Τρίτη 25 Ιουνίου 2019

«Τίμιοι με τα ανθρώπινα» του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 32ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
   Την περασμένη Κυριακή ξύπνησα νωρίς από τη δυνατή βροχή. Έπρεπε να σηκωθώ, για να ετοιμαστώ για τη Λειτουργία. Ομολογώ πως δεν είχα διάθεση ν’ αφήσω το ζεστό μου κρεβάτι και να πάω, μες στη βροχή, στην Εκκλησία, όταν μάλιστα είχα και μισή ώρα δρόμο. Η χάρις της Λειτουργίας δεν ήταν ικανή να με κάνει με χαρά πολλή και «αγαλλομένω ποδί» να κατευθυνθώ στο ναό που λειτουργούσα. Ακόμα, δεν ένιωθα τίποτε, ώστε να με κάνει να υπερβώ τις δυσκολίες με εσωτερική αγαλλίαση. Όμως έπρεπε να πάω! Ετοιμάστηκα και ξεκίνησα. Μέσα στη χειμωνιάτικη νύκτα, μες στη βροχή, κάπου κρυβόταν ο Θεός ως προστασία και ασφάλεια. Τελειώνοντας τη Θεία Λειτουργία, ο Θεός των Πατέρων ημών ήταν παρών ως αγάπη, ειρήνη, ηρεμία, συνάντηση και κοινωνία. Ο αρχικός κόπος μεταποιούνταν σε ευλογία για το δώρο της Λειτουργίας.
   Ίσως να διερωτάστε γιατί σας τα γράφω, αυτά που θα μπορούσαν να καταγράφονται στο ημερολόγιο μου παρά να δημοσιοποιούνταν. Τα γράφω για δύο λόγους:
1. Για να μην αισθάνεστε ενοχές, αν κάποιες φορές δεν έχετε την ευφορία και τη διάθεση για εκκλησιασμό. Αν θα προτιμούσατε να μείνετε σπίτι, παρά να βρίσκεστε στο ναό. Αυτά είναι ανθρώπινες αδυναμίες, που σε όλους, λίγο ή πολύ συμβαίνουν. Γιατί να μένουμε σ’ αυτές και να τους επιτρέπουμε να καθορίζουν την πορεία μας; Δεν θα πρέπει, ελεύθερα και χωρίς ψυχαναγκασμούς, να τις ξεπερνούμε, ώστε να βιώνεται η χαρά;
2. Για να εννοήσετε ότι οι κληρικοί δεν είναι διαφορετικοί από τους λαϊκούς, ως προς τον αγώνα που κάνουν, τις δυσκολίες και τα πάθη που έχουν. Η αντίληψη που θέλει τους παπάδες χωρίς ανθρώπινες αδυναμίες, «υπερανθρώπινους» και τέλειους, θυμίζει παρεκτροπές της πίστης μας. Στην Ορθόδοξη Παράδοσή μας, κλήρος και λαός είναι ένα σώμα, το σώμα της Εκκλησίας του Χριστού. Όπως η τελειότητα του Χριστού ως ανθρώπου δεν συνίσταται μόνο στην αναμαρτησία Του («τέλειος άνθρωπος»), αλλά και στην πραγματικότητα της ανθρώπινης Του φύσης (πραγματικός άνθρωπος), έτσι και ο κάθε κληρικός όπως και ο κάθε χριστιανός, είναι αληθινός – «τέλειος» άνθρωπος.
   Λέγεται ότι ο όσιος Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, μόλις πληροφορήθηκε από τους γιατρούς ότι έχει καρκίνο χάρηκε και είπε: «Σκεφτήκατε πόσος κόσμος που έχει καρκίνο θα παρηγορηθεί, όταν μάθει ότι κι ένας ασκητής του Αγίου Όρους πάσχει από παρόμοια ασθένεια;».
   Η Εκκλησία μας, ως η αληθινή Εκκλησία του Θεανθρώπου, έχει και το εξής εντυπωσιακό και σημαντικό: Την αμαρτία, την αστοχία και την αδυναμία των μελών Της, τη χρησιμοποιεί, για να σώζει! Δεν είναι τα παραδείγματα των μετανοημένων αγίων, που ζήσαν προηγουμένως αμαρτωλή ζωή, σημεία θάρρους για μας; Δεν κρύβει τα μελανά σημεία τους. Όπως και δεν κρύβει στο Ευαγγέλιο τις στιγμές της Γεσθημανής και του πάθους του Κυρίου μας ή την άρνηση του Αποστόλου Πέτρου ή την πολεμική της Εκκλησίας από τον Απόστολο Παύλο.
   Η ειλικρίνεια έχει τη δυνατότητα να αποκαλύπτει το σκοτάδι που είναι μέσα μας και να το διαλύει. Η αλήθεια που λέγεται μειώνει το πάθος, δυναμώνει τη θέληση, ελκύει τη χάρη. Γι’ αυτό μπορούμε να «κοιτάζουμε τον ήλιο μες στα μάτια» και να καταυγάζεται η ύπαρξή μας από το Φως και τη χαρά του Κυρίου μας.
Υ.Γ. Ο τίτλος προέρχεται από το βιβλιαράκι για το γάμο του πρωτ. Μιχαήλ Καρδαμάκη.

Η ασωτία μας του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 34ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
         Καθώς προχωρούμε στη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η παραβολή του Ασώτου Υιού προβάλλει ως υπενθύμιση της ανθρώπινης κατάντιας αφενός και της Θεϊκής αγάπης αφετέρου.
         Λέχθηκε ότι, κι αν χαθεί το Ευαγγέλιο όλο και μείνει η παραβολή αυτή, είναι αρκετή για να καταλάβουμε την ουσία του Ευαγγελίου ως ευχάριστη είδηση (=ευ+αγγελία) «στους εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους».
         Ωστόσο, κατανοούμε ό,τι διαβάζουμε ή ακούμε με βάση την προσωπική εμπειρία. Γιατί η πραγματική γνώση είναι η εμπειρική γνώση. Έτσι και την παραβολή του Ασώτου Υιού ή του σπλαχνικού Πατέρα, όπως αλλιώς ονομάζεται, θα την κατανοήσουμε στο σημείο που βιώσαμε την ασωτία μας και την αγάπη του Θεού ως προσωπική αγάπη.
         Η ασωτία της ύπαρξής μας δεν συνίσταται ασφαλώς σε μια παρέκκλιση από τους ηθικούς νόμους, αλλά στην απομάκρυνση από το Θεό της αγάπης και της ελευθερίας. Η αμαρτία δηλαδή, στο βάθος και στην ουσία της, δεν είναι απλά μια ανηθικότητα οποιασδήποτε μορφής, αλλά η εκούσια άρνηση της σχέσης μας με το Θεό, η επιθυμία μας να ζήσουμε το διαφορετικό από αυτό που μας καλεί ο Θεός να ζήσουμε. Ήδη αυτονομούμενοι ζούμε «εις χώραν μακράν», όχι ως τόπο αλλ’ ως τρόπο ζωής. Ο Θεός δεν είναι το παν, το Α και το Ω της ύπαρξής μας, δεν είναι η αναφορά της ζωής μας.
         Βέβαια, για να εννοήσει κανείς την ασωτία του, θα πρέπει προηγουμένως να έχει βιώσει τη χαρά της σχέσης, την πληρότητα της κοινωνίας με το Θεό. Πώς θα καταλάβει τι έχασε αν δεν το είχε ποτέ; Αλλά και πώς θα καταλάβει αν δεν φωτιστεί;
         Από την άλλη πλευρά του Ασώτου, στην παραβολή, ο μεγαλύτερος Υιός που ζει στην πατρική οικία αλλά δεν τη χαίρεται. Κλεισμένος στην αυτάρκειά του, στην αυτοδικαίωσή του, δεν κατανοεί τη χαρά τού Πατέρα για την επιστροφή του Υιού Του. Ούτε μπορεί να χαρεί το γεγονός ότι ο αδελφός του «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλός ην και ευρέθη». Κι όμως νόμιζε ότι ήταν εντός!
         «Η πνευματική ζωή είναι ενδιαφέρουσα, επειδή είναι επικίνδυνη. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να γίνουν οι έσχατοι πρώτοι, και οι πρώτοι έσχατοι», θα γράψει στο βιβλίο του «Απολυτίκιον» ο Αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρήτης. Μήπως και δεν το βλέπομε στους βίους των αγίων, παλαιοτέρων και νεωτέρων;
         Δεν υπάρχει εφησυχασμός, δεν μπορείς να πεις «πάω καλά». Η ασωτία καραδοκεί και η αυτοδικάιωση ετοιμάζεται να κατασπαράξει «ό,τι αγνό, ό,τι ωραίο, ό,τι δίκαιο». Δεν ξέρεις ποιόν από τους δύο Υιούς να μακαρίσεις. Ο μικρότερος τελικά βρήκε ό,τι έχασε. Ο μεγαλύτερος έχασε ό,τι είχε. Ο πρώτος ταλαιπωρείται και τελικά αναπαύεται. Ο δεύτερος τα έχει όλα και τελικά δεν του μένει τίποτε.
           Η μετάνοια, ως επιθυμία για νέα ζωή, τη ζωή Του, θα καθορίζει την ποιότητα της πνευματικής μας ζωής και θα γίνεται η δυνατότητα της απόλαυσης της Πατρικής αγκαλιάς, καθώς καρδιακά θα του λέμε «δέξε με ως τον άσωτον Υιόν μετανοούντα και ελέησόν με».

Η Αγάπη μάς κρίνει του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 35ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
Το «Ευαγγέλιο τις κρίσεως», όπως ονομάζεται η περικοπή από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο που αναφέρεται στα κριτήρια με τα οποία θα κριθεί ο κόσμος, φαντάζει ως δικαστήριο με δικαστή το Θεό και δικαζόμενους όλους τους ανθρώπους. Η επίδραση από τη Δυτική Θεολογία των Καθολικών είναι εμφανής. Γι’ αυτούς ο Θεός κρίνει κι αποφασίζει, ανάλογα με τα έργα μας. Δεν φαίνεται να υπάρχει έλεος, συμπόνια, κατανόηση της ανθρώπινης αδυναμίας.
Η «καθ’ ημάς Ανατολή» ωστόσο έχει μιαν άλλη Θεολογία, που αναπαύει αλλά δεν καλύπτει την αδυναμία μας. Είναι η Θεολογία που στηρίζεται στο ευαγγέλιο που λέει ότι «ο Θεός Αγάπη εστί». Κι ως αγάπη δεν καταδικάζει κανένα, δεν στέλλει στην κόλαση, δεν τιμωρεί. Πως άλλωστε θα συμβιβάζετο η αγάπη με την καταδίκη;
Όμως ο Παράδεισος όπως και η Κόλαση είναι υπαρκτές καταστάσεις. Δεν προέρχονται από ψυχολογικά ή παιδαγωγικά αίτια. Δεν έχουν σκοπό να ενθαρρύνουν ή να συγκρατήσουν τους ανθρώπους αναλόγως του τι προβάλλεται.
Η Ορθόδοξη Θεολογία μιλά για ένα Τριαδικό Θεό, όπου τα τρία πρόσωπα βιώνουν την τέλεια αγάπη που ενοποιεί τα πρόσωπα χωρίς να τα ταυτίζει και τα διακρίνει μεταξύ τους χωρίς να τα χωρίζει. Αυτή η τέλεια Αγάπη του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος διαχέεται στον κόσμο ως ελευθερία, καλώντας όποιο θέλει να συμμετάσχει σ’ αυτή. Ασφαλώς υπάρχουν αυτοί που ανταποκρίνονται κι αυτοί που απορρίπτουν. Οι πρώτοι ζουν στο Φως που ονομάζεται Παράδεισος και οι δεύτεροι ζουν στο σκοτάδι που ονομάζεται Κόλαση. Οι πρώτοι βιώνουν την κοινωνία, τη σχέση, την αλληλοπεριχώρηση κι άρα τη χαρά, την πληρότητα, την αγαλλίαση. Οι δεύτεροι βιώνουν την απομόνωση, τον εγωκεντρισμό, τη μοναξιά κι άρα τη λύπη, την ανωριμότητα, τον πόνο.
Ποιος θα κατηγορούσε τον Ήλιο γιατί κάποιοι αρνούνται να δεκτούν το φως και τη θερμότητά του; Η ελευθερία είναι σπουδαίο προνόμιο στον άνθρωπο, αλλά φοβερό. Καθορίζει την πορεία της ύπαρξής του, τον Παράδεισο ή την Κόλασή του.
Γιατί, τι άλλο είναι ο Παράδεισος από το «να αγαπούμε ο ένας τον άλλο, όπως αγαπά κι εμάς ο Θεός, να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο, όπως συγχωρεί κι εμάς ο Θεός, να κατανοούμε ο ένας τον άλλο όπως κατανοεί και μας ο Θεός»;
Το «Ευαγγέλιο της κρίσεως» μας λέει πως η αγάπη ως συμπόρευση με τον πεινασμένο, το διψασμένο, τον περιπλανώμενο, τον άρρωστο, το φυλακισμένο, το διωκόμενο και ταλαιπωρημένο άνθρωπο είναι συμπόρευση με το Χριστό. Η ανταπόκριση στο Χριστό, στο Φως το αληθινό «που φωτίζει και αγιάζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», μας φέρνει τον Παράδεισο μέσα μας. Το αντίθετο, την Κόλαση. Αυτή είναι η ουσία του «Ευαγγελίου της κρίσεως». Τα υπόλοιπα είναι για να τονίσουν το πόσο σοβαρά πρέπει να δούμε την αιώνια πορεία της ύπαρξής μας.
Η ουσία βρίσκεται στην αγάπη ως αγάπη Χριστού. Τα αμαρτήματα, ως προερχόμενα από τη φιλαυτία, εμποδίζουν την αγάπη. Η μετάνοια όμως ως δώρο Θεού, μεταποιεί, όσο ζούμε, την Κόλαση σε Παράδεισο και το σκοτάδι σε Φως, το Φως Χριστού που «φαίνει πάσι».

Η επανάσταση της Ορθοδοξίας μας του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


Το 37ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
Η πρώτη Κυριακή των νηστειών είναι αφιερωμένη στην Ορθοδοξία. Βασικά, θέλουμε να τονίσουμε τη νίκη της αλήθειας ενάντια στην αίρεση, δηλαδή στη μερική αλήθεια, όχι όλη την αλήθεια κι άρα στο ψέμα. Αυτή η νίκη εκφράζεται με τη λιτανεία που γίνεται γύρω από το ναό, στο τέλος της Λειτουργίας, όπου διαβάζεται το «Πιστεύω» και το λεγόμενο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας». Είναι μια απλή και με νόημα τελετή.
Διερωτούμαι, όμως, αν όσοι συμμετέχουμε σ’ αυτή την τελετή ή όσοι ονομαζόμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, κατανοούμαι την ευεργεσία των Πατέρων μας να αγωνιστούν και να μας παραδώσουν την Ορθοδοξία. Νομίζω πως κανείς δεν αντιλαμβάνεται την αξία του φωτός, αν δεν βιώσει σκοτάδι, όπως την ελευθερία με τη σκλαβιά, την κοινωνία με τη μοναξιά και τα άλλα βιώματα – αντιθέσεις του κόσμου τούτου.
Είναι φοβερό να είμαστε μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με την ευρύτητα αντιλήψεων, την ελευθερία, την ομορφιά του Θεού και να ζούμε με καταπιέσεις, στενοκεφαλιές για τους εαυτούς μας και τους άλλους, με μιζέρια και ηθικολογίες.
Δεν είναι κρίμα να νομίζουμε ότι η τήρηση, η τυπική και στυγνή τήρηση κάποιων ηθικών κανόνων μας εισάγει στη γεύση της Αλήθειας που έχει η Ορθοδοξία μας; Δεν νομίζετε ότι αδικούμε τον εαυτό μας με το να πιστεύουμε ότι η απομόνωση και η αυτοδικαίωση μάς γνωρίζουν με το Θεό ως πρόσωπο;
Θα πει, βέβαια, κάποιος ότι αυτά μας δίδαξαν: να τηρούμε κανόνες, να αρνούμαστε να ζούμε όπως οι άλλοι άνθρωποι, δηλαδή να βλέπουμε αμαρτίες σε όλα τα ανθρώπινα, να μπαίνουμε σε καλούπια. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν είναι η Αλήθεια!
Είναι καιρός να κάνουμε την επανάστασή μας, αν θέλουμε να ζήσουμε την ελευθερία των τέκνων του Θεού! Όχι εξωτερικά, όχι ενάντια στους άλλους, αλλά στον εαυτό μας, στο μέσα μας κόσμο. Δεν είναι εύκολο αυτό! Απαιτεί θυσίες, είναι ρίσκο, δεν έχει ασφάλεια. Οπότε ή προχωράς πέφτοντας στο κενό της ανασφάλειας ή πατάς σταθερά. Το πρώτο ενδεχομένως να σε οδηγήσει σε πτώσεις, αλλά και να σου αποκαλύψει νέο δρόμο Ζωής που θα σου φέρει χαρά και απόλαυση ουράνια. Το δεύτερο σε αφήνει στα τετριμμένα και σίγουρα, αλλά χωρίς ενδιαφέρον.
Αντιλαμβάνομαι ότι τα πιο πάνω, για κάποιους είναι ακατανόητα. Για όσους όμως αναζητούν και προβληματίζονται, μπορούν να γίνουν ενθάρρυνση και ανακούφιση ότι δεν αμαρτάνουν, όταν ψάχνουν. Μήπως οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και οι μοναχοί και οι όντως Χριστιανοί, δεν ήταν και είναι άνθρωποι της αναζήτησης και της εσωτερικής επανάστασης;
Στην πεζότητα της ζωής, στο πνίξιμο του «πρέπει» και στις αιρετικές – λανθασμένες αντιλήψεις για το Θεό και τον κόσμο Του, ας γνωρίσουμε το βάθος της Ορθοδοξίας μας, όπως διασώζεται από τους Πατέρες της Ανατολής, τους βίους των Αγίων, το βίωμα και την εμπειρία των προγόνων μας. Για να χαρούμε αυτό που μας δόθηκε ως δώρο: να είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι, δηλαδή να γνωρίζουμε τον αληθινό Θεό, τη ζωή Του, τον κόσμο Του, ζώντας ουσιαστικά και γνήσια την ανθρώπινη ζωή μας.

Η δύναμη της ησυχίας του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


Το 38ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
Η δεύτερη Κυριακή των νηστειών, ως συνέχεια της πρώτης, είναι αφιερωμένη στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά που η σοφία, η αγιότητα και ο αγώνας του οδήγησαν την εκκλησία σε ένα νέο θρίαμβο ενάντια σε μια νέα αίρεση.
Ο αιρετικός Βαρλαάμ δίδασκε ένα Θεό που κατανοείται και αναλύεται με τη χρησιμοποίηση του λογικού μας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλούσε για ένα Θεό που κατανοείται εμπειρικά και όχι διανοητικά, που αποκαλύπτεται στο χώρο της καρδιάς, γι’ αυτό και δεν ανακαλύπτεται.
Ο Ησυχασμός ζωντάνευε την ορθόδοξη παράδοση και τόνιζε την εσωστρέφεια, την ησυχία και τη θέα του έσω ανθρώπου, ως μέσον για την κάθαρση από τα πάθη. Γιατί τα πάθη εμποδίζουν το φως του Χριστού να καταυγάσει την ύπαρξη και να ενωθούμε κατά χάρη με το θεό μας.
Σ’ ένα κόσμο που τρέχει, που αγχώνεται και συγχύζεται, που θεωρείται ότι η ευτυχία είναι αποτέλεσμα εργασίας, η διδασκαλία του Ησυχασμού είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Γιατί μας μιλά για την ουσία της ζωής που γνωρίζεται στο βάθος της καρδιάς, όταν ο άνθρωπος ησυχάσει.
Η ησυχία δεν είναι, σίγουρα, αδιαφορία ή οκνηρία. Είναι κίνηση στην ακινησία της και δράση στην αδράνειά της. Ο άνθρωπος, για να ησυχάσει, πρέπει να παλέψει κυρίως με τους λογισμούς. Ξέρουμε τη δύναμη των λογισμών και το πόσο δύσκολο είναι να τους τιθασεύσεις, να τους ελέγξεις και να τους μεταβάλεις από κακούς σε καλούς. Η «ευχή του Ιησού» ή η «προσευχή της καρδιάς» ή η «νοερά προσευχή», όπως ονομάζεται το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είναι στα χέρια μας μια μεγάλη δυνατότητα για να νικήσουμε το διάβολο, να φύγουν οι λογισμοί, να ηρεμήσουμε και, κυρίως, να προσελκύσει τη χάρη, που θα μεταποιήσει το χάος της καρδιάς μας σε Βασιλείαν Θεού ζώντος. Η προσπάθεια του ανθρώπου να προσευχηθεί, να αγωνιστεί, να στερηθεί είναι η έμπρακτη απόδειξη της θελήσεώς του να συμπορευτεί με το Θεό για να ενωθεί μαζί του.
Ευρισκόμενοι στο «στάδιο των αρετών», τη Μεγάλη Σαρακοστή, η Κυριακή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά γίνεται υπενθύμιση για την ανάγκη της εγρήγορσης. Τα πολλά και τα περιττά που ζούμε καθημερινά μας σπρώχνουν στη λήθη του «ενός εστί χρεία». Κι αυτή η λήθη, το να ξεχάσουμε γιατί δεν είναι προτεραιότητα μας, είναι, κατά τους πατέρες, θανάσιμο αμάρτημα, δηλαδή μας χωρίζει από την πηγή της ζωής.
Η εκκλησία ως μάνα, γνωρίζοντας τις αδυναμίες και αναπηρίες μας, μας καλεί, και με τη δεύτερη Κυριακή της Μ. Σαρακοστής, σε μια σταδιακή πορεία προς τη Μεγάλη Κυριακή του Πάσχα. Μας προσκαλεί δηλαδή να περάσουμε από την επανάσταση στην εγρήγορση, από την επιθυμία της αλλαγής στο μέσα μας κόσμο, για να φανερώσουμε αυτό που γίναμε με το βάπτισμα: τέκνα Θεού. Γνωρίζοντάς το δε εμπειρικά, να γνωρίσουμε τη χαμένη χαρά, την εσωτερική γαλήνη, τη ζωντανή βασιλεία του Θεού μας που βρίσκεται «εντός ημών» .

Φιλία: η ανθρώπινη ανάγκη του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους


του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Το 42ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
Με αφορμή τη γιορτή του Φίλου του Χριστού
«Όταν έφτασα στην Τρωάδα για να κηρύξω το ευαγγέλιο του Χριστού
αν και μου ήταν ευνοϊκές οι περιστάσεις για το έργο του Κυρίου, δεν
μπορούσα να ησυχάσω, γιατί δε συνάντησα εκεί τον αδερφό μου
τον Τίτο. Γι’ αυτό, λοιπόν, τους αποχαιρέτησα κι έφυγα για τη Μακεδονία».
(Β΄ Κορ.2,12-13)
Παρόλο ότι ο χώρος της Τρωάδας ήταν εύφορος «του ακούσαι λόγον Κυρίου», ο Απόστολος Παύλος εγκαταλείπει το έργο και φεύγει.
Ασφαλώς η ενέργειά του αυτή δεν δείχνει υποτίμηση στην κηρυκτική και αποστολική του διακονία χάρη ατομικής ανάγκης, αλλά τη δύναμη που μπορεί να έχει στο έργο του Κυρίου η ανθρώπινη σχέση.
Φαίνεται πως η σχέση του Αποστόλου Παύλου με τον Τίτο δεν ήταν μια απλή σχέση στα όρια δασκάλου-μαθητή αλλά μια καρδιακή σχέση φιλίας που γινόταν και για τους δύο πηγή ζωής και έμπνευσης.
Η φιλία, ως βαθειά γνωριμία και επικοινωνία μεταξύ δύο ανθρώπων, υπερβαίνει το επίπεδο της αλληλοβοήθειας σε δύσκολες στιγμές και γίνεται σημαντική για τον καθένα, εφόσον δίνει την αίσθηση ότι αξίζει για τον άλλο και ότι έχει σημασία γι’ αυτόν. «Οι πιο θλιβεροί άνθρωποι είναι εκείνοι που τελειώνουν τις μέρες τους χωρίς φιλίες, χωρίς να γνωρίσουν στενότερα κάποιον και ν’ αγαπηθούν» (Από το βιβλίο «Όρια ζωής»).
Ο π. Φιλόθεος Φάρος στο βιβλίο του «Η αλλοίωση του Χριστιανικού ήθους» γράφει:«Ο άνθρωπος υπάρχει πραγματικά στο ποσοστό που συναντά τον άλλο με γυμνή ψυχή και μοιράζεται μαζί του τα πιο βαθειά του αισθήματα, είτε αυτά είναι απόγνωση, αμφιβολία, ανασφάλεια, είτε είναι στοργή και τρυφερότητα. Μόνο όταν μοιράζεται με τον άλλο τα βαθύτερά του βιώματα, αρνητικά ή θετικά, κοινωνεί με τον άλλο και η ανάγκη της κοινωνίας με τον άλλο δεν είναι μια ανάγκη αλλά είναι η ανάγκη».
Ασφαλώς ο άνθρωπος που δεν ολοκληρώθηκε στην ανθρώπινη αγάπη και επικοινωνία, δεν θα μπορέσει ν’ αγαπήσει και να κοινωνήσει τέλεια το Θεό. Η ενανθρώπιση του Θεού μας μαρτυρά πως προσέλαβε όλα τα ανθρώπινα και τ’ αγίασε. Η τελειότητα της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, δείχνει πως έζησε τη ζωή μας σ’ όλες τις πτυχές της, χωρίς όμως αμαρτία που διαστρεβλώνει και χαλά την ομορφιά της ζωής.
Η προπτωτική κατάσταση του Αδάμ και της Εύας, έγινε η φυσιολογική συμπεριφορά του Χριστού και των αγίων Του. «Όποιος είχε την αγαθή τύχη να συναντήσει ένα ΄Αγιο – όχι σαν οπτασία, αλλά σαν άνθρωπο απλό και καθημερινό – δεν μπορεί να πιστέψει ότι υπάρχει «φυσικότερο» χαρακτηριστικό για τον άνθρωπο από την αγιότητα»(Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός).
Το Ευαγγέλιο μας μιλά για τη φιλία του Χριστού και του Λαζάρου. Μας αναφέρει γι’ αυτήν, όταν ήδη ο Λάζαρος πέθανε. Ωστόσο ο φίλος του τον σώζει από το θάνατο...Για να φανερώνει τη δυναμική της αληθινής φιλίας.
Στα όρια της υπαρξιακής αγωνίας, της απόγνωσης και απογοήτευσης, της μοναξιάς ως εμπειρίας θανάτου, η παρουσία του φίλου γίνεται ζωοποιός. Μας βγάζει από τ’ αδιέξοδα του εαυτού μας και μας ελευθερώνει από την κλεισούρα της εγωκεντρικότητας.
Βέβαια, όπως όλα τα ανθρώπινα, και η φιλία έχει τα στοιχεία της ατέλειας. Η Χάρις του Θεού, που με την επιθυμία των φίλων, έρχεται και διαποτίζει τη σχέση, έχει τη δύναμη «να θεραπεύει τα ασθενή και ν’ αναπληρώνει τα ελλείποντα». Έτσι η φιλία μπορεί να συνεχιστεί και πέραν του τάφου κατά το μέτρον που οι φίλοι ενωθήκαν εν Πνεύματι Αγίω. Η συνάντησή τους «εν τη εσχάτη ημέρα» με το Χριστό πρόσωπο προς πρόσωπο, θα τελειοποιήσει τη σχέση, και μαζί με τον όντως Φίλο και τους φίλους του Φίλου θα ζήσουν την αιώνια χαρά της κοινωνίας των προσώπων.
Από την πόλη του φίλου του Χριστού,
π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

Η δυναμική της καρδιάς του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους



Το 45ο γράμμα από τον πνευματικό πατέρα.
Αν η Κυριακή του Θωμά μάς μιλά για την απαίτηση του λογικού να «δει και να αγγίξει το άφθαρτο αναστημένο σώμα του Ιησού Χριστού, η Κυριακή των Μυροφόρων μας υποδεικνύει την τόλμη της καρδίας, που υπερβαίνει τη λογική και τη δειλία, ώστε να ζητήσει το σώμα του Ιησού, να το ενταφιάσει και να το ράνει με μύρα, σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον.
Φαίνεται ότι η καρδιά έχει μιαν άλλη «λογική». Η ενοποίηση του λογικού με την καρδιά συνιστά τη φυσιολογική ύπαρξη, χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις και διαμάχες.
Η ζωή, για όσους δεν κατάφεραν αυτή την ενοποίηση, έχει πολλές «συγκρούσεις συνειδήσεως». Άλλα απαιτεί το λογικό κι άλλα η καρδία. Το «θέλω» μας εναντιώνεται στο «θέλω» του Θεού, μέχρι να κατανοήσουμε ότι ο Θεός θέλει αυτό που εμείς στο βάθος θέλουμε. Γιατί δεν είναι δυνατό το θέλημα του Θεού να μην αναπαύει.
Οι Μυροφόρες γυναίκες, ακούοντας στον παραλογισμό της καρδιάς τους, βαδίζουν προς τον τάφο «όρθρου βαθέως», ανυποψίαστες για το τι θα συναντήσουν. Αυτή η πορεία τους, με κίνδυνο την κοινωνική απόρριψη και όχι μόνο, είχε κόστος. Ωστόσο δεν το υπολογίζουν, γιατί η αγάπη τους προς το Διδάσκαλό τους καλύπτει τις όποιες δυσκολίες και συνέπειες.
Νομίζω ότι η απουσία της χαράς και της εσωτερικής πληρότητας πηγάζει από το γεγονός ότι η πίστη μας στο Χριστό περνά από υπολογισμούς και εγωκεντρικά κριτήρια. Δεν έχει το στοιχείο της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας. Δεν αφηνόμαστε στα χέρια Του, παρά μόνο αν γνωρίζουμε το τι θα συμβεί παρακάτω. Η λογική καθορίζει την πορεία κι όχι η αγαπώσα καρδία.
Όμως τις εκπλήξεις της Χάριτος τις απολαμβάνουν αυτοί που τολμούν να πορευτούν στηριζόμενοι στην αγάπη στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, ακόμα και την ώρα που φαίνεται «νεκρός εν τω μνήματι». Γιατί, καθώς οι Μυροφόρες, θα γνωρίσουν δυναμικά ότι «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε».
Ασφαλώς, ζώντας σε μια λογικοκρατούμενη κοινωνία, που συγχρόνως είναι και ωφελιμιστική, το Ευαγγέλιο γίνεται σκάνδαλο και μωρία. Η προσπάθεια ταύτισης του Ευαγγελίου σε τέτοια κοινωνία, οδηγεί στην εκκοσμίκευση που αλλοιώνει τα πνευματικά αισθητήρια. Η αντίδραση, ως το «ετέρως οράν τα πράγματα» και η μετάνοια, ως νέα ζωή, δεν φέρει απλά μέσα μας ικανοποίηση και ευχαρίστηση, αλλά χαρά, ζωή και φως. Μας αποκαλύπτει την αιώνια ζωή και γεμίζει την ύπαρξη με τη ζωντανή παρουσία του ζώντος Κυρίου. Δεν είναι ωραίο αυτό;