Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

Ζωή Χριστοκεντρική, όχι αμαρτωλοκεντρική του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


Αυτές τις μέρες παρευρέθηκα σε μια κηδεία, μαζί με άλλους τέσσερις ιερείς. Στο τέλος, ο ένας απ’ αυτούς, φιλοσοφώντας το θάνατο είπε:
          - Μεγάλος ευεργέτης ο θάνατος! Αν καταλαβαίναμε τι μας προσφέρει... Σταματά η αμαρτία να υπάρχει στην ύπαρξη μας. Ούτε ο δίκαιος αμαρτάνει πιά, ούτε ο αμαρτωλός. Ο πρώτος χαίρεται γι’ αυτό. Ο δεύτερος λυπάται που δεν μπορεί, γι’αυτό και βασανίζεται – αυτή είναι η κόλαση.
          Τα είπε και γέμισαν τα μάτια του. Τα ζούσε, τα πίστευε, όσα έλεγε.
          Παρατήρησα όμως ότι αυτό είναι μια αρνητική στάση κι ως εκ τούτου δημιουργεί αυτοδικαίωση. Η χαρά δηλαδή δεν προέρχεται από τη θέα του Χριστού αλλά από την ικανοποίηση ότι δεν αμαρτάνουμε.
          - Είναι ένα σημείο της κατάστασης μετά το θάνατο. Δεν είναι το μόνο. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλα, μου είπε.
          Αυτό που με εντυπωσίασε από τον ιερέα αυτόν, μεγάλο στην ηλικία, ήταν ο ενθουσιασμός του από τη διαπίστωση ότι «μετά θάνατο σταματά η αμαρτία». Το έλεγε και χαιρόταν το πρόσωπο του. Όμως αυτό έδειχνε και το στίγμα της Θεολογικής του θεώρησης. Έδειχνε το μεγάλο του αγώνα ενάντια στην αμαρτία, που τον διεξήγαγε  με συνέπεια κι αποφασιστικότητα.
          Θυμήθηκα τα όσα ανάφερε σε μια συνέντευξή του ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος: «Οι αμαρτίες είναι ένα τίποτα μπροστά στη χάρη του Θεού. Υπάρχουν απλώς για να ταπεινώνουν. Εγώ βάζω τον πήχυ όσο πιο ψηλά γίνεται. Και, φυσικά στην Εκκλησία, δεν περιμένουμε να περάσουμε πάνω απ’ αυτόν, γιατί κινδυνεύουμε από αλαζονεία. Περνώντας κάτω απ’ αυτόν, μας μένει η ταπείνωση».
          Ασφαλώς θα πρέπει να παλεύουμε κατά της αμαρτίας «έως εσχάτου». Όμως αλίμονο αν «γίνει πάθος ο αγώνας κατά των παθών» (Παύλος Ευδοκίμωφ). Κυρίως χρειάζεται να είναι η ζωή μας Χριστοκεντρική κι όχι αμαρτωλοκεντρική. Αυτό θα μας δίνει εσωτερική πληρότητα, νόημα ζωής, δυνατή χαρά. Γιατί βάση της ζωής μας δεν θα’ναι η αμαρτία που «έρχεται και παρέρχεται», αλλά ο Χριστός «το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, η αρχή και το τέλος», ο όντως «Ευλογητός εις τους αιώνας».

Η τόλμη της αλήθειας του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 22ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
«Δεν μας κουράζει το κοπιαστικό.
Μας κουράζει ό,τι δεν έχει αλήθεια,
κι αν έχομε θάρρος το αφήνουμε».
Αυτές τις μέρες μου έρχεται στο νου το πιο πάνω, που διάβαζα στο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου «Πελεκάνοι ερημικοί». Κι ήθελα πάνω σ’ αυτό να πω κάποιους προβληματισμούς μου. Συμβαίνει για χρόνια να έχουμε μια σχέση με την Εκκλησία, που εκφράζεται με τον Κυριακάτικο Εκκλησιασμό, τις νηστείες, την κατά καιρούς εξομολόγηση, τη συμμετοχή μας στη Θεία Κοινωνία. Νιώθουμε να επαναλαμβάνουμε τον εαυτό μας, να μην έχουμε κάποιο ιδιαίτερο πνευματικό ενδιαφέρον, να ζούμε σε μιαν πνευματική μονοτονία. Κάπου απουσιάζει η βαθιά χαρά… Γιατί άραγε; Το Ευαγγέλιο δεν μας λέει ότι ως Χριστιανοί θα πρέπει να λαχταρούμε από αγαλλίαση, εσωτερική πληρότητα, να έχουμε «ζωήν και περισσόν ζωής»;
Νομίζω ότι χρειάζεται να δούμε με ειλικρίνεια τον εαυτό μας, τις επιθυμίες μας, τις προσδοκίες μας. Τι θέλουμε να ζήσουμε τελικά; Πόσο αληθινοί είμαστε με το Ευαγγέλιο; Βέβαια, ειν’ αλήθεια ότι «χριστιανικά να ζήσεις είναι αδύνατο. Χριστιανικά μόνο πεθαίνεις», κατά τον π. Σωφρόνιο του Essex. Ποιος μπορεί να πει ότι εφαρμόζει όλες τις εντολές του Χριστού με ακρίβεια; Όμως η συνέπεια και κυρίως η ειλικρίνεια μας εισάγει σ’ ένα τρόπο ζωής αληθινό. Θέλεις να ζήσεις έστω κι αν η αδυναμία δεν σ’ αφήνει. Ποθείς τη χριστιανική ζωή, αλλά δεν τα καταφέρνεις πάντα. Άλλο η αδυναμία κι άλλο η υποκρισία. Και βέβαια η μεγαλύτερη υποκρισία είναι στον εαυτό μας.
Η πνευματική ζωή έχει κόπο. Ο κόπος όμως με τον πόθο έχει ανάπαυση, χαρά. Το ψεύτικο κουράζει την ψυχή, δεν αντέχεται.
Ας κάνουμε πάλι μιαν αρχή! Ας αναθεωρήσουμε την πορεία της ζωής μας, αν θέλουμε να βαδίζουμε με την ειρήνη και την αγαλλίαση, που’ ναι βιώματα βαθιά, καρδιακά, ευαγγελικά.
Ξέρετε, δεν έχουμε χρόνο! Φεύγει τόσο σύντομα ο καιρός μαζί με τις δυνάμεις μας, που η κάθε μέρα είναι πολύτιμη. Δεν θα έχουμε ξανά στα χέρια μας τον χρόνο που ζούμε τώρα. Δεν είναι κρίμα να φεύγει χωρίς χαρά;
Αν τολμήσουμε ν’ αλλάξουμε και αρχίσουμε να ζούμε πιο συνειδητά και ειλικρινά την πνευματική ζωή, η ζωή μας ολόκληρη θ’ αλλάξει και θα πάρει νόημα. Δεν έχουν σημασία οι προηγούμενες αμαρτίες, κι ας σημαδέψαν κάποιες απ’ αυτές τη ζωή μας. Σημασία έχει να πετάξουμε τη νωθρότητα, το μίζερο, το μονότονο, και να δεχτούμε την ανδρεία, τη λεβέντικη πνευματική ζωή που ξέρει να μεταποιεί την αδυναμία σε ταπείνωση, την πτώση σε μετάνοια. Τότε, πέρα από τον αγώνα, τον πόνο και τον κόπο, θα γευτούμε την «άνωθεν ειρήνη», τη χαρά της ζωντανής παρουσίας του ζώντος Κυρίου μας.

Η όντως ανθρώπινη ανάγκη του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 23ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
         Αναφέρεται στο Γεροντικό ότι ο αββάς Σισώης εκεί που καθόταν φώναξε με μεγάλη φωνή:
         - Ω ταλαιπωρία!
         Του λέγει ο μαθητής του:
         - Τι έχεις πάτερ;
         Κι απαντά ο Γέροντας:
         - Ένα άνθρωπο ζητώ να συνομιλήσω και δεν βρίσκω.
         Πόσο αληθινά είναι το ευαγγέλιο, οι πατέρες, οι βίοι των αγίων! Δεν κρύβουν την ανθρώπινη πραγματικότητα, που περιέχει τον πόνο, την αποτυχία, την αστοχία, την απογοήτευση, τη μοναξιά.
         Θα περίμενε κανείς από ένα μεγάλο άγιο και ασκητή να μην έχει ανάγκη από ανθρώπινη παρουσία και παρηγοριά. Όμως αυτό εμπεριέχει την αίρεση του Μονοφυσιτισμού, που δεν αναγνωρίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού και κατ’ επέκταση θέλει τους ανθρώπους του Θεού χωρίς ανθρώπινες ανάγκες και αισθήματα.
         Γι’ αυτό η Ορθοδοξία είναι ο τρόπος ζωής που μας ταιριάζει και μπορούμε να ζήσουμε, χωρίς να αλλοιωθούμε ως άνθρωποι – εικόνες Θεού.
          Το πιο πάνω περιστατικό με τον αββά Σισώη, μας παρουσιάζει την ανθρώπινη ανάγκη για συνάντηση με άνθρωπο που μπορούμε να συνεννοηθούμε και να κοινωνήσουμε τις βαθύτερές μας ανάγκες. Κι απ’ ό,τι φαίνεται αυτό «δεν είναι μια ανάγκη» κατά τον π. Φιλόθεο Φάρο, ο οποίος αναφέρει το εξής στο βιβλίο του «Η αλλοίωση το Χριστιανικού ήθους»: «Ο άνθρωπος υπάρχει πραγματικά στο ποσοστό που συναντά τον άλλο με γυμνή ψυχή και μοιράζεται μαζί του τα πιο βαθιά του αισθήματα, είτε αυτά είναι απόγνωση, αμφιβολία, ανασφάλεια είτε είναι στοργή και τρυφερότητα. Μόνο όταν μοιράζεται με τον άλλο τα βαθύτερά του βιώματα, αρνητικά ή θετικά, κοινωνεί με τον άλλο και η ανάγκη της κοινωνίας με τον άλλο δεν είναι μια ανάγκη αλλά είναι η ανάγκη».
         Η διαπίστωση της απουσίας ανθρώπου, όπου μπορούμε να ανοίξουμε την καρδιά μας και να εκφραστούμε άνετα, προκαλεί πόνο γιατί τονίζει τη μοναξιά μας. Όμως ο πόνος αυτός μπορεί να γίνει αφετηρία για προβληματισμό και ανάνηψη. Δεν φταίνε πάντα οι άλλοι για την κατάντια μας! Ο παραλυτικός της κολυμπήθρας της Βηδεσδά ήταν μόνος για 38 χρόνια! Πόσο άραγε παράξενος και εγωκεντρικός θα ήταν, ώστε για τόσα χρόνια να μην δημιουργήσει μια σχέση που θα τον βοηθούσε να μπει στο νερό και να θεραπευτεί;
         Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και η δυνατότητα να αρχίσουμε εμείς πρώτοι το δόσιμο του εαυτού μας, να ακούσομε τον άλλο, να συμπορευτούμε μαζί του. Έτσι αποκτάται η εμπειρία της αγάπης που «ου ζητεί τα εαυτής». Αρχίσαμε ήδη τη σχέση! Αρχίσαμε να βιώνουμε τη χαρά της κοινωνίας!
         Οι στιγμές της μοναξιάς ως απομόνωσης και απουσίας σχέσης, μπορούν να γίνουν ή εμπειρία κόλασης ή εμπειρία γεύσης ζωής αιωνίου. Η ελευθερία και η επιλογή της πορείας είναι καθαρά προσωπική, γι’ αυτό και υπεύθυνη, ουσιαστική, φοβερή.

Ψυχολογικά προβλήματα και Εκκλησία του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Λένε πολλοί, ειδικοί και μη, ότι οι άνθρωποι της εποχής μας χαρακτηρίζονται εν πολλοίς από ψυχολογικά προβλήματα. Τι σημαίνει ‘ψυχολογικά προβλήματα’; Προφανώς εννοούμε διαταραχές στη ψυχή του ανθρώπου, δηλαδή στο βαθύτερο είναι του. Αυτό έχει ως συνέπεια να χάνεται η ισορροπία στη σχέση του με τον εαυτό του, τους συνανθρώπους του, του κόσμου του.
         Από τη εμπειρία μου ως πνευματικός, έχω διαμορφώσει μια άποψη πάνω στο θέμα των λεγομένων ‘ψυχολογικών προβλημάτων’, την οποία θα’ θελα να καταθέσω: Εκτός από τις περιπτώσεις όπου έχουμε βλάβες στα νεύρα που χρειάζονται φαρμακευτική αγωγή, υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου ο άνθρωπος ασθενεί ψυχικά, γιατί ενεργεί εγωκεντρικά. Τα λεγόμενα ‘ψυχολογικά προβλήματα’, τις περισσότερες φορές είναι εκφράσεις μιας φιλαυτίας, όπου ο άνθρωπος ασχολείται με τον εαυτό του σε τέτοιο σημείο που εγκλωβίζεται σ’ αυτόν, χάνοντας την ουσιαστική επαφή του με τους άλλους. Όπου ασχολείται με τους άλλους, είτε ως βοήθεια είτε ως ενασχόληση, έχει ως βάση τον εαυτό του. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει υπέρβαση ορίων στην κούραση, στον χρόνο, στις δυνάμεις. Ο άλλος γίνεται μέσο για εξυπηρέτηση του εαυτού του που ζητά την ‘πνευματική πρόοδο’. Κι όταν εμπλέκεται το πνευματικό στοιχείο είναι δύσκολο να διακρίνει από μόνος του κανείς την κρυμμένη φιλαυτία.
         Η όλη θεραπευτική αγωγή της Εκκλησίας μας συνιστάται ακριβώς στη θεραπεία του ανθρώπου από τη φιλαυτία, που είναι η βάση και η ρίζα όλων των αμαρτιών. Η νηστεία, η προσευχή, η ελεημοσύνη, η Θεία Κοινωνία, η συμμετοχή μας στα Μυστήρια, η τήρηση των εντολών του Χριστού, κι όλα όσα συνιστούν την πνευματική ζωή, μας βοηθούν να πορευτούμε από το ‘Εγώ’ στο ‘Εμείς’. Η υπακοή, ως «εκκοπή του ίδιου θελήματος», τι άλλο είναι από ένα δυνατό φάρμακο που μας θεραπεύει από τη φιλαυτία μας; Η ενορία ως εκκλησιαστική κοινότητα, όπου ο χριστιανός προσφέρει τον εαυτό του, τα χαρίσματά του, τις δυνάμεις του, το χρόνο του, για χάρη των αδελφών του, είναι μια μεγάλη δυνατότητα για να θεραπευτεί ο άνθρωπος και να ζήσει τη φυσιολογική ζωή της αγάπης.
         Γιατί οι άγιοι δεν έχουν ψυχολογικά προβλήματα; Ακριβώς γιατί δεν έχουν φιλαυτία. Με την υπακοή και την άσκηση, καθώς και όλα όσα συνιστούν την όντως εκκλησιαστική ζωή, ζούσαν για το Θεό και τους ανθρώπους και βίωναν δυναμικά την αγάπη ως δόσιμο και θυσία. Στο βαθμό που έτσι ζούμε είναι και η θεραπεία μας από τη φιλαυτία, που δημιουργεί τα λεγόμενα ψυχολογικά προβλήματα.
         Είναι ανάγκη να εξετάζουμε συχνά την πορεία μας. Να θέτουμε τον εαυτό μας μπροστά στην αλήθεια της εκκλησίας και να τον κρίνουμε αν βρίσκεται ή όχι σωστά μέσα σ’ αυτήν. Βέβαια, η εκκλησία ως νοσοκομείο μάς θεραπεύει, αν παίρνουμε κανονικά τα φάρμακά της. Δεν μας κρίνει αυτή αλλά μας σώζει, μας ολοκληρώνει ως πρόσωπα. Δεν είναι κρίμα να βρισκόμαστε για χρόνια μες στο νοσοκομείο- εκκλησία και να μένουμε αθεράπευτα οι ίδιοι; Δεν είναι άδικο να υπάρχει η εκκλησία – ναός ως δυνατότητα λειτουργίας της ως κοινωνία προσώπων με τη σχέση και τη συμπόρευση και να τη χρησιμοποιούμε για θρησκευτικές τελετές και θρησκευτικά καθήκοντα;
         Όλοι έχουμε την ευθύνη, κληρικοί και λαϊκοί, αν σήμερα πολλοί συνάνθρωποί μας, αδελφοί και αδελφές μας, έχουν «ψυχολογικά προβλήματα», εμμένοντας ύπουλα ή φανερά στη φιλαυτία τους. Ας εργαστεί ο καθένας μας, όπως μπορεί, για να γίνει η εκκλησία μας αυτό που είναι – εν Χριστώ κοινωνία προσώπων, που ζουν για τους άλλους κι έτσι γίνονται όλοι φως από το Φως, άγιοι από τον απόλυτα Άγιο.

Η αξιοποίηση του χρόνου του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 25ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
Πολύ συχνά στις μέρες μας ακούμε τη φράση «δεν έχω χρόνο».
Δεν έχω χρόνο να προσευχηθώ.
Δεν έχω χρόνο να σε συναντήσω.
Δεν έχω χρόνο να ξεκουραστώ.
Δεν έχω χρόνο να …
         Τελικά; Ένα τρέξιμο η ζωή, μέσα σ’ ένα πρόγραμμα που μας ετοίμασαν. Κι εμείς, χωρίς δύναμη ν’ αντισταθούμε και να πάρουμε το πρόγραμμα της ζωής μας στα χέρια μας. Αδυνατούμε να ρυθμίσουμε κατά πως θέλουμε το χρόνο μας.
         Αποτέλεσμα; Εσωτερική σύγχυση, ανύπαρκτη ηρεμία, νευρικότητα και σπασμωδικές κινήσεις. Χάνουμε τη σχέση μας με το Θεό και παραπαίουμε, με το συνάνθρωπό μας και νιώθουμε μόνοι με τον εαυτό μας και καταρρέουμε.
         Τι μπορεί να γίνει; Το πρώτο, να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε την ουσία του προβλήματος. Μετά, να θέλουμε να βγούμε απ’ αυτή την κατάσταση. Για να έχουμε όμως τη δύναμη να το κάνουμε, χρειάζεται μια μικρή δύναμη να σταματήσουμε το τρέξιμο, να ησυχάσουμε για να δούμε την επόμενη κίνηση. Ύστερα, αφού μείνουμε μόνοι, να βάλουμε το πρόγραμμά μας με διάκριση. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνουν, κυρίως όσον αφορά την οικογένεια και τη δουλειά μας. Υπάρχουν και αρκετά περιττά που θα πρέπει, με όποιο κόστος συνεπάγεται, να τα αφήσουμε. Έτσι θα διαπιστώσουμε ότι μας ανοίγεται χρόνος για τον εαυτό μας και τους αγαπημένους μας που περιμένουν.
         Γιατί όμως τα γράφω αυτά; Θα έλεγε κάποιος ότι αυτά δεν αφορούν την πνευματική ζωή κι άρα δεν θα πρέπει να καταπιάνεται με τέτοια θέματα ο πνευματικός πατέρας. Μέγα λάθος! Πιστεύομε ως Ορθόδοξοι ότι ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση κι άρα την εξαγίασε. Τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι από μόνο του αμαρτωλό. Ό,τι αφορά τον άνθρωπο, ως ύπαρξη ψυχοσωματική, αφορά το Θεό και κατ’ επέκταση την Εκκλησία Του και τους πνευματικούς πατέρες. Από την άλλη, αν ο άνθρωπος δεν λύσει τα καθημερινά και τα επίγεια πώς θα ασχοληθεί με τα αιώνια και επουράνια;
         Το πρόγραμμα, ως δυνατότητα ελέγχου του χρόνου μας, θα μας βοηθήσει να βρούμε ώρα για μελέτη και περισυλλογή, ώρα να δούμε την πορεία της ζωής μας, τα λάθη και τις παρατυπίες μας. Κυρίως όμως να προσευχηθούμε για να έλθει η Χάρις του Θεού σε μας και στα έργα μας, για να έλθει το Πνεύμα το Άγιο στις καρδιές μας, για να αγκαλιάσουν τον ανθρώπινο πόνο «όπου γης». Τότε θα διευρυνθούμε, θα ανοιχτούμε και θα νιώσουμε τα δικά μας προβλήματα μικρά. Θα αναπνεύσουμε ουρανό και θα χαρούμε τη ζωή ως δώρο Θεού. Να δούμε την ομορφιά της ανθρώπινης σχέσης και θα νιώσουμε την αγάπη του μεγάλου Θεού μας.
         Δεν αξίζει άραγε, με λίγο κόπο να γευτούμε μεγάλες απλές χαρές στην καρδιά μας; Δεν θα πρέπει να αρχίσουμε να ζούμε όντως και όχι να φυτοζωούμε;

Η αξιοποίηση του χρόνου πνευματικώς

Η αγάπη του Θεού ως παιδαγωγία του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 30ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
   Καθημερινά ακούμε για αρρώστιες, δυσκολίες, πόνο, θάνατο. Κι όταν συμβαίνουν σε μας, τότε η αναστάτωση είναι έντονη. Αλλά και τα ερωτήματα: Πού είναι ο Θεός; Γιατί τα επιτρέπει; Γιατί τόσος πόνος;
   Από την άλλη, ακούμε να λέει η εκκλησία: «Του ελέους Κυρίου πλήρης η γη». Έλεος! Πού βρίσκεται, πού φαίνεται; Πώς εκφράζεται;
   Νομίζω ότι η λογική ενασχόληση με τα πιο πάνω ερωτήματα θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε αδιέξοδο. Δεν υπάρχει λογική στη λογική του Θεού! «Τις έγνω νουν Κυρίου;». Πώς είναι δυνατό να ερμηνεύσει απλανώς ο άνθρωπος το Θεό;
   Ωστόσο, κι αν δεν ερμηνεύεται λογικά, κατανοείται εμπειρικά ότι όντως «ο Θεός αγάπη εστί». Αγάπη ανερμήνευτη, χωρίς όρια, αληθινή, σ’ όλη τη γη! Μια αγάπη που κρύβεται, που δεν επιβάλλεται, που δεν σε υποχρεώνει. Μια αγάπη που βλέπει μακρυά την ανθρώπινη πορεία, που δεν διστάζει ν’ αφήσει τον αγαπώμενο να υποφέρει αλλά συγχρόνως παρακολουθεί και συμπορεύεται όπως ο γιατρός με τον ασθενή.
   Η ερμηνεία που δίνεται στα φαινόμενα πηγάζει από τη θεώρηση της ζωής και του εαυτού μας. Αν π.χ. η βάση είναι το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», τότε ο πόνος δεν έχει νόημα. Αν διακρίνουμε πίσω από τα φαινόμενα τα γενόμενα που ετοιμάζουν την ολοκλήρωσή μας ως πρόσωπα, τη θεραπεία μας από τον εγωκεντρισμό και την προέκταση της ύπαρξής μας στην αιωνιότητα του Κυρίου, τότε ο πόνος έχει νόημα.
   Μπροστά στο σύμπαν τι είναι η γη μας; Μπροστά στο Θεό το δημιουργό του σύμπαντος, τι είναι ο άνθρωπος; Δεν θα πρέπει να σταθεί με μια ταπείνωση; Δεν θα πρέπει να σταθεί μπροστά στα μυστήρια του Θεού με μια σιωπή και να μην ρωτά πώς και γιατί;
   Αν ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, πέρασε τον πόνο της αμφισβήτησης, της απόρριψης, της εγκατάλειψης, τον πόνο της καρδιάς και του σώματος «έως θανάτου», αλήθεια τι μπορούμε να πούμε εμείς για οτιδήποτε επιτρέψει η αγάπη τού Θεού να περάσουμε; Άλλωστε δεν είναι «δια του σταυρού που ήλθε χαρά σε όλο τον κόσμο»; δεν είναι «δια του θανάτου που πατήθηκε ο θάνατος;»
   Όπως μέσα από τον τάφο του Χριστού, το Αμήν της ιστορίας Του, ετοιμαζόταν η Ανάστασή Του, έτσι και στην όποια δοκιμασία του ανθρώπου ετοιμάζεται η προσωπική του ανάσταση. «Πίσω από τον κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται ο Θεός» (Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης). Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, τελικά οι ευλογημένοι του Θεού είναι οι δοκιμαζόμενοι και το «όποιον αγαπάει ο Κύριος τον διαπαιδαγωγεί και μαστιγώνει καθέναν που παραδέχεται για παιδί του» είναι αλήθεια.
   Έτσι, όσοι δέχονται την υιοθεσία υπομένουν, αντέχουν, ελπίζουν. Όσοι την αρνούνται, αγχώνονται, αγανακτούν, απορρίπτουν την σχέση με το Θεό, υποφέρουν χωρίς αντίκρυσμα.
Η εκκλησία ως μάνα, σε κάθε ακολουθία, προσεύχεται για όλους, για τους εγγύς και τους μακράν, για τους εντός και εκτός, για τους υπομένοντες και τους αγανακτούντες, ώστε όλοι να φτάσουμε «εις την επίγνωσιν του Θεού» (Κολ. 1,10)