Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2020

Πορεία από τον «θάνατο» στην Ζωή ΣΥΝΔΟΙΠΟΡΙΑ ΜΕ ΕΠΙΓΝΩΣΗ

 

Του Αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη

Την περίοδο αυτή που διανύουμε οι ευαγγελικές περικοπές που διαβάζουμε είναι από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και όχι τυχαία. Ο Λουκάς στο ιερό κείμενό του τονίζει περιστατικά με πτωχούς, ασθενείς, δυσκολεμένους ανθρώπους και έτσι την φθινοπωρινή – χειμερινή περίοδο στην οποία βρισκόμαστε μας καλεί να ευαισθητοποιηθούμε πιο πολύ για όλες αυτές τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, για όλα τα αδέλφια μας πού δυσκολεύονται και χρειάζονται την στήριξή μας με οποιονδήποτε τρόπο . Το Ιερό Κείμενο τονίζει και ωθεί στην φιλανθρωπία.

Στην διάταξη των γεγονότων, όπως τα περιγράφει ο Ευαγγελιστής έχουμε το εξής: Στο 8οκεφάλαιο κάνει πρώτα αναφορά της κατάπαυσης της τρικυμίας, που φανερώνει την δύναμη και εξουσία του επί της θαλάσσης, των ανέμων και γενικότερα της φύσης. Μετά ακολουθεί το θαύμα με την θεραπεία του δαιμονισμένου, στην οποία θα αναφερθούμε, ενώ στην συνέχεια περιγράφει την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου. Παρατηρούμε λοιπόν μια κλιμάκωση από τα σημαντικά και θαυμαστά στα ακόμα υψηλότερα.

Ας δούμε όμως σύντομα και με απλά λόγια τι μας έλεγε το σημερινό ευαγγέλιο. Ο Χριστός βρίσκεται στην απέναντι όχθη της Γαλιλαίας, βγαίνει στην στεριά και εκεί τον συναντά ένας άνδρας ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνιο από πολύ καιρό. Ήταν σε άσχημη κατάσταση. Ρούχα δεν φορούσε και αντί για το σπίτι του έμενε στα μνήματα. Όταν βλέπει μπροστά του τον Χριστό βγάζει μια δυνατή, σπαρακτική φωνή, λέγοντας: «τι δουλειά έχεις εσύ με εμένα; Σε παρακαλώ μην με βασανίσεις». Αυτό το είπε γιατί ο Χριστός το είχε διατάξει να βγει από τον άνθρωπο. Ο Διάβολος τον είχε πολλά χρόνια υπό την εξουσία του και ενώ τον έδεναν με αλυσίδες, τις έσπαγε και πήγαινε στα μνήματα. Έκανε έναν διάλογο ο Χριστός μαζί του. Τον ρώτησε ποιό είναι το όνομά σου; Και του απάντησε « Λεγεών»  γιατί δεν ήταν ένας αλλά πάρα πολλοί. Τον παρακαλεί στην συνέχεια ο Δαίμονας να μην τον στείλει στην άβυσσο, αλλά να του επιτρέψει να μπει στα γουρούνια. Μπήκαν λοιπόν εκεί και το κοπάδι έτρεξε προς τον γκρεμό και πνίγηκαν όλα στην λίμνη. Οι βοσκοί είπαν τα γενόμενα στους συμπατριώτες τους και πήγαν όλοι να δουν τον ήδη θεραπευμένο. Είδαν τώρα έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο. Ντυμένο, σωφρονισμένο, ήρεμο, να συναναστρέφεται τους ανθρώπους και μάλιστα να τους εξηγεί το θαύμα που του έγινε. Ο όχλος όμως δεν στάθηκε ευγνώμων  στον Χριστό, αλλά αντίθετα φοβισμένοι του ζήτησαν να φύγουν από την περιοχή τους και ο Χριστός αυτό έκανε. Ο θεραπευμένος από το δαιμόνιο του ζήτησε να τον πάρει μαζί Του, να τον ακολουθήσει, αλλά ο Χριστός τον προέτρεψε να γυρίσει στο σπίτι του και να μιλά για το θαύμα που του έκανε ο Θεός. Όντως, αυτό διαλαλούσε σε όλους ο πρώην δαιμονισμένος.

Πολλά είναι τα σημαντικά στοιχεία που μας προσφέρει η Ευαγγελική αυτή περικοπή, θα σταθούμε σε μερικά, συγκεκριμένα σε τρία.

  • Θυμηθείτε πού βρισκόταν, πού ζούσε ο δαιμονισμένος άνθρωπος. Έξω από την πόλη λέει το κείμενο! Στα μνήματα, στην ερημιά. Μας παραπέμπει το κείμενο στην Γένεση, τότε πού η Εύα έμεινε μόνη. Τότε την πλησίασε ο πειρασμός όταν ήταν μόνη της. Μια ερημιά έζησε μετά την πτώση της. Όμως αυτή είναι μοναξιά αποκρουστική, πραγματικός τόπος των δαιμόνων. Μια ερημιά μοναξιάς, απογοήτευσης και απόγνωσης χαρακτηρίζει τον τόπο αυτό, την κατάσταση αυτή. Αυτό προσφέρει ο διάβολος τονίζοντας και διογκώνοντας τα ανθρώπινα πάθη. Υπάρχει όμως και μια άλλη εκούσια ερημιά πού είναι καρπός του αγίου Πνεύματος. Είναι η ερημιά πού δίνει χαρά στον πιστό άνθρωπο, ο οποίος την επιδιώκει. Είναι ο χώρος του ασκητή πού χύνει ιδρώτα στην προσευχή του, αλλά είναι και η ησυχία που μπορεί να βρει ο κάθε πιστός εσωτερικά μέσα του, με δυσκολία βέβαια, στο « ταμείο»  του, στο δωμάτιο του, στο χώρο του. Είναι παραγωγικές πνευματικές ώρες αυτές πού νιώθεις χαρά και αγαλλίαση. Νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος, υπάρχουν γύρω σου ο Χριστός, η Παναγία, οι άγιοι και οι άγγελοι. Δεν έχεις εκείνες τις ώρες φόβο, απόγνωση, απογοήτευση, αλλά εμπιστοσύνη και ελπίδα. Μάλιστα, σαν τον θεραπευμένο της Περικοπής, θέλεις γι’ αυτό να μιλήσεις, να το μοιραστείς και να χαρούν και άλλοι με αυτήν την «ησυχία» . Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο πού ήθελα να σταθούμε. Η μεγάλη αντίθεση μεταξύ των χώρων και των καταστάσεων του Θεού και του Διαβόλου.
  • Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η διακριτική αλλά και δυναμική παρουσία του Θεού στην ζωή των ανθρώπων. Τον βλέπουμε να νοιάζεται για τον δαιμονισμένο αν και ο ίδιος τον είχε διώξει από την ζωή του. Γνωρίζει όμως ότι είναι δικό του πλάσμα και δεν θέλει να βρίσκεται στην « δικαιοδοσία» KAIKATOXHάλλου. Προσέξτε στάση του Χριστού. Τον έδιωξαν οι Γαδαρηνοί και εκείνος έφυγε, όμως επιτρέψτε μου, « κοιτούσε»μήπως και τον ξανακαλέσουν, μήπως ανακαλέσουν την γνώμη τους. Έτσι τον βλέπουμε και στην παραβολή του Ασώτου Υιού ή καλύτερα του Σπλαχνικού Πατέρα, αναμένει στην πόρτα την έλευση του παιδιού του, «πού ήταν νεκρό και ανέζησε» . Ξέρετε ποια είναι η πιο εκφραστική πρόταση για την μέριμνα, την αγάπη αυτή του Χριστού για το πλάσμα Του, για όλους μας; Αυτό πού ψάλλουμε στο προκείμενο του Εσπερινού:  « Το έλεος σου Κύριε καταδιώξει με, πάσας τας ημέρας της ζωής μου». Αυτό! Ισχύει ακόμα και όταν αρνηθείς τον Χριστό! Αναμένει πότε θα επιστρέψεις. Ο Χριστός είναι ένα συνεχές κάλεσμα αγάπης κοινωνίας μαζί Του.
  • Και το τελευταίο σημείο που θα ήθελα να σταθούμε είναι το πριν και το μετά του δαιμονισμένου. Γυμνός ήταν όπως ο Αδάμ μετά την πτώση. Κατάλαβαν οι πρωτόπλαστοι μετά το αμάρτημά τους, λέει η Γένεση, ότι ήταν γυμνοί, δηλαδή χωρίς την χάρη Θεού.  Έδιωξαν από επάνω τους την θεία αυτή προστασία και παρουσία και τότε κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί. Αυτό έγινε στον δαιμονισμένο στην πόλη των Γαδαρηνών, αυτό γίνεται και στις μέρες μας εν πολλοίς. Άνθρωποι ζωντανοί νεκροί, χωρίς Χριστό, χωρίς χάρη και χαρά. Ανασφαλείς και μόνοι ανάμεσα- τι οξύμωρο-  σε πλήθος συνανθρώπων τους.  Όπως ο θεραπευμένος, ζουν σε μεγάλη ανασφάλεια και πανικό. Αυτή είναι η σημερινή κοινωνία. Έρχεται όμως για τον καθένα, υπάρχει… Υπάρχει μια στιγμή που γνωρίζεις και συναντάς τον Χριστό και όλα αλλάζουν. Γεννιέσαι και πάλι! Αλλάζεις! Γεμίζεις με χαρά, και μόνο η παρουσία Του σου αλλάζει την διάθεση. Έχεις όρεξη και κέφι. Νιώθεις ότι ζεις πραγματικά, νιώθεις επίσης πόσο νεκρός ήσουν. Ζεις μια πορεία από τον θάνατο στην ζωή!   Είσαι « ντυμένος»  πια,  σωφρονισμένος, φοράς « τον θώρακα της Πίστεως και της Ελπίδος» . Ζεις το σήμερα, αλλά ζεις και τα έσχατα. Αυτήν την « κοινωνία» προτείνει η Εκκλησία σήμερα και πάντοτε, πού είναι ικανή να μεταμορφώσει όλο τον κόσμο και τον καθένα μας ξεχωριστά. 

Να μην κρίνουμε τους άλλους από αυτό που βλέπουμε Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα


Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους, δε θα κοιτάξει ούτε τα βασιλικά στέμματα, ούτε τα υψηλά αξιώματα. Θα ζητήσει να εξετάσει τις καρδιές μας. Και τότε, οι πιο ταπεινοί άνθρωποι, ο φτωχός χωριάτης, ο «καραβοτσακισμένος» από τα βάσανα της ζωής άνθρωπος, ο αγράμματος τσοπάνης, ο φυλακισμένος, ο ξενιτεμένος, ο ασθενής, η δυστυχισμένη χήρα, που κάθεται μαζί με τα παιδιά της μέσα στη φτώχια και τη δυστυχία, γιατί κανείς δεν τους ανοίγει την πόρτα, όλοι αυτοί, αν σήμερα προσεύχονται με δάκρυα στο Θεό, κατά την ημέρα της Κρίσεως θα είναι ανώτεροι από όλους τους ηγεμόνες του κόσμου, τους σημερινούς και τους αυριανούς.

Κάποια μέρα λοιπόν ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς έτρεχε στο δρόμο μέσα στη χρυσή του άμαξα, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του. Κι εκεί που πήγαιναν όλοι μαζί, συνάντησαν σε μια γωνιά του δρόμου δύο άνδρες με σκισμένα, βρόμικα ρούχα και πρόσωπα μαραμένα από την άσκηση. Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για αγίους ανθρώπους του Θεού, που το σώμα τους είχε λιώσει από τη νηστεία, τους ασκητικούς αγώνες και την αϋπνία, ενώ η ψυχή τους έλαμπε από το φως του Θεού. Σταμάτησε λοιπόν αμέσως, κατέβηκε από την άμαξα και έπεσε γονατιστός στα πόδια τους, κάνοντας μετάνοιες. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ασπάστηκε το χέρι τους με σεβασμό.

Οι αυλικοί του όμως, δε χάρηκαν καθόλου με αυτό που είδαν. Όλη την ώρα μουρμούριζαν:
-Δες εδώ… Είναι σωστό τώρα αυτό; Ένας ολόκληρος βασιλιάς, και τόσο ένδοξος μάλιστα, να φέρεται έτσι;
-Άκουσον, άκουσον. Να πέσει στα πόδια των ζητιάνων! Πώ πώ ντροπή…
Δεν τολμούσαν όμως να πουν τίποτα στον ίδιο, αλλά πήγαν στον αδελφό του:
-Θα σε παρακαλέσουμε να πεις στο βασιλιά μας, άλλη φορά να μην εξευτελίσει έτσι τη φήμη και το βασιλικό του στέμμα! Αυτό κι αυτό έκανε στο δρόμο που πηγαίναμε…

Κι εκείνος ο καημένος κάποια στιγμή το μετέφερε στον αδελφό του, ο οποίος όμως τον κατσάδιασε για την απερισκεψία και την ανοησία του και τον έδιωξε κακήν κακώς από κοντά του.
Ξέχασα να σας πω ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τη συνήθεια, όταν επρόκειτο να τιμωρήσει κάποιον με θάνατο, να στέλνει έξω από το σπίτι του έναν αγγελιαφόρο, για να τον ειδοποιεί με τη σάλπιγγα. Έτσι όποιος άκουγε τον ήχο της σάλπιγγας έξω από την πόρτα του γνώριζε ότι την επόμενη μέρα δε θα ζούσε.

Όταν λοιπόν βράδιασε, ο βασιλιάς έστειλε τον αγγελιαφόρο με τη σάλπιγγα να σαλπίσει έξω από την πόρτα του αδελφού του. Μόλις εκείνος άκουσε τη σάλπιγγα του θανάτου, τρομοκρατήθηκε. Όλη τη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος, μέσα στην αγωνία και την απελπισία! Και ταυτόχρονα, προσπάθησε όπως όπως να τακτοποιήσει όλα τα θέματα του σπιτιού του, ώστε να είναι έτοιμος για ό,τι θα ακολουθούσε.
Όταν ξημέρωσε, φόρεσε όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του – η γυναίκα και τα παιδιά του – μαύρα, πένθιμα ρούχα κι αμέσως μετά πήγε στον αδελφό του το βασιλιά, κλαίγοντας και στενάζοντας για το τρομερό κακό που τον περίμενε.

Μόλις τον είδε ο βασιλιάς να κλαίει έτσι, τον κάλεσε ιδιαιτέρως, σε κάποιο δωμάτιο.
-Βρε άνθρωπε ανόητε και απερίσκεπτε! του είπε. Εάν εσύ φοβήθηκες τόσο πολύ από τη σάλπιγγα του θανάτου και τον αδελφό σου, που είναι άνθρωπος σαν και σένα και που απέναντί του σε τίποτα δεν έσφαλες ούτε είσαι ένοχος για κάτι, πώς μπόρεσες να κατηγορήσεις εμένα, που ασπάστηκα με ταπείνωση τους αγγελιαφόρους του Θεού μου; Εκείνοι, βρε, μου υπενθυμίζουν τον θάνατο και τη φοβερή κρίση του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο η σάλπιγγα αυτή! Διότι άνθρωπος είμαι κι εγώ κι έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και μεγάλες αμαρτίες ενώπιον του Θεού. Ησύχασε λοιπόν. Μόνο την ανοησία σου ήθελα να σου δείξω και γι’ αυτό σε τρόμαξα με τη σάλπιγγα.

-Συγχώρεσε σε με, αδελφέ μου, που τόσο απερίσκεπτα σε κατέκρινα, του απάντησε ανακουφισμένος εκείνος.
-Εντάξει, αδελφέ μου, σε συγχωρώ. Αλλά σε λίγο θα διαπιστώσεις και μόνος σου την ανοησία εκείνων που σε παρακίνησαν να έρθεις και να μου πεις αυτά τα πράγματα.
Και αφού με τον τρόπο αυτό τον καθησύχασε και τον συνέτισε, τον άφησε να πάει στο σπίτι του. Κατόπιν πρόσταξε τους τεχνίτες του να φτιάξουν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τα δύο από αυτά τους είπε και τα κάλυψαν ολόκληρα με φύλλα χρυσού, τα γέμισαν με δυσώδη οστά και τα σκέπασαν με επίχρυσο καπάκι.
Τα άλλα δύο τα άλειψαν εξωτερικά με πίσσα, τα γέμισαν με πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αρώματα και τα τύλιξαν με ένα τρίχινο πλεκτό από μαλλί γίδας.

Ύστερα κάλεσε τους άρχοντες και τους φίλους τους, εκείνους δηλαδή που τον είχαν κατακρίνει, επειδή γονάτισε μπροστά στους ανθρώπους του Θεού. Έβαλε λοιπόν μπροστά τους όλα τα κιβώτια και τους ζήτησε να εκτιμήσουν την αξία αυτών που ήταν επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού και των άλλων, που είχαν την επίστρωση πίσσας.
Εκείνοι βέβαια του απάντησαν ότι τη μεγαλύτερη αξία την έχουν τα κιβώτια που ήταν επενδυμένα εξωτερικά με φύλλα χρυσού, πιστεύοντας ότι μέσα τους κρύβονταν θησαυροί, πολύτιμα πράγματα και πολυτελή υφάσματα, ενώ για τα άλλα, που ήταν αλειμμένα με πίσσα, είπαν ότι δεν είχαν καμμία αξία.
-Ήξερα πολύ καλά τι θα λέγατε! τους απάντησε ο βασιλιάς. Μόνο που κάνατε λάθος… Διότι ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα πράγμα ή άνθρωπο από αυτό που εκ πρώτης όψεως βλέπουμε, αλλά πρέπει προηγουμένως να εξετάζουμε το εσωτερικό του, εάν είναι άξιο τιμής ή περιφρόνησης.

Οι άρχοντες τον άκουγαν με απορία: «Τί να εννοούσε, άραγε;».
-Ανοίξτε τα χρυσά κιβώτια! πρόσταξε τους υπηρέτες του.
Και μόλις εκείνοι άνοιξαν τα κιβώτια, ξεχύθηκε από μέσα τους μια ανυπόφορη δυσωδία. Παραξενεμένοι οι αυλικοί πλησίασαν κοντά και διαπίστωσαν πως το περιεχόμενο ήταν πράγματι απωθητικό και αξιοκαταφρόνητο.
-Έτσι ακριβώς μοιάζουν κι εκείνοι που είναι ντυμένοι με ωραία και ακριβά ρούχα και υπερηφανεύονται για τη μεγάλη τους περιουσία και για τη δόξα τους, ενώ η καρδιά τους είναι γεμάτη από έργα πονηρά, αμαρτωλά και βρόμικα, είπε με νόημα ο βασιλιάς.
Αμέσως μετά πρόσταξε ν’ ανοίξουν και τα κιβώτια που ήταν αλειμμένα με πίσσα. Όταν τα άνοιξαν, μία εξαίσια ευωδία πλημμύρισε το δωμάτιο και, πλησιάζοντας οι αυλικοί του, διαπίστωσαν ότι περιείχαν πολύτιμα πράγματα, ακριβά και σπάνια.

-Ξέρετε με τι μοιάζουν αυτά τα κιβώτια; συνέχισε ο βασιλιάς. Με εκείνους τους δύο ταπεινούς ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι προχθές με σκισμένα ρούχα, που τα μάγουλά τους ήταν ζαρωμένα και τα πρόσωπά τους χλωμά από την άσκηση και τους κόπους. Κι εσείς τους είδατε και αμέσως με κατακρίνατε, επειδή τους έβαλα μετάνοια. Όμως εγώ, αντιλαμβανόμενος με τα μάτια της ψυχής την καθαρότητα και τη λαμπρότητα των ψυχών τους, που ήταν άγιες και γι’ αυτό πολυτιμότερες και από το στέμμα μου και από τη βασιλική μου δόξα, ώστε όλα μου τα μεγαλεία να είναι μπροστά τους ένα μηδενικό, τους πλησίασα ταπεινά ζητώντας την ευλογία τους.
Μ’ αυτό τον τρόπο τους δίδαξε ο σοφός βασιλιάς ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν την αξία του κάθε πράγματος και του κάθε ανθρώπου από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, αλλά μονάχα από τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

Παρόμοια να κάνουμε λοιπόν κι εμείς και να τιμούμε τους δούλους του Θεού, διότι όλοι είναι αδελφοί Του. Και να μην ξεχνάμε ποτέ πως ο Θεός την Ημέρα της Κρίσεως δεν θα εξετάσει κανενός την όψη, όπως είπε και ο προφήτης Σαμουήλ, όταν εξέλεξε για βασιλιά τον Δαβίδ.
Ο Θεός, όπως και τώρα, έτσι και τότε θα ερευνήσει την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε θα δοξασθούν οι ταπεινοί, οι περιφρονημένοι, οι περιγελόμενοι, οι διωγμένοι για τη θεία δικαιοσύνη, οι πτωχοί στο πνεύμα, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν ότι τα έργα τους είναι ελεεινά και άχρηστα, εκείνοι που επιθυμούν να εφαρμόζεται στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη καθώς και όλοι όσους εμακάρισε ο Κύριος. Τότε θα λάμψουν όλοι οι περιφρονημένοι, αυτοί για τους οποίους πίστευαν πως ήταν το σκουπίδι της κοινωνίας.

Τα ανόητα και περιφρονημένα του κόσμου θα ντροπιάσουν τα σοφά. Τα μικρά και αδύνατα θα ντροπιάσουν τα δήθεν ισχυρά. Γι’ αυτό λέει ο Σωτήρας μας πως οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι.
Εκείνοι οι οποίοι θεωρούνται από εμάς ασήμαντοι και αποτυχημένοι, εάν σ’ αυτή τη ζωή προσεύχονται στον Θεό με όλη την καρδιά τους, στη βασιλεία των ουρανών θα λάμπουν περισσότερο και από τον ήλιο! Ενώ οι βασιλείς του κόσμου και οι δυνατοί της γης, εάν δεν πιστέψουν στο Θεό, θα παρουσιαστούν ενώπιόν Του γυμνοί από αρετές και τελευταίοι απ’ όλους. Και αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων μαζί με όλα αυτά τα εκπληκτικά γεγονότα θα τα δούμε όλοι μας να συμβαίνουν, διότι ο Θεός είναι δίκαιος και η δικαιοσύνη Του μένει στον αιώνα.

Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα
σελ, 76-82
Εκδόσεις Άθως

Η μάσκα της υποκρισίαςἈρχ/του Δανιήλ Ἀεράκη ΣΥΝΔΟΙΠΟΡΙΑΕ ΕΠΙΓΝΩΣΗ


Ἀρχ/του Δανιήλ Ἀεράκη

Μιλάει ὁ Χριστός γιά «μάσκα»; Φυσικά! Μιλάει γιά προσωπεῖο, πού καλύπτει το ἀληθινό πρόσωπο και ξεγελᾶ τούς ἀνθρώπους. «Οὐ βλέπει εἰς πρόσωπον ἀμθρώπου» (Ματθ. κβ´ 16).

Δέν ἐννοεῖ, βέβαια, ὁ Χριστός τή μάσκα (συνήθως πάνινη), πού ἀναγκαζόμαστε να φορᾶμε προληπτικά, γιά λόγους ὑγείας. Ἐννοεῖ τή μάσκα τῆς ὑποκρισίας! Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι φαινόμαστε! Γι᾽ αὐτούς, τούς παντός εἴδους ὑποκριτές, ἐκσφενδόνισε ὁ Κύριος τά φοβερά ἐκεῖνα «Οὐαί» (Ματθ. κγ´ 13-33).

Φαινόμαστε εὐσεβεῖς, ἐνῶ εἴμαστε ἀνελεήμονες! (στίχ. 13).

Φαινόμαστε τάχα χριστιανοί, ἀλλά δέν κάνουμε τίποτα γιά νά γίνουν καί ἄλλοι χριστιανοί (πραγματικοί) καί τελικά οὔτε ἐμεῖς γινόμαστε! (στίχ. 14).

Φαινόμαστε νά ἀσχολούμαστε μέ ζῆλο γιά τυπολατρικά θρησκευτικά πραγματάκια καί ἔχουμε ἐγκαταλείψει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τίς ἐντολές τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν πίστι (στίχ. 23).

Φαινόμαστε ὡραῖοι χριστιανοί στήν ὄψι (καί οἱ κληρικοί στην ἐμφάνισι…) καί στήν πραγματικότητα, μέσα μας εἴμαστε ἀκάθαρτοι! (στίχ. 26. 27).

Ὅταν ρωτήθηκε ὁ σπουδαῖος, σύγχρονος κληρικός, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας π. Ἀναστάσιος (Γιαννουλᾶτος) γιά τίς μάσκες, γιά τό ἄν οἱ πιστοί ἐπιτρέπεται νά φοροῦν καί στο χῶρο τῆς λατρείας τή μάσκα γιά τόν κορωνοϊό, ἀπάντησε λακωνικά καί σοφά:

 

«Νά φορᾶμε προσεκτικά τίς μάσκες, γιά νά προστατεύσουμε τήν ὑγεία, ἀποφεύγοντας τίς μάσκες κάθε μορφῆς ὑποκρισίας».

 

Ἄν ὁ Χριστός δῆ ἕνα χριστιανό, γιά λόγους προστασίας τῆς ἀτομικῆς του ὑγείας ἀλλά καί τῆς ὑγείας τῶν ἄλλων, νά μπαίνη στό Ναό μέ μάσκα, φυσικά δέν θά τοῦ πῆ: «“Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε” (Ματθ. κβ΄12) μέ μάσκα πάνινη;». Τό πιθανότερο εἶναι νά τοῦ πῆ, ἤ μᾶλλον να πῆ στόν καθένα μας:

 

«Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὥδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;».

 

Πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα ἀφοῦ ἀκόμα δέν ἔχεις μετανοήσει;

Πῶς μπῆκες ἐδῶ ἀφοῦ δέν ἔχεις ἐξομολογηθῆ, εἰλικρινά γιά τίς ἁμαρτίες σου;

Πῶς μπῆκες στό Ναό μου, ὅταν τό ροῦχο πού φοράει ἡ ψυχή σου εἶναι τόσο βρώμικο καί λερωμένο;

Πῶς μπῆκες στό Ναό μου ἀφοῦ δέν εἶσαι ἀγαπημένος μέ ὅλους, ἀφοῦ δέν ἔχεις συγχωρήσει ὅλους τούς ἐχθρούς σου; (Ματθ. ε´ 23-24).

Πῶς μπῆκες στό σπίτι τῆς ἀγάπης μου καί ζητᾶς νά λάβης τό Δῶρο τῆς Ἀγάπης μου, ἀφοῦ ἀγάπη δέν ἔχεις δείξει, ἀφοῦ ἐλεημοσύνη μεγάλη καί γενναία δέν ἔχεις κάνει;

Ὡς πρός τό ἄν πρέπει νά φορᾶνε καί οἱ ἐκκλησιαζόμενοι μάσκα ὅσο καιρό βρίσκεται σέ ἔξαρσι ἡ ἐπιδημία τοῦ κορωνοϊοῦ, αὐτό εἶναι θέμα ἰατρικό καί ὄχι πνευματικό. Ἄς μή δημιουργοῦνται ἐπομένως συγχύσεις, διότι οἱ «οἱ ταράσσοντες πολλοί» (Γαλ. α´ 7. ε´ 10). 

Τήν ἄλλη μάσκα πρέπει νά μή φορᾶμε. Ἐκείνην τῆς ὑποκρισίας.

Ὁ Χριστός μᾶς θέλει εὐθεῖς, εἰλικρινεῖς καί γνησίους.

Κάθε στάση δηλώνει μια κατάσταση …. (Σώμα και προσευχή α’ μέρος) ΣΥΝΔΟΙΠΟΡΙΑ


Του π. Χαράλαμπου Λίβυου Παπαδόπουλου

Το σώμα μας είναι η γη πάνω στην οποία ανθίζει το πνεύμα μας. Κάθε σωματική στάση περιγράφει μια κατάσταση. Κάντε το πολύ απλό, σηκώστε το κεφάλι σας ψηλά, να κοιτάει τον ουρανό και προσπαθήστε να κλάψετε. Σχεδόν αδύνατο. Τώρα αντιστρέψτε το, κοιτάξτε χαμηλά την γη, με κατεβασμένο κεφάλι και προσπαθήστε να χαρείτε. Δύσκολο και πάλι. Διότι κάθε σωματική στάση δηλώνει μια ψυχική κατάσταση.
Δες τους ώμους σου πως είναι, η πλάτη ή το στέρνο σου, η μέση ή τα πόδια σου, όλα δηλώνουν μια κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ψυχή σου. Το σώμα μιλάει, ακούει, κοινωνεί και συμπορεύεται με την ψυχή.
Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο οπου οι ησυχαστές πατέρες της νηπτικής παραδόσεως αναφέρονται στην σωματικότητα της προσευχής. Δηλαδή το σώμα μετέχει στην διαδικασία της κοινωνίας μετα του Θεού. Ξέρουν καλά οι ασκητές της ερήμου, εκείνοι που κατέβηκαν βαθιά μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση, ότι η στάση που θα πάρει το σώμα μας οδηγεί σε μια κατάσταση τον νου μας.
Πολλοί ρωτάνε μα γιατί στην προσευχή πρέπει να είμαστε ακίνητοι ή να λαμβάνουμε μια στάση. Διότι δηλώνουμε σωματικά που θέλουμε να πάμε. Δηλαδή σε τι κατάσταση ζητάμε να βρεθεί ο νους μας. Σταματάμε την κίνηση του σώματος γιατί με αυτόν τον τρόπο στέλνουμε το μήνυμα στο νου να παύσει την πολυλογία του. Να σταματήσει να κινείται όπως σταμάτησε και το κορμί μας. Σκύβουμε τους ώμους μας, κοιτάμε μέσα στην καρδιά μας, ώστε να εισέλθουμε βαθύτερα μέσα στο πνεύμα μας. Κάνουμε μετάνοιες για να εκφράσουμε την αλλαγή που θέλουμε να πετύχουμε στην ζωή μας. Το σώμα μετέχει στην λατρεία του Θεού, μετέχει στην αλλαγή του νου, της καρδιάς.
Κλείνουμε τα μάτια δηλώνοντας στο νου μας, ότι δεν χρειαζόμαστε την διάσπαση και διάχυση, αλλά την κατάδυση εντός της ύπαρξης. Όχι έξω από αυτήν μέσα μας πρέπει να κατέβουμε. «Σπούδασον να εισέλθης εντός του ταμείου της καρδίας σου και θέλεις ιδή το ταμείον το ουράνιον. Διότι ένα είναι και τα δύο και δια μιας εισόδου συγχρόνως βλέπονται• επειδή η κλίμαξ εκείνη της Βασιλείας είναι εντός σου κεκρυμμένη» (Άγιος Ισαακ Σύρος, Λογος Λ´).
Δεν χρειάζεται να μετακινηθώ για να βρω αυτό που ζητάω, το πνεύμα του Θεού είναι εδώ, μέσα μου. Δεν χρειάζεται μετακίνηση αλλά κατάδυση από νου στην καρδιά. Η φύση μου είναι γεμάτη Θεό. Με την βάπτιση ο Χριστός είναι σε ολάκερη την ψυχή και το κορμί μου. Σε κάθε κύτταρο μου, σε κάθε φτερούγισμα της ψυχής μου.
Είμαι πλασμένος «κατ΄εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική Του και κανένας διάβολος ή αμαρτία δε μπορεί αυτό να το καταστρέψει. Αλίμονο εάν το κακό μπορούσε να με χωρίσει οριστικά από τον Θεό. Τότε θα του δίναμε τεράστια δύναμη απέναντι στην δημιουργία του Θεού. Χωρίζομαι απ τον Θεό μονάχα εάν τον θέλω εγώ. Η κόλαση είναι αυτοεξορία και όχι τιμωρία.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έλεγε ότι στην προσευχή ο ησυχαστής μαζεύει τον όλον άνθρωπο μέσα στο σώμα του. Η προσευχή ενώνει τον άνθρωπο. Ο Χριστός είναι το Αρχέτυπο μας. Η αιτία και ο σκοπός της δημιουργίας μας, οπότε όταν τον επικαλούμαστε συναντάμε την αληθινή φύση μας, αυτό για το οποίο πλαστήκαμε και εκεί που οδεύουμε να πάμε.

Μυστικά της πνευματικής ζωής π. Γεωργίου Δορμπαράκη

 


π. Γεωργίου Δορμπαράκη
χει πολλές φορές τονισθεῖ ὅτι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἀποτελεῖ τή σπουδαιότερη περίοδο ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς στήν Ἐκκλησία μας, δεδομένου ὅτι τότε προετοιμάζεται ὁ πιστός γιά τή συμμετοχή του στά γεγονότα πού σφράγισαν καί χάραξαν αὐτό πού λέμε σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή τή ζωντανή καί πραγματική σχέση του μέ τόν Θεό, καί πού τα γεγονότα αὐτά δέν εἶναι ἄλλα ἀπό τή Σταύρωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Ἐνόψει δηλαδή τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης προβάλλεται ἡ ἱερότητα καί ἡ σπουδαιότητα τῆς Σαρακοστῆς, γεγονός πού σημαίνει ὅτι τελικῶς λειτουργεῖ ἡ περίοδος αὐτή ὡς ἕνα εἶδος πνευματικῆς κολυμβήθρας γιά τόν πιστό, ἀφοῦ προκαλεῖται μέ τόν ἐντονότερο τρόπο, μέσω τοῦ πολλαπλασιασμοῦ κυρίως τῶν ἀκολουθιῶν καί τῶν προσευχῶν καί μέσω τῆς συστηματικότερης νηστείας, γιά νά ξαναβρεῖ τόν χαμένο λόγω τῶν παθῶν του ἑαυτό, τόν χαρισματικό ἑαυτό, αὐτόν πού ἀναδύθηκε ἀπό τήν ἁγία κολυμβήθρα κατά τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Μέ ἄλλα λόγια ὅ,τι προσέλαβε ὁ χριστιανός ἀπό τό ἅγιο βάπτισμά του: τήν ἔνταξή του στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ τήν Ἐκκλησία, αὐτό ἐπιχειρεῖ νά τοῦ καταστήσει ζωντανό καί ἐμφανές ἡ πνευματική αὐτή περίοδος, πού θά πεῖ ὅτι εἶναι μία περίοδος μετανοίας καί καθάρσεως, συνεπῶς καί ἰδιαίτερου φωτισμοῦ, κάτι πού θά διατρανωθεῖ ὡς ἀλήθεια τήν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, κατά τήν ὁποία τά πάντα θά λάμψουν μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια». Δέν εἶναι τυχαῖο ἔτσι ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἀκούγεται ἤδη στίς ἀπαρχές τῆς Σαρακοστῆς «ἀποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός», λειτουργεῖ ὡς τό κεντρικό «σύνθημα» τῆς περιόδου καί καθορίζει τίς συντεταγμένες τῆς ὅλης πορείας τοῦ χριστιανοῦ.

 

Τήν παραπάνω ἀλήθεια τονίζει ἡ Ἐκκλησία μας ἐντονότερα καί  στό μέσον τῆς Σαρακοστῆς. Θεωρώντας δεδομένη τήν κόπωση τοῦ συνειδητοῦ πιστοῦ ἀπό τήν ἔνταση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, προβάλλει τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, γιά νά ὑπενθυμίσει ἀφενός ὅτι Αὐτός συνιστᾶ τό ὅραμα πού φωτίζει τόν δρόμο μας, (αὐτονοήτως δέ καί ἡ Ἀνάσταση πού ἀποτελεῖ τήν ἄλλη ὄψη Του), ἀφετέρου ὅτι Αὐτός ὁ Σταυρός συνοδεύει καί τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας ὡς παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού μᾶς ἀγκαλιάζει καί μᾶς ξεκουράζει στό κάθε λύγισμά μας. Κι εἶναι τοῦτο ἡ κατεξοχήν παρηγοριά πού μᾶς δίνει ἡ ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως: ἔχουμε πάντοτε, στήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας, τόν ἴδιο τόν Κύριο συνοδοιπόρο μας, παραστάτη μας, πατέρα, φίλο καί ἀδελφό μας, πού συγκαταβαίνει στήν κάθε πραγματική ἀδυναμία μας, δηλαδή μᾶς κρατάει σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς μας παντοτινά. Διότι πότε δέν εἴμαστε ἀδύνατοι; Ἕνα «μηδέν» ἀποτελοῦμε, πού ὁ Κύριος τό παίρνει γιά νά τό κάνει ἑκατομμύρια.

 

Περίοδος λοιπόν πνευματική ἡ Σαρακοστή, τονισμός ξεχωριστός  τῆς πνευματικότητας αὐτῆς ἡ ἡμέρα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, συνεπῶς τί πιό ταιριαστό πρός τήν ἡμέρα καί τήν περίοδο αὐτή ἡ ὑπενθύμιση τοῦ τί σημαίνει πνευματική ζωή καί τί μυστικά ἐνδεχομένως περικλείει. Κι ἀξίζει κανείς νά κάνει τήν ὑπενθύμιση αὐτή, γιατί εἴπαμε καί προηγουμένως ὅτι χανόμαστε πολλές φορές λόγω τῶν παθῶν μας στή γῆ αὐτή τοῦ κλαυθμῶνος πού βρισκόμαστε, καί χανόμαστε γιατί ξεχνιόμαστε. Αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἰσχύει διαρκῶς ὡς προτεραιότητά μας: ὁ χαρισματικός ἐν Χριστῶ ἑαυτός μας καί οἱ ἐνέργειές μας γιά νά τόν καλλιεργοῦμε, δέν ἰσχύει σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό, συνεπῶς κάθε τι πού μᾶς τόν ὑπενθυμίζει πρέπει νά τό ἐνισχύουμε, νά τό ὑποστηρίζουμε, νά τό ἀγαπᾶμε.

 

 «Μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς» τό θέμα πού σύντομα στή συνέχεια θά διαπραγματευτοῦμε. Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι, μέ βάση τά παραπάνω, θά κινηθοῦμε ἀκριβῶς πάνω στά χνάρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, γιά νά διαπιστώσουμε κι ἐμεῖς ὅ,τι διεπίστωσαν καί διαπιστώνουν ὅλοι οἱ αἰῶνες: ὅτι τά χνάρια αὐτά ἀποτελοῦν στήν πραγματικότητα τά πατήματα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας, μέ ἄλλα λόγια κάθε θεωρούμενο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι καί μία ἀποκάλυψη τοῦ Σωτήρα μας στή ζωή μας, πού θά πεῖ ὅτι  ἡ πνευματική αὐτή ζωή τελικῶς εἶναι ἡ ἴδια ἡ χριστιανική ζωή, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησιαστική ζωή.
Ἡ ἐξίσωση αὐτή τῆς πνευματικῆς ζωῆς μέ τή χριστιανική ἀλλά καί μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή μᾶς ἀναγκάζει βεβαίως νά κάνουμε κατά πρῶτον τήν ἀπαραίτητη βασική διευκρίνιση στό θέμα μας: τί ἐννοοῦμε λέγοντας πνευματική ζωή. Κι ὅλοι καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πνευματική ζωή στήν ὁποία ἀναφερόμαστε δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν πνευματική ζωή, ὅπως τήν ἐκλαμβάνουν οἱ πολλοί, καί μάλιστα οἱ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοί θεωροῦν ὅτι πνευματική ζωή εἶναι ἡ ζωή πού σχετίζεται μέ τίς τέχνες καί τά γράμματα, μέ τό θέατρο, τήν ποίηση, τή λογοτεχνία. Πνευματικός ἄνθρωπος ἀκοῦμε νά λένε εἶναι ὁ ἐπιστήμονας, ὁ λογοτέχνης, ὁ ποιητής. Καί δέν ἔχουν ἄδικο ἀπό μιά ἄποψη. Γιατί ἀσχολοῦνται ἀκριβῶς μέ τό πνεῦμα, ἀλλά στήν ἀνθρώπινη μόνο διάστασή του. Γιά τήν Ἐκκλησία μας ὅμως ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι ἡ ζωή ἡ ἀσχολούμενη μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα, πολύ δέ περισσότερο ἡ ἀσχολούμενη μέ ἄλλα πνεύματα πού δέν εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.  Πνευματική ζωή γι’ αὐτήν ἀκριβῶς  εἶναι ἡ ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὅπως αὐτό φανερώθηκε συνεσκιασμένα στήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατεξοχήν δέ μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι καλό νά θυμόμαστε τίς ἐπισημάνσεις ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος μιλώντας γιά τίς ἐποχές τῆς δράσεως τοῦ Θεοῦ  ἔλεγε ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη δρᾶ τό πρῶτο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος, ὁ Θεός Πατέρας, στήν Καινή Διαθήκη δρᾶ τό δεύτερο πρόσωπο, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Ἰησοῦς Χριστός, ἐνῶ στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν Πεντηκοστή καί ἐφεξῆς, δρᾶ τό τρίτο πρόσωπο, τό Ἅγιον Πνεῦμα, μέ τήν ἔννοια βεβαίως ὅτι σέ κάθε ἐποχή τό κάθε πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὑπηρετεῖ τήν κοινή ἐνέργεια τῆς θεότητας. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή  τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ὁ Θεός τοῦ Παρόντος, τό πρόσωπο πού ἐκπορεύεται μέν ἀπό τόν Θεόν Πατέρα, ἀλλά στάλθηκε ἀπό τόν Θεό Υἱό, καί ἔκτοτε παραμένει στήν Ἐκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας.

 

Πνευματική λοιπόν ζωή εἶναι ἡ ζωή σέ σχέση μέ τό ἅγιον Πνεῦμα, συνεπῶς ἡ ζωή πού ζεῖ κανείς στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καί πού περιεχόμενό της  εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Καί τοῦτο διότι ἔργο τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἦταν καί εἶναι νά ἀποκαλύπτει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τόν Σωτήρα Κύριο, γεγονός πού σημαίνει ὅτι χωρίς τήν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος ὁ Χριστός θά παρέμενε πάντοτε ἕνας ἄγνωστος καί ξένος τελικῶς στούς ἀνθρώπους. Κατά τήν περιεκτική διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου «οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ἁγίῳ». Γι’ αὐτό λοιπόν, ἐπανερχόμαστε, ἡ πνευματική ζωή ταυτίζεται μέ τή χριστιανική ζωή, ὅπως καί μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Τόν Χριστό ζοῦμε στήν Ἐκκλησία καί τοῦτο «οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τό δῶρον». «Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ’ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν», συμπληρώνει ὁ ἅγιος Παῦλος καί πάλι, γιά νά συνεχίσει: «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ». Ὁ ἄνθρωπος ἔτσι λέγεται καί εἶναι πνευματικός «ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας» (Ἰωάννης Χρυσόστομος).

 

Μέ βάση τήν κεντρική αὐτή ἀλήθεια ἀρχίζει κανείς καί συνειδοτοποιεῖ κάποια θεωρούμενα «μυστικά» τῆς πνευματικῆς χριστιανικῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ἐνῶ δέν εἶναι μυστικά, τελικῶς θεωροῦνται μέ τόν τρόπο αὐτόν, λόγω τῆς ὕπαρξης τοῦ μεγαλυτέρου προβλήματος πού ἀναπτύσσεται στήν πνευματική ζωή καί πού δέν εἶναι ἄλλο – τό ἐπισημάναμε παραπάνω – ἀπό τή λεγόμενη «λήθη», τή λησμονιά. Τί ἐννοοῦμε;   Ἐνῶ δόθηκε σέ μᾶς τούς χριστιανούς τό ἅγιον Πνεῦμα ἀπό τήν ὥρα τῆς εἰσόδου μας στήν Ἐκκλησία μέ τό ἅγιο βάπτισμα, ξεχνᾶμε τή μεγίστη αὐτή δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ἐμπλεκόμαστε μέ ὁτιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο τοῦτο πέρα ἀπό τήν προσφορά αὐτή. Ποιός χριστιανός, ἤ καλύτερα πόσοι ἀπό τούς χριστιανούς ζοῦν μέ τό διαρκές βίωμα αὐτοῦ πού ἔλαβαν κατά τό βάπτισμά τους καί κατά τό μυστήριο τοῦ χρίσματός τους; Τό βάπτισμα εἶναι ἐκεῖνο πού μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τό προπατορικό λεγόμενο ἁμάρτημα, μέ τήν ἔννοια τῆς ἐξάλειψης ἀπό τό κέντρο τῆς καρδιᾶς μας τῆς ἀναγκαστικῆς πρός τήν ἁμαρτία φορᾶς, καί πού μᾶς ἐνσωματώνει στόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς ὀργανικά μέλη Αὐτοῦ. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Λοιπόν, ὁ κάθε βαπτισμένος καί χρισμένος χριστιανός ἀποτελεῖ μία προέκταση τοῦ Χριστοῦ, μία ἄλλη δική Του παρουσία μέσα στόν κόσμο. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Ποιά ὅμως ἡ καθημερινότητα τῶν πολλῶν; Ξεχνοῦν τό μέγιστο τοῦτο ἀξίωμα καί ζοῦν «ὡς ἄθεοι ἐν τῶ κόσμῳ», συναγωνιζόμενοι τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας καί αὐξανόμενοι διαρκῶς στίς ἁμαρτίες. Κι αὐτό γιατί; Λόγω τῆς λήθης, τῆς ξεχασιᾶς. Ὁ κόσμος, ὁ πεσμένος δηλαδή στήν ἁμαρτία περίγυρος, γίνεται ἡ προτεραιότητα καί τοῦ χριστιανοῦ, μέ ἀποτέλεσμα ὅ,τι ἦλθε νά καταργήσει ὁ Χριστός, αὐτό νά ζεῖ βασιλικά καί αὐτοκρατορικά στό θεωρούμενο μέλος Χριστοῦ. Μά ἔτσι δέν ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς, (ἄν ἀνήκουμε στή συγκεκριμένη αὐτή ὁμάδα «χριστιανῶν»), αὐτό πού διεκτραγώδησε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος «δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται τό ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσιν»;

 

Συνεπῶς τό πρῶτο καί σπουδαιότερο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μετά τή διευκρίνηση τοῦ ὅρου, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: ἡ συναίσθηση ὅτι ἔχουμε λάβει τόν Θεό μέσα μας καί ὅτι σκοπός μας πιά εἶναι ἡ διαρκής φανέρωσή Του, τό «περιπατεῖν κατά Χριστόν», νά εἴμαστε μία ἄλλη «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆ» παρουσία Του στόν κόσμο. Εἶναι αὐτό πού ἔλεγε μέ τόν δικό του τρόπο καί ὁ ἀγαπημένος καί σέ μᾶς τούς      Ἕλληνες ἅγιος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ. Σέ σχετική μέ τόν σκοπό τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἐρώτηση πού τοῦ ἔθεσαν ἀπάντησε: «Σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ὄχι ἁπλῶς νά εἴμαστε καλοί ἄνθρωποι, ὄχι νά ἀποκτήσουμε ἁπλῶς οἰκογένεια, ὄχι νά ἀποκτήσουμε θέσεις καί νά κάνουμε καριέρα, ὄχι νά αὐξήσουμε τό βιός μας καί τά χρήματά μας – ὅ,τι συνήθως θεωρεῖται πιά αὐτονόητη προτεραιότητα καί στούς χριστιανούς – ἀλλά νά ἔχουμε ἐνεργή μέσα μας τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀποκτῶ τό ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή σημαίνει γιά μένα τόν βαπτισμένο καί χρισμένο νά ἔχω ἀφενός ἐπίγνωση τῆς ὕπαρξης τοῦ Πνεύματος μέσα στήν καρδιά καί τήν ὕπαρξή μου, ἀφετέρου συναίσθηση ὅτι αὐτό συνιστᾶ τήν προτεραιότητά μου καί τόν διαρκή ὁραματισμό μου: πῶς νά αὐξάνομαι ἐν Πνεύματι, πῶς τόν σπόρο πού πῆρα νά τόν καλλιεργήσω, ὥστε νά αὐξηθεῖ καί νά γίνει δέντρο μεγάλο καί ὑψηλό – ὅ,τι στήν οὐσία ἔλεγε καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ἐξηγώντας τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένου. Τό κατ’ εἰκόνα, διευκρίνιζε, εἶναι ὁ σπόρος, τό καθ’ ὁμοίωσιν εἶναι ἡ προοπτική, δηλαδή ἡ αὔξηση σέ δένδρο.

 

Εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι κατανοεῖ κανείς κι ἕνα δεύτερο σπουδαιότατο μυστικό τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς. Ποιό εἶναι αὐτό; Ὅτι ἡ πνευματική ζωή δέν εἶναι μία ἀπηρτισμένη καί τετελειωμένη κατάσταση στόν ἄνθρωπο· ἔχει πολλές διαβαθμίσεις, οἱ ὁποῖες μάλιστα δέν τελειώνουν ποτέ. Ὅλοι, νομίζω, γνωρίζουμε, ἀλλά καί πού πάλι ξεχνᾶμε, ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας περιγράφουν τήν πνευματική ζωή μέ κλιμακωτή διαβάθμιση. Πρῶτο στάδιο, μᾶς λένε, εἶναι τό στάδιο τῆς κάθαρσης ἀπό τά πάθη. Δεύτερο στάδιο εἶναι τό στάδιο τοῦ φωτισμοῦ. Τρίτο στάδιο εἶναι τό στάδιο τῆς θέωσης. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πνευματική ζωή εἶναι ἕνας διαρκής ἀγώνας, θέλει τεράστια ὑπομονή καί ἐπιμονή, καί προϋποθέτει τήν ταπείνωση τοῦ ἀνθρώπου. Θά ἔλεγε μάλιστα κανείς ὅτι ἐκεῖνο πού μοναδικά ἀνήκει στήν εὐθύνη τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ὁ ἀγώνας του γιά τήν κάθαρση. Διότι ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση εἶναι καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ πού τά δίνει σ’ ἐκεῖνον πού ἔχει τή διάθεση νά παλέψει μέ τά πάθη του καί τίς ἁμαρτίες του. Στήν πραγματικότητα βέβαια καί τό πρῶτο στάδιο τῆς κάθαρσης εἶναι κι αὐτό δῶρο Θεοῦ, διότι κανείς δέν μπορεῖ νά ξεκινήσει ὁτιδήποτε πνευματικό χωρίς τήν ἐνίσχυση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», θά πεῖ ἀξιωματικά ὁ Κύριος, ἐνῶ ὁ ἀπόστολός Του Παῦλος θά ἑρμηνεύσει: «Καί τό θέλειν καί τό εὐδοκεῖν ὑπέρ τῆς εὐδοκίας, τοῦ Θεοῦ ἐστι». Κι ἄν, ἀκόμη καί στό στάδιο αὐτό, ἀπαιτεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, πόσο περισσότερο στά ἄλλα τά ἀνώτερα καί ὑψηλά;

 

Λοιπόν ὁ χριστιανός κάνει τόν πνευματικό του ἀγώνα ὄχι στά τυφλά, ἀλλά ξέροντας ποῦ θά στοχεύσει. Προσπαθεῖ νά καθαρίσει τήν καρδιά του ἀπό ὅ,τι τήν βρωμίζει, κι αὐτό πού τήν βρωμίζει εἶναι μόνον ἡ ἁμαρτία. Καί ἁμαρτία εἶναι τελικῶς ἡ ἀρρωστημένη καί διεστραμμένη ἀγάπη πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τόν ἐγωισμό. Ὁ ἐγωισμός ὅμως εἶναι ἡ ρίζα πού ἔχει τρεῖς κεντρικούς κλάδους: τή φιληδονία, τή φιλοδοξία καί τή φιλαργυρία. Συνεπῶς κάθε φιλήδονη καί φιλόσαρκη τάση μου, κάθε φιλόδοξη, κενόδοξη καί ὑπερήφανη ἐνέργειά μου, κάθε φιλάργυρη καί φιλοκτήμονη ἐπιθυμία μου, πρέπει νά τίς ἐξαλείψω, γιά νά μπορεῖ νά παραμείνει ἡ καρδιά μου ἐλεύθερη προκειμένου νά ἀντιφεγγίζει τίς λαμπηδόνες τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Κι ἔχουμε τή δύναμη τῆς ἐξάλειψης, γιατί ἐνεργεῖ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή ἡ χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος.

 

Πρέπει ὅμως νά γνωρίζουμε – κι ἐδῶ ἔχουμε κι ἄλλο τρίτο μυστικό –  ὅτι ἡ ἐξάλειψη καί ἡ ἀπαλλαγή τῶν παθῶν αὐτῶν δέν γίνεται μέ ἕναν ἀρνητικό τρόπο: νά τά ξεριζώσουμε ἀπό μέσα μας. Ἡ πνευματική ζωή στόν χριστιανισμό ἔχει πάντοτε θετικό χαρακτήρα. Ξεριζώνω κάτι γιατί, τήν ἴδια ὥρα, φυτεύω κάτι ἄλλο στή θέση του. Συνεπῶς, παλεύουμε νά ἐξαλείψουμε τά πάθη μας, νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτά, διά τῆς στροφῆς τῆς θελήσεώς μας στά ἀντίστοιχα καλά καί φιλόθεα πάθη: στή θέση τῆς φιληδονίας νά θέσουμε τήν ἐγκράτεια, στή θέση τῆς φιλοδοξίας καί ὑπερηφανείας νά θέσουμε τήν ταπείνωση, στή θέση τῆς φιλαργυρίας νά θέσουμε τήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη καί προσφορά. Ἔτσι κάθαρση τῆς καρδιᾶς σημαίνει μεταμόρφωση τῶν παθῶν: τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς νά τίς στρέψουμε στήν ὀρθή κατεύθυνσή τους. Τό ἀποτέλεσμα ἀρχίζει καί γίνεται γρήγορα ὁρατό: ὁ νοσηρός ἐγωισμός παίρνει τόν φωτισμό τῆς ἔνθεης ἀγάπης. Ἡ φιλαυτία γίνεται σταδιακά φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία. Τό πρῶτο στάδιο ἁπαλά καί χωρίς διατυμπανισμούς παραχωρεῖ τή θέση του στό δεύτερο, τόν φωτισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Παρομοίως ἄς σκεφτοῦμε καί γιά τά μετέπειτα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Θυμᾶται κανείς ἐδῶ αὐτό πού τόνιζε γιά παράδειγμα, γιά νά περιοριστοῦμε στή νεώτερη μόνον ἐποχή, ὁ ὅσιος Γέροντας Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης. «Τό σκοτάδι δέν πολεμιέται μέ ἄλλον τρόπο, παρά ἀνάβοντας τό φῶς». Γιά τόν ἅγιο Γέροντα δηλαδή ἡ πνευματική ζωή καί ὁ ἀγώνας γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἦταν σχετικά εὔκολη ὑπόθεση, γιατί ὁ χριστιανός δέν εἶχε νά κάνει κάτι ἄλλο, ἰδιαιτέρως στίς δύσκολες στιγμές τῶν σκοτεινῶν πειρασμῶν, ἀπό τό νά στρέψει τόν νοῦ καί τή διάθεση τῆς καρδιᾶς του στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων Του. «Ὄχι πόλεμος κατευθεῖαν– συνήθιζε νά λέγει, συνεχίζοντας τόν λόγο ὅλων τῶν προγενεστέρων ἁγίων – ἀλλά πλαγίως καί μέ ἔξυπνο τρόπο». Ὅ,τι παρότρυνε καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «νίκα ἐν τῶ ἀγαθῶ τό κακόν».

 

Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅπως καί ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Πορφυρίου καί ὅλων ἀσφαλῶς τῶν ἁγίων περί στροφῆς τοῦ νοῦ καί τῆς διάθεσης τῆς καρδιᾶς πρός τόν Χριστό, ἀναδεικνύει καί τή σημασία τῶν λεγομένων λογισμῶν. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι τό θέμα αὐτό εἶναι τόσο σημαντικό γιά τήν πνευματική ζωή, ὥστε θά ἔλεγε κανείς ὅτι σχεδόν αὐτό, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν τέταρτηθέση πού τό θέσαμε, κατέχει θεμελιακή θέση στόν ὅλο πνευματικό ἀγώνα. Ἀπό τό τί λογίζομαι, ἀπό τό τί σκέψεις δηλαδή καί εἰκόνες ἀφήνω νά ἀναπτύσσονται μέσα στήν καρδιά καί στή διάνοιά μου, ἐξαρτᾶται καί ἡ ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μου κόσμου. Θά πρέπει ὁ χριστιανός, ὅπως συμβουλεύει καί ὁ ἅγιος Πορφύριος, νά μάθει νά στρέφεται πρός τό φῶς καί ὄχι πρός τό σκοτάδι, πρός τό ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ πάντοτε καί ὄχι πρός αὐτό πού ὕπουλα δημιουργεῖ ὡς διάθεση ὁ Πονηρός, κατά παραχώρηση θεία. Ὁπότε ἐκεῖ κρίνεται ἡ ἀγαθή ἤ ὄχι διάθεση τῆς ψυχῆς, τό πνεῦμαπού θά κυριαρχήσει σέ ὅλη τήν πνευματική ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ. Ὁ χριστιανός λοιπόν ἐπιλέγει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ πάντοτε νά λογίζεται «ὅσα ἀγνά, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἀληθῆ, ὅσα προσφιλῆ, τήν ἀρετήν καί τόν ἔπαινον», ὥστε «ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ» νά βραβεύει τήν καρδιά του. Ἄν κάνει τό σφάλμα νά ἀφεθεῖ σέ ὅ,τι ἁπλῶς τοῦ ἔρχεται στόν νοῦ, (κι εἶναι ὁ Πονηρός πού τοξεύει διαρκῶς σχεδόν τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ πονηρούς λογισμούς), τότε δυστυχῶς ἐμπειρικά θά μάθει τί σημαίνει «θλίψις καί στενοχωρία» τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό καί τί τονίζουν ἐν περιλήψει οἱ ἅγιοί μας στό θέμα αὐτό τῶν λογισμῶν; Περιφρόνηση πλήρης καί ἀπόλυτη σέ κάθε τι ξένο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαπητική προσήλωση σέ κάθε τι πού συνιστᾶ Ἐκείνου τήν παρουσία. Τό «γίνου πιστός ἄχρι θανάτου» τῆς Ἀποκάλυψης καί τό «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω Σου» τοῦ ψαλμωδοῦ, θά πρέπει πρωτίστως νά ἐφαρμόζεται ἀπό τόν χριστιανό ἰδίως στό θέμα τῶν λογισμῶν πού ἀνήκουν στόν Θεό.

 

Ὁπότε μέ τά παραπάνω εἶναι ἡλίου φαεινότερον καί ἕνα πέμπτο μυστικό τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πού ἐπισημάναμε ἀκροθιγῶς καί προηγουμένως: ἡ πνευματική ζωή δέν θέλει βιασύνες. Ὅποιος πίστεψε ὅτι πολύ γρήγορα θά προχωρήσει τή σχέση του μέ τόν Θεό καί θά φτάσει τό φῶς Του, συνήθως πλανήθηκε. Βεβαίως, ὑπάρχουν καί κάποιες ἔκτακτες περιπτώσεις, ὅπου ἕνας χριστιανός ἀνέβηκε πολύ γρήγορα τήν πνευματική κλίμακα. Μά αὐτές εἶναι ἡ ἐξαίρεση. Ὁ κανόνας, τό σύνηθες, αὐτό στό ὁποῖο ὑποκείμεθα οἱ πολλοί, εἶναι ἡ ὑπομονή πού ἀπαιτεῖ ἡ πνευματική ζωή. Μπορεῖ νά ὁραματίζομαι νά γίνω θεόπτης σαν τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τόν ὅσιο Ἀντώνιο, ἀλλά χρειάζεται νά φτύσω αἷμα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, γιά νά προχωρήσω ἔστω καί μόνο ἕνα βῆμα παραπάνω στή ζωή μου. Νά θυμηθοῦμε ἐδῶ μία πραγματική περίπτωση πού καταγράφει ὁ μεγάλος δάσκαλος τοῦ ἀσκητισμοῦ ὅσιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος. Ἐπρόκειτο γιά ἕναν νέο μοναχό, ὁ ὁποῖος ἐπισκέφτηκε ἕναν ἅγιο Γέροντα πού ἀριθμοῦσε δεκαετίες πολλές στήν ἀσκητική καί ἐρημική ζωή, μέ τό ἐρώτημα ὅτι ἀντιμετωπίζει μεγάλους πειρασμούς. Κι ὅταν ὁ Γέροντας ἀμφισβήτησε τούς μεγάλους καί δύσκολους πειρασμούς του, λόγω, ὅπως εἶπε, τῆς νεότητάς του – ὁ Θεός δέν ἐπιτρέπει στούς νέους μεγάλους πειρασμούς – ἐκεῖνος ἐπέμενε ὅτι εἶναι κάτι πού ἰσχύει ὁπωσδήποτε σ’ αὐτόν. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Γέροντα ἦταν συντριπτική καί καταλυτική γιά τό ὑπόψιν θέμα μας: «ἄκουσε, παιδί μου», τοῦ εἶπε. «Ἐγώ γιά νά ἀρχίσω νά νιώθω κάποιο φῶς μέσα στήν καρδιά μου πέρασα εἴκοσι χρόνια στήν ἄσκηση. Μετά τά εἰκοσιπέντε, ἔνιωσα λίγο περισσότερο φῶς. Καί νά, τώρα, μετά πιά τά τριάντα τόσα χρόνια πού βρίσκομαι ἐδῶ, δέν προλαβαίνω νά πῶ ἕνα δόξα τῶ Θεῶ, καί ὁ νοῦς μου ἁρπάζεται στή θεωρία τοῦ Κυρίου μας». Βιασύνη λοιπόν καί πνευματική ζωή εἶναι ἔννοιες ἀλληλοαναιρούμενες. Ὅπου ὑπάρχει ἡ βιασύνη ἐκεῖ ἐλλείπει καί τό παραμικρό ἴχνος τῆς παρουσίας τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ὅπου ἐλλείπει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ἔχει ἀρχίσει νά ἔχει τό πάνω χέρι κάποιος ἄλλος πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν Πονηρό.

 

Κι ἀκριβῶς μέ τήν παρουσία τοῦ Πονηροῦ ἐρχόμαστε στήν ἐπισήμανση ἑνός ἀκόμη, ἕκτου πιά, μυστικοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὅλοι γνωρίζουμε ὡς χριστιανοί ἔστω καί ἀρχάριοι, ἀπό τή θεωρία καί τήν πράξη τῆς ὅποιας πνευματικῆς ζωῆς μας, ὅτι ὁ Πονηρός ὑπάρχει καί ἐνεργεῖ στόν κόσμο κατά τόν τρόπο πού τόν περιγράφει καί ὁ Χριστός μας, ἀλλά καί οἱ ἀπόστολοί Του καί οἱ λοιποί ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος μάλιστα μᾶς ἀνοίγει τά μάτια, λέγοντάς μας ὅτι ὁ διάβολος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ». Πόσο ἐλεύθερος ὅμως εἶναι ὁ διάβολος νά δρᾶ ἀπέναντι ἰδίως στούς χριστιανούς; Εἶναι θέμα μέ τεράστια σημασία, διότι ὑπάρχουν χριστιανοί – καί δέν μιλᾶμε γι’ αὐτούς  πού μᾶλλον ὑποταγμένοι στόν Πονηρό τόν ἀφισβητοῦν πλήρως – οἱ ὁποῖοι μεγεθύνουν τή δράση καί τήν ἐνέργειά του, προσδίδοντας σ’ αὐτόν δυνάμεις πού ἐξ ἀντικειμένου μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει. Λοιπόν, βεβαίως ὁ διάβολος ὑφίσταται, βεβαίως δρᾶ μέσα στόν κόσμο,  βεβαίως εἶναι μονίμως ἀρνητικά διακείμενος στόν ἄνθρωπο καί δή τόν χριστιανό, ὅπως καί σέ ὅλη τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὅμως μετά τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ εἶναι καταργημένος. Εἶναι ἕνας ξεπεσμένος ἄρχοντας, ἀπό τόν ὁποῖο ὁ Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ἀφαίρεσε κάθε ἰκμάδα καί δύναμη, καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά λόγια τοῦ γνωστοῦ καί ἀγαπημένου ὁσίου Παϊσίου ἁγιορείτου, «εἶναι σάν τό φίδι πού δέν ἔχει πιά δηλητήριο, καί σάν τό σκυλί πού δέν ἔχει δόντια». Κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός «κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον», ὁπότε εἶναι ἀνίσχυρος καί ἀνενέργητος. Αὐτό πού κάνει ὅμως ὁ Κύριος εἶναι νά τοῦ παραχωρεῖ τή δυνατότητα νά πειράζει τόν ἄνθρωπο, καί μάλιστα τόν χριστιανό, προκειμένου μέ τίς δοκιμασίες καί τούς πειρασμούς νά αὐξάνεται πνευματικά. Κι ἄν ἔχει κάποια ἐξουσία ὁ διάβολος πιά στόν ἄνθρωπο, εἶναι γιατί ὁ ἴδιος ἄνθρωπος, λόγω τῆς ἀμέλειάς του στά πνευματικά, τοῦ ἀφήνει χῶρο στή ζωή του γιά νά δράσει πάνω του. Μέ ἄλλα λόγια ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τροφοδοτοῦμε τόν διάβολο γιά νά ἔχει δύναμη ἀπέναντί μας. Εἶναι πολύ ὡραῖοι οἱ στίχοι πού βρήκαμε κάπου ἐν προκειμένῳ: «Δέν θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός γιά προσευχές π’ ἀφήσαμε, μά πού αὐτές ἀφήνοντας στό πονηρό γλιστρήσαμε. Γιατί ‘ναι νόμος μυστικός, ὁ νοῦς πού ‘ναι ἀλήτης, ἄν δεν δεθεῖ μέ τόν Θεό, νά ‘ναι δαιμόνων θύτης». Λοιπόν, ὅσο στρεφόμαστε στόν Χριστό, ὅσο ζοῦμε τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, τόσο καί ὁ Πονηρός ἀδυνατίζει ἀπέναντί μας, τόσο δέν παίρνουμε εἴδηση κἄν τά ὅποια πυρφόρα βέλη πού ρίχνει ἐναντίον μας. Γιατί εἴμαστε καλυμμένοι ἀπό τή μεγαλύτερη ἀσπίδα καί τήν πανοπλία πού ὑπάρχει, τόν ἴδιο τόν Κύριό μας.

 

Θά κλείσουμε μέ τήν ἀναφορά ἑνός ἀκόμη, ἕβδομου, μυστικοῦ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, χωρίς νά σημαίνει ὅτι ἐξαντλοῦμε τό θέμα μας. (Αὐτό πού μποροῦμε νά ποῦμε ὅμως εἶναι ὅτι ὅσο κάνουμε πράξη τήν ὅποια διάσταση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τόσο καί ἡ ἴδια αὐτή πνευματική ζωή μᾶς ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτό της καί τά μυστικά της. Γινόμαστε αὐτοδίδακτοι, διότι στήν πραγματικότητα γινόμαστε θεοδίδακτοι). Ποιό εἶναι τό τελευταῖο αὐτό μυστικό; Ὅτι ἡ πνευματική ζωή δέν θέλει ἀναβολές. Εἶναι μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση μας, τήν πεσμένη ὅμως στήν ἁμαρτία, παρ’ ὅλη τή θεοείδειά μας ὡς μελῶν Χριστοῦ καί τίς τεράστιες πνευματικές δυνάμεις πού ἔχουμε λόγω τούτου ἀποκτήσει, νά τεμπελιάζουμε καί νά ἀκηδιοῦμε. Ἡ ἀκηδία καί ἡ πνευματική τεμπελιά εἶναι σύμπτωμα τῆς τραγικότητας πού ἀναφέραμε παραπάνω, τῆς λήθης καί λησμονιᾶς τῶν οὐσιωδῶν καί τῶν τιμίων τῆς ζωῆς μας καί γι’ αὐτό τῆς  ἐμπαθοῦς προσκόλλησής μας στή γοητεία τοῦ κόσμου τούτου. Γι’ αὐτό καί μεταθέτουμε διαρκῶς αὐτό πού θά ἔπρεπε νά ἐπιτελοῦμε σήμερα, τήν ὥρα αὐτή, στό ἐδῶ καί τώρα πού λέμε. Κι αὐτό συμβαίνει διότι ζοῦμε φαντασιακά τήν ὕπαρξη καί τή ζωή μας: πιστεύουμε ὅτι θά ζοῦμε αἰώνια στόν κόσμο τοῦτο – τόν θάνατο τόν σκεπτόμαστε μερικές φορές ἀλλά ὡς πρός τούς ἄλλους καί ὡς κάτι πολύ μακρινό γιά ἐμᾶς! –   ὅπως καί ὅτι τόν χρόνο τόν ἔχουμε πάντοτε στή διάθεσή μας, ὁ ὁποῖος θά λειτουργεῖ μέ τόν τρόπο πού θέλουμε κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ἀλλά καταλαβαίνουμε ὅτι καί τά δύο δέν ἰσχύουν καθόλου: αἰώνιος εἶναι μόνον ὁ Θεός· ὁ χρόνος μᾶς δίνεται ὡς δωρεά τοῦ Θεοῦ γιά νά μετανοοῦμε, («τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ ἐκτελέσαι» δεόμεθα καθημερινῶς στόν Κύριο),  δηλαδή νά ἐπιστρέφουμε διαρκῶς πρός Ἐκεῖνον πού εἶναι ὁ Δημιουργός καί τοῦ χρόνου! Ἡ κατάστασή μας αὐτή χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅπως φαίνεται κυρίως μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ὡς ἀφροσύνη! Ἡ ὅποια ἀναβολή τῆς ἐπιτέλεσης τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων δηλαδή συνιστᾶ τήν ἀνοησία μας ἀλλά τελικῶς καί τήν ἀπιστία τῆς ζωῆς μας. Εἶναι σχεδόν βέβαιο ὅτι ἄν δέν κάνω αὐτό πού πρέπει – τό θέλημα τοῦ Θεοῦ – τότε πού πρέπει, δέν πρόκειται ποτέ νά τό κάνω. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἰσχύει πάντοτε  ὡς ἀξίωμα τό ρητό «ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ»! Λοιπόν, «σήμερα ἄν ἀκούσετε τή φωνή τοῦ Θεοῦ, μην κάνετε σκληρές τίς καρδιές σας, ὅπως τόν καιρό πού οἱ Ἑβραῖοι παρεπίκραναν τόν Θεό στήν ἔρημο» (ἀπ. Παῦλος).

 

περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τῆς ὁποίας φθάσαμε τό μέσον, εἶναι ἡ κατεξοχήν πνευματική περίοδος τῆς Ἐκκλησίας μας. Κατ’ αὐτήν προβάλλεται μέ τόν πιο δυνατό τρόπο ὅ,τι σπουδαιότερο ὅπλο κρατάει στά χέρια της ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νά βρισκόμαστε σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ τό μοναδικό μονοπάτι τῆς ζωῆς πού ἐκβάλλει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τή μετάνοια. Ὅσο περισσότερο γνωρίζουμε τά μυστικά τῆς πνευματικῆς αὐτῆς ζωῆς, τόσο καί πιό εὔκολα καί ἄνετα περπατᾶμε σ’ αὐτήν, τόσο καί περισσότερο ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀναδύεται στήν ὕπαρξή μας. Βλέποντας ἰδίως σήμερα τόν Σταυρό, ὁ Ὁποῖος περικλείει ὅλη τήν τελειότητα, κατά τούς ἁγίους μας, σπουδάζουμε στήν οὐσία ὅλα τά μυστικά τοῦ κόσμου, ὅλα τά μυστικά τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἄς ἀγκαλιάζουμε νοερῶς τόν Σταυρό πάντοτε, ἄς βρισκόμαστε δηλαδή διαρκῶς σέ ἐγρήγορση ἀγάπης πρός Ἐκεῖνον πού Τόν ἁγίασε καί Τόν κατέστησε σύμβολο τῆς παρουσίας Του καί τῆς ἀπολυτρωτικῆς Του ἐνεργείας. Καί τίποτε ἄλλο θά λέγαμε νά μην κάνουμε ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, κι ἄν αὐτό μόνον ἐπιλέγουμε νά κάνουμε στήν καθημερινότητά μας κατά τρόπο ἀφανῆ, ἴσως αὐτό νά ἐπαρκεῖ γιά νά ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Κι ἄν ἀρχίσει νά ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη, τότε θά φέρει τόν μεγαλύτερο γλυκασμό πού ὑπάρχει, δηλαδή νά βρισκόμαστε ἐσαεί πάνω στίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Κυρίου, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν καί τό ἅπαν τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τότε πράγματι θά δοῦμε νά μᾶς ἀποκαλύπτονται κι ὅλα τά μυστικά τῆς σοφίας πού ὁ Θεός ἔχει κρυμμένα γιά τούς δικούς Του, δηλαδή τούς ἁγίους Του!

(Ὁμιλία πού πραγματοποιήθηκε στό ἐκκλησιαστικό Μέγαρο τῶν Πυλῶν  Καρπάθου, την Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018, μετά τόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό καί τούς Χαιρετισμούς τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ).

Η καθημερινότητα ως μοχλός σωτηρίας Η πνευματική μας πρόοδος εξαρτάται κυρίως από τη στάση μας Γέρων Σοφρώνιος


 

Πηγή: Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου: "Περί Πνεύματος και ζωής πνευματικά κεφάλαια")

 

204. Ο σκοπός που θέτουμε στη ζωή μας εμποτίζει όλες τις πράξεις μας. Αν π.χ. επιδιώκουμε πρώτα απ’ όλα να κερδίσουμε χρήματα, όλα όσα θα κάνουμε θα απορρέουν από εκεί.

205. Η εργασία, η κοινωνική θέση δεν έπρεπε να έχουν καμιά σημασία στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η υπεροχή δεν είναι εξωτερική, αλλά εσωτερική: Όποιος αγαπά περισσότερο τον Θεό, όποιος προσεύχεται περισσότερο, όποιος προσπαθεί περισσότερο να φυλάξει τις εντολές, θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ελευθερώστε το πνεύμα σας από κάθε σκέψη «καριέρας». Δεν υπάρχει καριέρα στην πνευματική ζωή.

206. Αν η εν Χριστώ σωτηρία είναι ο μοναδικός σκοπός της ζωής μας, ό,τι κάνουμε γίνεται πράξη προσευχής, πράξη λειτουργική.

207. Καθετί που κάνετε, η εργασία σας, μπορεί να είναι για τη σωτηρία σας. Αυτό εξαρτάται από σας, από τον τρόπο που το κάνετε. Η ιστορία γνωρίζει πλήθος μοναχών που διακονούσαν στο μαγειρείο, στον ξενώνα και έγιναν μεγάλοι Άγιοι. Η οδός της σωτηρίας συνίσταται στο να εργάζεται κάποιος χωρίς πάθος, προσευχόμενος.

208. Γνωρίζετε ίσως τον μοναχό εκείνο που ήταν μάγειρας σε όλη του τη ζωή σε κάποιο μοναστήρι του Κιέβου. Κοιτάζοντας τη φωτιά κάτω από το τηγάνι του, έβλεπε τον εαυτό του συνεχώς στις φλόγες του Άδη. Έγινε άγιος. Το διακόνημα του δεν τον εμπόδισε να είναι πάντοτε μαζί με τον Θεό.

209. Μην χάνετε τον καιρό σας ζώντας χωρίς προσευχή, χωρίς σκέψη.

210. Το καθετί στη ζωή μας έχει κάποιο πνευματικό νόημα. Ας αναζητήσουμε πρώτα, πώς μπορούμε να εργαζόμαστε κρατώντας την καρδιά, το νου και την προσοχή μας στον Θεό.

211. Είθε ο Θεός να σας δώσει τη δύναμη να κρατήσετε το πνεύμα, το νου και την καρδιά σας στο Πνεύμα του Χριστού. Τότε ο,τιδήποτε και αν συμβεί θα μπορεί πολύ γρήγορα βαθιά να μεταμορφωθεί. Αυτό που ήταν ανιαρό και αποθαρρυντικό θα εξαφανισθεί, μεταμορφωμένο από τον πόθο σας να είστε εκεί όπου είναι ο Χριστός, ο Θεός σας.

212. Για να διατηρούμε το πνεύμα και την καρδιά μας εν ειρήνη ενώπιον της κρίσεως του Θεού, δεν πρέπει να κάνουμε τίποτε που να μπορεί να ενοχλήσει τον πλησίον. Οφείλουμε να κερδίζουμε οι ίδιοι τα προς το ζην με την εργασία μας.

213. Πρέπει πάση θυσία να μην αφήσουμε να μας εμποδίσουν οι μέριμνες της καθημερινής ζωής να παραμείνουμε εν Πνεύματι με τον Χριστό, που βρίσκεται στα δεξιά του Πατρός και με το Πνεύμα το Άγιο.

214. Μερικές φορές οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν την ακόλουθη μεταφορά: Αν βρισκόμαστε κάπου με έναν αυτοκράτορα, η παρουσία του επηρεάζει καθετί που κάνουμε. Γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και με τον αιώνιο Βασιλιά μας; Αφού είναι παρών, ας κάνουμε το καθετί κάτω από το βλέμμα Του. Πάντοτε.

215. Κάθε μέρα, κάθε νύκτα, ας σκεπτόμαστε ότι ο Θεός μας κοιτάζει, ακούει τις προσευχές μας, βλέπει τα βάθη του πνεύματός μας. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι βλέπουμε τον Θεό «καθώς εστι», αλλ’ όμως δημιουργεί κάποια «ατμόσφαιρα» που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τις ατέλειες μας, τη διάχυση του πνεύματος μας, τα λάθη μας στις σχέσεις μας με τους άλλους κατά τη διάρκεια της ημέρας.

216. Ζώντας με άλλους ανθρώπους, υποβαλλόμαστε σε ορισμένους περιορισμούς, εξωτερικούς κανόνες, εξαναγκασμούς κ.τ.λ. Αλλά το πνεύμα που εκπορεύεται από τον Θεό υπερβαίνει όλους αυτούς τους τύπους.

217. Η σκέψη μας ας είναι εκεί όπου είναι ο Χριστός. Τότε η προσευχή μας θα είναι μαζί Του και δε θα μένει πολύς χώρος για τα πάθη. Θα συνηθίσουμε να ζούμε με αυτόν τον τρόπο, και με αυτή την ειρηνική ζωή θα ανοικοδομήσουμε όλο το είναι μας.

218. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτε τετριμμένο, μικρό, ασήμαντο.

219. Κρατώντας το πνεύμα στον Θεό, είναι εύκολο να τηρούμε όλους τους νόμους, τους κανόνες και τους εξωτερικούς περιορισμούς, χωρίς να γινόμαστε δούλοι τους. Οι εξωτερικοί τύποι της ζωής συνδυάζονται εύκολα με την πνευματική συνείδηση. Η φαινομενική τάξη της ζωής παραμένει η ίδια, αλλά το περιεχόμενο της αλλάζει.

220. Η πνευματική μας πρόοδος εξαρτάται κυρίως από τη στάση μας.

Τι είναι πνευματική ζωή; Παρασκευή Σπυρίδου

 

Τι είναι πνευματική ζωή Υμείς εστέ το φως του κόσμου

Τι είναι πνευματική ζωή;

Ανεκτίμητος θησαυρός η πνευματική ζωή…


Σ’ ένα Εκκλησιαστικό Συνέδριο συζητούσαν για τα διάφορα χριστιανικά έργα, κυρίως δε για το ποιο είναι το σημαντικότερο.

Ένας ανέφερε την διαπαιδαγώγηση της νεολαίας, άλλος την ανέγερση εκκλησιών, κι’ ένας τρίτος τη φροντίδα για τις ιερατικές κλίσεις. Ένας τελευταίος εισηγήθηκε «να μορφώσουμε μερικούς πιστούς ώστε να έχουν έντονη πνευματική ζωή. Αυτοί θα γίνουν οι στυλοβάτες των καλών έργων, επειδή θα είναι το φως του κόσμου και το αλάτι της κοινωνίας.

Οι ομιλίες, οι γιορτές, οι εκδρομές, το φιλανθρωπικό έργο, οι θεατρικές παραστάσεις, οι επισκέψεις σε ιδρύματα είναι μόνο θόρυβος, φασαρία και επίδειξη, αν λείπει η πνευματική ζωή».

Ας εξετάσουμε όμως: τι είναι πνευματική ζωή, τι μας προσφέρει, πως καλλιεργείται, πως διατηρείται και τι την εμποδίζει να αναπτυχθεί.

Ένας δημοσιογράφος πέρασε μερικές μέρες σε μια Ιερατική Σχολή. Έμεινε κατάπληκτος από την τάξη, την ευλάβεια και την όλη συμπεριφορά των σπουδαστών.

Φεύγοντας ζήτησε από τον διευθυντή να του δώσει τον κανονισμό της Σχολής, για να τον δώσει στο διευθυντή μιας νεοϊδρυθείσης Σχολής στον τόπο του.

Μπορώ, του απάντησε εκείνος να σου δώσω τον κανονισμό, αλλά όχι το πνεύμα του κανονισμού.

Διότι η ταπείνωση και η υπακοή δεν επιβάλλονται με κανονισμούς, είναι απόρροια της πνευματικής ζωής.

Η πνευματική ζωή, σύμφωνα με την Εκκλησία μας, αρχίζει με το Βάπτισμα, τελειοποιείται με το Χρίσμα, αν χαθεί επανακτάται με τη Μετάνοια και την Εξομολόγηση, διατηρείται και αυξάνεται με τη Θεία Ευχαριστία.

Μας κάνει να αγαπάμε το Χριστό, να αντιστεκόμαστε στις άτακτες κλίσεις της ψυχής, να κατευθύνουμε την ζωή μας στο δρόμο του Ευαγγελίου και στην ένωση με το Θεό.

Είναι πολυτιμότερη από χρυσάφι, πιο αξιαγάπητη από την ομορφιά, ανώτερη από πολιτικά αξιώματα και πολύτιμα πετράδια.

Όποιος την έχει, κατέχει ανεκτίμητο θησαυρό.

Όπως το κλήμα ενωμένο με το αμπέλι φέρνει καρπό έτσι και η ψυχή ενωμένη με το Χριστό. Δε ζει πια εκείνη, αλλά ο Χριστός βρίσκεται μέσα της και τη γεμίζει με ειρήνη και χαρά.

Η τήρηση των εντολών κάνει την ψυχή κατοικητήριο του Θεού.

Η χάρη του Θεού αυξάνει μέσα της με την έμπονη προσευχή, το πνεύμα της θυσίας και την έμπρακτη αγάπη και η πρόοδός της απαιτεί βία.

Ο Χριστιανός οφείλει να προσεύχεται όπου κι αν βρίσκεται γιατί ο Θεός είναι πανταχού παρών. Να μη γίνεται τόσο πολυάσχολος ώστε να τον πνίγουν οι φροντίδες και να τον απορροφά τελείως ο αγώνας της καθημερινότητας.

Τα εμπόδια της πνευματικής ζωής είναι πολλά.

Δυο από τα κυριότερα είναι: η περιέργεια και η φιλαυτία.

Το πρώτο, είναι αληθινό καρκίνωμα της ψυχής. Θέλει όλα να τα ξέρει, να τα ακούσει, να τα δει. Απομακρύνεται έτσι από την γαλήνη της προσευχής και την μελέτη του Ευαγγελίου.

Η φιλαυτία είναι αρρωστημένη, υπερβολική και άτακτη αγάπη για τον εαυτό μας, προσκόλληση σε αμαρτωλές ηδονές που απομακρύνουν τη χάρη του Θεού από μέσα μας.

Παραμερίζοντας τα εμπόδια βελτιώνουμε σταδιακά την ποιότητα της πνευματικής μας ζωής, δηλαδή της σχέσης μας με τον Χριστό.

Αρχιμ. Ι.Ν.
Περιοδικό «Λυχνία Νικοπόλεως»,
Φεβρουάριος 2018 – Αρ. Φύλλου 415