Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Περί Εκκλησίας † Αρχιμανδρίτου ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ Πόποβιτς


Περί Εκκλησίας
Περί Εκκλησίας
† Αρχιμανδρίτου ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ Πόποβιτς
 
        *....Είσαι μέλος της Εκκλησίας; Αυτό σημαίνει ότι είσαι οργανικώς συνδεδεμένος με τους αγίους Αποστόλους και με τους Μάρτυρας, με τους Ομολογητάς και με όλας τας ουρανίους αγγελικάς Δυνάμεις. Η αγάπη της αγίας καθολικότητος εις την Εκκλησίαν ενώνει θεανθρωπίνως, τα μέλη της Εκκλησίας μεταξύ των, ώστε όλα ομού και έκαστον προσωπικώς να ζουν την καθολικήν ζωήν της Εκκλησίας. Η δε αγία αυτή αγάπη της καθολικότητος εξαρτάται από την πίστιν των εις τον Χριστόν και από την εν Χριστώ ζωήν των. Δι' αυτό ο θεόσοφος Απόστολος και ευαγγελίζεται εις τους χριστιανούς: «Ως ουν παρελάβατε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε» (Κολ. 2, 6). Τίποτε να μην αλλάζετε εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ούτε να του προσθέτετε. όπως είναι Αυτός είναι υπερτέλειος, θείως και ανθρωπίνως. Εμείς οι Απόστολοι τοιούτον Χριστόν Ιησούν και Κύριον, τον Θεάνθρωπον, εκηρύξαμεν και παρεδώσαμεν. τοιούτον εσείς Τον «παρελάβατε». «Εν Αυτώ», λοιπόν, και «περιπατείτε».
        «Εν Αυτώ» ζήτε και «περιπατείτε», τούτο είναι η εντολή των εντολών. «Εν Αυτώ περιπατείται», όχι προσαρμόζοντες Αυτόν εις τον εαυτόν σας, αλλά τον εαυτόν σας εις Εκείνον, όχι αλλάσσοντες Αυτόν προς τον εαυτόν σας, αλλά τον εαυτόν σας προς Εκείνον. όχι μεταποιούντες Αυτόν κατ' εικόνα σας, αλλά μεταποιούντες τον εαυτόν σας κατ' εικόνα Εκείνου. Μόνον οι υπερήφανοι αιρετικοί και άφρονες ψυχοφθόροι μεταποιούν, μεταβάλλουν, αλλάσσουν τον Θεάνθρωπον Χριστόν κατά τας επιθυμίας και αντιλήψεις των. Εκ τούτου και τό­σοι «ψευδόχριστοι» εις τον κόσμον και τόσοι ψευδοχριστιανοί. Ο δε αληθινός Κύριος Ιησούς, με όλον το πλήρωμα της ευαγγελικής και Θεανθρωπίνης Του ιστορικότητος και πραγματικότητος, υπάρχει ολόκληρος εις το Θεανθρώπινον σώμα Του την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν, όπως εις την εποχήν των Αποστόλων, έτσι και σήμερον, έτσι και εις τους αιώνας. Η Θεανθρωπίνη ζωή Του παρατείνεται διά του Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας εις ολόκληρον την ιστορίαν και την αιωνιότητα. Ζώντες λοιπόν εν τη Εκκλησία, «εν Αυτώ» ζώμεν, ακριβώς όπως διατάσση ο χριστοφόρος Απόστολος. Η δε πληρεστέρα πραγμάτωσις της εντολής Του είναι ο τρόπος της ζωής των Αγίων. Αυτοί φυλάττουν αναλλοίωτον την Θεανθρωπίνην μορφήν του Χριστού, με όλην την θαυμαστήν ζωτικότητα, την αναμφισβήτητον γνησιότητα και το απαράμιλλον κάλλος της. Μαζί με αυτό οι χριστοειδείς Άγιοι του Σωτήρος φυλάττουν και τον θεανθρώπινον σκοπόν του ανθρωπίνου είναι και της ανθρωπινής ζωής, με όλην την θεανθρωπίνην τελειότητα και το αναλλοίωτον του σκοπού αυτού, του ορισθέντος από αυτόν τον Θεάνθρωπον Κύριον Χριστόν και δυναμένου να πραγματοποιηθή μόνον εις το Θεανθρώπινον σώμα της Εκκλησίας. Αντιθέτως, κάθε αλλαγή, σμίκρυνσις, απλοποίησις, σύντμησις και ανθρωπομορφισμός του χριστιανικού σκοπού, καταστρέφει τον χριστιανισμόν, τον καθιστά ανούσιον, γήινον, τον μεταβάλλει εις συνηθισμένην ανθρωπίνην, δηλαδή ουμανιστικήν και φυματικήν θρησκείαν, ουμανιστικήν φυματικήν φιλοσοφίαν, ουμανιστικήν φυματικήν ηθικήν, ουμανιστικήν φυματικήν επιστήμην, ουμανιστικόν φυματικόν δη­μιούργημα, ουμανιστικήν φυματικήν κοινωνίαν.
 
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001. Θεσ/νίκη

Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Καθολικότης της Εκκλησίας του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


Καθολικότης της Εκκλησίας
Καθολικότης της Εκκλησίας
του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
 
     Η ιδία η φύσις της Εκκλησίας είναι καθολική, διότι ο θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας, ούσης το Σώμα του Χριστού, περιέχει τα πάντα: ολόκληρον την δημιουργίαν του Θεού, ακριβέστερον την Οικονομίαν του Θεού περί του κόσμου και του ανθρώπου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός δι' Εαυτού και εν Εαυτώ ήνωσε κατά τελειώτατον και πληρέστατον τρόπον τον Θεόν και τον άνθρω­πον, και διά του ανθρώπου όλους τους κόσμους και ό­λην την κτίσιν, διότι η κτίσις είναι ουσιαστικώς συνδεδεμένη με τον άνθρωπον (πρβλ. Ρωμ. 8, 19-24) και η ένωσις αυτή εν Χριστώ είναι η υπόστασις της καθολικότη­τος της Εκκλησίας. Ο Θεανθρώπινος οργανισμός της Εκκλησίας του Χριστού περιλαμβάνει και τον Θεόν και τον άνθρωπον και «τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και αόρατα, είτε (εισί) θρόνοι, είτε αρχαί, είτε κυριότητες, είτε εξουσίαι» (Κολ. 1, 16), διότι «τα πάντα δι' αυτού -του Θεανθρώπου- και εις Αυτόν - τον Θεάνθρωπον- έκτισται.... και συνέστηκε, και Αυτός εστιν η κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας» (Κολ. 1, 17-18).
*   Ο Σωτήρ Χριστός ηγίασε την Εκκλησίαν δι' όλης της Θεανθρωπίνης ζωής Του... αμείωτος και άτρεπτος είναι η αγιότης του Χριστού, της Κεφαλής της Εκκλησίας, και του Αγίου Πνεύματος, της ψυχής της, ως και επίσης η αγιότης της θείας διδασκαλίας της, της χάριτός της εις τα μυστήριά της και εις τας αρετάς της... Μόνον οι αμετανόητα αμαρτωλοί, οι εμμένοντες επιμόνως εν τω κακώ και εν θεομάχω εκουσία πονηρία, αποκόπτο­νται από την Εκκλησίαν....
*   Έξω από την Εκκλησίαν ούτε πραγματικόν πρόσωπον υπάρχει ούτε πραγματική κοινωνία. Η Εκκλησία είναι η μόνη πραγματική και αληθινή κοινωνία.
*   Διά τους Πατέρας, όπως και διά τους Αποστόλους η μοναδική Αλήθεια ήτο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός... και οι πρώτοι και οι δεύτεροι ουδέν γνωρίζουν ειμή τον Ιησούν Χριστόν, Εσταυρωμένον, Αναστάντα και Αναληφθέντα. Ο Σωτήρ Χριστός είναι το περιεχόμενον της παραδόσεως της αποστολικότητος εν τω Σώματι της Εκκλησίας.
*   Κατά τον λόγον του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, η Εκκλησία «καθολική καλείται διά το κατά πάσης είναι της οικουμένης από περάτων γης έως περάτων, και διά το διδάσκειν καθολικώς και ανελλιπώς άπαντα τα εις γνώσιν ανθρώπων ελθείν οφείλοντα δόγματα, περί τε ορατών και αοράτων πραγμάτων, επουρανίων τε επιγείων, και διά το παν γένος ανθρώπων εις ευσέβειαν υποτάσσειν, αρχόντων τε και αρχομένων, λογίων τε και ιδιωτών, και διά το καθολικώς ιατρεύειν μεν και θεραπεύειν άπαν το των αμαρτιών είδος των διά ψυχής και σώματος επιτελουμένων, κεκτήσθαι δε εν αυτή πάσαν ιδέαν ονομαζομένην αρετής εν έργοις τε και λόγοις και πνευματικοίς παντίοις χαρίσμασιν» (Κυρίλλου, Ιεροσ., κατήχησις ΙΗ').
      Η θεανθρωπίνη καθολικότης της Εκκλησίας είναι εις την πραγματικότητα μία διαρκής κατά χάριν και αρετήν χριστοποίησις του ανθρώπου: τα πάντα και οι πάντες συνάγονται και συγκεφαλαιούνται εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, και τα πάντα βιούνται εν Αυτώ ως ιδικά μας και οικεία, όπως ζη ένας αδιαίρετος θεανθρώπινος οργανισμός. Διότι όλη η ζωή εν τη Εκκλησία είναι μία θεανθρωπίνη καθολικοποίησις, μία κατά χάριν και αρετήν θέωσις και χριστοποίησις και θεανθρωποποίησις και τριαδοποίησις, και εκκλησιοποίησις. Η θεανθρωπίνη αυτή καθολικότης της Εκκλησίας και καθολικοποίησις εν τη Εκκλησία διακρατείται και πραγματοποιείται διά της α­εί ζώσης Υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού, η οποία κατά τον πλέον τέλειον τρόπον ενώνει τον Θεόν και τον άνθρωπον και όλην την κτίσιν, την οποίαν το τιμιώτατον αίμα του Θεανθρώπου Σωτήρος καθαρίζει από την αμαρτίαν, το κακόν και τον θάνατον (πρβλ. Κολ. 1. 19-22). Το θεανθρώπινον Πρόσωπον του Χριστού είναι ο άξων της καθολικότητος της Εκκλησίας. Διά τούτο ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει: «Όπου αν η Χριστός εκεί η Καθολική Εκκλησία». Η Εκκλησία πράγματι είναι ολόκληρος πεπληρωμένη από τον Θεάνθρωπον Χρι­στόν, καθ' ότι αύτη είναι «το πλήρωμα του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. 1, 23). Διά τούτο η Εκκλησία του Χριστού είναι καθολική εις εκάστην επισκοπήν της, δηλαδή εις εκάστην ορθόδοξον ευχαριστιακήν κοινότη­τά της, αλλά και εις έκαστον επίσκοπόν της και έκαστον πιστόν πρόσωπον εν αυτή, εις έκαστον κύτταρόν της. Εκ της καθολικότητος αυτής της ιδίας της φύσεως της Εκκλησίας πηγάζει και η παν-χρονική και η οικουμενική καθολικότης της. Την καθολικότητα και οικουμενικότητα και συνοδικότητα της Εκκλησίας κηρύττουν όλοι οι άγιοι Απόστολοι, Πατέρες της Εκκλησίας και αι Οικουμενικαί και Τοπικαί Σύνοδοι αυτής.

Αγιότης της Εκκλησίας του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


Αγιότης της Εκκλησίας
Αγιότης της Εκκλησίας
του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
       Ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς «εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής» (Εφ. 5, 25. 26). παρέδωσεν ολόκληρον τον εαυτόν Του διά την Εκκλησίαν. Άφησεν ολόκληρον τον εαυτόν Του εις αυτήν, την εθεμελίωσεν ολόκληρον επί του ιδίου του εαυτού. Όλη η ζωή του Θεανθρώπου ουδέν άλλο είναι ειμή αγών διασώσεως του κόσμου από την αμαρτίαν, τον θάνατον και τον διάβολον, διά της ιδρύσεως και συντηρήσεως της Εκκλησίας εις τον κόσμον. Αυτός επλήρωσε το είναι της Εκκλησίας με τον εαυτόν Του, με τας αγίας θείας δυνάμεις Του, αγιάσας ούτω αυτήν ολοτελώς, ώστε αυτή τώρα να σώζη τους ανθρώπους από την αμαρτίαν, τον θάνατον και τον διάβολον, διά των α­γίων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Ιδιαιτέρως έπραξε τούτο διά της βαπτίσεως αυτής εν Αγίω Πνεύματι κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, διά να ημπορέση και αυτή να αγιάζη βαπτίζουσα διά του Αγίου Πνεύματος και ύδατος (Εφ. 5, 26. Πρβλ. Τιμ. 3, 5. Ιω. 3, 5). Και μόνον δι' αυτής της τελείας και παντοδυνάμου αγιότητος αυτή καθαρίζει το ανθρώπινον είναι από παν το μη άγιον, το αμαρτωλόν και δαιμονικόν. μέσα της κάθε άνθρωπος αγιάζεται και καθαρίζεται «τω λουτρώ του ύδα­τος εν ρήματι» (Εφ. 5, 26. Πρβλ. Τιτ. 3, 5. Ιω. 3, 5). Το «ρήμα» του Θεού αγιάζει το ύδωρ διά του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα είναι κάτι το αόρατον, το δε ηγιασμένον ύδωρ κάτι το ορατόν. Δίδεται και το μεν και το δε διότι ο άνθρωπος είναι διπλούν ον, αποτελούμενον από το αόρατον πνεύμα και το ορατόν σώμα. Αφού το ρήμα του Θεού αγιάζει το νεκρόν ύδωρ, πώς να μην αγιάση την ζώσαν ανθρωπίνην ψυχήν, την θεοειδή και αθάνατον; Και πράγματι, μόνον η αγία και παναγιάζουσα δύναμις του Χριστού, η παρούσα διά του ρήματος του Θεού μέσα εις το ύδωρ, καθαρίζει τον άνθρωπον από κάθε ακαθαρσίαν, αμαρτίαν και διάβολον, πληρούσα αυτόν διά της θείας αγιότητος και του Θεού, διότι ο εις Χρι­στόν βαπτιζόμενος ενδύεται τον Χριστόν (Γαλ. 3, 27).
       Το παν εις την Εκκλησίαν προέρχεται από τον Χρι­στόν και υπάρχει εν τω Χριστώ. όλος ο Χριστός είναι μέσα εις την Εκκλησίαν και ολόκληρος η Εκκλησία είναι μέσα Του. Επειδή όλος ο Χριστός υπάρχει εν τη Εκκλησία και ολόκληρος η Εκκλησία είναι εν Αυτώ, δι' αυτό ακριβώς είναι «ένδοξος», «αγία και άμωμος» (Εφ. 5, 27). Αυτός, διά να την καταστήση τοιαύτην, εισήγαγεν εις αυτήν και ενεσάρκωσεν όλον το Θεανθρώπινον Πρόσω­πόν Του. Εις την πλέον καθαράν μορφήν της ολόκληρος η Εκκλησία είναι Αυτός, ο Θεάνθρωπος Χριστός, παρατεινόμενος εις όλους τους αιώνας και όλην την αιωνιότητα. Διά τούτο αυτή δεν έχει «σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων» (Εφ. 5, 27). Όθεν και η φιλανθρωπία της είναι άπειρος και η δύναμίς της άπειρος, η κάθαρσίς της παντελής, η δε ελευθερία και η σωτηρία της καθολική. Και πάλιν πάντα ταύτα τελεί μέσα της η θεία δύναμις του Χριστού, η πάντα αγία και πάντοτε παντοδύναμος (πρβλ. Κολ. 1, 29).
 
* * *
* Εάν ο Χριστός είναι εις, λέγει ό άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τότε μία είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας και εν το σώμα*. Τοιουτοτρόπως ημείς είμεθα διά του Χριστού και εν τω Χριστώ «εν σώμα» και «καθ' εις αλ­λήλων μέλη», μαζί με όλους τους αγίους Αποστόλους, και τους Προφήτας, και τους Μάρτυρας, και τους Ομολογητάς και όλους τους Αγίους. Απ' αυτήν δε την εν Χριστώ κοινωνίαν «συν πάσι τοις αγίοις» (πρβλ. Εφ. 3, 12. 4, 11-16) δεν υπάρχει διά τον άνθρωπον τίποτε το καλύτερον και φωτεινώτερον, τίποτε το μακαριώτερον και πλέον αιώνιον, τίποτε τόσον αγαπητόν εις όλους τους γνωστούς και αγνώστους κόσμους. Είναι χαρά υπέρ πάσαν χαράν το να είναι κανείς «συν πάσι τοις αγίοις» «εν σώμα», και μάλιστα «το σώμα του Χριστού»!
Εάν θα ήτο δυνατόν να συνοψισθούν όλα τα μυστήρια της Καινής Διαθήκης, της Διαθήκης του Θεανθρώπου και όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, εις εν μυστήριον, τότε το μυστήριον αυτό θα ήτο το ιερόν μυστήριον της Κοι­νωνίας και θείας Ευχαριστίας. Το μυστήριον αυτό μας φανερώνει και συνάμα δίδει ολόκληρον τον Κύριον Ιη­σούν με όλον τον θαυμαστόν πλήρωμα του θεανθρωπίνου Προσώπου Του και του Θεανθρωπίνου σώματός Του, το οποίον είναι η Εκκλησία. Διότι η αγία Κοινωνία και Ευχαριστία είναι αυτό το θείον σώμα Του και αυτό το θείον αίμα Του. είναι όλος Αυτός με την Εκκλησίαν Του εν τω αρρήτω πληρώματι της Θεότητος και της Ανθρωπότητός Του, τουτέστι της Θεανθρωπότητός Του...
 
* Γρηγορίου Θεολόγου, Ομ. 37, 8, PG. 36, c. 292 Β.
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Το Άγιον Πνεύμα ψυχή της Εκκλησίας


Το Άγιον Πνεύμα ψυχή της Εκκλησίας
Το Άγιον Πνεύμα ψυχή της Εκκλησίας
Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
 
       Τα πάντα εν τη Εκκλησία είναι θεανθρώπινα: ο Θεός πάντοτε κατέχει την πρώτην, ο δε άνθρωπος την δευτέραν θέσιν. Χωρίς την θείαν δύναμιν οι άνθρωποι δεν δύνανται να ζουν την θεανθρωπίνην θείαν ζωήν ούτε να προκόπτουν εν αύτη. Διά παν το θεανθρώπινον, ο άνθρωπος έχει ανάγκην βοηθείας. Μόνον ενδυθέντες με την «δύναμιν εξ ύψους» (Λκ. 24, 19. Πράξ. Απ. 1, 8), δηλαδή με την θείαν δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, oι άνθρωποι δύνανται να ζουν ευαγγελικώς επί της γης. Διά τούτο και εφανέρωσεν ο Σωτήρ, κατά τον Μυστικόν Δείπνον, την θείαν αλήθειαν περί του Αγίου Πνεύματος ως του πραγματοποιούντος και εκτελούντος την σωτηρίαν των ανθρώπων τη θεία ενεργεία Του εν τω Θεανθρωπίνω σώματι της Εκκλησίας (πρβλ. Ιω. 14, 16-17. 26. 15, 26. 16, 7-13). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ενοικεί διά του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπον, τον ανακαινίζει, τον αγιάζει και τον χριστοποιεί (Εφ. 3, 16-17). Χωρίς το Ά­γιον Πνεύμα, το πνεύμα του ανθρώπου φθείρεται και διασκορπίζεται διά των αμαρτιών εις αναριθμήτους θανάτους, εις αναρίθμητα μη όντα και ψευδοόντα. Το Πνεύμα το Άγιον ήλθεν εις τον κόσμον διά τον Χριστόν και διά του Χριστού, και έγινε η ψυχή εις το σώμα της Εκκλησίας: και μόνον διά του Χριστού και διά τον Χρι­στόν δίδεται εις τους ανθρώπους. Τούτο σημαίνει ότι το Άγιον Πνεύμα μόνον διά τον Χριστόν και διά του Χριστού ζη εις την Εκκλησίαν. Όπου δεν υπάρχει ο Θεάν­θρωπος, εκεί δεν υπάρχει ούτε το Άγιον Πνεύμα. Διότι ο Χριστός ζη εις την Εκκλησίαν διά του Αγίου Πνεύμα­τος το οποίον αποτελεί την ψυχήν της...
*   Η θεία Ευχαριστία και η θεία Κοινωνία μας ενώ­νουν όχι μόνο με Αυτόν, τον Αναντικατάστατον, αλλά και μεταξύ μας. «Εν σώμα οι πολλοί εσμέν», διότι κανείς από εμάς δεν αποτελεί ολόκληρον το σώμα, αλλ' έ­καστος είναι μόνον μέρος του σώματος, και τούτο πρέπει να αισθανώμεθα πάντοτε και να γνωρίζωμεν πόσον εξαρτώμεθα ο εις από τον άλλον: όλοι από ένα έκαστον, και έκαστος απ' όλους. Και να γνωρίζωμεν επί πλέον πόσον αναγκαίοι είμεθα ο εις εις τον άλλον: Όλοι εις έκαστον και έκαστος εις όλους, αλλά και έκαστος εις έκαστον. Η δύναμίς μας και η ισχύς μας, η ζωή μας και η αθανασία μας και η μακαριότης μας ευρίσκονται εις αυτήν την ενότητα και μόνον. Ποίος μας την δίδει αυτήν; Το σώμα του Χριστού, το σώμα του Θεού. Ο θαυμαστός Κύριος Ιησούς Χριστός είναι η αληθινή «βρώσις» μας και η αληθινή «πόσις» μας (Ιω. 6, 55) «Ούτω οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ' εις αλλήλων μέλη» (Ρωμ. 12, 5 και Α' Κορ. 12, 27).
  Ο Χριστός είναι ταυτοχρόνως και ο Θεός Λόγος, και ο άνθρωπος, και ο Θεός Λόγος και η Εκκλησία, και ο Θεός Λόγος με το σώμα εις τους ουρανούς και μέσα εις το σώμα του, την Εκκλησίαν, επί της γης. Δεν είναι αυ­τό «μέγα μυστήριον»; Τα μέλη της Εκκλησίας αποτελούν εν οργανισμόν, εν σώμα και όμως έκαστον παραμένει ξεχωριστόν πρόσωπον. Και αυτό δεν είναι «μέγα μυ­στήριον»; Τα πάντα εις την Εκκλησίαν είναι καθολικά και πάλιν τα πάντα είναι προσωπικά, έκαστος κατοικεί και ζη μέσα εις όλους, και όλοι μέσα εις ένα έκαστον, και όμως η ζωή εκάστου είναι ιδική του προσωπική ζωή, και το πρόσωπον εκάστου ιδικόν του πρόσωπον. Αυτό δεν είναι «μέγα μυστήριον»; Εις την Εκκλησίαν ζουν τόσοι και τόσοι αμαρτωλοί άνθρωποι και παρά ταύτα αυτή είναι «αγία και άμωμος», χωρίς ουδένα «σπίλον ή ρυτίδα» (Εφ. 5, 27). Δεν είναι και αυτό «μέγα μυστή­ριον»; Και ούτω καθ' εξής, από το μικρότερον έως το μεγαλύτερον τα πάντα εν τη Εκκλησία είναι «μέγα μυστήριον», διότι εις εν έκαστον απ' αυτά είναι παρών όλος ο θαυμαστός Κύριος Ιησούς Χριστός με όλα τα άπειρα θεανθρώπινα μυστήριά Του.
*   Κάθε χριστιανός ζων «συν πάσι τοις αγίοις» εις το Θεανθρώπινον σώμα του «τελείου ανδρός», του Χριστού, αποκτά και ο ίδιος την τελειότητα αυτήν, κατά το μέτρον του κόπου του, γίνεται ο ίδιος τέλειος άνδρας. Ούτως εις την Εκκλησίαν γίνεται δι' έκαστον προσιτόν και πραγματοποιήσιμον εκείνο το θείον ιδεώδες και ο σκοπός: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστίν» (Ματθ. 5, 48). Ο άγιος Απόστολος εξαίρει με ιδιάζοντα τρόπον ότι ο σκοπός της Εκκλησίας είναι «ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ Ιησού» (Κολ. 1, 28).
*   Ένας είναι ο σκοπός ολοκλήρου της θεανθρωπίνης Οικονομίας της σωτηρίας: «ίνα άρτιος η ο του Θεού άνθρωπος, προς παν έργον αγαθόν εξηρτημένος» (Β' Τιμ. 3, 17).
*   Μόνον οι Άγιοι γνωρίζουν τον δρόμον και έχουν ό­λα τα μέσα, τα οποία δίδουν εις όλους τους ποθούντας τον Θεόν, να καταντήσουν «εις μέτρον ηλικίας του πλη­ρώματος του Χριστού». Το δε «πλήρωμα» του Χριστού και το «μέτρον της ηλικίας» Του τί είναι άλλο παρά το άγιον Θεανθρώπινον σώμα Του, η Εκκλησία; Όθεν, το να φθάσωμεν «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» ουδέν άλλο είναι παρά να γίνωμεν αληθινά μέλη της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι «το πλήρωμα» του Χριστού, «του τα πάντα εν πάσι  πληρουμένου».
*  Η δαιμονισμένη ανθρωπίνη υψηλοφροσύνη, κρυμμένη υπό τον μανδύαν της Εκκλησίας, γίνεται δόγμα πίστεως, μεταβαλλόμενον εις δόγμα ζωής,.... εις δαιμονοποιημένον «εργαστήριον» εκβιασμού ανθρωπίνων συνει­δήσεων και απανθρωπίας! Εργαστήριον παραμορφώσε­ως του Θεού και του ανθρώπου και της κοινωνίας διά της παραμορφώσεως του Θεανθρώπου.

Τι είναι η Εκκλησία; Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς. Αποσπάσματα


Τι είναι η Εκκλησία;
Ο Θεάνθρωπος Πανευαγγέλιον
Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς.
Αποσπάσματα

Ολόκληρον το μυστήριον της χριστιανικής πίστεως είναι η Εκκλησία. ολόκληρον το μυστήριον της Εκκλη­σίας είναι ο Θεάνθρωπος. ολόκληρον το μυστήριον του Θεανθρώπου έγκειται εις το ότι ο Θεός έγινε «σαρξ», ότι δηλαδή εις το ανθρώπινον σώμα κατώκησεν όλον το πλήρωμα της Θεότητός Του με όλας τας θείας δυνάμεις και τελειότητας, δηλαδή όλον το μυστήριον του Θεού. Το Ευαγγέλιον του Θεανθρώπου Χριστού συνοψίζεται εις το εξής παγχαρμόσυνον μήνυμα: «Μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον: ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. 3, 16). Ο Θεός Λόγος έγινεν η κεφαλή του θεανθρώπινου σώματος της Εκκλησίας. Κατά τον θεόσοφον Απόστολον ο Θεός Πατήρ διά του Αγίου Πνεύματος «έδωκε» τον Θεάνθρωπον, «κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκ­κλησία, ήτις εστί το σώμα Αυτού, το πλήρωμα του τα πά­ντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. 1, 22-23).

Ο Θεάνθρωπος και εν Αυτώ η Εκκλησία Του είναι το παν διά τα σύμπαντα. Και πώς να μην ονομάση κανείς πανευαγγέλιον την φανέρωσιν της αληθείας της ζωής κατά την οποίαν ο Θεάνθρωπος αυτός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας! Εις την πραγματικότητα «αυτός εστι προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολ. 7, 17). Διότι Αυτός είναι Θεός, Αυτός Δημιουργός, Αυτός Προνοητής, Αυτός Σωτήρ, Αυτός η Ζωή της ζωής, και το ον του όντος, και η ύπαρξις της υπάρξεως: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα» (Κολ. 1, 16). Αυτός είναι το τέλος παντός του υπάρχοντος. Ολόκληρος η κτίσις εδημιουργήθη ως Εκκλησία, και αποτελεί την Εκκλησίαν, «και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας» (Κολ. 1, 18).

Ο Θεάνθρωπος είναι η Εκκλησία, αλλά και το σώμα της Εκκλησίας και η Κεφαλή της. Με όλα αυτά και διά μέσου όλων αυτών ο άνθρωπος «εκκλησιάζεται» και γίνεται εκκλησία, αποκτά την εν-χρίστωσιν και χριστοποίησιν, την εν-τριάδωσιν και τριαδοποίησιν, γίνεται Θεάνθρωπος και σύσσωμος του θεανθρωπίνου σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας (Εφ. 3, 6), αυτού του αγιωτάτου και προσφιλεστάτου μυστηρίου του Θεού, μυστηρίου των μυστηρίων ή μάλλον παμμυστηρίου των παμμυστηρίων.

 Η Εκκλησία είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εις όλους τους αιώνας και εις όλην την αιωνιότητα. Αλλά μαζί με τον άνθρωπον και διά τον άνθρωπον, ανήκει εις την Εκκλησίαν, ρέουν διά μέσου όλου του σώματος της Εκκλησίας ρεύματα των ζωηφόρων κεχαριτωμένων δυνάμεων και μας ζωογονούν με την αθανασίαν και την αιωνιότητα. Όλαι αι θεανθρώπιναι αισθήσεις της Εκκλησίας είναι απ' Αυτόν, εν Αυτώ και δι' Αυτού. Όλα τα άγια μυστήρια και αι άγιαι αρεταί εν τη Εκκλησία με τας οποίας καθαριζόμεθα, αναγεννώμεθα, μεταμορφωνόμεθα, αγιαζόμεθα, χριστοποιούμεθα, θεανθρωποιούμεθα, θεούμεθα, τριαδοποιούμεθα, σωζόμεθα, γίνονται εκ του Πατρός διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι, ακριβώς λόγω της καθ' υπόστασιν ενώσεως του Θεού Λόγου με την ανθρωπίνην φύσιν μας εν τω θαυμαστώ Προσώπω του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού. Διατί ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς, το δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, είναι το παν εν τη Εκκλησία: και η Κεφα­λή του σώματος της Εκκλησίας και η Εκκλησία το σώμα Του. Διά να ημπορέσουμε τα μέλη της Εκκλησίας να «αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος έστιν η κεφαλή, ο Χριστός...», «μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 15. 13). Τούτο σημαίνει ότι η Εκκλησία είναι θεανθρώπινον εργαστήριον εις το οποίον οι άνθρωποι θεανθρωποποιούνται, χριστοποιούνται, θεούνται, δηλαδή μεταμορφώνονται εις θεανθρώπους κατά χάριν, εις χριστούς κατά χάριν, εις θεούς κατά χάριν.

Το πρώτον άγιον μυστήριον είναι το Βάπτισμα, η δε πρώτη αρετή η πίστις. «Μία πίστις» (Εφ. 4, 5) και εκτός από αυτήν δεν υπάρχει άλλη. «εις Κύριος» (πρβλ. Α' Κορ. 8,16. 12, 5. Ιουδ. 3) εκτός του οποίου δεν υπάρχει άλλος (Εφ. 4, 5) και «εν βάπτισμα» και δεν υπάρχει άλλο εκτός από αυτό. Μόνον εις την οργανικήν ένωσιν με το θεανθρώπινον σώμα της Εκκλησίας και ως «σύσσω­μος» αυτού του θαυμαστού οργανισμού, ο άνθρωπος αποκτά την πλήρη αίσθησιν και επίγνωσιν και πεποίθησιν ότι όντως υπάρχει μόνον «εις Κύριος», η Παναγία Τριάς. μόνον «μία πίστις», η πίστις εις την Παναγίαν Τριάδα (Εφ. 3, 6. 4, 13. 4, 5. Ιουδ. 3). μόνον «εν βάπτισμα», το βάπτισμα εις την Παναγίαν Τριάδα (Ματθ. 28, 19) και μόνον «εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο επί πάντων, και διά πάντων, και εν πάσιν ημίν» (Εφ. 4, 6). Εκείνος ο οποίος το αισθάνεται και ζη με αυτό σημαίνει ότι διάγει τον βίον αξίως της χριστιανικής κλήσεως με μίαν λέξιν, σημαίνει ότι είναι χριστιανός.

Διά του Κυρίου Ιησού όλοι οι άνθρωποι έχουν «την προσαγωγήν... εν ενί Πνεύματι προς τον Πατέρα» καθ' ότι μόνον διά του Χριστού ο άνθρωπος έρχεται προς τον Πατέρα (Εφ. 2, 18. Ιω. 14, 6). Διά της Οικονομίας της σωτηρίας, ο Θεάνθρωπος ήνοιξε εις όλους μας την οδόν και την «προσαγωγήν» προς την Τριαδικήν Θεότητα (πρβλ. Ρωμ. 5, 1-2. Εφ. 3, 12. Α' Πετρ. 3, 18). Εις την Οικονομίαν της σωτηρίας του Θεανθρώπου, όλα τελούνται εκ του Πατρός, διά του Υιού εν τω Αγίω Πνεύματι.

Τα πάντα γίνονται εκ του Πατρός διά του Υιού εν τω Αγίω Πνεύματι..

* Την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Θεού αποκτά κανείς μόνον εν κοινωνία «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3, 18), μόνον με την καθολικήν ζωήν «συν πάσι τοις αγίοις» υπό την υψίστην καθοδήγησιν των αγίων Αποστόλων, των Προφητών, των Ευαγγελιστών, των Ποιμένων, των Πατέρων, των Διδασκάλων. Αυτούς, πάλιν, οδηγεί με τον πλέον αλάθητον και άγιον τρόπον και χειραγωγεί το Άγιον Πνεύμα, από την ημέραν της Πεντηκοστής και εξής, μέσω όλων των αιώνων έως της φοβεράς Κρίσεως. Το δε Πνεύμα το Άγιον είναι εκείνο το «εν πνεύμα» το ενυπάρχον εις το σώμα της Εκκλησίας (Εφ. 4, 4). Εν Αυτώ είναι, λοιπόν, και εξ Αυτού «η ενότης της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού». Όλην την αποστολικήν και ορθόδοξον πίστιν εις τον Χριστόν, και την γνώσιν περί του Χριστού, την κατέχει το Πνεύμα της Αληθείας το οποίον μας εισάγει εις ολόκληρον την αλήθειαν αυτήν, την μίαν και μοναδικήν (Ιω. 16, 13. 15, 26. 14, 26).


«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
Η χριστοειδής καρδία του κόσμου

Και δω σε μας δουλεύουν σκληρά μα δουλεύουν δίχως προσευχή. Και σε μας υπάρχει σκέψη μα σκέ­ψη δίχως προσευχή. Φαίνεται πώς όλοι, συνειδητά και ασυνείδητα, πασχίζουν να αλλάξουν την από Χριστού δοσμένη οικονομία της εκκλησιαστικής ζωής, να την φτιάξουν κατ' εικόνα και ομοίωση δική τους. Στην θέση της εικόνος του Χριστού ν' αποτυπώσουν την δική τους εικόνα, να καταλάβουν το μέρος της ει­κόνος. Όλα αυτά όμως, λίγο ή πολύ, αγγίζουν τα όρια της ανταρσίας: απέρριψαν τον από Χριστού ορισμένο οικονόμο, την προσευχή, από τον οίκο της προσευ­χής και νευρικά εισήγαγαν τούς νομικούς και συνταγ­ματικούς και τούς επιστημοφιλοσοφικούς οικονό­μους, αυτούς τούς στερημένους από χάρη και προσευ­χή·

Είναι φοβερά και απελπιστικά πολλοί, πάμπολλοι εκείνοι πού εξυμνούν (θεοποιούν) το «πνεύμα των και­ρών», το ενθρονίζουν στην καθέδρα της διανοίας τους, το προσκυνούν ως βασιλέα και θεό τους, του προσφέρουν θυσίες νομίζοντας ότι προσφέρουν υπη­ρεσία στον Χριστό. Γι' αυτούς δεν είναι το Αιώνιο κριτήριο για τον χρόνο, αλλά ό χρόνος για την αιωνιότητα. Δεν νιώθουν πώς ό χρόνος δίχως την Αιω­νιότητα είναι το πιο φρικιαστικό μεταφυσικό τέρας το όποιο σχεδιάζει κακοποιημένες φιγούρες της ζωής παρμένες από το φυσικό χώρο, πλάθει την ύλη σαν άλλο ζυμάρι και την καταβροχθίζει με λαιμαργία. Και ό Χριστός; Αυτός ό περίεργος Χριστός; - Για την χριστομάχο υψηλοφροσύνη δεν είναι παρά μία τελειωμέ­νη ιστορία στα μεθυσμένα στόματα της τραγωδίας πού έχει μεθύσει τον πλανήτη.

* Ό Χριστός, ή απτή Του παρουσία, το θελκτικό Του πρόσωπο, είναι για μένα ή αναγκαιότερη των α­ναγκαιοτήτων. Ποθώντας συνεχώς Εκείνον, πώς να μην αποκάμει ή ψυχή μου στην προσευχή; Μα μήπως μπορώ να Τον προσεγγίσω και αλλιώς παρά μονάχα με την προσευχή; Ποιος είμαι εγώ για να φιλοσοφή­σω, για να φιλοσοφώ περί Εκείνου δίχως προσευχή;


Ανθρωποφάγοι ή η αγάπη της αυτοθυσίας

* Σήμερα, λίγοι είναι οι άνθρωποι πού έχουν υγιή φιλοσοφική αίσθηση. Συνήθως, τα γεγονότα εκτιμώ­νται αποσπασματικά και πολύ σπάνια, μέσα στην ορ­γανική τους πληρότητα. Ή εγωιστική αυτοτύφλωση, ατομικού, εθνικού ή και ταξικού χαρακτήρα, φράζει τον νου του άνθρωπου προς κάθε κριτική προοπτική και έτσι αυτός βασανίζεται μέσα στην προσωπική του κόλαση. Δεν υπάρχει διέξοδος αφού δεν υπάρχει φι­λανθρωπία. Οι Ευρωπαίοι μεταλλάσσονται ραγδαία σε ανθρωποφάγους επειδή με την αυτάρκεια τους στέ­ρησαν από τον εαυτό τους την ικανότητα για μια ζώ­σα αίσθηση της ευαγγελικής αγάπης. Γιατί μονάχα ή ευαγγελική και Χριστοειδής αγάπη υποτάσσει κάθε μορφή ανθρωπίνου εγωισμού και αυτάρκειας. Μια τέ­τοια αγάπη σημαίνει πάντοτε την αυτοθυσία. Δεν μπο­ρεί ό άνθρωπος να εξέλθει από αυτήν την δαιμονική τάση προς αμαρτία αν δεν μεταδώσει την ψυχή του στους άλλους μέσα από την άσκηση της αυτοθυσιαζομένης αγάπης, υπηρετώντας τους με ευαγγελική αφο­σίωση και ειλικρίνεια.

Μεγάλη χαρά μου προξενεί πάντοτε, όταν ανάμε­σα στους διανοούμενους συναντήσω κάποιαν ανθρώ­πινη ύπαρξη ή οποία κατά την ιστοριοσοφία της δεν εμπίπτει στο χώρο της ζωολογίας. Συγχωρήστε μου το παράδοξο της διαπίστωσης μα μου το επιβάλλει ή εμπειρία μου.

Το πιο εμφανές σημείο της χριστιανικής φιλίας είναι το ακόλουθο: να θυμάσαι τον φίλο σου στις κα­θημερινές σου προσευχές.


Ορθόδοξη πίστη - ό μέγιστος πλούτος

Αγαπητή αδελφή,

Ο μέγιστος των πλουσίων γράφει προς την μεγί­στη των πλουσίων, εγώ προς Εσάς. Αυτός ό αμέτρη­τος και ατελείωτος πλούτος μας είναι ή ορθόδοξη πί­στη μας. Μέσω αυτής, όλοι οι ουρανοί είναι δικοί μας, όλοι οι κόσμοι του Θεού δικοί μας. Και αυτό πού είναι το πολυτιμότερο όλων: ό ίδιος ό Πανηδύτατος Κύριος και Χριστός είναι δικός μας και μαζί Του δι­κά μας, ή κάθε αιώνια μακαριότητα και ή κάθε αιώνια χαρά....

Από τότε πού ό Κύριος και Χριστός φάνηκε στην γη, δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη γη και τον ουρα­νό, ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Ενώθηκε το Θείο με το ανθρώπινο, το ουράνιο με το γήινο, το αιώνιο με το πρόσκαιρο.

Ή Εκκλησία ως το Θεανθρώπινο Σώμα του Χρι­στού, είναι το ουρανογήινο παλάτι όπου βιώνεται ή αιώνιος ζωή μέσω της ορθής, αληθούς, αποστολικής, θεανθρώπινης και αγιοπατερικής ορθοδόξου πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχουν νεκροί στην Εκκλησία του Χριστού: όλοι είναι ζώντες και μάλιστα ζώντες αθανάτως, ήδη από την γη ζώντες την αθανασία. Και ύστερα από την μετάβαση στον άλλο κόσμο, είμαστε ακόμα πληρέστερα, ακόμα πιο έντονα, ακόμα πιο χειροπιαστά, ακόμα πιο αθάνατα αθάνατοι.

*  Εδώ (στην Εκκλησία), σμίγουν οι Άγγελοι με τούς ανθρώπους, εδώ ή Χαρά αγκαλιάζει την Αλή­θεια, εδώ ό χρόνος περιβάλλει την Αιωνιότητα, εδώ ή πίστη αγκαλιάζει την Αθανασία και ό άνθρωπος βρί­σκεται ανάμεσα σε όλο αυτό το αγαλλίαμα, αθανατίζων και αιωνίζων, ζώντας διά των ιερών μυστηρίων του Χριστού και των αρετών Του. Επιστέγασμα όλων και πιο αθάνατη και από την ίδια την αθανασία είναι ή αγία ορθόδοξη, αποστολική και αγιοπατερική πί­στη. Το να πλουτίσει από την πίστη αυτή, είναι για την ανθρώπινη ύπαρξη ό μεγαλύτερος και αδιάφθορος πλούτος όλων των κόσμων.


Ο τύπος του γνήσιου ιερέα

*  ...τον γνήσιο ιερέα δεν θα πρέπει να σκανδαλί­ζουν μήτε οι κακοί ιερείς μα μήτε και οι κακοί αρχιε­ρείς. Αυτός πάντοτε ατενίζει πάνω από αυτούς, πάντο­τε προσβλέπει προς τούς αγίους ιερείς και αρχιερείς. Βλέπει τον ιερό Χρυσόστομο, τον άγιο Σάββα, τον ιερομάρτυρα διάκονο Αββακούμ και πλήθος άλλων α­γίων. Προς αυτούς αναφέρεται ολόψυχα, αυτούς θαυ­μάζει και από αυτούς χειραγωγείται. Και εκείνοι; Ε­κείνοι όλοι τους είναι ολοζώντανοι και σήμερα μέσα στην Εκκλησία, όπως ήταν χθες μα και πριν από χί­λια χρόνια.

Ζώντες όλοι οι άγιοι Απόστολοι, ζώντες όλοι οι άγιοι Μάρτυρες, ζώντες όλοι οι άγιοι Πατέρες, οι ά­γιοι Ομολογητές και καθημερινά συλλειτουργούν μα­ζί με μας τούς αναξίους λειτουργούς του Θεού στη Θεία Λειτουργία. Δεν είμαστε λοιπόν ισχυρότεροι και πιο δυνατοί από κάθε θάνατο, από κάθε κακό και από κάθε αμαρτία; Μπορούμε τάχα να βρούμε αφορμή για απογοήτευση μέσα στην ιερατική μας κλήση; Ακόμα και εκείνη ή διακονία των Αγγέλων, δεν είναι ανώτε­ρη από την διακονία των ιερέων! Ό ιερέας έχει θεϊκή εξουσία επί παραδείσου και κολάσεως, επί ζωής και θανάτου, επί αθανασίας και αιωνιότητος.

Εσύ, αγαπητέ μου, σαν να αμφέβαλες προς στιγ­μήν για όλα αυτά και το πνεύμα σου κλονίστηκε. Ψη­λά το κεφάλι! Γιατί κανένας μέσα στο ανθρώπινο γέ­νος δεν έχει αυτό πού ό ιερέας του Χριστού κατέχει. Το σημαντικό είναι: στερεώσου με πίστη, προσευχή και αγάπη στον θαυμαστό Κύριο, στον γλυκύτατο Κύριο και κάθε θάνατος θα φύγει μακριά σου, πολύ δε περισσότερο, ή απόγνωση και τα τέκνα εκείνης.

* Ή αιωνιότητα είναι φρικιαστική δίχως Θεάν­θρωπο, γιατί και ό άνθρωπος είναι φοβερός δίχως τον Θεάνθρωπο. Καθετί το ανθρώπινο, μονάχα στον Θεάν­θρωπο έχει την τελική και λογική του ερμηνεία. Δί­χως τον θαυμαστό Κύριο Ιησού Χριστό, όλα τα αν­θρώπινα μεταβάλλονται αναπόφευκτα σε χάος, σε φρί­κη, σε θάνατο, σε κόλαση: ή φρόνηση σε αφροσύνη, ή αίσθηση σε απόγνωση, ή επιθυμία σε αυτοδιάσπαση μέσα από την αυτοθέωση ή την αυτοεξουθένωση.

*  Ή στάση μας έναντι των μη ορθοδόξων χριστια­νών: πρώτον, να μείνουμε ακλόνητοι, με την καρδιά, με την διάνοια και με την ζωή μας, στην Ορθοδοξία, στα ιερά της Μυστήρια και τις ιερές της αρετές. Με τον τρόπο αυτό θα καταστήσουμε τον εαυτό μας καθο­λικό, τον νου, την καρδιά και την ζωή μας. Να ζούμε συνεχώς «συν πάσι τοις αγίοις» (Έφ. 3, 18), επειδή μονάχα έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε τα θεανθρώπινα βάθη, ύψη και πλάτη του Χριστού. Να ζούμε «συν πά­σι τοις αγίοις» θα πει να σκεφτόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», πού θα πει να αισθανόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», δηλαδή να προσευχόμαστε «συν πάσι τοις α­γίοις» και τέλος, να αγαπάμε «συν πάσι τοις αγίοις».

 Μονάχα με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται το ιερό και αλάνθαστο μέτρο της Αληθείας, δηλ. της Εκκλη­σίας του Χριστού ή οποία πάντοτε αποτελεί την Υπο­στατική Αλήθεια του Θεανθρώπου Χριστού και όχι κάποιου άλλου προσώπου ή πράγματος.

 Η Θεανθρώπινη εξέλιξη

*  Ζητάς να σου απαντήσω στο ερώτημα, αν μπο­ρεί ή επιστημονική αντίληψη περί της εξελίξεως του κόσμου και του ανθρώπου να συνυπάρξει με την πα­ραδοσιακή ορθόδοξη αίσθηση και γνώση. Ακόμη, ρωτάς ποιά, το ποιά είναι στην περίπτωση αυτή ή στάση των Πατέρων και για το αν υπάρχει γενικώς ή ανάγκη για μια τέτοια συνύπαρξη. Με πολλή συντο­μία λοιπόν γράφω τα έξης:

Ή ανθρωπολογία της Καινής Διαθήκης στήκει και πίπτει επάνω στην ανθρωπολογία της Παλαιάς. Ό­λο το Ευαγγέλιο της Παλαιάς Διαθήκης: ό άνθρωπος - εικόνα του Θεού! Όλο το Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης: ό Θεάνθρωπος - εικόνα του άνθρωπου. Ότι ουράνιο, θείο, αιώνιο, αθάνατο και αμετάβλητο στον άνθρωπο αποτελεί μέσα του την εικόνα του Θεού, το θεοειδές του ανθρώπου.

Αυτό το θεοειδές στον άνθρωπο κακοποιήθηκε με την εθελούσια αμαρτία εκείνου, με την σύμπραξη με τον διάβολο, μέσω της αμαρτίας και του θανάτου ως απόρροιας της παραβάσεως. Γι' αυτό και ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να ανακαινίσει την εφθαρμένη από την αμαρτία εικόνα Του. Γι' αυτό ενηνθρώπησε και έμεινε στον κόσμο των ανθρώπων ως Θεάνθρωπος, ως Εκκλησία, για να προσφέρει στην εικόνα του Θεού - τον άνθρωπο - όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε αυτός ο παραμορφωμένος θεόμορφος άνθρωπος να μπορέσει μέσα στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, με την βοήθεια των ιερών μυστηρίων και των αρετών, να ωριμάσει: «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 13). Αυτή είναι η θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρώπου, αυτή και η θεανθρώπινη ανθρωπολογία. Ο σκοπός του θεοειδούς όντος που λέγεται άνθρωπος είναι ένας: να γίνει σταδιακά τέλειος όπως ο Θεός Πατήρ, να γίνει θεός κατά χάριν, να επιτύχει την θέωση, την θεοποίηση, την Χριστοποίηση, την Τριαδοποίηση. Κατά τους Αγίους Πατέρες, «Θεός ενηνθρώπησε, ίνα ο άνθρωπος Θεός γένηται» (Μέγας Αθανάσιος).

 Όμως, οι αποκαλούμενες «επιστημονικές» ανθρω­πολογίες διόλου δεν αναγνωρίζουν το θεοειδές της ανθρώπινης υπάρξεως. Με αυτό, αρνούνται προκατα­βολικά την Θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρωπίνου όντος.

Αν ό άνθρωπος δεν αποτελεί την εικόνα του Θεού, τότε ό Θεάνθρωπος και το Ευαγγέλιο Του αποτελούν κάτι το αφύσικο για έναν τέτοιον άνθρωπο, κάτι το μηχανικό και απραγματοποίητο. Τότε, ο Θεάνθρω­πος Χριστός είναι ένα ρομπότ πού κατασκευάζει άλλα ρομπότ. Ό Θεάνθρωπος γίνεται ένας δυνάστης αφού θέλει από τον άνθρωπο, διά της βίας, να πλάσει ένα όν τέλειο όπως ό Θεός. Στην ουσία μιλάμε για μία δι­κανική ουτοπία, μια αυταπάτη και ένα απραγματοποί­ητο «ιδανικό». Στο τέλος - τέλος, πρόκειται για ένα μύθο, για μία αφήγηση.

Αν ό άνθρωπος λοιπόν, δεν είναι μια θεοειδής ύ­παρξη, τότε και ό ίδιος ό Θεάνθρωπος είναι περιττός αφού οι επιστημονικές θεωρίες περί εξέλιξης δεν δέ­χονται ούτε την αμαρτία αλλά ούτε και τον Σωτήρα της αμαρτίας. Στον επίγειο κόσμο της «εξέλιξης» τα πάντα είναι φυσικά και χώρος για αμαρτία δεν υπάρ­χει. Γι' αυτό και είναι κωμικό να γίνεται λόγος περί Σωτήρος και σωτηρίας από την αμαρτία. Σε τελική α­νάλυση τα πάντα είναι φυσικά: ή αμαρτία, το κακό και ό θάνατος. Γιατί, αν όλα στον άνθρωπο συμβαί­νουν και δίδονται ως αποτέλεσμα της εξέλιξης, τότε δεν υπάρχει κάτι το όποιο χρειάζεται να σωθεί σε αυ­τόν αφού τίποτε αθάνατο και αμετάβλητο δεν έχει μέ­σα του παρά όλα του είναι γήινα και χοϊκά και σαν τέτοια είναι παροδικά, φθαρτά και θνητά.

Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο της «εξέλιξης» δεν έ­χει θέση ούτε ή Εκκλησία ή οποία είναι το σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Ή θεολογία πάλι ή οποία θε­μελιώνει την ανθρωπολογία της επάνω στην «επι­στημονική» θεωρία της εξέλιξης δεν είναι τίποτε πε­ρισσότερο από μια αυτοαναίρεση. Πρόκειται στην ου­σία για θεολογία δίχως Θεό και ανθρωπολογία δίχως άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος δεν είναι η αθάνατη, αιώνια και θεανθρώπινη εικόνα του Θεού, τότε όλες οι θεο­λογίες και όλες οι ανθρωπολογίες δεν είναι παρά μια ανόητη φάρσα, μια τραγική κωμωδία.

*   Ή ορθόδοξη θεολογία και ή σχέση πού έχουμε με τούς Αγίους Πατέρες, είναι ή οδός και η ανάβαση μας προς την Θεανθρώπινη, την ορθόδοξη Παναλήθεια. Αυτό είναι κάτι πού θέλει ανάλυση, είναι για ό­σους ασχολούνται με τα ευαγγελικά ζητήματα επάνω στον πλανήτη. Όλα πάλι τα ευαγγελικά προβλήματα επικεντρώνονται ουσιαστικά στο πρόβλημα του αν­θρώπου. Και όλα τα προβλήματα του ανθρώπου επικε­ντρώνονται σε ένα μόνο πρόβλημα, εκείνο του Θεαν­θρώπου. Μονάχα ο Θεάνθρωπος αποτελεί την λύση στο καθολικό αίνιγμα που λέγεται άνθρωπος. Δίχως Θεάνθρωπο και έξω από τον Θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα -συνειδητά ή όχι- μεταλλάσσεται σε υπάνθρωπο, σε ομοίωμα ανθρώπου, σε υπεράνθρωπο, σε διαβολάνθρωπο. Απόδειξη και αποδείξεις για τούτο; Όλη ή ιστορία του ανθρωπίνου γένους.

*   Εγώ πασχίζω πάντοτε να επιβεβαιώνω τις σκέ­ψεις μου στα γραπτά των Αγίων Πατέρων. Παρακαλώ λοιπόν και εσάς, όσα λαμβάνετε από έμενα, να τα επα­ληθεύετε με αυστηρότητα επάνω στους Άγιους Πατέ­ρες. Μην τυχόν και ή ψυχή μου αμαρτήσει με την διάνοια, μην προσκολληθή ή διάνοια μου σε κάποιο αμάρτημα και αμαρτήσει στο ιερό μυστήριο της Α­γίας Τριάδος. Γι' αυτό, μην πάψετε να εύχεστε για μέ­να ώστε πάντοτε ό νους μου να είναι ένας χαρούμενος δούλος της αγίας ταπεινοφροσύνης και της ιερής προ­σευχής, της αδιάλειπτης και ακούραστης.

*  Τί σημαίνει το να είσαι Χριστιανός; Είμαι Χρι­στιανός σημαίνει είμαι αναμάρτητος. Αυτό σημαίνει, ότι είμαι όλος του Χριστού, εξ' όλης της ψυχής, εξ' ό­λης της καρδίας, εξ' όλης της διανοίας και εξ' όλης της βουλήσεως. Αυτό πάλι επιτυγχάνεται όταν με πίστη, αγάπη, προσευχή, ελπίδα και όλες τις ιερές αρετές πα­ραδώσουμε στον γλυκύτατο Κύριο και τον νου και την ψυχή και την καρδιά και την βούληση. Τότε Εκεί­νος τις επεξεργάζεται και τις μεταπλάθει σε καινή ψυ­χή, καινή καρδιά, καινό νου και καινή βούληση....

*  Το μεγαλύτερο μυστήριο είναι αυτό πού βρίσκε­ται μέσα στον άνθρωπο παρά στους κόσμους πού πε­ριβάλλουν τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι άνθρωποι κατα­φεύγουν με μεγαλύτερη ευκολία στα πράγματα, σκαλί­ζουν ανάμεσα τους, ανακατεύονται με αυτά, τα ερω­τεύονται, τα λατρεύουν και τα θεοποιούν, και όλα αυ­τά τα είδωλα τους τα ονομάζουν με ένα συλλογικό ό­νομα κουλτούρα και πολιτισμό. Φεύγοντας μακριά από το εσωτερικό τους μυστικό, οι άνθρωποι καταφεύ­γουν στα πράγματα, αναμιγνύονται μαζί τους, μετα­μορφώνονται ακόμη σε αυτά. Σε αυτό συνίσταται ή μεγάλη τους πτώση και έκπτωση, σε αυτό και ή ουσία της ανθρώπινης τραγωδίας, ανέκαθεν και εις τούς αιώ­νες. Όλη ή αλήθεια περί αυτού εκφράζεται στην Α­γία Γραφή: «και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και ή γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύ­λου του παραδείσου» (Γεν. 3, 8). Αυτό είναι κάτι πού συμβαίνει αδιάλειπτα: κρύβονται οι άνθρωποι ανάμε­σα στα πράγματα, φεύγοντας από τον Θεό, από τον ε­αυτό τους και τον κόσμο πού τούς περιβάλλει.

 *  Όταν ό άνθρωπος αποκολληθεί από την λατρεία των πραγμάτων και κοιτάξει με θάρρος μέσα του, βρί­σκει εντός του ένα τόσο ενδιαφέρον, ασυνήθιστο και θαυμαστό μυστήριο ώστε με χαρά πετάει στο χώμα ό­λα τα εξωτερικά είδωλα και με αποφασιστικότητα στρέφεται προς το μυστήριο του προσώπου του σαν σε κάτι το όποιο αξίζει περισσότερο και απ' όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος γίνεται μάρτυρας ενός μεγάλου και ιερού μυστηρίου. Για ένα τέτοιο μαρτύριο είναι που αξίζει να ζει κανείς σε αυτό το πολύπαθο κόσμο.

*  Όταν ό άνθρωπος με ειλικρίνεια και υπομονή υ­ποφέρει το ιερό μυστήριο του προσώπου του, τότε του δίδονται ξεχωριστές στιγμές διόρασης. Σε αυτές τις στιγμές αγγίζει τα κατώτερα βάθη της προσωπικότη­τας του και ανακαλύπτει την πηγή της: το έλλογο. Από την πηγή εκείνη ρέει ύδωρ ζων το όποιο αρδεύει με αθανασία την ανθρώπινη ύπαρξη.

*  Το να φονεύσεις άνθρωπο σημαίνει να του αρπά­ξεις τον χρόνο πού του έδωσε ό Θεός ώστε, με την ε­πίγειο ζωή του μέσα στον χρόνο, να αποκτήσει την αιώνια ζωή. Σημαίνει ακόμη ότι απλώνεις το χέρι σου επάνω στο πολυτιμότερο δημιούργημα του Θεού μέσα στον ορατό κόσμο. Στο τέλος - τέλος σημαίνει ότι στρέφεσαι ενάντια σε αυτόν τον ίδιο τον Θεό αφού, ότι έχει ό άνθρωπος, από το Θεό προέρχεται, ή ψυχή και το σώμα.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Άνθρωπος και Θεάνθρωπος,

Ο άγιος πανεπιστημιακός Ιουστίνος Πόποβιτς



Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, του οποίου την μνήμη τιμούμε στις 14 του Ιούνη, είναι μια σύγχρονη οσιακή μορφή, από αυτές που τόσο έχει ανάγκη η Εκκλησία μας σήμερα. 
Ανεβάζουμε το παρακάτω βιογραφικό του από το Vatopaidi.
Η βιογραφία του στα αγγλικά εδώ

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


IoustinosPopovits


Γέροντος Μωϋσέως Αγιορείτου

Ο π. Ιουστίνος γεννήθηκε στήν πόλη Βράνιε τής Ν. Σερβίας στίς 25.3.1884 καί αναπαύθηκε οσιακά στίς 25.3.1979 στή μονή Τσέλιε. Η Ευαγγελίστρια Θεοτόκος τόν συνόδευε από τή γέννησή του έως τήν κοίμησή του. Σπούδασε θεολογία στή Σερβία, τή Ρωσία, τήν Αγγλία καί τήν Ελλάδα. Από τό 1935 υπήρξε πανεπιστημιακός διδάσκαλος στή Θεολογική Σχολή τού Βελιγραδίου. Τό 1945 τό κομμουνιστικό καθεστώς τόν ανάγκασε σέ παραίτηση. Αποσύρθηκε στή μονή τών Αγίων Αρχαγγέλων τού Τσέλιε, γιά ν’ αφοσιωθεί στή μελέτη, τή συγγραφή, τή διδαχή καί τήν προσευχή.


Τό συγγραφικό του έργο είναι μεγάλο, πολύτιμο, αξιόλογο καί σημαντικό. Ασχολήθηκε μέ τή Δογματική, τήν ερμηνεία τής Καινής Διαθήκης, τόν Συναξαριστή, τήν Πατρολογία καί άλλα. Πολλά από τά βιβλία του μεταφράσθηκαν σέ ξένες γλώσσες καί στά ελληνικά. Τό έργο του έλαβε πολλές θετικές κριτικές. Θεωρείται καί είναι ένας από τούς μεγαλύτερους θεολόγους τού εικοστού αιώνος. Δέν ήταν ένας θεολόγος τής έδρας καί τού γραφείου αλλά τής εμπειρίας, τών βιωμάτων, τής ασκήσεως, τής νήψεως καί τής θερμουργού προσευχής. Είναι η μυστική συνείδηση τής Σερβικής Εκκλησίας μέ αξιόλογους μαθητές.

Ο ιδιότυπος λόγος του είναι χαρακτηριστικός, χαριτωμένος, αγιοπνευματικός, θεοφώτιστος καί θεοχαρίτωτος. Λέγει: 
«Ο σκοπός τού θεοειδούς όντος πού λέγεται άνθρωπος είναι ένας: νά γίνει σταδιακά τέλειος, όπως ο Θεός Πατήρ, νά γίνει Θεός κατά χάριν, νά επιτύχη τή θέωση, τή θεοποίηση, τή Χριστοποίηση, τήν Τριαδοποίηση». 
Συνεχίζει: 
«Δίχως θεάνθρωπο καί έξω από τόν θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα –συνειδητά ή όχι– μεταλλάσσεται σέ υπάνθρωπο, σέ ομοίωμα ανθρώπου, σέ υπεράνθρωπο, σέ διαβολάνθρωπο. Απόδειξη καί αποδείξεις γιά τούτο, όλη η ιστορία τού ανθρωπίνου γένους».

Από νέος ασχολήθηκε μέ βαθειά θέματα φιλοσοφίας καί θεολογίας. Αγάπησε ιδιαίτερα τούς μεγάλους Έλληνες Πατέρες καί πιό πολύ τούς άγιους Τρείς Ιεράρχες. Ερεύνησε καλά τήν αρχαιοελληνική σοφία, τήν ευρωπαϊκή καί σλαβική φιλοσοφία, τόν συγκίνησε ο Ντοστογιέφσκυ, καί απόκτησε πολύπλευρες γνώσεις, πού τού δημιούργησαν μία πεπαιδευμένη προσωπικότητα. Ασχολήθηκε επισταμένα μέ τά αιώνια προβλήματα τού ανθρώπου, τ’ απύθμενα βάθη τής ανθρώπινης ψυχής, τούς δαιδαλώδεις λαβύρινθους τού πνεύματος, τίς κλιμακώσεις τής διάνοιας, τίς μεταπτώσεις τού ανθρώπου. Αγάπησε υπερβολικά τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο. Ήταν πρός όλους όλο αγάπη, από τόν πιό μικρό ώς τόν πιό μεγάλο.

Ζώντας τήν τραγωδία τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόν θάνατο δικών του ανθρώπων, τή στέρηση, τίς κακουχίες, δίνεται ολοκληρωτικά στήν αληθινή φιλοσοφία, τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Θεό, γίνεται μοναχός, παρά τίς αντιδράσεις τών καλών γονέων του. Κατά τόν φίλο του άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο· «θεμέλιο τής χριστιανικής φιλοσοφίας είναι η ταπεινοφροσύνη, γιατί δίχως αυτή, η αλήθεια είναι τυφλή». Αγάπησε τούς Σέρβους, τούς Ρώσους καί τούς Έλληνες. Μέ μεγάλη αγάπη πάντοτε μιλούσε γιά τήν οικουμενικότητα τής Ορθοδοξίας, τή Ρωμιοσύνη, τό Βυζάντιο. Θεωρούσε αμαρτωλό τόν ορθολογισμό κι αίρεση τόν οικουμενισμό. Ήταν ενάντιος στόν [αθεϊστικό] δυτικό ανθρωπισμό καί υπέρ τού ανατολικού θεανθρωπισμού.

Μερικοί τόν θεωρούσαν παράξενο καί μυστήριο. Τέτοιες ιερατικές προσωπικότητες, υψηλού κύρους, ήθους, αξίας, τιμής καί σεβασμού, δέν είναι αρεστές στούς πολλούς. Τούς ρασοφόρους τούς θέλουν αρκετοί νά είναι αδαείς, γιά νά δικαιολογούν τήν αποστασία τους. Τέτοιοι κληρικοί αποτελούν δυνατά φώτα, πού φωτίζουν άφωτα βάθη. Είναι πολύ μικρός ο χώρος, γιά νά χωρέσει έναν τόσο μεγάλο άνδρα. Η Σερβική Εκκλησία δίκαια καί δικαιολογημένα ετοιμάζει τήν αγιοκατάταξή του [έγινε το 2010]. Ένας ακόμη όσο σοφός ενάρετος καί όσο ενάρετος σοφός…







Απόσπασμα βιβλίου του από το post μας Υπέρ των αμαρτωλών:

Η τρίτη θεανθρώπινη αρετή [μετά την πίστη και τη νηστεία] είναι η θεανθρώπινη αρετή της αγάπης. Η αγάπη αυτή δεν έχει όρια, δεν ερωτά: ποιος είναι άξιος και ποιος δεν είναι; αλλ’ αγαπά τους πάντες: αγαπά φίλους και εχθρούς, αγαπά αμαρτωλούς και κακούργους, δεν αγαπά όμως τις αμαρτίες τους και τα εγκλήματά τους, ευλογεί εκείνους που καταριούνται και ως ήλιος φωτίζει και τους πονηρούς και του αγαθούς (Ματθ. 5, 45-46). […] Η αγάπη του Χριστού είναι πάντοτε παναγάπη.
Εάν είσαι του Χριστού, ταπείνωσε τον εαυτό σου μέχρι του σκώληκος: σάρκωσε τον εαυτό σου στον πόνο του κάθε πονεμένου, στη θλίψη του κάθε θλιμμένου, στο πάθος του κάθε βασανισμένου, στο άλγος του κάθε ζώου και πουλιού.

Κοιτάζοντας από τον ουρανό, τι είναι εκείνο που διακρίνουμε περισσότερο πάνω στη γη; Όχι τα βουνά ούτε οι θάλασσες ούτε οι πόλεις ούτε οι ουρανοξύστες. Είναι ο άνθρωπος. Διότι η θεοειδής ψυχή του ανθρώπου είναι ένας ήλιος επί της γης. Όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσοι είναι οι ήλιοι επί της γης. Και καθένας απ’ αυτούς τους ήλιους είναι ορατός από τον ουρανό.  Αγαπημένο θαύμα του Θεού! Η μικρούτσικη γη, ένα αστεράκι από τα πιο μικρά, να χωράει δισεκατομμύρια ήλιους! Μέσα από το χωματένιο σώμα του ανθρώπου λάμπει ο ήλιος! Ο άνθρωπος! Ένας μικρός θεός μέσα στη λάσπη.
Είναι ευαγγέλιο, παναληθινό ευαγγέλιο –όχι δικό μου, αλλά των αγίων του Θεού– ότι ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ιερό μυστήριο του Θεού. Τόσο μεγάλο και τόσο ιερό, ώστε ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας ερμηνεύσει όλο το βάθος του ανθρώπινου μυστηρίου. Η αλήθεια του ευαγγελίου, η παναλήθεια, είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν. […] Κατ’ ουσίαν, ο αγώνας για το Θεάνθρωπο είναι αγώνας για τον άνθρωπο.

Κάτω από το πρίσμα της ευαγγελικής και ιεράς παραδόσεως είναι αντιευαγγελική και αντίχριστη φρικαλεότητα να φονεύεται ο αμαρτωλός λόγω της αμαρτίας. Εν προκειμένω καμία ιερά εξέτασις δε μπορεί να ανακηρυχθεί ιερά. Σε τελευταία ανάλυση, όλοι οι ουμανισμοί φονεύουν τον αμαρτωλό λόγω της αμαρτίας, εξοντώνουν τον άνθρωπο μαζί με την αμαρτία του. Διότι δεν θέλουν το Θεάνθρωπο, ο Οποίος είναι η μόνη σωτηρία του ανθρώπου και από την αμαρτία και από το θάνατο και από το διάβολο.
Εκείνος που δεν είναι υπέρ του Θεανθρώπου είναι ως εκ τούτου κατά του ανθρώπου, και είναι ως εκ τούτου δολοφόνος του ανθρώπου, και ακόμη είναι ως εκ τούτου και αυτόχειρας. […] Μεταχειριζόμενος κατ’ αυτό τον τρόπο τον αμαρτωλό, ο ουμανιστικός άνθρωπος αναπόφευκτα αυτοκτονεί: φονεύει την ίδια την ψυχή του, παραδίδει τον εαυτό του στην κόλαση, σε αιώνια συναναστροφή με το διάβολο, αυτόν τον έκπαλαι «ανθρωποκτόνο» (κατά Ιωάννην 8, 44).
[Από το εξαιρετικό βιβλίο του Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδόσεις Αστήρ]