τον κλονίση. Θεωρώ πιο τίμιο να αποδεχθής ότι δεν διαθέτης τη δύναμι να απαλλαγής από αυτό το πάθος. Και να ζητήσης να σε ελεήση ο Θεός, παρά να ισχυρίζεσαι ότι αυτό δεν είναι αμαρτία. Πρόσεχε, αυτό αποτελεί τραγικό λάθος σου!
- Μάλιστα , διαπράττεις κάτι πολύ χειρότερο από την αμαρτία της πορνείας! Μετατρέπεις το πάθος σου και το κάνεις σημαία. Τροποποιείς το μεγάλο ατόπημα και προσπαθείς να το διαδώσης και εις τους άλλους.
- Φρονώ πως δεν αμαρτάνεις πλέον από αδυναμία, αλλά από ιδεολογία. Αυτή η κατάστασις παγιώνει την ασθένειά σου εις αθεράπευτο και θανατηφόρο πνευματικό νόσημα.
Αργότερα Ο Γέροντας μας εξεμυστηρεύετο για τη συνάντησι εκείνη με βαθύ ψυχικό πόνο:
- Αλήθεια σας διαβεβαιώ ότι ήτο τόσο μεγάλη η επιμονή του νέου εκείνου , που επί πολύ χρόνο επέμενε για τα αμαρτήματά του, ώστε θα την εχαρακτήριζα την πιο δύσκολη και κοπιώδη εξομολόγηση ολόκληρης της ζωής μου. Εκράτησε πολύ χρόνο και δεν θα απείχε πολύ από την πραγματικότητα, εάν έλεγα ότι στην κυριολεξία μου έσπασε το κεφάλι με την αμαρτωλή και αδιόρθωτη επιμονή του.
- Δυστυχώς τα πάθη δημιουργούν τη δική τους παράλογη και αθεράπευτη λογική.
Είναι εις όλους γνωστόν ότι η διαστροφή του Νόμου του Θεού συντελείται με πολλούς τρόπους. Ένας από αυτούς είναι η αλλαγή του ορισμού της λέξεως «αμαρτία».
Οι πονηροί άνθρωποι δεν αποδέχονται τον γενικό ορισμό που προσδιορίζει ως αμαρτία «οτιδήποτε αντιβαίνει εις το Άγιο θέλημα του Θεού». Αντιθέτως, καταφεύγουνε εις τον γενικό ορισμό της «αμαρτίας», ο οποίος γι’ αυτόν τον λόγο είναι απολύτως εσφαλμένος.
α) «Αμαρτία» , ισχυρίζονται με πονηρία, υπάρχει μόνον όταν διαπράττω κακό εις κάποιον.
Εάν ίσχυε ο συγκεκριμένος ορισμός, τότε πλήθος πράξεων που είναι βαρύτατες δεν θα εθεωρούντο αμαρτίες. Παράδειγμα τραντακτό, τα ναρκωτικά, η ομοφυλοφιλία, το κάπνισμα, τα ποτά, η διαφθορά και όλα γενικώς τα σαρκικά αμαρτήματα, δεν θα ήσαν αμαρτία, καθ’ ότι υποτίθεται ότι δεν προκαλούν κακό εις τρίτα πρόσωπα.
β) Τα ίδια τα διεφθαρμένα άτομα διατυπώνουν μια ακόμα πονηρά άποψι, ώστε να αιτιολογήσουν την απνευμάτιστη ζωή τους:
- «Δεν πρέπει να πράττουμε κάτι, εάν δεν το νιώθει η καρδιά μας!».
Με βάσι αυτή τη συλλογιστική, ο άνθρωπος δεν προσεύχεται, δεν εκκλησιάζεται, δεν νηστεύει, δεν διαβιώνει ηθικά, εφ’ όσον δεν το νιώθει ως επιτακτική ανάγκη μέσα του. Μα, άνθρωπέ μου, και εις το σχολείο δεν νιώθει κανείς ότι πρέπει να φοιτήση, αλλά είναι υποχρεωμένος να το πράξη, διότι διαφορετικά θα παραμείνη αγράμματος.
Προφανέστατα, λοιπόν, το επιχείρημα του «τί νιώθει η καρδία», αποτελεί καταστρεπτικό στοιχείο του πεπτωκότος ανθρώπου.
γ) Εάν δεν αντιλαμβάνομαι την προσευχή , τότε δεν προσεύχομαι.
Απαντούμε με τον εξής τρόπο: Ο καθηγητής κρατά εις τα χέρια του το γραπτό που εσύ παρέδωσες μαθαίνοντας το μάθημα «παπαγαλία». Και όμως , αυτός σε βαθμολογεί με άριστα, καθότι κατέβαλες κόπο για να το αποστηθίσης. Έτσι ενεργεί και ο Θεός. Ακόμη και όταν προσευχόμεθα, αλλά δεν καταφέρνουμε να κατανοούμε σωστά το περιεχόμενο. Εκείνος αποδέχεται ευχαρίστως την πρόθεσι, τη διάθεσι, την απόφασι, τον κόπο, την προσφορά του χρόνου και ολόκληρου του εαυτού μας προς Αυτόν. Τα παραλαμβάνει και τα επιμετρά με το πλήθος των οικτιρμών Του. Τα επευλογή κατά το μέγα Έλεός Του και την άπειρο αγάπη Του.
δ) Επί πλέον, διατυπώνουν το κατάπτυστο επιχείρημα:
«Κάμε ό,τι σου επιτάσσει η καρδιά σου. Αυτή να ακούς και ουδένα έτερο».
Αυτή η συλλογιστική καταλήγει εις μεγάλη ανηθικότητα. Μήπως «υπακούων εις την καρδιά σου», ήτοι εις τα σαρκικά πάθη, ελευθέρως δύνασαι να πορνεύης, να απατάς τη σύζυγό σου, να διαλύης τον γάμο σου κ.τ.λ.;
Μα, άνθρωπέ μου, και η σύζυγός σου ενδεχομένως να νιώθη ότι «η καρδία της συγκινείται από τον γείτονα!». Είναι μήπως ελεύθερη να αμαρτήση; Ασφαλώς όχι.
Αυτά και άλλα πολλά πονηρά επιχειρήματα προβάλλει ο Διάβολος , για να σπρώξη τον άνθρωπο μέσα εις τα φοβερά τα δίκτυα του. Και δυστυχώς, πολλοί χριστιανοί, συνεργούσης και της σαρκός, συλλαμβάνονται από την πονηρά παγίδα. Υιοθετούν αυτές τις καταστρεπτικές απόψεις. Αυτές που τις εισήγαγε ο εχθρός διαστρέφοντας τη λογική τους με πολλή τέχνη και μαεστρία. Εις το τέλος, βεβαίως, το αποτέλεσμα επέρχεται τραγικό και καταστρεπτικό για την πορεία και την ευτυχία του ανθρώπου.
Εν κατακλείδι σημειώνουμε τα εξής:
- Ο δρόμος προς την υγεία διέρχεται μέσα από την προσεκτική εφαρμογή των ιατρικών εντολών και την λήψι των κατάλληλων φαρμάκων.
- Ο δρόμος προς την ασφαλή οικοδομήν διέρχεται μέσα από την προσεκτική εκτέλεση των σχεδίων του μηχανικού.
- Και φυσικά, ο δρόμος προς την ευτυχία διέρχεται μέσα από την ακριβή και προσεκτική εφαρμογή όλων των εντολών του Θεού. Και φυσικά και όλων εκείνων που αναφέρονται εις την αγνότητα, την εγκράτεια και τον πόλεμο του σαρκικού φρονήματος.
Από το βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ
του π. Επιφάνιου»
Αρχιμ. Ιεροθέου Αργύρη
Ιεροκήρυκος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΥΠΑΚΟΗ”

H ερμηνεία του ονόματος “ΙΩΑΝΝΗΣ”

H ερμηνεία του ονόματος “ΙΩΑΝΝΗΣ”

22 Σεπ
stJFK
Το όνομα ΙΩΑΝΝΗΣ, είναι θεόσδοτο και έχει την ακόλουθη πνευματική σημασία, γράμμα – γράμμα.
- Το δέκατο τάγμα των δαιμόνων αποστασιοποιήθηκε. Με το Ι (του Ιωάννη) ο καλός Θεός καλύπτει το ανυπάκουο αγγελικό τάγμα που έφυγε, με τους υπάκουους ”ισάγγελους” μοναχούς, τοποθετώντας ως αρχηγό τον Προφήτη και Πρόδρομο.
- Η εβραϊκή αλφαβήτα έχει 22 γράμματα και Ο Κύριος ερχόμενος ως Α και Ω, μη καταλύοντας το Νόμο, τον συμπληρώνει. Η ευλογημένη ελληνική 24γράμματη αλφαβήτα, συμπληρώνει με χάρη την κολοβωμένη του Νόμου (όπως ο Ιακώβ έρχεται ως δευτερότοκος (αλλά πρώτος συλληφθείς) με επειλημμένη την χείραν του επί της πτέρνας του πρωτότοκου Ησαύ). Γραμματολογικά, παρότι το άλεφ, το αλίφ, το άλφα είναι ηχητικά όμοια, στην κυριολεξία, το σύμβολο του άλεφ (À) δείχνει με φυσικό και μεταφυσικό τρόπο, τον δεύτερο νόμο, ότι: οτιδήποτε είναι πάνω, μοιάζει με αυτό που είναι κάτω και αντίστροφα, δίνοντας κάποιες φυσικές κλείδες γνώσης όταν χρησιμοποιούνται διακριτικά οι αναλογίες μικρόκοσμου – μακρόκοσμου… θέσεις όμως που αν τους λείπει το Α της Αλήθειας, είναι ελλειπείς.
Στις μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Θεός είναι άναρχος και ατελεύτητος. Συμβολίζεται με το Ο διότι αυτό δεν έχει αρχή και τέλος. Με την παρουσία του Χριστού, προστίθεται για τους χριστιανούς το δεύτερο Ο καθώς και σαν ενσαρκωθείς ’νθρωπος ο Χριστός, είναι άναρχος ως εξ ασπόρου συλλήψεως και ατελεύτητος, ως αναστηθείς. Έτσι, οι εβραίοι, αλλά και όσοι δεν πιστεύουν στην ενανθρώπιση του Υιού του Θεού, Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όσες γνώσεις και να έχουν δεν έχουν ούτε την Αλήθεια Α, ούτε το Ω, το συντιθέμενον εκ των δύο Ο+Ο=Ω.
- Ερχόμενος ο πρόδρομος Ιωάννης πρώτος (Ι), πριν Τον Κύριο (Ω) ξεκινά η  αντικατάσταση του ζοφερότατου γένους των δαιμόνων, με το πανεκλαμπρότατον Ι τάγμα των μοναχών. Η αποκατάσταση όμως αυτή θα γίνει με την Ανάσταση (ΑΝ) Νεκρών (Ν) της Δευτέρας Παρουσίας.
- Την αρχική Δημιουργία, μετά τις 6 ημέρες πλάσης, (ως χρονικές περίοδοι) ακολούθησε η έβδομη της στάσης (επανάστασης) της εισόδου του θανάτου στον κόσμο, του 7ου θεολογικά αιώνα που διανύουμε. Η πλήρης αποκατάσταση με την παρέλευση και κατάργηση του αιώνα αυτού και των υπηρετών του, έρχεται ο Η’ αιώνας, ο 8ος. Επειδή ο αριθμός 100 που είναι το γράμμα Ρ είναι τέλειος, ο Υπερτέλειος, συμβολίζεται με το Σ (κατά εξήγηση του συναξαριστή, κατ’ εμέ, της άλλης όψης του Σ).
Έτσι συμπληρώθηκε το νοηματικό σύνολο το Ι με το Ω (Αρχηγός ισάγγελων μοναχών, Πρόδρομος και Δρόμος). Με την ΑΝάσταση Νεκρών στον Η (αιώνα) της Ζωής του Υπερτελείου Σ.

Κύριε, δια του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, αφορμάς μετανοίας παράσχου ημίν, ώστε όλη η θεία Οικονομία να είναι προμηνυτικώτατη, στο μέτρο των βιωμάτων μας, ώστε οι μεν πιστοί να μην χάσουν τον Δρόμο, οι δε δύσπιστοι, να βρουν τα ίχνη Του, όλα κατά τάξη, για την έναρξη του εν ημίν ευαγγελίου ”…ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ός κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου…”
Χαίρε, Προφήτα και Πρόδρομε, του εκ των δύο ΟΟ συντιθέμενου Ω, Ι πανεκλαμπρότατον, και του Α.Ν. του δευτέρου Ν, εις το ΗΣ προμηνυτικώτατον…
ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ.Β.ΜΑΤΘΑΙΟΥ.ΤΟΜΟΣ 6ος-Λόγος στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Η Θεολογική Θεώρηση της Εξωσωματικής ΓονιμοποίησΗ

Η Θεολογική Θεώρηση της Εξωσωματικής ΓονιμοποίησΗ

texniti_gonimop
Ερμηνεία του όρου-Εξωσωματική γονιμοποίηση.
Χρησιμοποιώντας τον όρο εξωσωματική γονιμοποίηση, στην ουσία αναφερόμαστε σε μια μόνο από τις μεθόδους που μπορούν να βοηθήσουν ένα ζευγάρι με προβλήματα υπογονιμότητας.
Ο σωστός όρος είναι Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή, και καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα “θεραπειών”, όπως η σπερματέγχυση, η πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και ασφαλώς η εξωσωματική γονιμοποίηση. Έτσι, ως εξωσωματική γονιμοποίηση εννοείται η τεχνική της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής όπου το γενετικό υλικό των δύο συζύγων, το σπέρμα του άνδρα και τα ωάρια της γυναίκας , έρχεται σε επαφή και γίνεται η γονιμοποίηση εκτός του σώματος, σε εργαστηριακές συνθήκες (ομόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση) (Τεστάρ 1987).
Η εξωσωματική γονιμοποίηση έχει ως σκοπό να αυξήσει τις πιθανότητες σύλληψης ενός υπογόνιμου ζευγαριού. Υπογόνιμο χαρακτηρίζεται το ζευγάρι που το διακρίνει αδυναμία αναπαραγωγής μετά την πάροδο ενός έτους φυσιολογικής σεξουαλικής δραστηριότητας (Φανάρα Β, 2000). Σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσε ο Πρόεδρος της Ανδρολογικής Εταιρίας Καθηγητής κ. Παπαδήμας, το 17% περίπου των ζευγαριών (200.000 περίπου ζευγάρια) στην Ελλάδα αντιμετωπίζει πρόβλημα υπογονιμότητας (6ο Πανελλήνιο Ανδρολογικό Συνέδριο, 2004) και (Νικολαρόπουλος 2002).
Η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στον τομέα της ανθρώπινης αναπαραγωγής. Πολλά χρόνια προσπάθειας ανταμείφθηκαν με την αναγγελία το 1978 της γέννησης της Louise Brown, του πρώτου παιδιού που γεννήθηκε έπειτα από θεραπεία γονιμοποίησης in vitro (IVF) (Steptoe and Edwards 1978)
Ορθόδοξη θεολογική θεώρηση της Εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Κατά την Ορθόδοξη παράδοση και ζωή, η απόκτηση τέκνων αποτελεί φυσική συνέπεια του γάμου. Η τεκνογονία αποτελεί καρπό της ένωσης του άνδρα και της γυναίκας και έκφραση της συμμετοχής τους στο δημιουργικό έργο του Θεού. Είναι ο καρπός της ψυχο-σωματικής συνάφειας των συζύγων μέσα στο γάμο. Η ιερότητα της συζυγικής σχέσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναπαραγωγική λειτουργία. Η εξωσωματική γονιμοποίηση όμως οδηγεί από τη φύση της σε διαχωρισμό της σεξουαλικής σχέσης από την αναπαραγωγική διαδικασία και την υποκατάσταση αυτής στο ψυχρό εργαστήριο, με άμεσο αποτέλεσμα την αποϊεροποίηση της συζυγικής συνεύρεσης. Η επιθυμία απόκτησης τέκνων από το ανδρόγυνο που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει δεν είναι αθέμιτη από χριστιανικής πλευράς. Για το λόγο αυτό, η προσπάθεια της ιατρικής επιστήμης για άρση των εμποδίων προς τεκνοποιία επικροτείται από την πλευρά της χριστιανικής ηθικής. Η αδυναμία απόκτησης τέκνων έχει ως αποτέλεσμα τη βίωση δυσάρεστων και επίπονων καταστάσεων από τα άτεκνα ζευγάρια. Ψυχολογικά ευάλωτα είναι επίσης και τα ζευγάρια, που παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες για απόκτηση τέκνων μέσω των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, παραμένουν άτεκνα.
Ο ιερός Ιωάννης Χρυσόστομος συμπληρώνοντας τη φράση του Αποστόλου Παύλου «…και έσονται οι δύο εις σάρκα μία…» αναφέρει ότι «…και άνευ της τεκνογονίας γίνονται οι δύο σαρξ μία…». 
Έτσι, η μη απόκτηση τέκνων ίσως να αποτελεί μια ιδιαίτερη κλίση του Θεού, που προορίζει το άτεκνο ζευγάρι σε άλλου είδους διακονία στην κοινωνία και την Εκκλησία. Στο γεγονός αυτό εδράζεται και η άποψη της Εκκλησίας, η οποία δε θεωρεί την υπογονιμότητα ασθένεια ή αναπηρία, αλλά προβάλλει τον πνευματικό προσανατολισμό στο γάμο. 
Άλλη μια θέση της Ορθόδοξης ανθρωπολογίας είναι ότι εκτιμά τον κάθε άνθρωπο από τη στιγμή της γονιμοποίησής του ως αξία και εικόνα Θεού που κινείται δυναμικά προς το καθ’ ομοίωση. Έτσι, σε κάθε στάδιο της ζωής του εμβρύου βρίσκεται κρυμμένη η εικόνα του Θεού και η εν δυνάμει ομοίωσή του.
Η αξία του εμβρύου δε βρίσκεται τόσο σε αυτό που είναι εκείνη τη στιγμή, αλλά στην προ-οπτική που έχει να γίνει κατά χάριν Θεός. Η άποψη αυτή οδήγησε την Ορθόδοξη Θεολογία να μην εισέλθει σε σχολαστικές απόψεις σχετικά με το πότε αναγνωρίζεται το έμβρυο ως πρόσωπο. Για την Εκκλησία όμως χορηγός της ζωής είναι η πηγή της ζωής, ο Θεός, και για το λόγο αυτό ο σεβασμός της ζωής από την ώρα της γονιμοποίησης μέχρι την παράδοση της ψυχής αποτελεί βασική αρχή της Ορθόδοξης χριστιανικής ηθικής. Στα θεόπνευστα αγιογραφικά κείμενα γίνεται λόγος για αδιαίρετη ψυχοσωματική οντότητα από τη στιγμή της γονιμοποίησης. Έτσι, στην Παλαιά Διαθήκη, ο ποιητής του ψαλμού απευθυνόμενος στο Θεό λέγει «Επί σε επερρίφθην εκ μήτρας, από γαστρός μητρός μου θεός μου ει συ» (Ψαλμός κά 11), ενώ σε άλλο ψαλμό ο ψαλμωδός αναφέρει «Επί σε επεστηρίχθην από γαστρός, εκ κοιλίας μητρός μου συ μου ει σκεπαστής». Αλλά και στην Καινή Διαθήκη υπάρχει σαφής αναφορά για την εμψύχωση του εμβρύου. Το έμβρυο Ιωάννης Πρόδρομος, αναγνωρίζοντας το έμβρυο Ιησού,«εσκίρτησε» στην κοιλιά της μητέρας του φωτιζόμενο από το Άγιο Πνεύμα. Στην Πατερική Θεολογία, επίσης, υποστηρίζεται η ενότητα του εμβρύου από τη στιγμή της σύλληψης. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, συγκεκριμένα αναφέρει για την ενιαία ψυχοσωματική οντότητα του ανθρώπου από τη στιγμή της σύλληψης «…μιαν και κοινή της συστάσεως η αρχή…».
Ο ίδιος λόγος οδηγεί και το Μ. Βασίλειο να τοποθετείται απαγορευτικά για την έκτρωση του εμβρύου, την οποία θεωρεί φόνο σε οποιοδήποτε στάδιο ανάπτυξης και αν βρίσκεται αυτό.
Η Εκκλησία, εξάλλου, μέσα από την εορτολογική της παράδοση επιβεβαιώνει την ανθρωπολογική αυτή διάσταση της Ορθόδοξης Θεολογίας για την ενιαία μυστηριακή σύσταση ψυχής και σώματος κατά τη σύλληψη. Αυτό, άλλωστε, μαρτυρεί ο εορτασμός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η σύλληψη της Παναγίας από την Αγία Άννα και η σύλληψη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου από την Ελισάβετ. Βάσει των παραπάνω αρχών σχετικά με το γάμο, τη στειρότητα, την τεκνογονία, τη θέση και την αξία του εμβρύου, οι οποίες υιοθετούνται από την Ορθόδοξη διδασκαλία, αλλά και των γενικών ποιμαντικών αρχών σε επίπεδο κοινωνίας και προσώπου που παρατέθηκαν, η Εκκλησία δεν μπορεί να συστήσει τη χρήση των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής από τα άτεκνα ζευγάρια.
Στις περιπτώσεις όμως, όπου η μη αποδοχή του θείου θελήματος της ατεκνίας θέτει σε κίνδυνο την ενότητα του ζεύγους, προτείνεται η λύση της υιοθεσίας. Η υιοθεσία ορφανών, απόρων και εγκαταλελειμμένων παιδιών είναι μια λύση που προβάλλεται, για να ικανοποιηθεί η φυσική επιθυμία απόκτησης τέκνων από τα στείρα ζευγάρια.
Εάν η λύση της υιοθεσίας για ποικίλους και ειδικούς λόγους δεν είναι εφικτή, στο πλαίσιο της ποιμαντικής αντιμετώπισης της στειρότητας, θα μπορούσε να υιοθετηθεί από την Εκκλησία η ομόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση, με βασική προϋπόθεση τον οφειλόμενο σεβασμό στο κάθε έμβρυο.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι άλλοι ορθόδοξοι μελετητές και πνευματικοί, στο πλαίσιο της χριστιανικής ηθικής, δεν κάνουν δεκτή την ομόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση, παρά μόνο αναγνωρίζουν τα υγιή κίνητρα αυτής. Ομόφωνη, ωστόσο, είναι η στάση των ορθόδοξων συγγραφέων και πνευματικών όσον αφορά στην ετερόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση, την οποία θεωρούν μη αποδεκτή μέθοδο, επειδή με την παρεμβολή ξένου βιολογικού παράγοντα διασπάται η συζυγική ενότητα του ζεύγους και κατακερματίζεται η έννοια της μητρότητας και της πατρότητας. Σύμφωνα δε με άλλους ορθόδοξους μελετητές, η διείσδυση ξένου προσώπου κατά την ετερόλογη εξωσωματική γονιμοποίηση ταυτίζεται με τη μοιχεία. Όσον αφορά στη δυνατότητα κύησης από φέρουσα ή υποκατάστατη μητέρα, θεωρείται από τη φύση της προβληματική, αφού μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο διάσπασης του θεσμού του γάμου.
Μέσω της εξωσωματικής γονιμοποίησης όμως προσφέρεται και η δυνατότητα απόκτησης τέκνων από άγαμες γυναίκες, ομοφυλόφιλα ζευγάρια, ακόμη και από υπερήλικες μητέρες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Εκκλησία διακρίνει την προβολή του εγωισμού και του ωφελιμισμού των γονέων, ενώ συγχρόνως παραγνωρίζονται οι ανάγκες των παιδιών και η ψυχική τους ισορροπία. Τα παιδιά αυτά, κατά την Ορθόδοξη άποψη, γίνονται ακούσια θύματα του ατομισμού των ίδιων των γονέων τους, ενώ τα ίδια δεν έχουν τη δυνατότητα να αντισταθούν στις επιθυμίες των μεγάλων. Για τους λόγους αυτούς, η Εκκλησία θεωρεί ως ηθικά ανεπιθύμητες τις συγκεκριμένες εφαρμογές, καθώς αντιτίθενται στις αρχές της Ορθόδοξης χριστιανικής ηθικής.
Οι ίδιοι λόγοι οδηγούν την Εκκλησία να δυσκολεύεται να δώσει τη συγκατάθεσή της, σε περιπτώσεις εξωσωματικής γονιμοποίησης με σπέρμα αποθανόντος συζύγου ή κυοφορίας κατεψυγμένου εμβρύου μετά από το θάνατό του. Ηθικά μη αποδεκτή, επίσης, θεωρείται από τη χριστιανική ηθική και η επιλεκτική μείωση του αριθμού των εμβρύων προκειμένου να επιτευχθεί κυοφορία, στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει πολύδημη κύηση.
Μια πρόταση που εκφράζεται στο πλαίσιο της ποιμαντικής φροντίδας είναι η υιοθεσία τους και η κυοφορία από άτεκνα ζευγάρια. Έπειτα από τη συνοπτική έκθεση των απόψεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας σχετικά με την εξωσωματική γονιμοποίηση και τις επιμέρους εφαρμογές της, αξίζει επιγραμματικά να γίνει αναφορά και στις απόψεις της δυτικής χριστιανοσύνης. Έτσι, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διάκειται αρνητικά στη χρήση των μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, ενώ στα διάφορα προτεσταντικά δόγματα κυριαρχούν διάφορες απόψεις. Δεν υπάρχει, δηλαδή, μια ενιαία θέση για τα θέματα που σχετίζονται με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.
Ολοκληρώνοντας τη θεολογική προσέγγιση της IVF, συνοπτικά αναφέρεται ότι η ενδεδειγμένη Ορθόδοξη θεολογική άποψη είναι: Η αποδοχή της ατεκνίας ως θείου θελήματος και η υιοθεσία άπορων τέκνων. Στο πλαίσιο της ποιμαντικής αντιμετώπισης του όλου θέματος η άποψη που θα μπορούσε να προβληθεί είναι: H αποδοχή της ομόλογης εξωσωματικής γονιμοποίησης, με βασική προϋπόθεση τον οφειλόμενο σεβασμό στα έμβρυα.
Πηγή: http://www.hjn.gr/actions/get_pdf.php?id=227-www.ecclesia.gr
Επιμέλεια κειμένου:πρωτ.Δημ.Αθανασίου

Η αγάπη προς τους εχθρούς,τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν.(μακαριστού Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου)

Η αγάπη προς τους εχθρούς,τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν.(μακαριστού Μητροπολίτη Νικοπόλεως Μελετίου)



 MELETIOS
Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά ἕνα μόνο θέμα. Γιά τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ χριστιανισμοῦ καί τῶν χριστιανῶν. Τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι σίγουρα. Τῶν χριστιανῶν, τοῦ καθενός μας, πρέπει νά γίνει. Γιατί δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι κανείς τοῦ Χριστοῦ, μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πού κύριο χαρακτηριστικό της ἔχει τήν ἀγάπη, καί ὁ ἴδιος νά μήν φροντίζει νά ἔχει ἀγάπη.
Ἅμα θέλαμε νά κάνομε μία παρομοίωση καί νά ποῦμε τί πάνω-κάτω εἶναι τό μήνυμα τῆς ἀγάπης θά λέγαμε: Ὅπως στούς δρόμους, ὑπάρχουν οἱ πινακίδες πού λένε, ἀπό δῶ πάει γιά Ἀθήνα, ἀπό κεῖ πάει γιά Θεσσαλονίκη κ.ο.κ. ἔτσι ὑπάρχει μέσα στό εὐαγγέλιο ἕνας ὁδοδείκτης, ἕνα σῆμα, πού λέει:
«Ἀπ’ ἐδῶ πηγαίνουν πρός τά ἄνω. Ἔτσι πᾶνε πρός τόν Χριστό. Ἔτσι πηγαίνουν σέ μία ἀνώτερη πνευματική ζωή, πού ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία».
Ἐάν δέν ὑπῆρχε Θεός, ὁ καθένας θά μποροῦσε νά κάνει ὅ,τι θέλει.
Δέν θά ἔδινε σημασία καί ἀναφορά σέ κανένα. Καί γιά τίποτε. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός ὑπάρχει καί κυβερνάει τόν κόσμο, καί εἴμαστε εἴτε τό θέλομε εἴτε δέν τό θέλομε ὅλοι δικοί του, δέν εἴμαστε ἀνεξέλεγκτοι. Εἴτε τόν ἀναγνωρίζομε τόν Θεό καί τοῦ τό λέμε στίς προσευχές μας, εἴτε τόν ἀρνούμαστε καί τόν ξεγράφομε, αὐτός ὑπάρχει.
Δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή σύ τόν ξέγραψες, ξεγράφτηκε ὁ Θεός.
Ὅποιος λοιπόν θέλει νά εἶναι λογικός, σωστός, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του πρῶτα καί μετά σωστά τοποθετημένος μέσα σέ αὐτό τό ὄμορφο σύμπαν πού λέγεται «ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ», ἔχει τήν ὑποχρέωση νά φροντίζει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τόν ἀκούει καί νά τόν τηρεῖ.
«Ἀγάπη λοιπόν», μᾶς λέγει σήμερα ὁ Χριστός στό εὐαγγέλιο. «Μή ξεχνᾶτε ὅτι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ἀγάπη».
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, δέν ξέρανε τί σημαίνει ἀγάπη.
Οἱ εἰδωλολάτρες ὅλου τοῦ κόσμου, δέν ξέρανε τί σημαίνει ἀγάπη.
Καί κάθε ἄνθρωπος πού φεύγει ἀπό τόν Χριστό, δέν ξέρει τί εἶναι ἀγάπη.
Ἡ ἀγάπη χωρίς Χριστό, εἶναι ἕνα πράγμα ἐντελῶς ἀνθρώπινο.
Γιά νά μᾶς τό περιγράψει ὁ Χριστός, ἀνέφερε τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων πού λένε ὅτι ἔχουν ἀγάπη, ἀλλά δέν ἔχουν. Εἶναι αὐταπάτη ἀγάπης. Γιατί ἡ ἀγάπη αὐτή τήν ὁποία κηρύττουν εἶναι ἁπλῶς ἕνας συναισθηματισμός δικός τους. Τοῦ καθενός.
Τί σημαίνει συναισθηματισμός; Βλέπω ἕναν πεινασμένο καί λέω: «Ἄ, τόν κακομοίρη. Δῶστε του ἕνα κομματάκι ψωμί νά φάει». Βλέπω ἕνα πού ξεπαγιάζει στό κρύο, μέ πιάνει ὁ συναισθηματισμός καί λέω: «Δῶστε του ἕνα ρουχαλάκι νά φορέσει, ἄνθρωπος εἶναι».
Καί ἄν πεῖς γιά τό παιδί σου… «Ὅλα θυσία γιά τό παιδί μου».
Ἀπό συναισθηματισμό. (*)
Μπορεῖ μιά μάνα νά σκοτώνεται γιά τό παιδί της, καί τόν γείτονά της νά μήν τόν θέλει οὔτε νά τόν δεῖ, οὔτε νά τόν ἀκούσει.
Ἔχει ἀγάπη Χριστοῦ; Ὄχι! Φυσική ἀγάπη ἔχει, μόνο.


Ἀγάπη τῆς γῆς. Ἀγάπη τοῦ οὐρανοῦ

Λέει λοιπόν ὁ Χριστός. Προσέχετε. Μήν κάνετε λάθος καί νομίζετε ἀγάπη ἐκεῖνο πού δέν εἶναι. Καί νομίζετε ἔτσι ὅτι εἴσαστε ἐντάξει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀπέναντι τοῦ χρέους τό ὁποῖο ἔχετε, ἐνῶ ἀκόμη δέν ἔχετε ξεχρεώσει τίποτε.
«Ἐάν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπώντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;»
Ἄν ἀγαπᾶτε μόνο ἐκείνους πού σᾶς ἀγαπᾶνε, τί καλό κάνετε; Ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν ἀγαπᾶ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν;
Καί ἐκεῖνοι πού εἶναι στόν ὑπόκοσμο· καί οἱ ἐγκληματίες· καί ὅλοι οἱ συμφεροντολόγοι πού πίνουν τό αἷμα τῶν ἄλλων, ἐκείνους πού τούς ἀγαπᾶνε, τούς ἀγαποῦν.
Ἄς προσθέταμε ἀκόμη: Καί οἱ σατανιστές, πού λατρεύουν τόν διάβολο, ἐκείνους πού τούς ἀγαπᾶνε, τούς ἀγαποῦν. Ἔτσι εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
Δεύτερο περίπτωση. «Καί ἄν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαθοποιούντας ὑμᾶς», ἄν ἀγαπᾶτε ἐκείνους πού σᾶς κάνουν καλό, «ποία χάρις ὑμῖν ἐστι»;
Οἱ ἁμαρτωλοί ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ὑπόκοσμος ὅλου τοῦ κόσμου, οἱ συμφεροντολόγοι ὅλου τοῦ κόσμου, ἐκείνους πού τούς ἀγαποῦν καί τούς κάνουν καλό, τούς ἀγαπᾶνε. Ἀπό τί κινοῦνται;
Ἀπό τά συναισθήματά τους μόνο.
Μήπως κινοῦνται ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ; Ὄχι!
Ἀπό τό συμφέρον τους, ἀπό τά συναισθήματά τους κινοῦνται. Καταστάσεις ἐντελῶς ἀνθρώπινες.
Τρίτη περίπτωση: Καί ἄν ἀγαπᾶτε ἐκείνους πού σᾶς δανείζουν, σᾶς βοηθοῦν, σᾶς δίνουν γιά προσωρινή χρήση μέ προθυμία καί μέ καλωσύνη ἐκεῖνο πού τούς ζητᾶτε, «ποία ὑμῖν χάρις ἐστι»; Τί σπουδαῖο κάνατε; Τί καλό κάνατε; Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλου τοῦ κόσμου καί οἱ δαιμονολάτρες ἀκόμη τό κάνουν.
Θέλετε νά εἴσαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ; Θέλετε νά ἔχετε ἀγάπη; Θέλετε νά εἴσαστε τοῦ Χριστοῦ;
Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας. Τί σημαίνει ἐχθρός;
Κάποιος πού ὅταν τόν κοιτάζω, νευριάζω. Ὅταν τόν σκέπτομαι, ἀγανακτῶ. Ὅταν θυμᾶμαι τί μοῦ ἔκανε, τρέμω ἀπό ὀργή καί θά ἤθελα ἁρπάξω μαχαῖρι. Νά ὁρμήσω νά τόν σφάξω.
Λέει ὁ Χριστός: Ἄν θέλετε νά εἴσαστε τοῦ Θεοῦ, νά ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας.
Ἐπιτρέπεται χριστιανός νά ἔχει ἐχθρό; Ἐπιτρέπεται χριστιανός νά μισεῖ κανένα; Ὄχι! Γιατί δέν ἐπιτρέπεται;
Ποιούς ἀγάπησε; Γιά ποιούς θυσιάστηκε;

Γιατί εἶπε ὁ Χριστός, ὅτι Ἐκεῖνος πού εἶναι στόν οὐρανό, μᾶς βλέπει καί μᾶς παρακολουθεῖ ὅλους. Τό μάτι του, δέν εἶναι σάν τό δικό μας πού βλέπει πέντε μέτρα μπροστά καί πίσω τίποτε. Τά βλέπει ὅλα ἐκεῖνος, τά παρακολουθεῖ ὅλα, τά καταλαβαίνει ὅλα, τά ξέρει ὅλα. Ἀκόμη καί ἐκεῖνα πού βρίσκονται στήν καρδιά.
Αὐτός λοιπόν ἀπό κεῖ πάνω, «βρέχει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς. Καί ἀνατέλλει τόν ἥλιο γιά δίκαιους καί ἄδικους». Δέν ξεχωρίζει κανένα.
Θέλετε νά εἴσαστε παιδιά του; Μήν ξεχωρίζετε ποτέ καί σεῖς κανένα. Νά ποῦμε καί κάτι σοβαρότερο; Ὁ Θεός, ὁ Πατέρας μας ὁ ἐπουράνιος, γιά τό δικό μας καλό, γιά τή σωτηρία μας, ἔστειλε στόν κόσμο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά μᾶς σώσει. Ἀπό τί νά μᾶς σώσει; Ἀπό μιά βέβαιη καταστροφή. Ἀπό ἕνα λάκκο πού τόν εἴχαμε μόνοι μας ἀνοίξει. Καί περιμέναμε νά πέσουμε μέσα. Καί δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας λάκκος πού θά μᾶς σκέπαζε, καί θά πηγαίναμε στό μηδέν, ὅπως ξεκινήσαμε ἀπό τό μηδέν. Ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ἀνυπαρξία. Ἀλλά θά ἦταν ἕνας λάκκος, πού συνεχίζεται κάτω ἀπό τόν τάφο, μέ ἕνα παράξενο ὄνομα, πού μόλις τό ἀκούομε μᾶς πιάνει κρύος ἱδρώτας. Καί λέγεται αἰώνια κόλαση.
Γιά νά μᾶς σώσει ὁ Χριστός ἀπό τήν αἰώνια κόλαση, ἀπό τά νύχια τοῦ διαβόλου, ἀπό τά λάθη μας, ἀπό τό κακό πού μᾶς περίμενε, κατέβηκε καί ἦλθε στόν κόσμο. Τί εἴμαστε τότε, γιά τόν Χριστό ἐμεῖς; Τότε πού κατέβηκε στή γῆ, τί εἴμαστε;
Δίνει τήν ἀπάντηση ὁ ἀπόστολος Παῦλος:
Εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Τί σημαίνει ἁμαρτωλοί; Καταφρονητές τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ποῦ τό γράφεις τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Στά παλιά μου τά παπούτσια. Καί τί κάνεις; Ὅτι μοῦ καπνίσει κάνω.
Ὅταν σοῦ ποῦν ὅτι ἕνας ἄνθρωπος σέ γράφει στά παλιά του τά παπούτσια, πῶς τόν αἰσθάνεσαι;
Ἅμα ἀφήσω τά συναισθήματά μου ὁδηγό, πῶς νά τόν αἰσθανθῶ;
Οὔτε νά τόν δῶ δέν θέλω, οὔτε νά τόν ἀκούσω, οὔτε νά τόν συναντήσω. Γιά καλό δικό του βέβαια…
Ἔτσι εἴμαστε γιά τόν Χριστό. Καί ὅταν λοιπόν εἴμαστε ἔτσι, ἁμαρτωλοί καί βλάσφημοι, ὁ Χριστός κατέβηκε στόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Ὄχι ἁπλῶς ἔγινε καί μᾶς εἶπε πέντε συμβουλές, ὅπως τό κάνομε καί πρέπει νά τό κάνομε καί ἐμεῖς μερικές φορές, γιά τό καλό αὐτῶν πού μᾶς ἀκοῦνε καί τό δικό μας. Γιατί ὅποτε λέμε τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί ὅσο περισσότερο βγάζομε ἀπό τά χείλη μας μέ εὐλάβεια τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο πιό πολύ ἁγιάζεται ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας. Γιά ὅλους ἰσχύει αὐτό.
Ὅσο περισσότερο βγάζει κανείς ἀπό τό στόμα του καί ἀπό τήν καρδιά του τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά τόν τιμήσει, νά τόν δοξάσει καί νά διδάξει, τόσο πιό πολύ ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἰσχύει γιά ὅλους.
Κατέβηκε λοιπόν ὁ Χριστός ἀπό τόν οὐρανό γιά μᾶς, ἐνῶ μέ τήν δική μας λογική ἔπρεπε νά τοῦ εἴμαστε μισητοί. Καί ὄχι μόνο μᾶς δίδαξε, μᾶς εἶπε συμβουλές, ἀλλά σταυρώθηκε καί ἀπέθανε γιά μᾶς. Καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς. Γιά νά μᾶς δείξει ὅτι πρέπει καί ἐμεῖς νά ξέρομε νά πεθαίνομε γιά τόν κόσμο αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μας, προκειμένου νά πάρομε τόν σωστό δρόμο πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Τί σημαίνει πεθαίνω γιά τόν ἑαυτό μου;
Σημαίνει, ὅτι δέν ἔχω κριτήριο στή ζωή μου καί στίς ἐνέργειές μου, τό τί μοῦ λέει ἡ ὀρεξούλα μου ἡ σωματική. Νά φάω, νά κοιμηθῶ, νά διασκεδάσω. «Ἄστα στήν ἄκρη αὐτά» λέω. Δέν ἐπιτρέπεται αὐτή ἡ φίλαυτη φύση μας καί τά συναισθήματά μας νά εἶναι ὁδηγός. Ποιός εἶναι ὁδηγός; Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός.
Γι’ αὐτό λέγει τό Εὐαγγέλιο: «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας». Ἄν θέλετε νά ἔχετε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὁδηγό. Πού μᾶς ἔχει ὅλους ἴσα. Καί εἶναι κοινός Πατέρας, γιά ὅλους μας.
Τά τρία σκαλάκια

Τί σημαίνει ἀγαπῶ τόν ἐχθρό μου;
Σημαίνει τρία πράγματα.
• Πρῶτο καί βασικό, ξεπερνῶ τά συναισθήματά μου. Τά πατάω. Τά πετάω στό σκουπιδοντενεκέ. Ὅσο ἄγρια καί ἄν ἔχουν γίνει, τόσο πιό πολύ πρέπει νά τά πολεμήσομε. Μετά κάνω τρεῖς ἐνέργειες πού εἶναι ὁ δείκτης ὅτι ἀρχίζω καί συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου.
Πρῶτον: Δέν τόν βρίζω. Τό πιό εὔκολο στό στόμα ἑνός ἀνθρώπου πού ἔχει μίσος, ἔχει ἐχθρό, εἶναι ἡ κακολογία γι’ αὐτόν. Θέλεις νά εἶσαι τοῦ Χριστοῦ; Μή βρίζεις. Μή κακολογεῖς. Μήν καταριέσαι. Μήν ὀργίζεσαι. Ἀλλά λέγε ὅσο τό δυνατόν πιό καλά λόγια. Τά καλύτερα πού μπορεῖς νά βγάλεις ἀπό τήν καρδιά σου. Μά βγαίνουν εὔκολα; Μέ τό τσιγκέλι δέν βγαίνουν; Ναί, ἔτσι εἶναι. Ἀλλά γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν αἰώνια ζωή πρέπει νά τά βγάλομε τά καλά λόγια καί νά μήν βγάζομε βρισιές καί κατάρες.
• Δεύτερο σημεῖο. Νά συγχωροῦμε. Τί σημαίνει νά συγχωροῦμε; Σβύστο ὅ,τι σου ἔκανε. Ξέγραψέ το. Τί μπορεῖ νά σοῦ ἔκανε; Μέ ἔκλεψε. Μέ ἔβρισε. Μέ κακοποίησε. Συγχώρεσέ τον!
Ἀπό σένα, νά ἔχει συγχώρηση γιά κεῖνο πού ἔκανε. Ἡ αἰώνια ζωή γιά ὅλους μας, εἶναι πολυτιμότερη ἀπό αὐτή.
• Καί τό τελευταῖο ποιό εἶναι; Νά τόν εὐεργετεῖς. Μά τόν ἐχθρό μου θά εὐεργετῶ; Ναί, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Δέν ἀξίζει νά κάνομε κάτι γιά χάρη του;
Ὅλα πρέπει νά προσπαθοῦμε νά τά κάνομε γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Γιά τήν αἰώνια ζωή.
Νά ἀνταποκριθοῦμε λοιπόν στό θέλημά του καί στήν εὐεργεσία πού μᾶς ἔκανε. Αὐτός μᾶς δημιούργησε καί κατέβηκε στόν κόσμο καί σταυρώθηκε γιά μᾶς.
Ἡ ἀπάντησή μας στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι νά τόν εὐεργετοῦμε τόν ἐχθρό μας. Ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία;
— Νά τοῦ δώσεις λίγα χρήματα, καλή πράξη εἶναι;
Καλή εἶναι. Εὐεργεσία εἶναι.
— Νά τοῦ δώσεις λίγο φαΐ, καλό εἶναι!
— Νά τόν μπάσεις στό σπίτι σου; Καί αὐτό καλό.
Γιατί πατᾶς τά δαιμονικά συναισθήματα τοῦ μίσους καί γίνεσαι νικητής.
Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού εἶναι ἀκόμη πιό μεγάλο.
Ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία

Μεγαλύτερη εὐεργεσία εἶναι νά προσεύχομαι, καί λέω:
«Κύριε, συγχώρησέ τον. Βᾶλε τον στή Βασιλεία σου. Δῶσε του στή ζωή αὐτή, ὅτι ἀγαθά θέλεις, περισσότερα ἀπό ἐμένα. Εὐεργέτησέ τον, φώτισέ τον, ὁδήγησέ τον στό θέλημά σου τό ἅγιο. Φώτισε καί ἐμένα νά καταλαβαίνω τά λάθη μου καί νά θέλω νά ἀκολουθῶ τόν δρόμο σου».
Αὐτή ἡ προσευχή εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία. Ἄν βέβαια πιστεύομε ὅτι τόν κόσμο δέν τόν κυβερνᾶμε ἐμεῖς, ἀλλά ὁ Θεός.
Ἄν αὐτά τά κάνομε, λέει ὁ Χριστός, τότε γινόμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου.
Δηλαδή; Μιμούμαστε τόν Πατέρα μας. Ἀκολουθοῦμε τόν Πατέρα μας. Τί πιό φυσικό ἀπό τό ἀκολουθεῖ κάποιος τόν πατέρα του καί νά τόν μιμεῖται;
Καί ἅμα γίνομε παιδιά τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Πατέρα μας καί τοῦ μοιάζομε, τί φυσικότερο, ἀπό τό νά μᾶς θέλει δεξιά του, κοντά του, στήν ἀγκαλιά του;
Καί τί μεγαλύτερη εὐτυχία, τί μεγαλύτερο κέρδος στή ζωή ἀπό τό νά ἔχομε τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός θέλει νά μᾶς ἔχει παιδιά του, νά θέλει νά μᾶς κρατάει στήν ἀγκαλιά του καί νά μᾶς πάρει γιά πάντα κοντά του;
Μερικούς αἰῶνες παλαιότερα ἔγινε στήν Ἀγγλία μία μεγάλη ἀνατροπή. Μία ἐπανάσταση. Καί βρέθηκαν οἱ Ἄγγλοι δυό κόμματα, πού ἀλληλοτρώγωνταν σάν τά σκυλιά. Τό ἕνα κόμμα νίκησε καί οἱ νικητές ἔπιασαν ἀνάμεσα στούς ἄλλους καί ἕναν ἐξαιρετικό ἄνθρωπο, πού λεγόταν Τόμας Μόρ. Αὐτός ἦταν καλός χριστιανός. Ἀλλά καταδικάστηκε μαζί μέ τούς ἄλλους σέ θάνατο. Λίγο πρίν τόν ἐκτελέσουν, τοῦ λένε:
— Θέλεις νά πεῖς καμιά τελευταία σου ἐπιθυμία;
Ἐκεῖνος ἀπάντησε:
— Ἡ μεγάλη μου ἐπιθυμία εἶναι νά μᾶς συγχωρήσει ὁ Θεός ὅλους. Παρακαλῶ τόν Θεό νά συγχωρήσει καί ἐμένα γιά τίς ἁμαρτίες μου καί ἐσᾶς γιά τίς δικές σας ἁμαρτίες. Στόν κόσμο αὐτό βρεθήκαμε ἐχθροί. Βρεθήκαμε σέ σύγκρουση. Ἐγώ δέν ἔχω κανένα ἐχθρό στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ πάνω δέν ὑπάρχουν ἐχθροί. Ἐσεῖς θά μέ σκοτώσετε τώρα σάν ἐχθρό σας. Λάθος κάνετε. Ἐγώ πηγαίνοντας κεῖ πάνω, εὔχομαι καί ἐγώ νά πάω -ἐπειδή τό θέλω σάν χριστιανός- καί ἐσεῖς νά ρθεῖτε. Ἐκεῖ πάνω θά εἴμαστε ὅλοι μαζί. Ἀγαπημένοι. Γιατί ἐκεῖ, στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχουν μίση, δέν ὑπάρχουν πάθη, δέν ὑπάρχουν κακίες ἀλλά βασιλεύει ὁ Θεός καί ἡ ἀγάπη του.
Ἔτσι πρέπει νά κάνομε τά αἰσθήματά μας, ἄν θέλομε νά βλέπομε πού μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Χριστός καί τί πρέπει νά κάνομε γιά νά γίνομε λίγο καλύτεροι. Καί νά μήν εἴμαστε χριστιανοί στό ὄνομα. Γιατί χριστιανός χωρίς ἀγάπη καί χωρίς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι χριστιανός στό ὄνομα. Νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός. Νά μᾶς φωτίζει, νά μᾶς κατευθύνει καί νά μᾶς δυναμώνει στό ἔργο αὐτό. Ἀμήν.-

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)

Διασκευασμένη ὁμιλία του Λυγιά τήν 1/10/2006

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΙΕΡΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ. “ΘΕΕ ΜΟΥ,ΠΑΡΕ ΜΕ!”

ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΙΕΡΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ. “ΘΕΕ ΜΟΥ,ΠΑΡΕ ΜΕ!”

27 Σεπ

81105
Θεέ μου, Πάρε με!

Πόσοι άνθρωποι σε δύσκολες στιγμές δεν το λένε!
Οι περισσότεροι όμως δε γνωρίζουν ότι είναι αμαρτία κι ότι αποτελεί έλλειψη υπομονής κι ελπίδας στη βοήθεια του Θεού. Το ακόλουθο όμως περιστατικό, το βεβαιώνει ξεκάθαρα. Το διηγήθηκε με πολλή ταπείνωση και συναίσθηση ένας σεβαστός ιερέας, ο οποίος έχει πνευματικά παιδιά και στην επαρχία και στην Αθήνα.
Είπε: «Εγώ, αφ’ ότου έγινα ιερέας, με κυνήγησε η συκοφαντία (το σύγχρονο μαρτύριο). Πότε με τον έναν τρόπο, πότε με τον άλλον, με πίκραιναν και με καταρράκωναν πολλοί, με ψευδείς κατηγορίες. Αυτό γινόταν επανειλημμένα. Τόσο πόνεσα και τόσο κουράστηκα, που λύγισα κι αρκετές φορές είπα: «Θεέ μου, πάρε με!». Και τελικά, με πήρε!»…
Όσοι τον άκουγαν έμειναν κατάπληκτοι να τον κοιτούν, σκεπτόμενοι πόση ενοχή έχουν όσοι κατηγορούν, ιδίως τους ιερωμένους… Πόση αμαρτία συσσωρεύουν στην ψυχή τους, ιδίως όταν σπρώχνουν σε απελπισία τις ψυχές που κατηγορούν! Λες και τους εξουσιοδότησε ο Θεός να κρίνουν τον κόσμο…
Ο σεμνός κληρικός συνέχισε την αφήγησή του, λέγοντας:
«Έπαθα ανακοπή καρδιάς. Μου συνέβη στην Αθήνα. Εκείνη τη στιγμή βρισκόμουν εν μέσω γνωρίμων και πνευματικών τέκνων μου. Αμέσως με μετέφεραν στο νοσοκομείο. Εκεί οι γιατροί προσπάθησαν πολύ να ξεκινήσουν την καρδιά, αλλά δεν έγινε τίποτα. Στο τέλος είπαν: «Δε γίνεται τίποτα με τον παππούλη πάρτε τον στο νεκροτομείο!».
Εγώ τώρα, και τι δεν έζησα τις έξι αυτές ώρες που ήμουν νεκρός! Κατ’ αρχάς, ένιωθα τον Άγγελό μου να με συντροφεύει κι να με περιβάλει προστατευτικά σε μια πορεία, που στην αρχή ήταν κάπως δύσκολη, αλλά αμέσως μετά ανοδική, προς ένα θεσπέσιο, γλυκύτατο φως. Κατά τη διαδρομή, πολλά κακά πνεύματα φώναζαν επιθετικά και με κατηγορούσαν. Μια από τις κατηγορίες ήταν η εξής:
- Πού τον πας αυτόν; Ήταν φιλοχρήματος. Ενώ είχε υποσχεθεί ακτημοσύνη, είχε χρήματα δικά του…! Ο άγιος Άγγελος όμως τους απέκρουε κι έλεγε:
- Αυτό δεν είναι αλήθεια! Τα χρήματα που είχε ήταν του Μοναστηριού και τα διαχειριζόταν.
Τελικά φθάσαμε σ’ ένα μέρος που φαινόταν να είναι σύνορο δύο περιοχών. Εκεί άκουσα τον εξής διάλογο που έκανε ο Άγγελός μου με την Υπεραγία Θεοτόκο. Άκουσα μάλιστα και τη γλυκύτατη, αλλά κάπως αυστηρή φωνή Της.
Ο Άγγελός μου έλεγε:
- Υπεραγία Θεοτόκε, να οδηγήσω τον παππούλη στη Βασιλεία του Υιού Σου;
Εκείνη απάντησε:
- Όχι! Γιατί έχει κάνει μια σοβαρή αμαρτία.
- Τι αμαρτία, Δέσποινά μου; Ο παππούλης ήταν καλός (άρχισε να με υπερασπίζει, ενώ ένιωθα τα δάκρυά του να πέφτουν ζεστά πάνω στον τράχηλό μου!), έχτισε Μοναστήρι, βοήθησε ψυχές να σωθούν…
- Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε η Θεοτόκος. Αλλά, δεν έκανε υπομονή στον αγώνα που είχε, κι έλεγε στον Υιό μου πάρε με και πάρε με. Λοιπόν, πήγαινέ τον πίσω, να τελειώσει με υπομονή τον αγώνα του και μετά θα εισέλθει στη Βασιλεία του Υιού μου.
Καθώς γυρίζαμε με τον άγιο Άγγελο, είδα τον Παράδεισο και την Κόλαση. Αυτά που γράφουν τα βιβλία του Θεού, είναι αλήθεια! Τα είδα με τα μάτια μου!…
Όταν φθάσαμε στο νοσοκομείο, με αποστροφή μπήκα στο νεκρό παγωμένο σώμα μου. Έκανα οκτώ ώρες για να κινήσω τις πρώτες κλειδώσεις των δαχτύλων των χεριών μου! Απ’ το παίξιμο των βλεφάρων μου αντιλήφτηκε τη νεκρανάσταση μου πρώτη η αδελφή μου, κι αναστατώθηκε όλο το νοσοκομείο.
Σιγά-σιγά συνήλθα κι από τότε προσέχω και κάνω υπομονή αδιαμαρτύρητα σε ό,τι επιτρέπει η αγάπη του Θεού. Πρέπει να κερδίσουμε τον Παράδεισο, αδελφοί μου, πρέπει με την υπομονή μας να κερδίσουμε την ψυχή μας!»
Αυτά είπε ο παππούλης και με τα τελευταία λόγια η φωνή του κόπηκε απ’ τη συγκίνηση…
ΠΗΓΗ.ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΦΥΛΑΚΗ

ΟΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΦΥΛΑΚΗ


Θέλων ο Κύριος να δείξη το μέγα κακόν οπού απετόλμησαν να κάμουν τα τέκνα του διαβόλου, οι Εβραίοι, εσκότισε τον ήλιον από τας εξ ώρας έως τας εννέα εις όλον τον κόσμον, αι πέτραι εσχίζοντο, όλη η γη έτρεμεν. Ετέθη ο Κύριος εις τον τάφον, και ευθύς ανεστήθησαν χιλιάδες νεκροί, οπού ήσαν χιλιάδες χρόνους αποθαμένοι, και εκήρυξαν πως μόνον ο Χριστός είνε Υιός και λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των νεκρών. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί από σήμερον και ύστερα να μη κλαίωμεν τους αποθαμένους ωσάν τους ασεβείς και απίστους, οπού δεν ελπίζουν ανάστασιν. Ούτος ο κόσμος, αδελφοί μου είνε ωσάν μια φυλακή. Πότε πρέπει να χαίρεται ο άνθρωπος; Όταν εμβαίνη εις την φυλακήν ή όταν ελευθερώνεται από την φυλακήν; Ποιοι φαίνεται, όταν εμβαίνει εις την φυλακήν, τότε πρέπει να κλαίη και να λυπήται, και όταν εξέρχετια από την φυλακήν, τότε πρέπει να χαίρεται. Έτσι, αδελφοί μου, να μη λυπήσθε δια τους αποθαμένους, αλλά να αγαπάτε τους αποθαμένους, κάμνετε ότι ημπορείτε δια την ψυχήν των, συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστειας, προσευχάς, ελεημοσύνας. Και όσες γυναίκες φορείτε λερωμένα δια τους αποθαμένους σας, να τα βγάλετε διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και τους αποθαμένους. Φυσικόν είνε ο άνθρωπος να γεννηθή και να αποθάνη. Όταν γεννώμεθα, τότε πρέπει να κλαίωμεν, και όταν αποθνήσκωμεν, να χαιρώμεθα και μάλιστα να μην κλαίεται δια τα μικρά παιδιά, οπού είνε ωσάν Άγγελοι μέσα εις τον παράδεισον. Το παιδί σου του Θεού ήτο και όταν σου το εχάρισε ο Θεός, σε ετίμησε και τώρα πάλιν οπού σου το επήρε, σου ετίμησε το παιδί σου να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, και συ να κάθεσαι να κλαις είνε άπρεπον. Ένας βασιλεύς σου γυρεύει το παιδί σου να το κάμη βεζίρη και χαίρεσαι να του το δώσης πολύ μάλλον δεν πρέπει να χαίρεσαι οπού σε ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός και επήρε καρπόν από την βρωμισμένην κοιλίαν σου, και σου έβαλε το παιδί σου μέσα εις τον παράδεισον,

και σου το φυλάγει να σου το παραδώσει εις την Δευτέραν Παρουσίαν να λαμπη περισσότερον από τον ήλιον, δια να λάβης τον μισθόν σου να χαίρεσαι πάντοτε μαζί του; Είνε μερικοί οπού έχουν τον διάβολον εις την καρδίαν των και λέγουν πως δεν είνε ανάστασις και δεν είδατε καμμίαν φοράν αναστηθή κανένας άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι οπού είνε εδώ, πρωτού να γεννηθούν, δεν ήσαν αποθαμένοι; Καθώς ηδυνήθη ο Κύριος και μας ανέστησεν από την κοιλίαν της μητρός μας, έτσι δύναται να μας αναστήση και από την κοιλίαν της γης. Η κοιλία της μητρός μας και ο τάφος τι διαφέρει; Δεν βλέπωμεν φανερά την ανάστασιν; Όταν κοιμώμεθα, δεν είμεθα ωσάν αποθαμένοι; Ο ύπνος τι είνε; Μικρός θάνατος, και ο θάνατος μεγάλος ύπνος. Και καθώς τι σιτάρι οπού πίπτει εις την γην, ανίσως και δεν βρέχη να σπηθή να γίνη ωσάν χυλός, δεν φυτρώνει, έτσι και ημείς οπού αποθνήσκομεν και θαπτόμεθα εις την γην. Ανίσως και δεν αθάπτετο πρώτον εις τον τάφον ο Χριστός μας, δεν μας επότζε την ζωήν την αιώνιον και την ανάστασιν. Δεν βλέπετε φανερά τα χόρτα πως τα ανασταίνει ο Θεός από την γην κατ’ έτος; Γνώσιν δεν έχωμεν, χριστιανοί μου, να στοχασθώμεν τα πάντα. Όλα μας τα εχάρισεν ο Θεός. Όθεν δια το παρόν, αδελφοί μου, σας παρακαλώ να ειπήτε και δι’ όλους τους αποθαμένους τρεις φοράς: ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς.
 

* Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Λόγος περί μετανοίας

Λόγος περί μετανοίας


Λόγος περί μετανοίας
Αρχιμανδρίτου Δαμασκηνού Κατρακούλη
Εισαγωγικόν
Η μετάνοια είναι μυστήριον της αγάπης του Θεού. Είναι χάρις και μέγιστον δώρον του ουρανίου Πα­τρός προς τον πεπτωκότα άνθρωπον, η οποία εδόθη εις αυτόν μετά την χάριν του αγίου βαπτίσματος και ανανεώνει και ανακαινίζει το μολυνθέν εκ της αμαρ­τίας βάπτισμα. Δια της μετανοίας αναγεννάται εν τω Θεώ κάθε ψυχή, ήτις ενεκρώθη υπό της αμαρτίας.

Η άπειρος αγάπη του Θεού εδημιούργησε τον άν­θρωπον, δια να μετέχη εις την θείαν Ζωήν, να ζη εν τω Θεώ με τους αδελφούς του εντός της Εκκλησίας. Κάθε απομάκρυνσις από τον Θεόν και τον συνάνθρωπον αποτελεί αμαρτίαν, ήτις χωρίζει και αποκόπτει την ψυχήν από τον Θεόν και απομονωμένην την οδη­γεί εις τον θάνατον. «Τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θά­νατος»1.

Το προπατορικόν αμάρτημα εκληροδότησεν εις την ανθρωπίνην φύσιν την ροπήν προς το κακόν. Δια τούτο είναι εύκολος η κατολίσθησις και η πτώσις του ανθρώπου εις την αμαρτίαν, αλλά και εύκολος η επανόρθωσις αυτού και αποκάθαρσις δια της μετανοίας.

Η μετάνοια είναι θεοσύστατον μυστήριον και αποτελεί την θύραν του θείου ελέους, δια της οποίας εισερχόμεθα και πάλιν εις την αιώνιον ζωήν. Η ευαγγε­λική ρήσις «μετανοείτε και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω»2, περικλείει όλην την αγάπην του Θεού. Ο Πα­νάγιος Θεός παρέχει εις τον άνθρωπον δύο μεγάλα και σωτήρια δώρα. Το δώρον της πίστεως και το δώ­ρον της μετανοίας. Δι' αυτών καλεί πάντα άνθρωπον εις επιστροφήν εν τη θεία ζωή. «Ως και τους εθνι­κούς, οπόταν θέλουσι μετανοείν, εις την εκκλησίαν προσδεχόμεθα»3.

Θύρα θείου ελέους η μετάνοια! Αλλά τί είναι με­τάνοια; Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι μετάνοια είναι η αλλαγή του νοός. Είναι η συναίσθησις της αμαρτωλότητος, η αναγνώρισις των αμαρ­τημάτων και η αυτοκαταδίκη, η κατά Θεόν λύπη δια την προσβολήν της θείας αγάπης, η εκούσιος άρνησις του κακού και η σταθερά απόφασις να μη επαναληφθή η αμαρτία. Διότι αμαρτία είναι άρνησις του Θείου θελήματος, απομάκρυνσις από του Θεού, απώ­λεια της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος και, κατά συνέπειαν, θάνατος της ψυχής. Δια της μετα­νοίας, όμως, παρέχεται η συγχώρησις και γίνεται πα­ντελής απάλειψις πασών των αμαρτιών εις τον μετανοούντα και εξομολογούμενον και ανασύνδεσις αυτού μετά του Θεού.

«Το σφάλλεσθαι ανθρώπινον, το μετανοείν θείον δώρον». Διότι «ουκ έστι ουδεμία κακία, μετανοία μη λυομένη»4. Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος και η αναγνώρισις των αμαρτημάτων δεν είναι εύκολος εις τον άνθρωπον, ο οποίος ετρώθη υπό της αμαρτίας και εκυριεύθη υπό της φιλαυτίας και του εγωισμού. Δια τούτο η μετάνοια, ως θείον χάρισμα, αποκτάται δια θερμής προσευχής. Μόνον αν η θεία Χάρις φωτίση τον νουν του ανθρώπου και ίδη την θείαν ωραιότητα και την οικείαν ασχημοσύνην, μόνον τότε είναι δυνα­τή η μετάνοια, η αλλαγή του νοός, του φρονήματος, η αλλαγή της ζωής. Τότε ο νους αφήνει τα υλικά και μάταια, τα χαμερπή και νεκροποιά, και αρπάζεται υπό της θείας Χάριτος εις τα ουράνια, εις τον κόσμον του Θεού, εις την αιώνιον ζωήν.

Η μετάνοια βιώνεται μόνον με το φως του Χριστού. Όταν ο νους αντικατοπτρίζεται εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, θεωρεί την αμαύρωσιν της θεοειδείας εαυτού και πλήττει την καρδίαν του ανθρώπου με την κατά Θεόν λύπην, που φέρει την μετάνοιαν. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι το μέτρον του ανθρώπου, που έχει πλασθή, δια να φθάση εις την κατά χάριν θέωσιν. Δια τούτο είναι απαραίτητος η Χριστογνωσία, δια να γίνη εφικτή η αυτογνωσία, που οδηγεί εις την μετάνοιαν.

Δια της Χριστογνωσίας κατερχόμεθα εις το μυ­στηριώδες καταγώγιον της ψυχής και με το φως του Θεανθρώπου Χριστού ανιχνεύομεν τα εσώτερα βάθη της ψυχής μας. ανακαλύπτομεν ημαυρωμένην την ει­κόνα του επουρανίου, την οποίαν εδώρισεν εις ημάς η άπειρος φιλανθρωπία του Θεού.

Η ανακάλυψις αυτή είναι πολύ οδυνηρά και το­σούτον μάλλον όσον βαθυτέρα έγινε η Χριστογνωσία. Ο πόνος της ψυχής δια την καταστροφήν της θείας εικόνος, δια την απώλειαν της θείας Χάριτος και τον χωρισμόν από του Θεού, γίνεται οξύτατος και οδηγεί τον άνθρωπον εις πραγματικήν μετάνοιαν, η οποία δεν έχει τέλος εις την επίγειον ζωήν. Η μετάνοια αρ­χίζει με την ενατένισιν της θείας και παναπείρου φι­λανθρωπίας και αγαθότητος του Θεού και την συναίσθησιν της ανθρωπίνης μηδαμινότητος και κακίας.
Η αντιπαραβολή της θείας Αγαθωσύνης και της ανθρωπίνης αμαρτωλότητος προκαλεί παροξυσμόν συντριβής και αρχήν μετανοίας, η οποία ελκύει την θείαν Χάριν δια της ενωδύνου προσευχής.
Πηγή και αφορμαί της μετανοίας
Η άπειρος αγάπη του Θεού χειρίζεται παντοίους τρόπους, δια να επαναφέρη τον άνθρωπον εις την αρχαίαν αυτού κατάστασιν και να ποιήση αυτόν μέτοχον της θείας ζωής. Εις κάθε είσοδον των οδών της μετανοίας η παναγαθότης του Θεού αναμένει τον άν­θρωπον, δια να βοηθήση να βαδίση τον στενόν και τεθλιμμένον δρόμον, ο οποίος οδηγεί εις την απέραντον και πανευφρόσυνον ασιλείαν του ουρανού.
Όλαι αι αφορμαί της μετανοίας έχουν την εκκίνησίν των εις την άμετρον φιλανθρωπίαν του Θεού. Η θεία φιλανθρωπία εξεδηλώθη από την πρώτην στιγ­μήν της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Ο Πανάγαθος Πατήρ με φιλόστοργον απαλότητα ανεκάλεσε τον Α­δάμ αμέσως μετά την πτώσιν. «Αδάμ πού ει;»5. Με την κλήσιν αυτήν εφανέρωσεν ο Θεός όλην την φιλικήν Του διάθεσιν και πρόθεσιν προς συγχώρησιν. Διότι δεν επέπληξε το πεπτωκός πλάσμα Του, ούτε καν ήλεγξεν αυτό, αλλ' ήνοιξε διάλογον πατρικόν μετ' αυτού και το παρώτρυνε να ομολογήση το σφάλ­μα του και να μετανοήση, δια να του χαρίση την συγγνώμην και την άφεσιν. Εάν ο Αδάμ μετενόει και εμέμφετο τον εαυτόν του, δεν θα εγεύετο της αυστηρότητος του Θεού ούτε του επιτιμίου της εξώσεως εκ του Παραδείσου και του πικρού θανάτου. Η δικαιο­λογία των πρωτοπλάστων και η αμετανοησία των επέβαλον την τιμωρίαν, η οποία δεν είχεν εκδικητικόν χαρακτήρα, αλλά παιδαγωγικόν και σωτηριώδη, δια να οδηγηθή ο άνθρωπος δια της μετανοίας εις την σωτηρίαν. Η απώλεια της θείας Χάριτος, η έξωσις εκ του παραδείσου, η ενώδυνος ζωή και ο επικείμενος θάνατος έφερον τον Αδάμ εις μετάνοιαν, αλλά πλέον δεν ήτο δυνατή η επαναφορά του εις την προτέραν κα­τάστασιν. Εχρειάζετο το μυστήριον της θείας ενανθρωπήσεως, της σταυρικής θυσίας του μονογενούς Υι­ού του Θεού και η Ανάστασις Αυτού, δια να γίνη δυ­νατή η απολύτρωσις του ανθρωπίνου γένους εκ της α­μαρτίας.
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς κατά την ενανθρώπησίν Του ήρχισε το απολυτρωτικόν έργον Του με τους λό­γους: «Μετανοείτε.6. Η μετάνοια είναι η επιστροφή προς τον Θεόν. Ο ίδιος όμως ο Κύριος μας λέγει: «ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυ­τόν»7. ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρα­νών»

Ο Θεός εν τη απείρω αγαθότητι Αυτού ελκύει τον απομακρυθέντα άνθρωπον και πάλιν πλησίον του. Αυ­τός ρίπτει τον σπόρον της μετανοίας εις την χερσωμένην γην της καρδίας του ανθρώπου και Αυτός δη­μιουργεί συνθήκας καταλλήλους, δια να βλάστηση ο σπόρος της μετανοίας. Ο Θεός με την αγάπην Του ελ­κύει προς εαυτόν. Η μετάνοια, την οποίαν προσφέρομεν εις τον Θεόν, είναι δώρον της ιδικής Του ευσπλα­χνίας: «Τα Σα εκ των Σων Σοι προσφέρομεν».
Η γνώσις του Θεού, ως Θεού ελέους και αγάπης και η συναίσθησις της ιδίας αμαρτωλότητος είναι θείον δώρον, το οποίον χαρίζεται εις τον άνθρωπον κατόπιν πολυμόχθου και ενωδύνου προσευχής. Αλλά και η δύναμις της προσευχής είναι δώρον Θεού και παραχωρείται εις όποιον ταπεινούται ενώπιον του θείου μεγαλείου και αναζητεί ενθέρμως την θείαν αγά­πην. Εις το μυστήριον της μετανοίας τα πάντα εξαρ­τώνται από την θείαν Χάριν. Ο Θεός αναμένει το πρώτον μικρόν και αβέβαιον βήμα του ανθρώπου προς την πατρικήν αγάπην και τότε Εκείνος ως φιλόστοργος Πατήρ δρομαίως κάνει τα ενενήκοντα εννέα βήματα και εναγκαλίζεται τον επιστρέφοντα άνθρω­πον.
«....δια τούτο είρηκα υμίν ότι ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη η δεδομένον αυτώ εκ του Πατρός μου»8. Το θείον έλεος είναι αυτό που καλεί τους πάντας εις μετάνοιαν, μετερχόμενον διαφόρους τρόπους δι' εκάστην ψυχήν, αναλόγους προς την πνευματικήν κατάστασιν αυτής.
Υπάρχουν ευαίσθητοι ψυχαί, αι οποίαι κατατρυφούν εις την θείαν αγάπην και συντρίβονται από την απειρίαν αυτής. εξ ευγνωμοσύνης δε ορμούν εις την οδόν της μετανοίας, δια να δυνηθούν να ανταποκρι­θούν εις το θείον έλεος με την αυταπάρνησιν και την αυτοθυσίαν. Αι ψυχαί αυταί ταπεινούνται ευκόλως, γί­νονται δεκτικαί της θείας Χάριτος και ανυψούνται τα­χέως εις την αγάπην του Θεού.
Υπάρχουν όμως και αδιάφοροι ή και ανάλγητοι και σκληροκάρδιοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν συγκινούνται από τας θείας δωρεάς και την πατρικήν αγάπην του Θεού. Εις αυτάς τας περιπτώσεις το έλεος του Θε­ού καταδιώκει τους μακρύνοντας εαυτούς από του Θε­ού με παιδαγωγικούς τρόπους. Παραχωρούνται διάφο­ροι δοκιμασίαι, αι οποίαι γίνονται αφορμαί μετανοίας και καταφυγής εις τους πατρικούς κόλπους. Αι δοκι­μασίαι αυταί άλλοτε αφορούν εις την ψυχήν του αν­θρώπου και άλλοτε εις το σώμα αυτού. Ψυχικαί είναι: η κατολίσθησις εις αμαρτίας, ο σκοτασμός της ψυ­χής, η διασάλευσις της πίστεως, η απώλεια της ελπί­δος, η στέρησις της χαράς, η έλλειψις της αγάπης, η κατάθλιψις και απογοήτευσις και, το χείριστον πά­ντων, η απομάκρυνσις της θείας Χάριτος και η εγκατάλειψις. Πειρασμοί δε που αφορούν εις το σώμα εί­ναι αι διάφοροι ασθένειαι και ο κόπος και ο μόχθος προς ζωοτροφίαν.
Όλαι αυταί αι δοκιμασίαι και ποικίλαι άλλαι, ό­πως συκοφαντίαι, εξουδενώσεις, αδικίαι, προπηλακί­σεις, προδοσίαι, καταδιώξεις, θάνατοι προσφιλών αν­θρώπων, που προκαλούν μελέτην του μυστηρίου του θανάτου και διάφοροι άλλοι εσωτερικοί και εξωτερι­κοί πειρασμοί, είναι σταυροί που παραχωρούνται από τον Θεόν, ζυγισμένοι αναλόγως με την δύναμιν εκά­στου, και οι οποίοι αναγκάζουν τον άνθρωπον να ταπεινωθή έστω και οικονομικώς και να αναζητήση το έλεος του Θεού. Ούτως ανοίγεται η οδός της μετα­νοίας, καθ' όσον «η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα»9.

Εις τας καλοπροαιρέτους ψυχάς ο Θεός ανοίγει την θύραν της μετανοίας δια του λόγου των θείων Γραφών και των Πατερικών κειμένων, δι' ενός κηρύγματος, μιας καλής συναναστροφής, δι' ενός καταιγι­σμού θείας Χάριτος κατά την ώραν της προσευχής ή της θείας Λειτουργίας, δι' ενός θαύματος, μιας θαυμα­τουργικής επεμβάσεως της θείας προνοίας, εις κάποιαν κρίσιμον στιγμήν της ζωής, δι' αποκαλύψεων θείων μυστηρίων κ.λπ.

Είναι άμετροι οι τρόποι που χειρίζεται ο Θεός, δια να φέρη τον άνθρωπον εις μετάνοιαν, διότι άπει­ρος είναι και η αγάπη Αυτού και η φιλανθρωπία. Βε­βαίως ο εξ αγάπης Σταυρωθείς Θεός θέλει πάντας σωθήναι δια της γλυκείας οδού της αγάπης, και όχι δια της οδού των θλίψεων και των δοκιμασιών. Ο Λυτρω­τής ημών δια χάριν μας υπέστη τα φρικτά πάθη, τον Σταυρόν και τον θάνατον και εν τω Αίματι Αυτού έχομεν την απολύτρωσιν. Εις ημάς απομένει να βαδίζωμεν την οδόν της μετανοίας δι' αγάπης και ευγνωμο­σύνης.
Συναίσθησις και συντριβή
Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος του ανθρώπου είναι το πρώτον βήμα εις την οδόν της μετανοίας. Η κατανόησις και η αποδοχή της αμαρτωλότητος δεν εί­ναι εύκολος εις τον αμαρτωλόν άνθρωπον. Η φιλαυ­τία και ο εγωισμός υψώνονται ως τείχος αδιαπέραστον και παχυλόν σκότος εις την ψυχήν. Χωρίς το φως του Χριστού ο άνθρωπος δεν δύναται να ίδη το σκότος και την ασχήμιαν της ψυχής του, ούτε να δια­πιστώση την φθοράν και επικάλυψιν, δια βορβορώ­δους ύλης, αμαρτιών της θεομόρφου εικόνος αυτού. Δια τούτο ο άνθρωπος πρέπει πάντοτε να αναλογίζε­ται την προαιώνιον βουλήν του Θεού δια την κατά Χάριν θέωσιν του ανθρώπου. Η μελέτη αυτή της αγά­πης του Θεού και της απερισκεψίας του πεπτωκότος ανθρώπου είναι λυτρωτική, διότι φέρει εις μετάνοιαν.
Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος προϋποθέτει ταπείνωσιν. Και η ταπείνωσις δίδεται εις την ψυχήν που επιδίδεται εις την Χριστογνωσίαν. «Μάθετε απ' ε­μού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία»10.
Όταν ο άνθρωπος μελετά τον εσταυρωμένον Θεάνθρωπον, ταπεινούται και αρχίζει να συναισθάνεται ότι αυτός είναι ο αίτιος της σταυρικής θυσίας του Θεού. Η παραμικρά νύξις συναισθήσεως της αμαρτωλότητος ανοίγει τους κρουνούς του ελέους του Θεού, ο Οποίος ανά πάσαν στιγμήν αναμένει την μετάνοιαν του ανθρώπου, δια να χαρίση εις αυτόν την Χάριν και την σωτηρίαν.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας διαβεβαιώνουν ό­τι η πλήρης συναίσθησις της αμαρτωλότητος και του σκότους της ψυχής ημών, φανερώνει ότι επεσκέψατο την ψυχήν η θεία Χάρις, κομίζουσα το ανεκτίμητον δώρον της μετανοίας, το οποίον είναι μεγαλύτερον και από την θέαν των αγγέλων και των αγίων. Το να γνωρίση δηλαδή ο άνθρωπος τας αμαρτίας του και την πνευματικήν του πτωχείαν είναι ανώτερον της οπτασίας αγγέλων!
Από την συναίσθησιν της πτωχείας και της αμαρ­τωλότητος ημών και την εντρύφησιν εις την φιλανθρωπίαν και άπειρον αγάπην του Θεού γεννάται εις την ψυχήν του ανθρώπου το λυτρωτικόν πνεύμα της συντριβής και της μετανοίας. Το Φως του Χριστού, αμυδρόν κατ' αρχάς, ρίπτει τας ακτίνας του εις το αδιαπέραστον σκότος της υπερηφανείας και φιλαυτίας της ψυχής και φανερώνει την απεχθή ασχημοσύνην της κατεστραμμένης εικόνος. Όταν ο άνθρωπος κατανοήση την απώλειαν της θεοειδείας αυτού, την άγνοιαν και το σκότος του νοός του και την απομάκρυνσίν του από τον Θεόν της αγάπης, τότε η καρδία αυτού συνθλίβεται και αρχίζει να οδυνάται, διότι επίκρανε τον φιλανθρωπότατον Θεόν. Το πνεύμα της συντριβής φέρει το πένθος και τα δάκρυα της μετανοίας, τα οποία καθαρίζουν την ψυχήν. «Ήμαρτες; πένθησον και λύεις την αμαρτίαν», λέγει ο κήρυξ της μετανοίας Άγιος Χρυσόστομος και συνεχίζει: «σβέσωμεν την πυρκαϊάν των αμαρτημάτων ουχ ύδασι πολλοίς αλλά μικροίς δάκρυσι. Το γαρ δάκρυον αποπλύνει δυσωδίαν αμαρτίας... ότι λουτρόν εστι και καθάρσιον α­μαρτημάτων τα δάκρυα»11.
Το πνεύμα της συντριβής δεν εγκαταλείπει ποτέ τον διηνεκώς μετανοούντα άνθρωπον, ο οποίος ομο­λογεί την αμαρτίαν του και αυτό αποδεικνύει ότι εμίσησεν αυτήν. Τον Απόστολον Παύλον ουδέποτε εγκατέλειψεν η μνήμη της αμαρτίας του, δια τούτο και ωμολόγει: «εγώ γαρ ειμί ο ελάχιστος των Αποστό­λων, ος ουκ ειμί ικανός καλείσθαι Απόστολος, διότι εδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού»12. Και πάλιν: «τον πρότερον όντα βλάσφημον και υβριστήν. αλλ' ηλεήθην ότι αγνοών εποίησα τη απιστία»13. Αυτή όμως η συντριβή και η μετάνοια έκανε τον μέγαν Απόστολον των Εθνών να αναβή έως τρίτου ουρανού και να ακούση τα άρρητα ρήματα «α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι»14.

Από την συντριβήν της καρδίας και το πένθος πη­γάζει η κατά Θεόν λύπη. «Η γαρ κατά Θεόν λύπη με­τάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται»15, λέγει ο Απόστολος Παύλος. Από την κατά Θεόν λύπην δίδεται εις την ψυχήν η παράκλησις και η ευφρο­σύνη. «οι την αμαρτίαν ολοφυρόμενοι, καν αμέτρως θρηνήσωσιν ευφροσύνην καρπούνται, μεταμέλειαν ου δεχόμενοι» (Θεοδώρητος). Δια τούτο ο Κύριος μακα­ρίζει τους πενθούντας «ότι αυτοί παρακληθήσονται»16. Η κατά Θεόν λύπη είναι χαρμολύπη, που βλαστάνει από το συντετριμμένον και τεταπεινωμένον πνεύμα. Αυτή είναι η αληθής μετάνοια. Η κατάθλιψις και η απόγνωσις είναι εκ του πονηρού και απορρέει από την υπερηφάνειαν και τον πληγωμένον εγωισμόν. Χρειά­ζεται διάκρισις και προσοχή.

Μετάνοια χωρίς ελπίδα, δεν είναι αληθής μετά­νοια. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας τονίζουν την ουράνιον χαράν της μετανοίας. Την χαράν των αγγέ­λων «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»17. Οι οφθαλμοί του μετανοούντος διανοίγονται εις ατέρμονας ορίζο­ντας θείου φωτός και βλέπει τον Σωτήρα Χριστόν και βιώνει την ελπίδα της σωτηρίας και της αιωνίου ζω­ής. Από την Άβυσσον της ταπεινώσεως δια της μετα­νοίας, υψούται εις την Άβυσσον της αγάπης του Θεού.
Τρόποι μετανοίας
Η αναγέννησις του νεκρωθέντος υπό της αμαρ­τίας ανθρώπου επιτυγχάνεται δια του μυστηρίου της Μετανοίας και εξομολογήσεως. Εις την ψυχήν του ανθρώπου αποτυπώνονται όλοι οι λογισμοί και αι πράξεις της επιγείου ζωής αυτού, είτε καλοί είτε κακοί. Και αι μεν καλαί σκέψεις και πράξεις λαμπρύ­νουν την ψυχήν και είναι ανεξίτηλα κοσμήματα αυ­τής, αι δε ρυπαίνουν αυτήν και αμαυρώνουν το θείον κάλλος της εικόνος του Θεού. Η κηλίς του πονηρού λογισμού εξαλείφεται μόνον δια του μυστηρίου της μετανοίας και εξομολογήσεως. Η αυτομεμψία και αυτοαποστροφή, που φέρει την συναίσθησιν της αμαρτωλότητος και την συντριβήν της καρδίας, οδηγεί εις αληθή μετάνοιαν και ειλικρινή εξομολόγησιν και ού­τως εξαλείφονται πάσαι αι αμαρτίαι ημών. Ο Κύριος είπεν: «Ουδέν δε συγκεκαλυμμένον εστίν, ο ουκ αποκαλυφθήσεται και κρυπτόν, ο ου γνωσθήσεται»18. Εάν ημείς δεν ομολογήσωμεν τας αμαρτίας ημών, δια να απαλείψωμεν αυτάς δια του μυστηρίου της μετανοίας, θα καταστήσωμεν αυτάς φανεράς ενώπιον του φρι­κτού βήματος του Χριστού εις άπαντας τους αγγέλους και τους ανθρώπους όλων των αιώνων. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημών τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας»19.
Δια να έχη η μετάνοια ημών τα αγαθά αποτελέ­σματα της αφέσεως των αμαρτιών και της εν Χριστώ αναγεννήσεως ημών, πρέπει να πληροί ορισμένους ό­ρους. Ήδη ελέχθησαν τα περί συναισθήσεως και συν­τριβής, αι οποίαι είναι τα θεμέλια της μετανοίας. Δεν αρκεί όμως μόνον αυτό. Μετά την κατά Θεόν λύπην και το λουτρόν των δακρύων, είναι απαραίτητον να ακολουθήση η στερρά πίστις και βεβαία ελπίς δια το θείον έλεος. Εις τούτο βοηθεί η εντρύφησις εις το μυστήριον της αγάπης του Θεού. Ο σκληρός αγών κατά των εμπαθών λογισμών και των δαιμονικών υποδείξε­ων δεν είναι πάντοτε ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος δια την υπερνίκησιν του κακού. Συχνάκις ο καλύτε­ρος και ευκολώτερος τρόπος είναι η πνευματική ανάβασις προς τας θείας κορυφάς της αγάπης του Θεού, η θεωρία του θείου Μεγαλείου20 και η μελέτη της προ­αιωνίου βουλής του Θεού, του υψίστου προορισμού η­μών προκαταβολής κόσμου δια το πλήρωμα της τελειότητος. Αξίζει να κατατρυφώμεν εις τους θεσπε­σίους λόγους του Αποστόλου Παύλου: «Καθώς εξελέξατο ημάς εν αυτώ προκαταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον αυτού, εν αγάπη προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις Αυ­τόν.... εις έπαινον δόξης της χάριτος Αυτού....»21.

Η μελέτη της εκπτώσεως ημών από την αγαπητικήν βουλήν του Θεού δια την συμμετοχήν μας εις την θείαν ζωήν και την κατά χάριν θέωσιν ημών, είναι δυ­νατόν να γίνη το αποτελεσματικώτερον κέντρισμα προς μετάνοιαν και επίτευξιν του θείου προορισμού ημών. Η πίστις, λοιπόν, και η ελπίς εις το θείον έλε­ος συνδυασμέναι με την μελέτην της προαιωνίου αγά­πης του Θεού προς ημάς είναι αι βασικώτεραι προϋ­ποθέσεις της μετανοίας.
Άλλον γνώρισμα και τρόπος της ειλικρινούς με­τανοίας είναι η διόρθωσις του βίου, η σταθερά απόφασις της αποστροφής της αμαρτίας. Ο μετανοών απο­στρέφεται τας ρυπαράς πληγάς που του κατέφερεν η αμαρτία και αι οποίαι προσέβαλαν την θείαν αγάπην. Δια τούτο παίρνει πλέον σταθεράν την απόφασιν να μη προσβάλη τον Άγιον Θεόν, αλλά να πορεύεται κα­τά το θέλημα Αυτού και να τηρή τας θείας εντολάς Του. Εάν δε παρ' ελπίδα εξ αδυναμίας αμαρτήση πά­λιν, πρέπει με μεγαλύτερον σθένος να επιρρίπτη εαυ­τόν εις το θείον έλεος και να μετανοή και πάλιν. Με­τάνοια δε σημαίνει αλλαγή νοός, αλλαγή βίου. Ο με­τανοών εγκαταλείπει τας αμαρτωλάς συνηθείας και πράξεις και πορεύεται κατά το θείον θέλημα. «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν»22, λέγει ο Προφήτης της μετανοίας Δαυίδ. Και ο Άγιος Χρυσό­στομος, ο εγγυητής των αμαρτωλών, λέγει ότι αρχή της μετανοίας είναι η αποχή από την αμαρτίαν. Άνευ αλλαγής βίου και διορθώσεως δεν νοείται μετάνοια23.

Ακολουθεί η αποκατάστασις των ηδικημένων και των αδικημάτων γενικώς. Δια να δοθή τελεία άφεσις, χρειάζεται η δυνατή επανόρθωσις των αμαρτημάτων. «Μετανοείτε και ποιήσατε καρπούς αξίους της μετα­νοίας», λέγει ο Άγιος Πρόδρομος24.

Εάν η αμαρτία έγινε προς τον ίδιον τον Κύριον, χρήζει πολλών δακρύων και οδύνης καρδιακής και προσευχών διαπύρων και αυτοτιμωρίας και πράξεων των αντιθέτων αρετών. Εάν η αμαρτία έπληξε τον συνάνθρωπον, χρειάζεται την δυνατήν αποκατάστασιν. Αν η αδικία είναι υλική, πρέπει να αποδοθή το ίσον, αν όχι το τετραπλούν, κατά τον Ζακχαίον25. Αν η α­μαρτία αφορά εις την τιμήν και το πρόσωπον του συν­ανθρώπου, πρέπει να ανακαλεσθούν τα συκοφαντικά ή λοιδορικά λόγια και να αποκατασταθή πλήρως η υπόληψις του αδικηθέντος. Γενικώς δε κάθε αμαρτία αποκαθίσταται δια της μετανοίας και της εκπληρώσεως της αντιθέτου αρετής.

Δια να λάβη ο αμαρτωλός την άφεσιν των αμαρ­τιών, πρέπει πρώτος αυτός να συγχωρή τους εχθρούς του και τους αδικούντας αυτόν. Ο Κύριος μας διαβε­βαιώνει λέγων: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παρα­πτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ου­ράνιος. εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώ­ματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώ­ματα υμών»26. Όσον και να μετανοήση ο Χριστιανός και όσους καρπούς μετανοίας να επιδείξη, δεν λαμβά­νει την άφεσιν των αμαρτιών, αν δεν συγχώρηση τον εχθρόν του. Αυτός ο τρόπος της μετανοίας είναι ο πλέον απαραίτητος δια την απαλλαγήν από την αμαρτίαν. Αν μάλιστα κατορθώση ο χριστιανός να προχω­ρήση από την συγχώρησιν των εχθρών εις την θεόμορφον αγάπην των εχθρών, τότε δια μιας ανέρχεται την κλίμακα των αρετών και ομοιάζει με τον Θεόν. Η αγάπη των εχθρών φέρει το Πνεύμα το Άγιον εις την ψυχήν του ανθρώπου και ο πιστός λαμβάνει όλην την αφθονίαν των θείων χαρισμάτων και εξασφαλίζει την άφεσιν των αμαρτιών του27.
Παραμένει τώρα η δευτέρα πράξις του μυστηρίου, η ιερά εξομολόγησις, δια της οποίας ολοκληρούται το μυστήριον.
Η Εξομολόγησις
Το μυστήριον της μετανοίας ολοκληρούται με την εξομολόγησιν των αμαρτιών ημών ενώπιον του ιερέ­ως. Όταν ο Κύριος συνέστησεν το μυστήριον της με­τανοίας, έδωκεν εις τους Μαθητάς Του την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν τας αμαρτίας των ανθρώπων. Δια της Αποστολικής δε διαδοχής η εξουσία αυτή ε­δόθη εις τους Επισκόπους και δι' αυτών εις τους εντε­ταλμένους ιερείς. Ο Κύριος είπεν εις τους Αποστό­λους Του: «άν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, άν τινων κρατήτε κεκράτηνται»28. εις δε τον Απόστολον Πέτρον είπεν: «και δώσω σοι τας κλεις της Βασιλείας των ουρανών, και ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς»29.
Η φιλάνθρωπος αγάπη του Θεού εχάρισεν εις τους ανθρώπους το ύψιστον δώρον του μυστηρίου της μετανοίας και εξομολογήσεως, επισφραγίζει δε την άφεσιν των αμαρτιών δια των επισκόπων και ιερέων: «άπερ αν εργάσωνται κάτω οι ιερείς, ταύτα ο Θεός ά­νω κυροί και την των δούλων γνώμην ο Δεσπότης βε­βαιοί»30, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Δεν αρκεί λοιπόν να μετανοήση ο άνθρωπος και να ομολογήση τας αμαρτίας του μόνον εις τον Θεόν. Δια να ολοκληρωθή το μυστήριον της μετανοίας, εί­ναι απαραίτητος και η ενώπιον του ιερέως εξομολόγησις των αμαρτιών. Εάν δεν προηγηθή η ενώπιον του Θεού μετάνοια και δεν ακολουθήση η ενώπιον του Ιερέως εξομολόγησις, το μυστήριον δεν επιτελεί­ται, αλλ' αποβαίνει άκαρπον και ανωφελές δια τον αμαρτωλόν άνθρωπον, ο οποίος παραμένει δέσμιος της αμαρτίας και του θανάτου.

Πρέπει να κατανοήσωμεν καλώς ότι η μετάνοια και η εξομολόγησις είναι αλληλένδετα και απαραίτη­τα στοιχεία του σωτηριώδους μυστηρίου. Πάντοτε προηγείται η μετάνοια και έπεται η εξομολόγησις. Ο μετανοών πρέπει με συντετριμμένον πνεύμα και βαθείαν μετάνοιαν να αναγνωρίζη την ενοχήν του, να παραδέχεται τα σφάλματά του και μεμφόμενος εαυτόν να λυπήται, διότι δια των αμαρτιών του επίκρανε την αγάπην του Θεού. Εάν δεν προηγηθή της εξομολογή­σεως η μετάνοια, το μυστήριον δεν έχει τον απολυτρωτικόν του χαρακτήρα, ούτε επιφέρει την μεταβο­λήν του βίου και την σωτήριον αλλαγήν και επιστροφήν προς τον Θεόν.
Όταν υπάρχη βαθεία μετάνοια και ειλικρινής εξομολόγησις, όλαι αι αμαρτίαι συγχωρούνται, όσον πολλαί και βαρείαι αν είναι. Η δια του μυστηρίου πα­ρεχομένη συγχώρησις είναι πλήρης και τελεία! Τα δε επιβαλλόμενα υπό του πνευματικού εις τους εξομολογουμένους επιτίμια είναι φάρμακα θεραπευτικά, τα οποία παιδαγωγούν προς αρετήν και πνευματικήν προκοπήν τους μετανοούντας. Δεν έχουν χαρακτήρα εξιλαστικόν ή ποινικόν ή ικανοποιητικόν, αλλά ιαματικόν και παιδαγωγικόν.

Η εξομολόγησις, δια να δίδη τους πλουσίους καρπούς της, πρέπει να γίνεται με σωστόν τρόπον. Κυρίως να γίνεται με μετάνοιαν και συντριβήν. Η ο­μολογία των αμαρτιών να γίνεται με απόλυτον ειλικρίνειαν και ταπείνωσιν, χωρίς υπεκφυγάς και δικαιο­λογίας. Η εξομολόγησις να χαρακτηρίζεται από την ευθύτητα και την αυτομεμψίαν. Με αποστροφήν προς την αμαρτίαν να κατηγορώμεν εαυτούς και να ομολογώμεν την υπευθυνότητά μας, δι' ό,τι κακόν επράξαμεν, χωρίς να επιρρίπτωμεν τας ευθύνας εις άλλους. Η εντροπή κατά την ώραν της εξομολογήσεως πρέπει να έχη μέτρον, δια να μη εμποδίζη το μυστήριον. Ο πανούργος εχθρός της σωτηρίας μας διάβολος διώ­χνει την εντροπήν κατά την ώραν της αμαρτίας και φέρει υπερβολικήν αυτήν κατά την ώραν της εξομο­λογήσεως, δια να μη απελευθερωθώμεν από τα δεσμά του. Η αιδώς, λοιπόν, να χαρακτηρίζη την μετάνοιάν μας, αλλά να μη την εμποδίζη.

Η εξομολόγησις να είναι σύντομος και συγκεκρι­μένη χωρίς πολυλογίας ή μισόλογα. «Ου γαρ αρκεί ει­πείν αμαρτωλός ειμι, αλλά δει και κατ' είδος αυτών μεμνήσθαι των πλημμελημάτων»31, μας λέγει ο κήρυξ της μετανοίας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διότι δια της ομολογίας των συγκεκριμένων αμαρτιών επέρ­χεται η ταπείνωσις και η συντριβή, που αποπλύνει την ψυχήν.

Να ομολογώμεν, λοιπόν, μόνον τας ιδικάς μας α­μαρτίας και να μη αναφέρωμεν τας αρετάς και τα κα­λά έργα μας, διότι και αν όλον τον θείον νόμον τηρήσωμεν, πάλιν ένοχοι είμεθα, διότι δεν γνωρίζομεν αν αι πράξεις μας ευαρεστούν τον Άγιον Θεόν και αν τα κίνητρά μας είναι πάντοτε κατά Θεόν.

Επίσης να μη εξομολογούμεθα αμαρτίας δια τας οποίας έχομεν λάβει την άφεσιν, εκτός εάν επανελάβομεν αυτάς. Κυρίως όμως, να μη αποκρύπτωμεν τας αμαρτίας μας. Ο Θεός δεν κρίνει δύο φοράς. Ή θα υποστώμεν το κριτήριον της εξομολογήσεως ενώπιον του ιερέως ή το παγκόσμιον κριτήριον της Δευτέρας Παρουσίας ενώπιον Θεού, αγγέλων και ανθρώπων.

Εκείνο όμως, το οποίον πρέπει να συνέχη ημάς κατά την τέλεσιν του μυστηρίου, είναι η παρουσία του Θεού! Ναι μεν η εξομολόγησις γίνεται ενώπιον του ιερέως, αλλ' όμως ο ίδιος ο Κύριος είναι παρών και Αυτός δέχεται την μετάνοιάν μας και μας δίδει την άφεσιν των αμαρτιών δια του ιερέως32.
Ο θείος φόβος, λοιπόν, ας διακατέχη ημάς, κατά την τέλεσιν του μυστηρίου και ας ευχαριστώμεν τον Θεόν δια την άπειρον φιλανθρωπίαν Του.
Καρποί της μετανοίας
Εις τo μυστήριον της μετανοίας κρύπτεται η άπει­ρος αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού. Η μετάνοια, ως πλουσιοπάροχον και μοναδικόν θεόσδοτον φάρμακον, αναγεννά τον άνθρωπον και ελευθερώνει αυτόν από τους βρόγχους της απογνώσεως και παρέχει την παρρησίαν της υιοθεσίας, ήτις είναι ακαταμάχητον όπλον κατά του διαβόλου.
Ο Κύριος, δια να εντυπωθή μονιμώτερον εις τον άνθρωπον το περί μετανοίας κήρυγμα, αφήκε ως εικό­να ζώσαν την απαράμιλλον του Ασώτου παραβολήν33, το ανεκτίμητον τούτο του Ευαγγελίου κειμήλιον, με­τανοίας κήρυγμα διαπρύσιον. Όταν μελετώμεν την παραβολήν του Ασώτου υιού, μένομεν κατάπληκτοι από την άφατον μακροθυμίαν, ανεξικακίαν και ευσπλαχνίαν του Θεού. Βλέπομεν τον Πατέρα να αναμέ­νη τον άσωτον και να αναγνωρίζη αυτόν μακρόθεν. Δεν τον αναμένει να φθάση, αλλά «δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν»34. Δεν επιτιμά, δεν παραπονείται δικαίως, δεν αναξέει τας πληγάς του υιού του, αλλά δίδει εντολήν: «εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυ­τόν»35. Ασύλληπτος φιλανθρωπία! Δεν τον ενδύει απλώς με μίαν στολήν ζητεί να του φορέσουν την στο­λήν την «πρώτην». Αλλά δεν αρκείται μόνον εις αυτό ο πανεύσπλαχνος Πατήρ. δίδει και άλλην εντολήν: «Και δότε δακτύλιον εις την χείρα αυτού και υποδή­ματα εις τους πόδας»36. Ω της απείρου θείας και πατρι­κής αγάπης! Ω της δυνάμεως της μετανοίας!

Η «πρώτη στολή» που εδόθη εις τον άσωτον εί­ναι η καθαρότης που λαμβάνομεν με το μυστήριον του Αγίου Βαπτίσματος. Δια του μυστηρίου της μετα­νοίας αποκαθίσταται πλήρως η πρώτη καθαρότης. Το δακτυλίδιον συμβολίζει τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, την αποκατάστασιν της εν Χριστώ υιοθε­σίας. Τα δε υποδήματα, σύμβολα της ελευθερίας, (διότι οι δούλοι δεν έφερον υποδήματα) συμβολίζουν την ενίσχυσιν που δίδει ο Θεός εις τον μετανοούντα, δια να πορεύεται πλέον σταθερώς εις την οδόν της σωτηρίας.
Την μετάνοιαν ακολουθεί η πλήρης δικαίωσις του μετανοούντος. Ο μετανοών μετά την εξομολόγησιν λαμβάνει την συγχώρησιν και την πλήρη άφεσιν πα­σών των αμαρτιών αυτού. Συνχωρείται και πάλιν εις τους Πατρικούς κόλπους και απολαμβάνει την υιοθεσίαν.
Δια της αμαρτίας ο άνθρωπος χωρίζεται από τον Θεόν και καθίσταται εχθρός Αυτού. Το «μεσότοιχον του φραγμού»37 ορθώνεται ανά μέσον του Θεού Πα­τρός και του αμαρτωλού. Η εν μετανοία εξομολόγησις όμως κρημνίζει το μεσότοιχον και ο Πατήρ συνχωρεί τον μετανοούντα εν Εαυτώ. Συμφιλιώνεται μαζί του και τον εναγκαλίζεται φιλοστόργως και τον καταφιλεί, βεβαιών αυτόν δια το αδιάπτωτον της αγάπης Του. Ο πιστός γίνεται και πάλιν τέκνον Θεού, επανακτά την χάριν της υιοθεσίας, αι δε ουλαί της αμαρ­τίας απαλείφονται εντελώς.

Ο μετανοών δεν συμφιλιώνεται μόνον με τον Θεόν, αλλά και με όλην την Εκκλησίαν, επουράνιον και επίγειον. Συνχωρείται εις την Εκκλησίαν και ενο­ποιείται με όλους τους αγίους και τους αδελφούς του. Όθεν και «χαρά έσται εν ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι»38. Επίσης ο μετανοών συμφιλιώνεται και με τον εαυτόν του. Η πάλη της συνειδήσεως στα­ματά και ο άνθρωπος ειρηνεύει εν εαυτώ. Η γαλήνη και η ισορροπία της ψυχής αποκαθίστανται και η καρδία ειρηνική χαίρει και αγάλλεται με θείαν ευφροσύνην, η οποία αντανακλάται και εις το πρόσωπον του μετανοούντος. «Το συνειδός αγαλλόμενον, συγκαλλωπίζει αυτώ και το πρόσωπον, και άρδει τας πα­ρειάς ή της ψυχής ευρωστία. Και γαρ ουχ απλώς είρηται τω Σοφώ. καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει.»39, μας διαβεβαιοί ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος. Και πράγματι το πρόσωπον του εξομολογουμένου μετά το μυστήριον λάμπει. Χαρά εν ουρανώ γί­νεται, αλλά χαρά και εν τη γη.

Η απερινόητος αγάπη του ουρανίου Πατρός δεν γνωρίζει όρια. δια τούτο και συνεχίζει: «Και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν θύσατε και φαγόντες ευφρανθώμεν, ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε και απολωλός ην και ευρέθη»40. Η θυσία αυτή δεν είναι άλλη από την σταυρικήν θυσίαν του «μόσχου του αμώμου»41, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος εθυσιάσθη, δια να λυτρώση τους αμαρτωλούς. Η θυσία του Χριστού επί του Σταυρού διαιωνίζεται δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Και ο μετα­νοών πιστός καλείται να μετάσχη της θείας Κοινω­νίας. Εκεί πλέον κρύπτεται το αποκορύφωμα της Πα­τρικής συνχωρήσεως. Εις την ανάκρασιν εν τω Αγίω Ποτηρίω ο πιστός ενούται όλος με όλον τον Θεόν. Χωρείται όλος εν τω Θεώ και χωρεί Όλον εν εαυτώ. Δια τούτο μας παρέδωσε το μυστήριον της θείας Ευ­χαριστίας, «ίν' όλοις ημίν ενωθήναι δυνηθή και δι' ό­λων ημών χωρήση και προς εαυτόν ημάς αναλύση, πάσι πάντα συνάψας τοις ημετέροις τα εαυτού»42.

Γλυκύτατοι οι καρποί της μετανοίας και απερινόητοι! Δια της υιοθεσίας και της ενώσεως εν τω μυστηρίω της θείας Ευχαριστίας καθίσταται ο αμαρτω­λός αλλά μετανοών άνθρωπος συγκληρονόμος Χριστού και κληρονομεί τα αγαθά της ουρανίου Βασι­λείας!
Είθε να βιώσωμεν την αληθή μετάνοιαν, η οποία θα μας οδηγήση εις την θέωσιν, δια να μετάσχωμεν εις την θείαν ζωήν μετά πάντων των αγγέλων και των αγίων, εις την αιώνιον και ασάλευτον Βασιλείαν.
Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του μακαριστού πατρός Δαμασκηνού
Ο πατήρ Δαμασκηνός εγεννήθηκε στην πόλι των Μεγάρων την 2α Ιουλίου του έτους 1921.
Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία Κατρακούλη, ήσαν πιστοί και ενάρετοι. Ήσαν στολισμένοι με την υψοποιό ταπείνωσι, και ζούσαν την πατροπαράδοτη ευσέβεια μέσα στην Εκκλησία με ανεπιτήδευτη απλό­τητα... Είχαν αποκτήσει και δύο κόρες, την Καλλιόπη και την Αναστασία.
Κυρίως, όμως, και οι δύο διακρίνοντο για την ευ­λάβεια, τον καθαρό βίο και την σωφροσύνη τους.
Στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Σπυρίδων.

Από την παιδική του ηλικία έτρεφε ιδιαίτερη αγά­πη για τον Χριστό και για τους «ελαχίστους αδελ­φούς» του Κυρίου. Αγωνιζόταν να αισθανθή ζωντανή την παρουσία Του, όπως ωμολογούσε: «Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, προσπαθούσα να βάλω τον Χριστό μέ­σα στην καρδιά μου... Προσπαθούσα να γεμίσω την καρδιά μου και την ψυχή μου με την εικόνα του Χριστού, με το πρόσωπο του Κυρίου!».

Από την μικρή του ηλικία ο Σπυρίδων ήταν «παιδαριογέρων» και εφιλοσοφούσε την ζωή. Εγαλουχήθηκε με τα νάματα της πίστεως όχι μόνο από το οι­κογενειακό του περιβάλλον, αλλά και από το σχο­λείο, που τότε ήταν και εκπαιδευτήριο ευσέβειας... Ως μαθητής του δημοτικού σχολείου ήταν φιλόπονος, ε­ξυπνότατος, επιμελής, και η επίδοσίς του στα μαθήμα­τα ήταν αρίστη.
Μετά το Δημοτικό σχολείο, ο Σπυρίδων αναγκά­στηκε να διακόψη τις σπουδές του και να στραφή προς την σκληρή αγροτική ζωή, εργαζόμενος σκλη­ρά.

Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια εκύλισαν με χειρωνακτική εργασία μέσα στον ναό της φύσεως, ε­νώ η Θεία Χάρις τον εσκέπαζε και τον ετοίμαζε να εργασθή στον αγρό της Εκκλησίας.
Στην πόλι των Μεγάρων την εποχή εκείνη υπήρχε βαθιά ριζωμένη η ορθόδοξη παράδοσις, την οποία εκαλλιεργούσαν σεμνοί και παραδοσιακοί ιερείς, στην πνευματική καθοδήγησι των οποίων κατέφυγε ο Σπυ­ρίδων.

Αργότερα έλεγε ο πατήρ Δαμασκηνός: «Τα χαρί­σματα του Αγίου Πνεύματος αρχίζουν να ενεργούν εις τον άνθρωπον, μόλις γίνη η πρώτη γνωριμία του με τον Χριστόν, κατόπιν βεβαίως σκληρών αγώνων».

* «Όταν εγνώρισα τον Θεόν, ενόμιζα πως δεν επα­τούσα στην γη, πως ευρισκόμουν στον ουρανό. Μόλις Τον αγάπησα θερμά, ο κόσμος εξαφανίστηκε. και έ­λεγα: "Θεέ μου, Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ! Σ' αγαπώ!" Περ­πατούσα με ξυλωμένα παπούτσια μόνο και μόνο για τον Χριστό».

* «Όταν αγαπάς τον Θεό, δεν αισθάνεσαι ουδεμίαν ανάγκη και ουδένα φόβο. Στα πρώτα χρόνια που εγνώρισα τον Χριστό, μου είχε φύγει ο φόβος παντε­λώς. Σκεφθήτε, επήγαινα για δουλειά και εκοιμόμουν νύκτες στα δάση, ενώ δίπλα μου υπήρχαν οπλοφόροι με μαχαίρια. Την δουλειά μου εγώ... Θεία συνομιλία! Αυτό το λέω, γιατί ήταν της Θείας Χάριτος! Όταν έχης την Θεία Χάρι, αγκαλιάζεις τα πάντα. ακόμη και τους εγκληματίες!».
* «Όταν εγνώρισα τον Κύριον, δεν ήθελα κανένα άλλο φίλο. Ήθελα να μένω κατά μόνας μαζί Του. Ουδενός την φιλίαν επιθυμούσα, παρά μόνον του Χριστού. Όταν ήμουν μόνος, είχα να συζητήσω τα δικά μου με τον Θεόν και δεν ήθελα κανένα. Όμως, κατό­πιν ο Κύριος μας συνέδεσε με τους δικούς Του ανθρώ­πους και μας εχάρισε το μεγάλο δώρο της εν Χριστώ φιλίας. Και θυμάμαι, τα πρώτα χρόνια, μόλις εγνωρίζαμε κάποιον άνθρωπο του Θεού, γινόμασταν αμέσως ένα μαζί του!»....
* «Επιθυμώ να ομιλώ στον Θεόν με λαχτάρα, με αγαπητική προσευχή. Να αγαπώ θεολογικώς και να θεολογώ αγαπητικώς».
Εκοιμήθη οσίως την 23 Φεβρουαρίου του 2001.
Λαχτάρα Αιωνιότητος43
Ό,τι και να κάνωμε, όσο και να προσπαθήσωμε και να αγωνισθούμε, εάν δεν προσανατολισθούμε προς την αιώνιο ζωή και την ανέσπερη βασιλεία, νο­μίζω ότι μέσα μας δεν θα έχωμε την πληροφορία της σωτηρίας. Όταν τηρώ τας εντολάς, η συνείδησίς μου είναι αναπαυμένη απέναντι του Θεού. Αλλά για να επιτύχωμε την τελεία ανάπαυσι, είναι απαραίτητη και η καλλιέργεια της προσδοκίας της αναχωρήσεώς μας και η δίψα αυτής της στιγμής του θανάτου.

Είδατε; Μόλις ακούμε την λέξι «θάνατος», μας πιάνει φόβος. Πρέπει όλοι όμως να έχωμε δίψα θανά­του. ιδιαίτερα οι μοναχοί, αλλά και κάθε χριστιανός. Να διψάμε αυτήν την ώρα της μεταβάσεώς μας στα ουράνια σκηνώματα. Αυτήν την δίψα είχαν όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και αυτήν έχουν και οι σημε­ρινοί άγιοι και ειδικώτερα οι Αγιορείτες. Αλλά και οι πιστοί στον κόσμο και οι εργάται του Ευαγγελίου και οι ιεραπόστολοι, με αυτήν την δίψα του θανάτου πραγματώνουν τον θείο λόγο και τελούν τα έργα της πίστεως. μετακινούν ακόμη και όρη. Και εμείς, λοι­πόν, δια της πίστεως να μετακινήσωμε την ψυχή μας. Και από τον άδη να την ανεβάσωμε στην βασιλεία του Θεού. Ας παρακαλούμε τον Κύριο να μας ανοίγη φωτεινούς ορίζοντας πίστεως και αγάπης προς Αυτόν. Η πίστις δεν είναι απλό πράγμα ούτε ο άνθρωπος, που είναι εικόνα του Θεού. Ο άνθρωπος έχει άπειρες διαστάσεις. Επειδή επλάσθη «κατ' εικόνα» Θεού, κατευθύνεται προς το άπειρο, προς την άνω Ιερουσα­λήμ. Όταν λέω «κατευθύνομαι προς τον άπειρο», ση­μαίνει σκέπτομαι τον άπειρο Θεό και την μετάβασί μου στην αιωνιότητα.

Αλλά πώς θα αγαπήσω τον Θεόν; πώς θα ανοίξω την ψυχή μου προς Αυτόν και πώς θα διαθέσω όλη μου την ύπαρξι στην αγάπη Του; Υπάρχουν πολλοί τρόποι της αγάπης του Θεού. Και όταν ο άνθρωπος εί­ναι διατεθειμένος να θυσιάζεται για τον Θεόν, δεν κάνει και αμαρτίες. Έτσι δεν είναι, παιδιά; Προσέχει τον λόγο του, προσέχει τις σκέψεις του, τις διαθέσεις του.

Με την αγάπη του Θεού ανοίγει ο ορίζων της ψυ­χής αμέσως και ο άνθρωπος γίνεται διάπλατος. Η ύπαρξίς του αμέσως ευρύνεται, γιατί τείνει προς τον ά­πειρο Θεόν και την αιώνιο ζωή. Αυτόν τον άπειρο Θε­όν αγαπήσαμε και ξεκινήσαμε να Τον συναντήσωμε. Γι' αυτό μας αναπαύει η ησυχία και η ερημία. Δεν μας αναπαύει ο κόσμος και τα του κόσμου, παρά μό­νον η ησυχία και η ερημία. Και επιθυμούμε να βασιλεύη στην ψυχή μας η ειρήνη του Θεού και η αγάπη του Θεού....