ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ.ΑΛΤ! ΕΔΩ ΕΛΛΑΣ!
ΣΗΜΕΡΑ,
ἀγαπητοί μου, ἡ σκέψι μας, ἡ καρδιά μας, ἡ μνήμη μας, ὅλος ὁ ψυχικός
μας κόσμος φτερουγίζει στὸ μέγα γεγονὸς τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας. Ἐμεῖς,
ποὺ τὸ ζήσαμε καὶ τὸ αἰσθανθήκαμε, ὡς αὐτόπται καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες
ἐκείνου τοῦ θαύματος ἔχουμε ἱερὰ ὑποχρέωσι νὰ τὸ μεταδώσουμε ἀπὸ γενεὰ
σὲ γενεά. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ἡ μνήμη τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ
εὐγνωμοσύνη πρὸς τοὺς πεσόντας. Διότι τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἐπάνω στὰ ψηλὰ
βουνὰ ἔκλεισαν τὰ μάτια τους τὰ καλύτερα παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ
ζῇς σήμερα
ἐσύ, παιδί μου, ἐλεύθερος.
Τὰ κόκκαλά τους εἶνε φωτεινὰ ὁρόσημα, ποὺ θὰ φωνάζουν· Ἄλτ, ἐδῶ Ἑλλάς! Ἂς ζωντανέψουμε μπροστὰ στὰ μάτια μας αὐτὴ τὴν ἡμέρα τῆς ἐθνικῆς ἀντιστάσεως λέγοντας λίγα λόγια. Σὰν σήμερα
Ἐὰν ἤμουν ποιητής, θὰ ἔκανα ἕνα ποίημα μὲ ὅλα τὰ «ὄχι» ποὺ εἶπε διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἡ Ἑλλάς. «Ὄχι» στὸ Μαραθῶνα. «Ὄχι» στὴ Σαλαμῖνα. «Ὄχι» στὶς Θερμοπύλες. «Ὄχι» στὴν Κωνσταντινούπολι πρὸς τὸν Χοσρόη καὶ τοὺς Ἀβάρους. «Ὄχι» στὴν Πύλη τοῦ Ῥωμανοῦ πρὸς τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο. «Ὄχι» κατόπιν στὸ Μεσολόγγι, «ὄχι» στὸ Σούλι, «ὄχι» στὴ Γραβιά, «ὄχι» στὴν Ἀλαμάνα, «ὄχι» στὸ Μανιάκι, «ὄχι» στὴν Κρήτη, «ὄχι» στὴ Μακεδονία, «ὄχι» στὸν Πόντο, «ὄχι» στὴν Κύπρο… Τὸ «ὄχι» ἐπανελήφθη μυριάκις στὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια, καὶ συνεχίζεται…Ἂν
ἤμουν καθηγητὴς τῆς ἱστορίας, θὰ ἐπλάτυνα τὸν λόγο καὶ ἡ ὁμιλία θὰ
στρεφόταν γύρω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ «ὄχι». Ἀλλὰ δὲν ἔχω τέτοιο σκοπό.
Ἁπλῶς λαμβάνω ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ «ὄχι»
ποὺ ἑορτάζουμε, γιὰ νὰ πῶ ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ «ὄχι» αὐτά, ὑπάρχουν καὶ
κάποια ἄλλα «ὄχι», ποὺ πρέπει νὰ λέμε καὶ δὲν τὰ λέμε. Ποιά εἶνε αὐτά.Ἡ
Ἑλλάς, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔχει μόνο φυσικὰ ὅρια ποὺ βλέπουμε στὸ χάρτη
καὶ τὰ ὁποῖα φρουροῦν οἱ ἀκρῖτες μας. Τὸ ἔθνος μας ἔχει καὶ ἄλλα ὅρια,
ὅρια πνευματικά, ὅρια ἠθικά, ὅρια θρησκευτικά, ὅρια παραδόσεων, γιὰ τὰ
ὁποῖα ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ μᾶς φωνάζει· «Μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ
πατέρες σου» (Παρ. 22,28). Πρόσεξε καλὰ νὰ μὴ μετακινήσῃς, νὰ μὴ
πειράξῃς τὰ ὅρια ποὺ ἔθεσαν οἱ πατέρες σου. Ὅπως στὸν ἐδαφικὸ χῶρο τῆς
Ἑλλάδος δὲν ἐπιτρέπουμε νὰ εἰσβάλουν ὀρδὲς βαρβάρων, ἔτσι πρέπει ν᾿
ἀντισταθοῦμε καὶ σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀοράτους καὶ ὁρατοὺς ἐχθροὺς ποὺ
ζητοῦν νὰ εἰσβάλουν μέσα στὸν ψυχικό, τὸν ἠθικό, τὸν θρησκευτικὸ χῶρο
μας.Μὰ ἀφῃρημένα εἶνε αὐτά;
Ἔ
λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν τακτική μου, θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὰ παραδείγματα,
γιὰ νὰ δῆτε ὅτι, ἐνῷ ὡς Ἕλληνες ἀμυνόμεθα καὶ τὰ κορμιά μας γίνονται
φράχτης καὶ δὲν περνοῦν οἱ βάρβαροι, στὸν πνευματικό μας βίο ὑποχωροῦμε
ἀνάνδρως. Ποῦ; Ἀρχίζω ἀπὸ τὰ μικρά.- Πάρτε λ.χ. τὰ τραγούδια.
Εἶσαι ἐναντίον τοῦ τραγουδιοῦ; θὰ μοῦ πῆτε. Ὄχι. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἡ
μουσικὴ αὐτὴ ποὺ ἀκοῦμε στοὺς δρόμους, στὸ σπίτι ἀπὸ τὸ ῥάδιο, στὰ
πάρτυ, στοὺς κινηματογράφους, τὰ τραγούδια αὐτὰ εἶνε τραγούδια τῆς
Ἑλλάδος; Τὶς παραμονὲς τοῦ 1912, μετὰ τὴν ἐπανάστασι τοῦ 1909, ὅποιος
ξένος ἐρχόταν στὴν Ἑλλάδα ἕνα τραγούδι ἄκουγε ἀπὸ μικροὺς καὶ μεγάλους·
τὸ τραγούδι ποὺ μιλοῦσε γιὰ τὴ «σκλαβωμένη γῆ.» Ποιά ἐννοοῦσαν
«σκλαβωμένη γῆ»; Τὴ Μακεδονία! Ἐκεῖνο τοὺς ἔθελγε. Καὶ πράγματι· τὰ
παιδιὰ ποὺ τραγουδοῦσαν τὰ τραγούδια ἐκεῖνα, ξεσηκώθηκαν μὲ μιὰ πνοὴ καὶ
μέσα σ᾿ ἕνα μῆνα ἔφθασαν στὴ Θεσσαλονίκη. Ἄντε τώρα μέσα στὸ στρατό νὰ
δῇς τί τραγουδοῦν οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες· τραγούδια ξένα, ποὺ τ᾿ ἀκοῦς
καὶ κοκκινίζεις ἀπὸ ντροπή, κι αὐτοὶ τὰ λένε χωρὶς συστολή. Ὑποχωρήσαμε
στὴ μουσική, ποὺ δὲν εἶνε μικρὸ πρᾶγμα. Ὑποχωρήσαμε ποῦ ἀλλοῦ; Ἡ Ἑλλὰς
διεκρίνετο ἀνέκαθεν γιὰ τὰ σεμνά της ἤθη, γιὰ τὴν εὐπρεπῆ ἐμφάνισι τῶν
γυναικῶν της. Δὲ᾿ λέω, ὅτι ἡ ἐνδυμασία εἶνε κάτι ἀμετάβλητο· θὰ
μεταβληθῇ, δὲν εἶνε δόγμα πίστεως. Ἡ ἐνδυμασία ὅμως τῶν γυναικῶν πρέπει
νὰ εἶνε πάντοτε σεμνή. Τώρα ξεφύγαμε, ξεπέσαμε, καταντήσαμε νὰ
περπατοῦν παντοῦ ἀδιάντροπες.
Δὲν εἶνε ἐμφάνισις αὐτή. Ὑποχωρήσαμε καὶ ἐδῶ· φθάσαμε σὲ σημεῖο νὰ βλέπουμε νὰ περιφέρωνται κινητὰ «κρεοπωλεῖα». - Ἀλλὰ καὶ κάπου ἀλλοῦ δὲν είπαμε ὄχι.
Διεκρίνετο ἡ πατρίδα μας γιὰ τὶς ἑορτὲς καὶ τὶς σεμνὲς τελετές της.
Διαβάστε Παπαδιαμάντη, ποὺ περιγράφει τὶς ἑορτὲς τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ
κλάψετε γιὰ τὸ σημερινὸ κατάντημα. Τότε σηκώνονταν πρωῒ – πρωῒ κι
ἀνέβαιναν μὲ τὰ πόδια ξυπόλητοι στὰ ἐξωκκλήσια· καὶ ἦταν ὄχι μόνο
νηστικοί, ἀλλὰ οὔτε τσιγάρο δὲ᾿ βάζανε στὸ στόμα· οὔτε ψωμὶ δὲν τρώγανε,
γιὰ νὰ πάρουν τὸ ἀντίδωρο ἀπὸ τὸν ἱερέα. Καὶ μετὰ κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὰ
πλατάνια καὶ τραγουδοῦσαν ὑπέροχα τραγούδια λεβεντιᾶς. Ποῦ ᾿ν᾿ τα τώρα
αὐτά; Ποῦ πῆγαν αὐτὲς οἱ σεμνὲς ἑορτές; Ὑποχώρησαν. Ἔχουμε ἑορτὲς κάθε
ἄλλο παρὰ χριστιανικὲς καὶ ἐθνικές. Ὑποχωρήσαμε ἀκόμη
καὶ στὸ ζήτημα τῶν χορῶν. Εχαμε χοροὺς ὡραίους, ἑλληνικούς. Χόρευαν τὰ
ἀγόρια καὶ τὰ κορίτσια χωρὶς νὰ ἔρχωνται σὲ ἐπαφή· χωριζόταν ὁ νέος
Ὑποχωρήσαμε.
Δὲν είπαμε ὄχι στὰ ξενικὰ τραγούδια, στὴν αἰσχρὰ ἐνδυμασία τῶν
γυναικῶν, στὶς δυτικὲς ἑορτές, στοὺς ἀνήθικους χορούς. Ποῦ ἀλλοῦ·
ἄλλοτε στὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχαν τρία – τέσσερα χαρτοπαικτικὰ κέντρα,
δηλωμένα, καὶ τὸ κακὸ ἦταν περιωρισμένο· σήμερα
* * *
Τὰ
παραδείγματα αὐτὰ τί δείχνουν, ἀγαπητοί μου; Δείχνουν, ὅτι τὸ ἡρωϊκὸ
«ὄχι» τῶν ἁγίων προγόνων μας ἐμεῖς δυστυχῶς τὸ προδώσαμε. Κ᾿ ἐκεῖνοι μᾶς
φωνάζουν ἀπὸ τοὺς τάφους· Γι᾿ αὐτὸ θυσιαστήκαμε ἐμεῖς;…
Ποῦ θὰ πάῃ, ἀδέρφια μου, αὐτὴ ἠ κατάστασι; Ἡ πνευματικὴ σκλαβιὰ εἶνε χειρότερη ἀπὸ τὴν ἐθνική. Ἕως πότε θὰ ὑποχωροῦμε;
Τέρμα
πλέον οἱ ὑποχωρήσεις! Ἂς ξυπνήσῃ τὸ φιλότιμο. Ἂς θυμηθοῦμε τὶς θυσίες
ἐκείνων ποὺ μᾶς χάρισαν τὴν ἐλευθερία. Ἂς τιμήσουμε τὴ μνήμη τους
συνεχίζοντας καὶ σήμερα
τὸ γενναῖο φρόνημά τους.
Α΄
μέρος ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π.
Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν αθουσα τοῦ συλλόγου «Τρεῖς
Ἱεράρχαι» Ἀθηνῶν τὴν 27-10-1957
* ΠΗΓΗ.Ορθόδοξος Έλληνας Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου