Καταχωρήθηκε στις 12 Αυγούστου 2016 από τον/την admin
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής (1)
Πρωτότυπο κείμενο
Ερώτησις ΙΓ .
Τι εστί, «Τα γαρ αόρατα Αυτού, από κτίσεως κόσμου, τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται• η τε Αϊδιος Αυτού δύναμις και θειότης»; Τίνα τα αόρατα του Θεού, και τις η Αϊδιος Αυτού δύναμις και θειότης; (Ρωμαίους 1/α: 20).
Απόκρισις:
Οι των όντων λόγοι προκαταρτισθέντες των αιώνων Θεώ, καθώς οίδεν αυτός, αόρατοι όντες• (ους και «αγαθά θελήματα» καλείν τοις θείοις έθος εστίν ανδράσιν•) από των ποιημάτων νοούμενοι καθορώνται. Πάντα γαρ τα ποιήματα του Θεού κατά φύσιν μετά της δεούσης επιστήμης γνωστικώς υφ’ ημών θεωρούμενα, τους καθ’ ους γεγένηνται λόγους κρυφίως ημίν απαγγέλλουσι, και τον εφ’ εκάστω ποιήματι θείον σκοπόν εαυτοίς συνεκφαίνουσι• καθ’ ο και: «οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού, και το στερέωμα την των χειρών αναγγέλλει ποίησιν».
Αϊδιος δε δύναμίς εστι και θειότης, η συνεκτική των όντων πρόνοια, και η κατά ταύτην εκθεωτική των προνοουμένων ενέργεια.
Η τάχα τα αόρατα του Θεού εισιν ουκ άλλο τι παρά την αϊδιον αυτού δύναμιν και θειότητα, έχουσαν διαπρυσίως κήρυκας τας των γεγονότων υπερφυείς μεγαλοπρεπείας.
Ως γαρ εκ των όντων τον κυρίως όντα Θεόν ότι έστι πιστεύομεν• ούτως και εκ της των όντων ουσιώδους κατ’ είδος διαφοράς, την κατ’ ουσίαν έμφυτον αυτού σοφίαν υφεστώσαν, και των όντων συνεκτικήν διδασκόμεθα.
Και πάλιν, εκ της ουσιώδους κατ’ είδος των όντων κινήσεως, την κατ’ ουσίαν έμφυτον αυτού ζωήν υφεστώσαν, και των όντων συμπληρωτικήν μανθάνομεν• εκ της κατά την κτίσιν σοφής θεωρίας, τον περί της αγίας Τριάδος, Πατρός λέγω, και Υιού και αγίου Πνεύματος, λόγον λαμβάνοντες• Θεού γαρ Αϊδιος εστιν ως ομοούσιος δύναμις ο Λόγος, και θειότης Αϊδιος το ομοούσιον Άγιον Πνεύμα.
Κατάκριτοι τοιγαρούν οι μη συνδιδαχθέντες εκ της των όντων θεωρίας, την αιτίαν των όντων, και τα κατά φύσιν της αιτίας ίδια, την δύναμιν λέγω, και την θειότητα.
Βοά τοίνυν η κτίσις δια των εν αυτή ποιημάτων, και οίον απαγγέλλει τοις νοερώς δυναμένοις ακούειν, την ιδίαν αιτίαν τριαδικώς υμνουμένην• λέγω δε τον Θεόν και Πατέρα, και την άφραστον αυτού δύναμιν και την θειότητα, ήγουν τον μονογενή Λόγον και το Πνεύμα το Άγιον. Ταύτα γαρ εστι τα αόρατα του Θεού τα από της κτίσεως του κόσμου νοήσει καθορώμενα.
ΣΧΟΛΙΟΝ:
α . Ότι εκ των όντων, φησίν, των όντων γινώσκομεν αίτιον• και εκ της διαφοράς των όντων την ενυπόστατον του όντος διδασκόμεθα σοφίαν• και εκ της των όντων φυσικώς κινήσεως, την ενυπόστατον του όντος μανθάνομεν ζωήν, την των όντων ζωοποιόν δύναμιν, το Πνεύμα το Άγιον.
Νεοελληνική απόδοση
Ερώτηση 13η
Τι σημαίνει «Επειδή τα αόρατά Του από κτίσεως κόσμου γίνονται καθαρά ορατά στα ποιήματα νοούμενα, καθώς και η Αϊδια δύναμή Του και η θειότητα»; Ποια είναι τα αόρατα του Θεού και ποια η Αϊδια δύναμή Του και θειότητα;
Απάντηση:
Οι λόγοι των όντων που καταρτίσθηκαν πριν από τους αιώνες στον Θεό, όπως Αυτός γνωρίζει, (τους οποίους οι θείοι άνδρες συνηθίζουν να τους καλούν και «αγαθά θελήματα»), ενώ είναι αόρατοι, δια του νου γίνονται καθαρά ορατοί από τα δημιουργήματα. Επειδή όλα τα δημιουργήματα του Θεού, παρατηρούμενα από εμάς με γνωστικό τρόπο κατά τη φύση τους με τη δέουσα επιστήμη, μας απαγγέλλουν κρυφά τους λόγους για τους οποίους έγιναν, και φανερώνουν όλα μαζί το θείο σκοπό που υπάρχει στο κάθε δημιούργημα• σύμφωνα με το: «οι ουρανοί διηγούνται δόξα Θεού και το στερέωμα αναγγέλλει τη δημιουργία των χεριών του».
Όσο για την Αϊδια δύναμη και θειότητα, είναι η πρόνοια που συγκρατεί τα όντα σε συνοχή και η σύμφωνη μ’ αυτή θεοποιητική ενέργεια, όσων δέχονται αυτή την πρόνοια.
Ή ίσως τα αόρατα του Θεού δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η Αϊδια δύναμή Του και θειότητα, που έχει κραυγαλέους κήρυκες τις υπερφυσικές μεγαλοπρέπειες των δημιουργημάτων.
Επειδή, όπως από τα όντα πιστεύουμε ότι υπάρχει ο κυρίως Όντας Θεός, έτσι και από την ουσιώδη διαφορά των όντων κατά το είδος, διδασκόμαστε την σοφία που υπάρχει έμφυτη στην ουσία Του, που είναι συνεκτική των όντων.
Και πάλι, από την ουσιώδη κατά είδος κίνηση των όντων, μαθαίνουμε την ζωή που υπάρχει έμφυτη στην ουσία του και συμπληρώνει τα όντα• παίρνοντας λόγο από τη σοφή παρατήρηση της κτίσεως, περί της Αγίας Τριάδος, (εννοώ τον Πατέρα και Υιό και Άγιο Πνεύμα). Επειδή ο Λόγος ως ομοούσια δύναμη του Θεού είναι Αϊδιος, και θειότητα Αϊδια το ομοούσιο Άγιο Πνεύμα.
Είναι λοιπόν κατάκριτοι αυτοί που από την παρατήρηση των όντων, δεν διδάχθηκαν μαζί και την αιτία των όντων, και τα κατά φύσιν ιδιώματα της αιτίας, τη δύναμη εννοώ και τη θειότητα.
Φωνάζει λοιπόν η κτίση μέσω των δημιουργημάτων που υπάρχουν σ’ αυτή και μ’ αυτόν τον τρόπο απαγγέλλει σε αυτούς που μπορούν να ακούσουν νοερά, την ίδια αιτία να υμνείται τριαδικά: Εννοώ τον Θεό και Πατέρα, και την ανείπωτη δύναμή Του και θειότητα, δηλαδή τον μονογενή Λόγο και το Άγιο Πνεύμα. Γιατί αυτά είναι τα αόρατα του Θεού που από την κτίση του κόσμου φαίνονται καθαρά με τη νόηση.
Σχόλιο:
1. Λέει ότι από τα όντα, μαθαίνομε τον αίτιο των όντων, και από τη διαφορά των όντων την ενυπόστατη σοφία του όντος• και από τη φυσική κίνηση των όντων, μαθαίνουμε την ενυπόστατη ζωή του όντος, τη ζωοποιό δύναμη των όντων, το Πνεύμα το Άγιο.
Από το σύγγραμμα: Περί λόγων τών όντων: Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού «Προς Θαλάσσιον περί Απόρων» Ερώτηση 13η. PG 90: Μαξίμου του Ομολογητού «Προς Θαλάσσιον περί Απόρων».
Η/Υ ΠΗΓΗ:
Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας: 14 Νοεμβρίου 2013.
Σάββατο 18 Μαΐου 2024
Περί λόγων των όντων – Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού.
Το αίτημα της ιστορικότητας και η διαλεκτική λόγου, τρόπου και τέλους στην σκέψη του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή από Διονύσης Σκλήρης - 23 Νοεμβρίου 2013
Ο επανακαθορισμός της σχέσης μεταξύ της Θεολογίας και της ιστορικότητας φαίνεται ότι είναι ένα από τα κύρια μελήματα της εποχής μας1. Οι περισσότεροι ορθόδοξοι θεολόγοι δεν αρνούνται πλέον την σημασία της Ιστορίας για την Θεολογία. Το περαιτέρω διακύβευμα, ωστόσο, είναι αν η Ιστορία χρησιμεύει απλώς ως ένα πεδίο για να εφαρμοστεί ή να εκδιπλωθεί μια προειλημμένη οντολογική στάση, ή αν η οντολογία προκύπτει ακριβώς μέσα από την εμπειρία της ιστορικής διαδρομής. Θα προσπαθήσουμε στην παρούσα εργασία να αντλήσουμε έμπνευση από την σκέψη του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (περί το 580-‐662) για μια Θεολογία του διαλόγου, όπου η Ιστορία να έχει οντολογική σημασία για την αλήθευση του όντος. Θα αρθρώσουμε την θεολογία αυτή γύρω από την διαλεκτική λόγου-‐ τρόπου και τέλους με αναφορά στη συναφή διάκριση μεταξύ αὐτεξουσίου και ἐλευθέρου.
Η διαλεκτική λόγου, τρόπου και τέλους
Στην μαξιμιανή σκέψη, η Ιστορία μπορεί να νοηθεί ως ένας διάλογος Θεού και ανθρώπου, ο οποίος έχει τρεις πόλους, που και οι τρεις συναντώνται στον Χριστό ως τον ενυπόστατο Θεανθρώπινο διάλογο. Θα επιχειρήσουμε να τους δούμε καθ’ εαυτούς και στην διαπλοκή τους.
Ο λόγος είναι κατ’ αρχήν ένας λόγος του Θεού. Σύμφωνα με μια εξίσωση που ο Μάξιμος την κληρονομεί (μεταξύ άλλων) από τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα ο λόγος ταυτίζεται με το θέλημα του Θεού2. Είναι, δηλαδή, ένα θείο θέλημα για ένα κτιστό ον. Ως θείο θέλημα ο λόγος αποτελεί και τον λόγο ύπαρξης του κτιστού όντος, δηλαδή κάθε κτιστό όν έχει ως λόγο ύπαρξης το θέλημα του Θεού για αυτό. Ο λόγος αυτός διακρίνεται από το κτιστό ον καθ’ εαυτό. Μάλιστα θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ερμηνευτικώς ότι ο λόγος ως θείος είναι άκτιστος, οπότε διαφέρει ριζικά από το κτιστό ον που προσδιορίζει. Μάλιστα, ο λόγος έχει εν ταυτώ πρωτολογική, τελεολογική και εσχατολογική σημασία. Πρωτολογική, γιατί υπάρχει και «πριν» ή «εκτός» της εν χρόνῳ δημιουργίας ως θείο θέλημα. Τελεολογική, γιατί σηματοδοτεί τον σκοπό ενός όντος. Εσχατολογική, γιατί δείχνει προς μια εσχατολογική πλήρωση αυτού του σκοπού που παρουσιάζει ριζική ασυνέχεια με την φύση και την ιστορία, σε αντίθεση με αριστοτελίζουσες ή άλλες τελεολογίες. Ο άνθρωπος έχει και αυτός τον δικό του κτιστό λόγο, ως κατ’ εικόνα του Θεού3. Οπότε στον διάλογο μεταξύ Θεού και ανθρώπου συναντάται ο άκτιστος λόγος του Θεού με τον κτιστό λόγο του ανθρώπου. Αυτή η συνάντηση έχει μάλιστα τριαδολογικό χαρακτήρα. Η λογικότητα του Θεού επικεντρώνεται στο Πρόσωπο του Υιού και Λόγου, ως εκπεφρασμένη μόρφωση του Πατρός-‐Νου εν Πνεύματι4. Γι’ αυτό και ο Υιός-‐ Λόγος ως ο κατ’ εξοχήν «λογικός» αυτουργεί τόσο την δημιουργία, όσο και την ενσάρκωση, τῃ ευδοκία του Πατρός και τῃ συνεργείᾳ του Πνεύματος5. Ο κατ’ εικόνα άνθρωπος έχει και αυτός νου, λόγο και πνεύμα, και με τον δικό του κτιστό λόγο διαλέγεται με τον άκτιστο Λόγο. Επομένως, στον Μάξιμο μια «ψυχολογική» Τριαδολογία του Νου, του Λόγου και του «ζωτικού» Πνεύματος6 συνυπάρχει περιεκτικά με μια «οντολογική» του Πατρός, του Υιού και του «τελειοποιού» Πνεύματος7. Εχει σημασία να το έχουμε αυτό υπ’ όψη, για να καταλάβουμε ότι ο διάλογος του κτιστού λόγου γίνεται κατ’ εξοχήν με τον άκτιστο Λόγο και Υιό που περιέχει τους πολλούς άκτιστους λόγους, οπότε και προσάγεται ο διάλογος τῳ Πατρί εν Πνεύματι.
Ο τρόπος αποτελεί μια τροπικότητα υπό την οποία εκδηλώνεται ο λόγος. Στον Θεό, το δίπολο λόγου και τρόπου έχει την μορφή λόγου φύσεως και τρόπου υπάρξεως, δηλαδή ο λόγος αφορά σε μια καθολικότητα (η οποία όμως «εντοπίζεται» κατ’ εξοχήν στον Υιό και Λόγο) και ο τρόπος στον υποστατικό τρόπο υπάρξεως8, που συνδέεται με την ετερότητα των προσώπων και τα υποστατικά τους ιδιώματα. Στην ανθρωπολογία, όμως, ο όρος τρόπος χρησιμοποιείται ευρύτατα για οποιαδήποτε τροπικότητα υπό την οποία εκδηλώνεται ένας θείος λόγος μέσα στην Ιστορία9. Κάθε κτιστό ον έχει, δηλαδή, έναν θείο λόγο που το καθοδηγεί ως λόγος ύπαρξης προς τον σκοπό του, και έναν τρόπο υπό τον οποίο εκδηλώνεται μέσα στην ιστορική του διαδρομή. Το κλειδί για να κατανοήσουμε το δίπολο είναι ότι ο λόγος και ο τρόπος συνυπάρχουν οπωσδήποτε σε κάθε ον χωρίς να αναιρούν ο ένας τον άλλο. Κάθε ον έχει έναν λόγο που υπάρχει, αλλά και έναν τρόπο υπό τον οποίο υπάρχει. Ως προς αυτό, ο τρόπος διαφέρει από την τροπή. Η τροπή είναι φθοροποιός και ρευστοποιός και απειλεί την σταθερότητα του λόγου (χωρίς να επιτυγχάνει στην απειλή της)10. Ο τρόπος αντιθέτως είναι μια τροπικότητα τέτοια ώστε να μπορεί να συνυπάρχει με τον λόγο, χωρίς να τον καταργεί. Πιστεύουμε ότι το δίπολο λόγου και τρόπου αποτελεί εκ μέρους του Μαξίμου μια στρατηγική για να συντίθενται σε όλους τους τομείς του υπαρκτού ένα ελληνίζον και ένα ιουδαΐζον αίτημα. Το ελληνίζον αίτημα είναι να υπάρχει μια σταθερότητα, την οποία να μπορεί να την στοχάζεται ο σοφός. Το ιουδαΐζον αίτημα είναι να υπάρχει επίσης χώρος για το απρόβλεπτο και την ενδεχομενικότητα μέσα στην Ιστορία, για την θεία παρέμβαση, για το θαύμα, να είναι δυνατόν δηλαδή ο λόγος του Θεού να συνεχίζει να ισχύει, αλλά να λαμβάνει ποικίλες τροποποιήσεις μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι χωρίς να εκφυλίζεται σε μια παμφάγο τροπή. Ο διάλογος, επομένως, Θεού και ανθρώπου γίνεται και στο επίπεδο του λόγου, αλλά και στο επίπεδο του τρόπου. Ο Θεός προτείνει στον άνθρωπο έναν λόγο11, ο άνθρωπος απαντά με τον δικό του κτιστό λόγο, αλλά ο διά-‐λογος αυτός λαμβάνει χώρα μέσα από τρόπους-‐ τροποποιήσεις της φύσης. Μέσα στην Ιστορία του κτιστού, οι τροποποιήσεις αυτέςμπορεί να περιλάβουν και την πτώση και την αμαρτία εκ μέρους του ανθρώπου. Αλλά και επανατροποποιήσεις εκ μέρους του Θεού που αντεισάγουν μια ακόμη μεγαλύτερη χάρη12. Ο διάλογος επομένως δεν γίνεται άπαξ, αλλά συνεχίζεται κατά την διάρκεια όλου του ιστορικού γίγνεσθαι με τρόπους του ανθρώπου και νέους καινοτόμους τρόπους του Θεού.
Ο τρίτος πόλος του διαλόγου είναι το τέλος, με την διπλή σημασία του όρου ως και χρονικού ή οιονεί μεταφυσικού πέρατος της ιστορικής κίνησης, αλλά και ως σκοπού της. Το τέλος ταυτίζεται με την υποστατική ένωση του κτιστού και του ακτίστου στον Χριστό13. Ολος ο διάλογος Θεού και ανθρώπου δεν γίνεται στο κενό, αλλά γίνεται εν όψει αυτής της υποστατικής ένωσης, εν όψει, θα λέγαμε χρησιμοποιώντας μια παραδοξολογική διατύπωση, ενός ελεύθερου πεπρωμένου. Το τέλος αυτό πραγματοποιείται και άπαξ κατά την ιστορική Ενσάρκωση του Υιού και Λόγου, και διαρκώς εν τω Πνεύματι μέσα από την συνεχή μόρφωση του Λόγου στην ποικιλία των εκκλησιαστικών Του ενσαρκώσεων, αλλά στην πλήρη ενάργεια και οντολογική του ισχύ θα πραγματοποιηθεί στα έσχατα, στην Δευτέρα Παρουσία ως τέλος της Ιστορίας, την οποία και αναμένουμε. Το τέλος αυτό είναι ένας Πνευματολογικός Χριστός14, ένας Χριστός καθολικός εν Πνεύματι που πραγματώνει την ευδοκία του Πατρός.
Ο Χριστός, επομένως, ως ενυπόστατος διάλογος Θεού και ανθρώπου, συνοψίζει και τους τρεις πόλους του διαλόγου. Είναι ο προαιώνιος Λόγος του Θεού Πατρός εν Πνεύματι, και άρα η υπόσταση εντός της Οποίας «εντοπίζονται» πρωτολογικώς οι πολλοί άκτιστοι λόγοι-‐ θελήματα του Θεού για την κτίση15. Είναι με την ενσάρκωσή Του ένας τρόπος της ανθρώπινης φύσης να υπάρχει προσωπικά, που είναι ο τρόπος της Υιότητας, ένας τρόπος κατά χάριν υικής προσωπικής ύπαρξης του κτιστού που μπορεί για αυτό να αποκαλέσει τον Θεό «Πατέρα»16. Καθώς επίσης έχει στην ανθρώπινη φύση Του και έναν κτιστό λόγο που μπορεί να διαλέγεται με τον άκτιστο εντός του ενός προσωπικού τρόπου υπάρξεως. Και είναι και το εσχατολογικό τέλος-‐ σκοπός εν όψει του οποίου γίνεται όλος ο διάλογος17.
H τριπλή αυτή διαλεκτική αποτελεί την θεολογική προϋπόθεση της μαξιμιανής θεωρίας του διαλόγου που σχετίζεται και με την δογματική προβληματική της εποχής του Μαξίμου, λ.χ. την πάλη του εναντίον αιρέσεων, όπως ο Μονοφυσιτισμός και ο Μονοθελητισμός και ο Μονοενεργητισμός ως έκγονά του. Είναι, όμως, πλέον σημαντικότερο να δούμε πώς αυτή η συγκεκριμένη θεολογία του διαλόγου μπορεί να συναντηθεί με τις ανησυχίες της δικής μας εποχής, ώστε η θεολογική παράδοση να μην θεωρείται ως μια αλώβητη συνέχεια, ούτε ως ένας εγ-‐ κιβωτισμός σε μια στεγανή εξωϊστορική κιβωτό.
Το σημαντικό με την μαξιμιανή θεολογία του διαλόγου είναι ότι δίνει την δυνατότητα για μια γνήσια ιστορικότητα στην θεολογία και την εμπειρία μας. Ο Μάξιμος έχει μια διαλεκτική μεταξύ των όρων «προηγουμένως» και «ἐφεπομένως»18. Οι δύο όροι αναφέρονται στο σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του κόσμου. Το «προηγουμένως» αναφέρεται στο αρχικό σχέδιο, στον λόγον, που είναι η αιωνιοποίηση και η ένταξη του κτιστού στην υπόσταση του Λόγου. Το «ἐφεπομένως» αναφέρεται στην απάντηση του Θεού στην πτώση του ανθρώπου, ήτοι στο γεγονός ότι μετά την πτώση του Αδάμ, ο Χριστός «χρειάστηκε» όχι μόνο να προσλάβει την ανθρώπινη φύση για να την σώσει, αλλά και να οικειωθεί την φθορά και τον θάνατο και να σταυρωθεί. Τρόπον τινά, δηλαδή, η πτώση είχε ως αποτέλεσμα μια τροποποίηση του σχεδίου του Θεού. Θα μπορούσαμε να πούμε ερμηνευτικώς πως ό,τι αναφέρεται σε πρόσληψη φυσικών ιδιοτήτων της κτιστής ανθρώπινης φύσης από τον Χριστό ανήκει στον λόγον19 του θείου σχεδίου, ενώ ό,τι αναφέρεται σε οικείωση μεταπτωτικών πλην «αδιαβλήτων» παθών, όπως η πείνα, η δίψα, η οδύνη και κυρίως ο θάνατος, δεν είναι λόγος, αλλά τρόπος. Αντιστοίχως, τα πρώτα ανήκουν στο «προηγουμένως», ενώ τα δεύτερα στο «ἐφεπομένως»20.
Για να φέρουμε ένα καινοδιαθηκικό παράδειγμα, ώστε να καταλάβουμε τον κατά Μάξιμον διάλογο Θεού και ανθρώπου, στην προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή γίνεται έκδηλη ολόκληρη αυτή η διαλεκτική21. Ο λόγος της ανθρώπινης φύσης του Χριστού αλλά και κάθε ανθρώπου περιέχει την θέληση για ζωή, την δίψα για μια ζωή απερίσταλτη. Κατά την πτώση του Αδάμ ο λόγος αυτός έλαβε έναν πτωτικό τρόπο, που είναι η θέληση για ζωή ως αυτοσκοπός, δηλαδή ως φίλαυτη επιβίωση ακόμη και εις βάρος των άλλων. Ο Χριστός δεν αψηφά τον πτωτικό τρόπο του ανθρώπου αλλά διαλέγεται μαζί του και αντεισάγει έναν υπέρ φύσιν τρόπον ο οποίος ταυτοχρόνως οικειώνεται αποτελέσματα του πτωτικού τρόπου, αλλά και επανατροποποιεί την ανθρώπινη φύση με έναν τρόπο υϊκής αγάπης. Δηλαδή η θέληση για ζωή λαμβάνει στον Χριστό έναν τρόπο αυτοθυσίας και σταυρικού μοιράσματος, που οικειώνεται τον θάνατο ως αποτέλεσμα της πτώσης, αλλά δέχεται εν ταυτώ και έναν τρόπο υικής κοινωνίας της ζωής με τον Πατέρα εν Πνεύματι. Αυτό σημαίνει με μαξιμιανούς όρους η υπακοή του Χριστού στην Γεθσημανή. Σημαίνει, δηλαδή, ότι ο καινός τρόπος είναι εν ταυτώ: α) ένας τρόπος πρόσληψης του λόγου της θέλησης για ζωή, β) ένας τρόπος εκούσιας οικείωσης των αποτελεσμάτων της ανθρώπινης πτώσης και δη του θανάτου, γ) ένας τρόπος υπέρ φύσιν ζωής ως τριαδικής προσωπικής κοινωνίας, στην οποία εντάσσεται και η ανθρωπότητα.
Με αυτήν την διαλεκτική μεταξύ του «προηγουμένως» και του «ἐφεπομένως», μπορεί να εννοηθεί ένας συνεχής διάλογος του Θεού με τον άνθρωπο μέσα στην Ιστορία. Σε αυτόν ο Θεός προτείνει έναν αρχικό λόγο, ο άνθρωπος απαντά με τον δικό του κατ’ εικόνα λόγο, αλλά η απάντησή του έχει ως αποτέλεσμα έναν τρόπο. Σε αυτόν τον ανθρώπινο τρόπο, ο Θεός ανταπαντά με έναν δικό του καινό τρόπο, ο οποίος μπορεί ακόμη και να είναι εκτός λόγου, αν και ποτέ δεν ακυρώνει τον αρχικό λόγο του Θεού. Λ.χ. η σταύρωση του Χριστού διατυπώνεται μόνο με όρους τρόπου και όχι με όρους λόγου, αφού ο θάνατος λόγω της πτώσης δεν είναι «λογικός», δεν είναι στο αρχικό σχέδιο του Θεού. Ωστόσο, ο καινός αυτός τρόπος της Σταυρώσεως δεν ακυρώνει, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει με έναν παραδοξότερο και πιο θαυμαστό τρόπο22 τον αρχικό λόγο που τείνει προς την σωτηρία του ανθρώπου και την θέωση.
Η διαλεκτική αυτή μπορεί να ισχύσει γενικά μέσα στην ιστορική περιπέτεια. Ο Θεός δηλαδή να διαλέγεται με τον άνθρωπο όχι μόνο στο φυσικό επίπεδο του δια-‐λόγου του άκτιστου και του κτιστού λόγου, αλλά και στο ιστορικό επίπεδο των συνεχών επανατροποποιήσεων. Αρχικά αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ο Θεός έρχεται και βρίσκει τον άνθρωπο οπουδήποτε αυτός φτάσει λόγω της αμαρτίας του, όπως ο ποιμήν ο καλός ψάχνει το απολωλός εγκαταλείποντας τα άλλα πρόβατα. Η όπως ο καλός Σαμαρείτης εγκαταλείπει, θα λέγαμε, το «πρόγραμμά» του προκειμένου να σώσει και να θεραπεύσει τον τραυματισμένο. Ο Θεός έχει πάντα ένα plan B, -‐αν μας επιτρέπεται η γνωστή επίκαιρη έκφραση-‐, για να σώσει τον άνθρωπο, χωρίς να νοιάζεται για την ηθική διακινδύνευση (moral hazard), που αυτή η σωτηριολογική ετοιμότητα μπορεί να προκαλέσει στην ανθρώπινη πλευρά του διαλόγου. Η διαλεκτική αυτή όμως έχει μια δυναμική, που μπορεί ακόμη και να υπερβεί τους μονολιθικούς όρους του καλού και του κακού, που αποστεώνουν την πρωτόγνωρη ιστορική εμπειρία. Ο Θεός μπορεί, λ.χ. να έρθει να βρει τον άνθρωπο σε έναν τρόπο τεχνολογικής καινοτομίας ή καλλιτεχνικής ή πολιτικής δημιουργίας που δεν προϋπήρχε στο επίπεδο του φυσικού λόγου, και ο οποίος μπορεί να είναι και αμαρτωλός ως αποκόπτων το κτιστό από το άκτιστο, αλλά μπορεί να είναι και «επέκεινα του καλού και του κακού», να είναι δηλαδή άδηλη η εξέλιξή του και αδύνατη η εκ των προτέρων κατάταξή του με στενούς ηθικούς όρους. Λ.χ. δεν μπορούμε να πούμε με ευκολία αν η κοινοβουλευτική δημοκρατία ή το αεροπλάνο είναι καλά ή κακά. Είναι όμως επιτεύγματα της ανθρώπινης επινοητικότητας. Σε κάθε περίπτωση, η έννοια του τρόπου ευνοεί την συνάντηση Θεού και ανθρώπου στις εσχατιές της πρωτότυπης ανθρώπινης δημιουργικότητας, και ακόμη πιο πέρα στην εν χάριτι οικείωση των αποτελεσμάτων της από τον Χριστό εν Πνεύματι (μιλάμε όχι τυχαία για οικείωση των αποτελεσμάτων μόνο, καθώς ο Χριστός δεν οικειώνεται ασφαλώς την ίδια την αμαρτία, -‐ούτε τα «διαβλητά» πάθη-‐, αλλά μόνο αποτελέσματά της για να σώσει δια αυτών τον άνθρωπο23).
Η διαλεκτική του προηγουμένως και του ἐφεπομένως όμως μπορεί να ισχύσει και για τον ίδιο τον (κτιστό) λόγο. Ο ανθρώπινος λόγος που δεν είναι άκτιστος, όπως ο θεϊκός, έχει συχνά την τάση να απολιθώνεται και να λειτουργεί εξουσιαστικά επί της ανθρώπινης ελευθερίας. Πολλές φορές ο ανθρώπινος λόγος παίρνει την θέση ειδώλου που μας αποκόπτει από την ζωντανή σχέση με τον Θεό. Η διαλεκτική λόγου και τρόπου, αλλά και τέλους, είναι, λοιπόν, αυτή ακριβώς που μας απελευθερώνει και από μια ενδεχόμενη ειδωλολατρία του ανθρώπινου λόγου. Απέναντι σε έναν εξουσιαστικό, κυριαρχικό λόγο, μπορεί στο επίπεδο του τρόπου να έχουμε μια νέα πνευματολογική σάρκωση του Χριστού, που εν όψει του εσχατολογικού τέλους, -‐το οποίο πάντα έρχεται να υπονομεύσει την όποια ειδωλολατρική αυτάρκεια-‐, μας απολυτρώνει από την καταδυνάστευση της αυτονόμησης του ίδιου του ανθρώπινου λόγου μας από τον θεανθρώπινο διάλογο. Ο διάλογος γίνεται, λοιπόν, και με τον Θεό, αλλά και με τα απολιθώματα του παρωχημένου και ειδωλολατρικού ανθρώπινου λόγου, τα οποία νέες τροποποιήσεις μπορούν να υπονομεύσουν.
Αυτή η διαλεκτική είναι πολύ σημαντική στο πλαίσιο της μετανεωτερικής γλωσσολογικής στροφής προς τα σημαίνοντα ως φορείς εξουσίας. Στην συνάντησή μας με αυτήν τη μετανεωτερική συνάφεια είναι γόνιμο να προσλάβουμε μια ορισμένη ερμηνευτική της υποψίας απέναντι σε κατεστημένες μορφές εξουσίας που λειτουργούν ως αποκλεισμός μας από τον Θεό. Η έννοια του τρόπου ενέχει και έναν χαρακτήρα ρήγματος, ρωγμής στην ιστορική συνέχεια, η οποία είναι απαραίτητη για το διαλογικό γίγνεσθαι. Θα είχε εδώ πολύ ενδιαφέρον ένας συσχετισμός των τριών πόλων του κατά Μάξιμον διαλόγου με τα τρία πεδία της λακανιανής και μεταλακανιανής ψυχανάλυσης. Θα λέγαμε ότι το τριπολικό σχήμα λόγος-‐ τρόπος-‐ τέλος παρουσιάζει κάποιες δομικές αντιστοιχίες με το τριπλό σχήμα της λακανικής ψυχολογίας συμβολικό-‐ φαντασιακό-‐ πραγματικό. Υπάρχουν βέβαια και διαφορές, που θα υπαινιχθούμε εδώ συνοπτικά. Πάντως, ο κατά Μάξιμον λόγος συνιστά ένα συμβολικό πεδίο, που οριοθετεί, που θέτει περιορισμούς. Εφόσον μάλιστα ο λόγος του Θεού ταυτίζεται με το θέλημά Του, τότε θα λέγαμε ότι συνιστά και μια επιθυμία του Θεού για εμάς. Εξάλλου, ο λόγος του Θεού συνιστά τον λόγο του ανθρώπου ως δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτόν. Αυτό μας θυμίζει το πώς στον Lacan ασκούμαστε στο να επιθυμούμε μέσα από την παρέμβαση της επιθυμίας του Αλλου24 που ιδρύει το συμβολικό πεδίο. Από την άλλη, ο τρόπος παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με το φαντασιακό πεδίο. Ειδικά στην ανθρωπολογία της θελήσεως, ο Μάξιμος παρουσιάζει το φυσικό θέλημα ως μια ὄρεξιν η οποία προβλέπεται από τον λόγον, είναι «λογική»25. Ο τρόπος δεν αναδύεται εκεί, αλλά στο επίπεδο της βουλήσεως26. Η βούλησις, όμως, αποτελεί μια στοχοθεσία που περιέχει πολλά φαντασιακά στοιχεία, και ορίζεται εξάλλου από τον Μάξιμο ως ὄρεξις φανταστική27. Το ζήτημα αυτό απαιτεί μια ιδιαίτερη πραγματεία. Εδώ ας συγκρατήσουμε ότι ο τρόπος αναδύεται στην ψυχή ως μια φαντασιακή προβολή, που βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την θέληση ως λογικὴν ὄρεξιν. Το οντολογικό έρεισμα, όμως, αυτής της διαλεκτικής λόγου-‐ τρόπου είναι το τέλος, δηλαδή η υποστατική ένωση. Στον Lacan το πραγματικό είναι το επέκεινα του συμβολικού, το οποίο όμως γίνεται έκδηλο ως μια τρύπα εντός του συμβολικού συστήματος, ως μια διαρκής ρηγμάτωση και υπονόμευση. Στην μαξιμιανή σκέψη υπάρχουν και ενδιαφέρουσες αντιστοιχίες, αλλά και διαφορές. Το πραγματικό είναι θα λέγαμε η υποστατική ένωση. Το κτιστό είναι καθ’ εαυτό θνητό και δεν έχει οντολογία. Το είναι το αποκτά μόνο μέσω της υποστατικής ένωσης καθώς μόνο ο Θεός όντως είναι. Αρα αυτό που υποβαστάζει ολόκληρο το κτιστό στην διαλεκτική του δυναμική είναι το εσχατολογικό τέλος της εν Πνεύματι υποστατικής ενώσεως κτιστού και ακτίστου στον Χριστό28. Μόνο σε αυτό το οντολογικό βάθρο έχει οποιοδήποτε νόημα η οποιαδήποτε διαλεκτική λόγου-‐ τρόπου. Η διαφορά είναι ότι στον Lacan το πραγματικό εκδηλώνεται περισσότερο ως απουσία και συναφώς ως υπονόμευση. Στον Μάξιμο υπάρχει επίσης ένας έντονος αποφατισμός, καθώς η υποστατική ένωση είναι υπέρ λόγον, και ενίοτε θεωρείται και υπέρ τρόπον, όμως ο αποφατισμός δεν αποτρέπει αλλά ενισχύει την μέθεξη, οπότε έχουμε εντέλει μια θεολογία της παρουσίας του Θεού και όχι της απουσίας Του.
Η διαλεκτική αὐτεξουσίου και ἐλευθέρου
Η διαλεκτική μεταξύ λόγου, τρόπου και τέλους, που είδαμε, εκφράζεται μέσα στην Ιστορία ως κίνηση και ως ένας δρόμος29 της κίνησης. Δρόμος σημαίνει ότι η φύση δεν είναι εξαρχής τετελεσμένη, και ότι χρειάζεται την κίνηση για να ενεργοποιηθεί, όπως και στον Αριστοτέλη, με την διαφορά ότι στον Μάξιμο δεν έχουμε απλή τελεολογία, αλλά εσχατολογική τελεολογία. Η εσχατολογική τελεολογία που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μια contradic@o in adjecto είναι όντως μια παραδοξολογική έννοια, καθώς συνδυάζει συνέχεια και ασυνέχεια. Συνέχεια ως προς την ὄρεξιν της φύσης να πραγματώσει σκοπούς και ασυνέχεια ως προς το ότι οι σκοποί αυτοί πραγματοποιούνται οντολογικώς μόνο χάριτι και όχι φύσει από την προσωπική υποστατική ένωση εν Χριστώ. Ενδιαμέσως, όμως, έχουμε την Ιστορία ως μια διαδρομή κατά την οποία η φύση ανοίγεται στο τέλος της. Η Ιστορία διατυπώνεται περισσότερο με όρους τρόπου. Στην Ιστορία έχουμε τρόπους κινήσεως, οι οποίοι δεξιώνονται τους λόγους και τους διανοίγουν στο τέλος. (Η μπορεί να κάνουν και το αντίθετο, δηλαδή να εγκλείσουν τη ρευστή φύση σε μια αυτοαναφορικότητα αμαρτίας και πτώσης30). Ολόκληρη η μαξιμιανή σκέψη πάντως στήνεται πάνω στο απαράκαμπτο της Ιστορίας, στο ότι η Ιστορία είναι μια απολύτως απαραίτητη τροπική ενεργοποίηση του λόγου εν όψει του τέλους.
Είναι σημαντικό να επισημάνουμε εδώ ότι ο Μάξιμος χρησιμοποιεί διαφορετικούς όρους για αυτό που σήμερα ονομάζουμε «ελευθερία» και οι οποίοι μάλιστα τίθενται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Οι δύο κύριοι είναι το «αὐτεξούσιον» και το «ἐλεύθερον». Το αὐτεξούσιον (όταν αναφερόμαστε σε κτιστά όντα) σημαίνει το να συμμετέχει ένα ον εν επιγνώσει στην ίδια του την κίνηση. Στον άνθρωπο συνδέεται κατά τον Μάξιμο με τη νοερά φύση του, αλλά το διαπραγματεύεται η υπόστασή του. Πρόκειται δηλαδή για μια δυνατότητα της υπόστασης ενός ανθρώπου να προσανατολίζει την κίνησή του διαλεγόμενος με την λογικότητα της φύσης του. Το ἐλεύθερον αντιθέτως είναι μια απελευθέρωση που προσφέρει η χάρη του Θεού31. Παρά την διαδεδομένη σήμερα άποψη ότι στους Πατέρες γενικά και στον Μάξιμο ειδικά έχουμε κυρίως «ελευθερία προς» και λιγότερο ή καθόλου «ελευθερία από», θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι ο όρος «ἐλεύθερον» και τα συγγενή του στον Μάξιμο συνήθως προσδιορίζουν κάποιο ουσιαστικό σε Γενική σημαίνοντας μια απελευθέρωση από την πραγματικότητα που αυτό περιγράφει. Εχουμε έτσι και ελευθερία από την φύση και τον κόσμο32, από την τροπή και την αλλοίωση33, την περιγραφή34, την μανία35, την κακία36, τα πάθη37 κ.ά. Βέβαια δεν πρέπει να παραπλανιόμαστε από αυτό, η ελευθερία δεν σημαίνει ποτέ μια οριστική εγκατάλειψη της φύσης38, και οπωσδήποτε η όποια απελευθέρωση συμβαίνει εν όψει μιας υποστατικής ένωσης που προσάγει την ελευθερία «προς» την τριαδική αγάπη του Πατρός και του Υιού εν Πνεύματι. Ωστόσο, όταν ο Μάξιμος χρησιμοποιεί τον όρο «ἐλεύθερον» και τα συγγενή του φαίνεται να εστιάζει σε μια στιγμή απελευθέρωσης μέσα στην ιστορική περιπέτεια του ανθρώπου. Ακριβώς σε αυτήν την διάκριση θα θέλαμε να επικεντρώσουμε ερμηνευτικώς.
Ο όρος αὐτεξούσιον εστιάζει στην υποστατική διαπραγμάτευση της κίνησης, ενώ ο όρος ἐλεύθερον σε μια στιγμή κατά χάριν απελευθέρωσης. Η διαλεκτική μεταξύ αυτών των δύο είναι, θα λέγαμε, που προκαλεί την Ιστορία. Δηλαδή, η Ιστορία προκύπτει όταν ο άνθρωπος λαμβάνει από τον Θεό μια φυσική κίνηση, αλλά και μια κλήση να την διαπραγματευτεί υποστατικώς, να την προσανατολίσει, να συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν. Η αφετηρία όμως αυτή της ελευθερίας ως αυτεξουσίου, δηλαδή ως ανάληψης της κίνησης, έχει νόημα μόνο εν όψει μιας εσχατολογικής ελευθερίας, δηλαδή μιας απελευθέρωσης, η οποία δεν υπάρχει εξαρχής αλλά «συμβαίνει στον δρόμο», αν ο άνθρωπος προσκομίσει την κίνησή του στον Θεό και συναντηθεί διαλογικά μαζί Του. Βλέπουμε, λοιπόν, την σημασία που αποδίδει ο Μάξιμος στην ιστορικότητα. Υπάρχει μια ελευθερία στην αρχή, αλλά υπάρχει και μια ελευθερία που την βρίσκουμε στον δρόμο, που συμβαίνει μόνο μέσα στην Ιστορία, και είναι αυτή η δεύτερη που φέρει κατ’ εξοχήν το όνομα «ἐλεύθερον».
Για να έχουμε μια πλήρη εικόνα της μαξιμιανής θεολογίας της Ιστορίας είναι απαραίτητο να συμπεριληφθεί στην ανάλυση και α) η διαλεκτική ένταση μεταξύ υποστάσεως και προσώπου που στην ανθρωπολογία μπορεί να συμπέσουν επί ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά δεν ταυτίζονται σημασιολογικώς σε όλα τα συμφραζόμενα, β) η διάκριση μεταξύ θελήσεως και βουλήσεως, που εδώ απλώς αναφέραμε, και γ) ο αμφίσημος χαρακτήρας της γνώμης μεταξύ τρόπου πτώσεως και τρόπου αυθυπερβάσεως, μια μελέτη του οποίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σύγκριση των ομοιοτήτων, αλλά και των σημαντικών διαφορών που έχει η μαξιμιανή σκέψη με το σύγχρονο κίνημα της φαινομενολογίας. Τα ζητήματα αυτά χρήζουν ιδιαίτερων πραγματειών. Προς το παρόν, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι στην μαξιμιανή σκέψη μια ορισμένη διαλεκτική μεταξύ του λόγου ως κατευθυντηρίου θελήματος του Θεού, του τρόπου ως ιστορικής ρηγμάτωσης και του τέλους ως ορίζοντα αναδεικνύει την Ιστορία ως συνθήκη της οντολογικής αλήθειας με εσχατολογική προοπτική.
Σημειώσεις
1 Βλ. λ.χ. το πρόσφατο αφιέρωμα «Προκλήσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία στον 21ο αιώνα» στο περιοδικό Νέα Ευθύνη τεύχος 15 (2013), όπου πολλά από τα άρθρα επικεντρώνουν στην σχέση Θεολογίας και ιστορικότητας.
2 Η ταύτιση λόγου και θελήματος γίνεται ρητά στο Πρὸς Θαλάσσιον, Corpus Christianorum Series Graeca (στο εξής: CCSG) 7,95,8, PG 90,296A, και στο Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1085A. Στο τελευταίο, ο Μάξιμος ονομάζει ως πηγές του τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και τους «περὶ Πάνταινον». Ως προς τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, βλ. Περὶ θείων ὀνομάτων, 5, 8, PG 3,824C. Πρβλ. Beate Regina Suchla, Corpus Dionysiacum I. De Divinis Nominibus, εκδ. De Gruyter, Berlin & New York 1990, σ. 188,6-10. Ως προς την αναφορά στον κύκλο του Πανταίνου, βλ. Polycarp Sherwood, The Earlier Ambigua of Saint Maximus the Confessor and His Refutation of Origenism, Rome 1955, σσ. 175-176.
3 Πρβλ. Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91, 1088A, 1196A.
4 Οι σχέσεις νοῦ και λόγου ως προς την θεολογία αναλύονται στο Πρὸς Θαλάσσιον στα χωρία CCSG 7,161,46-50, PG 90,332Β, CCSG 7,163,72-74, PG 90,332D, CCSG 7,167,158-159, PG 90,336C και στο Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1264Β. Ως προς την ανθρωπολογία, στο Πρὸς Θαλάσσιον CCSG 22,65,307-328, PG 90,616CD και στη Μυσταγωγία PG 91,672D-680B.
5 Πρβλ. Πρὸς Θαλάσσιον CCSG 22,79,94-81,130, PG 90,624B-625A.
6 Πρβλ. ενδεικτικά: Ἑρμηνεία εἰς τὴν Προσευχὴν τοῦ Πάτερ Ἡμῶν CCSG 23,53,442-445, PG 90,892C.
7 Πρβλ. ενδεικτικά: Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1385D-1388A.
8 Το δίπολο λόγος- τρόπος έχει τριαδολογική αναφορά κυρίως στα χωρία Μυσταγωγία PG 91,701A, Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1036C, PG 91,1136BC και PG 91,1401A, Πάτερ Ἡμῶν CCSG 23,σ.54, PG 90,892D-893A.
9 Για την μεταφορά της εννοίας του τρόπου από την Τριαδολογία στην ανθρωπολογία, βλ. Jean-Claude Larchet, La Divinisation de l’homme selon saint Maxime le Confesseur,εκδ. Cerf, Paris 1996, σσ. 141-151.
10 Για μια αντιδιαστολή μεταξύ τρόπου και τροπής βλ. λ.χ. Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικά PG 91,48CD.
11 Για τον άκτιστο λόγο ως «πρόταση» του Θεού στον διάλογό Του με τον άνθρωπο βλ. π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Η Κλειστή Πνευματικότητα και το Νόημα του Εαυτού, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σ. 191.
12 Πρβλ. Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91, 1097C.
13 Για το τέλος- σκοπό και την υποστατική ένωση βλ. ενδεικτικά: Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91, 1097, και 1072C-1073C.
14 Για την σύνθεση Χριστολογίας και Πνευματολογίας βλ. John D. Zizioulas, Being as Communion. Studies in Personhood and the Church, εκδ. Darton, Longman and Todd Ltd, London 1985, σσ. 123-142.
15 Βλ. ενδεικτικά: Μυσταγωγία PG 91,681B και Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1077C.
16 Βλ. λ.χ. Πάτερ Ἡμῶν PG 90,884D-885Α.
17 Βλ. Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91, 1097.
18 Πρὸς Θαλάσσιον PG 90,681D-684.
19 Εννοούμε σε ένα λόγο θείου θελήματος για την φύση, ο οποίος την οδηγεί προς μια θέωση που είναι η ίδια υπέρ λόγον, καθώς κανένας λόγος της κτιστής φύσης δεν μπορεί να την φτάσει, βλ. Πρὸς Θαλάσσιον PG 90,684A. Οι λόγοι με μικρό λάμδα κατευθύνουν προς τον Λόγο με μεγάλο λάμδα που εν ταυτώ τους ενσωματώνει αλλά και τους υπερβαίνει.
20 Σημειωτέον ότι πρόκειται για μια ερμηνευτική πρόσληψη ενός πυκνού χωρίου. Πρβλ. και την ανάλυση του Marcel Doucet στο άρθρο του: “La volonté humaine du Christ, spécialement en son Agonie. Maxime le Confesseur, interprète de l’Ecriture”, Science et Esprit 37 (1985) σσ. 146-147.
21 Για την ανάλυση της προσευχής στην Γεθσημανή βλ. François-Marie Léthel, Théologie de l’Agonie du Christ. La Liberté Humaine du Fils de Dieu et Son Importance Sotériologique Mises en Lumière par Saint Maxime le Confesseur, εκδ. Beauchesne, Paris 1979. Επίσης: Demetrios Bathrellos, The Byzantine Christ. Person, Nature and Will in the Christology of Saint Maximus the Confessor, εκδ. Oxford University Press, Oxford 2004, σσ. 140-147 .
22 Σε ένα δυσερμήνευτο χωρίο στο Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91,1097C, o Μάξιμος χρησιμοποιεί τα επίθετα «παραδοξότερος» και «θεοπρεπέστερος» για τον τρόπο της σωτηρίας με τον οποίον ο Θεός απάντησε στην ανθρώπινη πτώση.
23 Η έννοια της οἰκονομικῆς οἰκειώσεως υπό του Χριστού αναπτύσσεται από τον Μάξιμο στο Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικά 1, PG 91,236-237.
24 Πρβλ. την πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση μεταξύ Μαξίμου και Jacques Lacan που κάνει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος στο: Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία. Περί επιθυμίας, καθολικότητας και εσχατολογίας, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2003, σσ. 15-42.
25 Βλ. Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91,293B.
26 Βλ. Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικά 1, PG 91,13B. Πρβλ. την ανάλυση του Marcel Doucet στο: Dispute de Maxime le Confesseur avec Pyrrhus. Introduction, texte critique et notes. Thèse de Doctorat. Université de Montréal, Institut d’Etudes Médiévales, Montréal 1972, σσ. 356-363.
27 Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικά 1, PG 91,13B.
28 Είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε μαζί με τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) την σημασία της υποστατικής ένωσης για την οντολογία. Η κτιστή φύση είναι καθ’ εαυτήν θνητή (με την έννοια της δυνάμενης να πεθάνει αν αποκοπεί από τον Θεό) και αποκτά το είναι, δηλαδή το αιώνιο είναι, μόνο χάρη στην υποστατική ένωση με τον Λόγο και στην Ανάσταση. Βλ. ενδεικτικά: John D. Zizioulas, Communion & Otherness. Further Studies in Personhood and the Church, εκδ. T&T Clark, London & New York 2006, σ. 67 και 109.
29 Πρβλ. Πρὸς Θαλάσσιον CCSG 22,233,738-235,754, PG 90,724D.
30 Αυτό που ονομάζεται από τον Μάξιμο «κατὰ παράχρησιν τῆς κινήσεως τρόπος», βλ. Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικά PG 91,236C.
31 Για την σύγκριση μεταξύ αὐτεξουσίου και ἐλευθέρου βλ. Marcel Doucet, Dispute de Maxime le Confesseur avec Pyrrhus…, Montréal 1972, σσ. 181-190.
32 Ἐπιστολή Θ΄ PG 91,448C.
33 Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91, 1220C.
34 Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν PG 91, 1113C.
35 Ἐπιστολή Ζ΄ PG 91,436Β.
36 Πρὸς Θαλάσσιον PG 90,316C.
37 Πρὸς Θαλάσσιον PG 90,428A, 577C και Λόγος Ἀσκητικός PG 90,956AB.
38 Όπως τονίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου, η έκσταση του προσώπου είναι εν ταυτώ και μια υπόσταση, βλ. Communion & Otherness…, σ. 213.
πηγή: Aντίφωνο, Σύναξη, τεύχος 126, Ιούνιος 2013, σ. 21-30).
«Δώσε τρόπο στην οργή»: Οι αρετές του θυμού κατά τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή από Διονύσης Σκλήρης
1 Πρβλ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), «Εσχατολογία και Ύπαρξη. Μια οντολογική προσέγγιση στο πρόβλημα των εσχάτων», Σύναξη 121 (2012) σ. 43-72.
2 Βλ. Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικὰ (στο εξής: ΕΘΠ)1, PG 91,25A.
3 Το ἀεὶ εὖ εἶναι και το ἀεὶ φεῦ εἶναι είναι οι όροι με τους οποίους ο Μάξιμος εκφράζει το ότι παρά την κοινή ανάσταση όλων στα έσχατα, η οποία παρέχει το ἀεὶ εἶναι, θα υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι προσλήψεως αυτού του ἀεὶ εἶναι από το κάθε πρόσωπο. Πρόκειται για δύο όρους αινικτικούς και περισσότερο ποιητικούς παρά φιλοσοφικούς, καθώς μάλιστα ο δεύτερος τρόπος του ἀεὶ φεῦ εἶναι είναι δύσκολο να οντολογοποιηθεί, αφού το κακό δεν έχει υπόσταση. Φαίνεται ότι ο Μάξιμος προτίμησε ακριβώς να μην οντολογοποιήσει το κακό και για αυτό δεν μίλησε για ἀεὶ κακῶς εἶναι, αλλά χρησιμοποίησε την ποιητική επιφωνηματική έκφραση φεῦ εἶναι που θα μπορούσαμε να την μεταφράσουμε ίσως σε «αλίμονο- είναι». Βλ. Αθανάσιος Γιέφτιτς, Επίσκοπος πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, «Σχόλιο σε Σχόλια του αγίου Μαξίμου περί της καταστάσεως των ανθρώπων στον μέλλοντα αιώνα», Σύναξη 122 (2012) σ. 4-29.
4 Πρβλ. ΕΘΠ 1, PG 91,24D- 28A. Ο Μάξιμος φαίνεται να συνδέει την πολλαπλότητα στον τρόπον κινήσεως με το καινοδιαθηκικό θέμα των «πολλῶν μονῶν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Πατρός» (Ιω. 14,2), και να δέχεται επομένως μια ποικιλία τρόπων ακόμη και εντός του ἀεὶ εὖ εἶναι (τουλάχιστον). Το ερμηνευτικό αυτό ζήτημα είναι, ωστόσο, πολύ δύσκολο και υπερβαίνει τον σκοπό αυτής της εργασίας.
5 Για την διάκριση ἀληθοῦς και ἀγαθοῦ, που παίζει σημαντικό ρόλο στην σκέψη του Μαξίμου, βλ. ενδεικτικά: Μυσταγωγία (στο εξής: Μυστ.) Ε΄, PG 91,672D-684A.
6 Αναλύσαμε διεξοδικότερα την διαλεκτική αυτή στο: Διονύσης Σκλήρης, «Το αίτημα της ιστορικότητας και η διαλεκτική λόγου, τρόπου και τέλους στη σκέψη του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή», Σύναξη 126 (2013) σ. 21-30.
7 Πρβλ. John D. Zizioulas, Communion & Otherness. Further Studies in Personhood and the Church. εκδ. T&T Clark, London & New York 2006, σ. 64. Η αναφορά είναι στο: Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν (στο εξής: Ἀπορ.) 7 PG 91,1080BC, 1084B.
8 Ἔργα Θεολογικὰ καὶ Πολεμικὰ (στο εξής: ΕΘΠ) 1, PG 91,24B.
9 Πρβλ. ενδεικτικά: Ἀπορ. PG 91,1097C.
10 Για το δυσερμήνευτο θέμα της προσευχής του Χριστού στην Γεθσημανή βλ. ενδεικτικά: François-Marie Léthel, Théologie de l’Agonie du Christ. La Liberté Humaine du Fils de Dieu et Son Importance Sotériologique Mises en Lumière par Saint Maxime le Confesseur, εκδ. Beauchesne, Paris 1979. Επίσης: Demetrios Bathrellos, The Byzantine Christ. Person, Nature and Will in the Christology of Saint Maximus the Confessor, εκδ. Oxford University Press, Oxford 2004, σσ. 140-147 .
11 Βλ. ενδεικτικά: Ἀπορ. PG 91,1292B-1293A, 1360-1365, και την ανάλυσή τους στο: π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Η Αποφατική Εκκλησιολογία του Ομοουσίου. Η αρχέγονη Εκκλησία σήμερα, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2002, σ. 68-93.
12 «Φτάσαμε στα ανείπωτα, μην πετάξεις τίποτα, μας μεταμορφώνει μια πνοή. Τώρα ένα παιδί αρκεί να μας εντοπίσει εκεί, κι όμορφος ο κόσμος θα ‘ρθει πάλι να μας δει», γράφει ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος στο τραγούδι του «Μην πετάξεις τίποτα» (1994).
13 Η αρχή αυτή έχει διατυπωθεί σε μια ευχαριστιακή συνάφεια στο: John D. Zizioulas, Communion & Otherness…, σ. 7. Πιστεύουμε ότι και το ανθρωπολογικό πρόταγμα του «αποκλεισμού του αποκλεισμού» απορρέει από την ευχαριστιακή προοπτική που τονίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου.
14 Βλ. Sigmund Freud, Civilization and Its Discontents, εκδ. Penguin, London 2002. (Τίτλος πρωτοτύπου: Das Unbehagen in der Kultur, Wien 1930).
15 Ἀπορ. PG 91,1365C, 1369A, 1393Α, Πρὸς Θαλάσσιον (στο εξής: Θαλ.) Corpus Christianorum Series Graeca (στο εξής: CCSG) 7,37,349, PG 90,260A, CCSG 7,101,17, PG 90,297B, CCSG 7,143,116, PG 90,321C, CCSG 7,461,324-325, PG 90,524A, CCSG 22,287,560, PG 90,760B, Μυσταγωγία (στο εξής: Μυστ.) PG 91,704A; Ἐπιστολή 13 PG 91,509C, Κεφάλαια περὶ Θεολογίας καὶ τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ (στο εξής: ΚΘΟ) PG 90,1092C.
16 Πρβλ. Θαλ. CCSG 7,499,315, PG 90,548D.
17 Μυστ. PG 91,704A, Εἰς τὴν Προσευχὴν τοῦ Πάτερ Ἡμῶν (στο εξής: ΠΗ) CCSG 23,50,388, PG 90,889B.
18 Πρβλ. Θαλ. CCSG 7,499,314, PG 90,548D, Μυστ. PG 91,704A.
19 Πρβλ. Ἀπορ. PG 91,1332D.
20 Βλ. ενδεικτικά: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, εκδ. «Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής Χανίων», 2003.
21 Αλλαγή ηθικού τρόπου εννοείται κυρίως στα χωρία: Ἀπορ. PG 91, 297B, 524A, Θαλ. CCSG 7,499,306-322, PG 90,548D; ΠΗ CCSG 23,50,387-402, PG 90,889B, ΚΘΟ PG 90,1092C, Επιστολή 13 PG 91,509C.
22 Λ.χ., μεταξύ πολλών άλλων, στην Επιστολή 2 PG 91,396D-397A.
23 Ἀπορ. PG 91,1237Β: «τὸ μὴ ὂν κατὰ διάθεσιν ἑαυτοῖς ὑποστήσαντας, καὶ τοῖς τρόποις αὐτῷ διὰ πάντων γενομένους παρεμφερεῖς».
24 Πρβλ. μεταξύ άλλων, Ἀπορ. PG 91,1201, Θαλ. CCSG 7,107,53-109, PG 91,301CD, Ἐπιστολή 2, PG 91,397AB, ΠΗ CCSG 23,54-56, PG 90,893.
25 Ἐπιστολή 2, PG 91,397AB, Ἐπιστολή 30, PG 91,625A, Κεφάλαια περὶ Ἀγάπης (στο εξής: ΚΑ) PG 90,1017C.
26 ΚΑ PG 90,1052Α, 1057Β.
27 ΚΑ PG 90,1017C.
28 ΚΑ PG 90,977C, 1052Α, 1057Β, 1068C.
29 Λ.χ. στο ΚΑ PG 90,977C.
30 Κεφάλαια Διάφορα Θεολογικά τε καὶ Οἰκονομικὰ καὶ περὶ Ἀρετῆς καὶ Κακίας (στο εξής: ΚΔΘΟ) PG 90,1284B.
31 KA PG 90,1017C, 1052A, 1057Β, 1068C. Στην Ἐπιστολήν 30, PG 91,625A, όμως, η αγάπη παρουσιάζεται ως σκοπός της επιθυμίας, και όχι του θυμού.
32 Ἐπιστολή 30, PG 91,625A.
33 ΚΔΘΟ PG 90,1229C. Στην Ἐπιστολήν 30, PG 91,625A η ειρήνη παρουσιάζεται ως σκοπός του αγώνα του θυμού.
34 ΚΔΘΟ PG 90,1284B-1285Α.
35 ΚΔΘΟ PG 90,1284B-1285Α.
36 ΚΔΘΟ PG 90,1284B.
37 ΚΑ PG 90,977C.
38 ΚΑ PG 90,1017C, 1057Β, ΚΔΘΟ PG 90,1284B.
39 ΚΑ PG 90,1052Α, 1057Β, 1068C.
40 ΚΑ PG 90,977C.
41 ΚΔΘΟ PG 90,1284B.
42 ΚΔΘΟ PG 90,1229C. Στην Ἐπιστολή 30, PG 91,625A η αγάπη παρουσιάζεται ως σκοπός του πόθου της επιθυμίας.
43 ΚΔΘΟ PG 90,1284B.
44 Ἀπορ. PG 91,1248ΒD.
45 Ἀπορ. PG 91,1197BC.
46 Ἀπορ. PG 91,1321B.
47 ΚΑ PG 91,977C.
48 «Φαίνεται ευκολότερο να φανταστεί κανείς το «τέλος του κόσμου», παρά μια μετριοπαθή αλλαγή στον τρόπο παραγωγής, σαν ο φιλελεύθερος καπιταλισμός να είναι το «Πραγματικό», το οποίο θα βρει κάποιον τρόπο να επιβιώσει ακόμα και σε συνθήκες πλανητικής οικολογικής καταστροφής». Βλ. Elizabeth Wright & Edmond Leo Wright (επιμ.), The Zižek Reader, εκδ. Blackwell, Oxford & Massachusetts 1999, σ. 55.
49 ΚΔΘΟ PG 91,1284Β.
50 ΚΔΘΟ PG 90,1284Β.
51 Λεξιπλασία του Jacques Derrida εκ των φαλλός, λόγος και κέντρο που σημαίνει την προνομιακότητα του άρρενος και του λόγου κατά την κατασκευή του νοήματος στον δυτικό πολιτισμό.
52 Ἀπορ. PG 91,1304D-1316A.
53 ΚΑ PG 90,1017C, 1052Α, 1057Β, 1068C.
54 Από τα χωρία, όπου η αγάπη αναφέρεται ως αρετή του θυμού, το μίσος αναφέρεται ως αντίθετό της στα ΚΑ PG 90,1017C, 1052Α, 1057Β.
55 Εξάλλου, η φιλαυτία θεωρείται και ως αντίθετο της φιλοθεΐας, λ.χ. στο ΚΑ PG 91,1056C. Πρόκειται για μια ριζική στάση του ανθρώπου, που στρέφει την «φιλίαν» του προς τον εαυτό του αντί για τον Θεό.
56 Βλ. την αναλυτική μελέτη: Irénée Hausherr, Philautie. De la Tendresse Pour Soi à la Charité selon Saint Maxime le Confesseur. Orientalia Christiana Analecta 137. Pont. Institutum Orientalium Studiorum, Roma 1952.
57 Υπάρχουν πολλές παρόμοιες αναφορές, ιδίως στο έργο Πρὸς Θαλάσσιον, και, όπως είναι αναμενόμενο, στα Κεφάλαια περὶ Ἀγάπης, αλλά και αλλού: Θαλ. CCSG 7,33,265-35,302, PG 90,256B-257A, CCSG 7,39,382-41,404, PG 90,260D, CCSG 7,269,61-271,102, PG 90,397B-400A, CCSG 22,233,738-237,804, PG 90,724C-728A, ΠΗ CCSG 23,70,768-782, PG 90,905C, ΚΑ PG 90,976B, 985C, 1004B, 1033BC, 1048A, Ἐπιστολή 27 PG 91,617B-620C.
58 ΚΑ PG 90,1017C, 1052Α, 1057Β, 1065C, 1068C, Ἐπιστολή 30, PG 91,625A.
59 Πρβλ. Slavoj Zižek, The Puppet and the Dwarf: The Perverse Core of Christianity, MIT Press, Cambridge Massachusetts 2003.
60 Αλήθεια, πόσο θυμό πρέπει να μας προκαλέσουν σήμερα η θεοκαπηλία των σύγχρονων «χριστιανόμετρων» και η ειδωλολατρία της εξάντλησης του χριστιανισμού στις εθνικές σκοπιμότητες;
Βασίλειος Μπετσάκος Αίσθησις-λόγος-νους κατά τον Μάξιμο Ομολογητή Περ. «Σύναξη», Φεβρουάριος 2005.
Ο άγιος Μάξιμος (7ος α. μ.Χ.) διακρίνει τρία επίπεδα της γνώσης. Αυτά αντιστοιχούν σε τρεις καθολικές κινήσεις (δυνατότητες και ενέργειες) της ανθρώπινης ψυχής (=του όλου ανθρώπου), την αἴσθησιν, τον λόγον και τον νοῦν.
1. Aίσθησις.
Την δυνατότητα της κατ' αἴσθησιν γνώσεως των όντων την δώρισε ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο, για να λειτουργήσει αυτή ως αρωγός στην προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τον Δημιουργό του (1). Αλλά και η ίδια η κτίση δεν είναι παθητικός δέκτης της αισθητικής ενέργειας· είναι δομημένη έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στην αισθητική λειτουργία του προσώπου με την δική της φυσικὴν πρὸς αἴσθησιν δύναμιν. Η κτίση προσφέρεται ως δυνατότητα στις επιμέρους αισθήσεις· αυτές πραγματώνουν ἐνεργείᾳ την αισθητική κίνηση.
Η εξαρχής δεδομένη συνάφεια και σχέση της αισθητικής λειτουργίας (και των επιμέρους αισθητικών δυνάμεων) προς τα αντικείμενα αισθητά κτίσματα εκφαίνεται ως μία και ενιαία κίνηση και θεμελιώνει την διαλεκτική σχέση του ανθρώπου και του κόσμου μέσω της αίσθησης. Κυρίως η λειτουργία της όρασης καθιστά άμεσα προφανή αυτήν την σχέση. Ὄψις ονομάζεται ἡ ἁπλῶς, ἀλλ᾿ οὐ ἡ πῶς, πρὸς τὰ αἰσθητὰ τῆς αἰσθήσεως προσβολή(2).
Η φυσική απλότητα αυτής της άμεσης και ενιαίας σχέσης προηγείται υπαρκτικά των επιμέρους κινήσεων των πέντε διαφοροποιημένων αισθήσεων. Η προφάνεια του αισθητού κόσμου, ο ίδιος ο φαινόμενος αισθητός κόσμος στοιχειωτικός ἐστι κατὰ φύσιν τῶν πέντε αἰσθήσεων(3). Δεν μπορεί, δηλαδή, να υπάρξει μια αυτονομημένη και εξαρχής δεδομένη λειτουργικότητα επιμέρους αισθήσεων χωρίς την προαισθητηριακή προσωπική σχέση ανθρώπου και κόσμου, διότι αυτή η τελευταία είναι που στοιχειώνει (μορφοποιεί-οργανώνει-δομεί) τις αισθήσεις. Έτσι, πρέπει να κατανοήσουμε την αναφορά μας στην ὄψιν με ένα συμβολικό-συγκεντρωτικό περιεχόμενο της όλης προαισθητηριακής έκστασης του προσώπου προς έναν κόσμο αναδυόμενο στην ἀλήθεια της σχέσης με τον άνθρωπο.
Η ψυχή στην άρρηκτη σύνδεσή της με το σώμα και τα αισθητήρια όργανα (λειτουργούν γι’ αυτήν ως θύραι) αποκτά πείρα των αισθητών πραγμάτων και με την συνδρομή της φαντασίας τα παραπέμπει ως φαντάσματα στο νου. Η φυσική πρόσληψη των αισθητών μέσω των αισθήσεων σχηματίζει τις πολύμορφες γνωστικές αντι-λήψεις των αντικειμένων. Η αίσθηση προσάγει στην γνώση την αμεσότητα των όντων, την υλική τους υπόσταση, την μορφή ή το σχήμα τους, όλα όσα διαφοροποιούν την κάθε οντότητα· προσάγει επίσης στην γνώση την εμπειρία των φυσικών σχέσεων που συνδέουν τα αντικείμενα της πραγματικότητας (4).
Η ψυχή με τις αισθήσεις της ταξιδεύει μέσα στην πολυμορφία του κόσμου. Προσπαθεί να συλλέξει τους πολυειδείς λόγους των όντων. Οι λόγοι, λέει ο Μάξιμος, αποκαλούνται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ἀγαθὰ θελήματα του Θεού και ταυτίζονται με τις ἰδέες που ενυπάρχουν στο Θεό. Λειτουργούν ως πρότυπα του εκάστοτε κτίσματος και γι' αυτό ονομάζονται παραδείγματα και προορισμοὶ. Παραδείγματα, επειδή λειτουργούν ως πρότυπα σύμφωνα με τα οποία δημιουργούνται τα όντα. Προορισμοί, επειδή λειτουργούν ως τέλη προς τα οποία κατατείνουν τα όντα, για να πραγματώσουν την πληρότητα της ύπαρξής τους. Το αληθινό εἶναι των όντων κείται στα έσχατα και ταυτίζεται με το ἀεὶ εὖ εἶναι.
Με τη λειτουργία των λόγων ως προορισμῶν η μετάθεση της αληθινής ύπαρξης των όντων στα έσχατα αντιστρέφει την πλατωνική ουσιολογία των προϋπαρχουσών ιδεών· ανατρέπει επίσης και την αριστοτελική τελεολογία, αφού απαλλάσσει την κίνηση της φύσης, την εντελέχεια του όντος, από την αναγκαιότητα. Μπορεί και το αριστοτελικό ον να βρίσκει την πληρότητα της ύπαρξης στο τέλος του, όμως έχει το τέλος ήδη μέσα του· αντίθετα, οι λόγοι-προορισμοὶ των όντων κείνται έξωθεν αυτών, στο Θεό. Και μόνο η ελεύθερη ταύτιση της κίνησης των όντων με τον κατὰ φύσιν λόγο της δημιουργία τους θα τα οδηγήσει στην εύρεση του αληθινού εἶναι.
Η ψυχή προσπαθεί να οικειοποιηθεί την σοφία όσων βλέπει, την σοφία των λόγων· αυτή δεν είναι άλλη από την μυστική μα ταυτόχρονα κραυγαλέα παρουσία του Θεού στον κόσμο. Συλλέγοντας ο άνθρωπος τους λόγους των όντων, οικειοποιείται παράλληλα και την δημιουργικότητα της σοφίας του Θεού· γίνεται κατ' αναλογίαν δημιουργός ενός κάλλιστου πνευματικού κόσμου (5).
Η σοφή κίνηση της ψυχής προς τα αισθητά και η ἀντίληψις των αισθητών μέσω των αισθήσεων και η συναγωγή των πνευματικών λόγων της κτίσεως και η οικειοποίηση της θείας δημιουργικότητας λειτουργούν ενιαία και αδιαίρετα με τρόπο που στοιχειώνει την ψυχή. Όπως τα αισθητά στοιχειώνουν τις αισθήσεις, έτσι και οι αισθήσεις στοιχειώνουν τις δυνάμεις της ψυχής, πρωτίστως μέσω της συλλογής των λόγων των όντων, οι οποίοι λειτουργούν ως τροφή για την ψυχή (6).
Η αἴσθησις, λοιπόν, απαρτίζεται από ένα ευρύτερο σύνολο αλληλένδετων λειτουργιών που συμπλέκουν αφενός:
την αφετηριακή (άμεσα εμπειρική) οργανική σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο,
την πρόσληψη του κόσμου μέσω αντιστοίχων οργάνων, των αἰσθητηρίων,
την λειτουργία της φαντασίας, στα φαντάσματα της οποίας έχει πρόσβαση ο νους,
την αντίληψη των όντων ως διακεκριμένων αντι-κειμένων,
την εμπειρία των φυσικών σχέσεων ανάμεσα στα αντικείμενα που συνθέτουν ως σύνολο την κοσμική πραγματικότητα,
την συλλογή των λόγων των όντων,
την καθαρά δημιουργική αναπαραγωγή του κοσμικού κάλλους εντός της ψυχής·
και αφετέρου:
τον αισθητό, λογικό και νοητό χαρακτήρα των κτισμάτων, που προσφέρουν δεδομένη εξαρχής δυνατότητα ανταπόκρισης στην ανθρώπινη προσέγγισή τους.
Είναι σαφές πως το σύνολο των αισθητικών λειτουργιών προϋποθέτει ταυτόχρονα συμπληρωματικές τις λειτουργίες των άλλων γνωστικών δυνάμεων, του λόγου και του νου. Με δεδομένη την άρρηκτη σχέση της προς το αντίστοιχο σώμα, η ψυχή στο σύνολό της ασκεί το γνωστικό έργο του ανθρώπου. Έτσι, η γνώση αποκαλύπτεται ως ουσιώδης ενέργεια της ίδιας της ανθρώπινης φύσης.
1.1. Φαντασία.
Η φαντασία είναι σημαντική συνιστώσα της ευρύτερης λειτουργίας της αίσθησης, καθώς εντάσσεται κεντρικά στο πολύπλοκο πεδίο των γνωστικών λειτουργιών της τελευταίας. Η φαντασία μάλιστα κατέχει τόσο σημαντικό μερίδιο αυτών των λειτουργιών, ώστε κάποτε ταυτίζεται με την ίδια την αίσθηση και ονομάζεται αἰσθητικὴ ἢ ὑλικὴ φαντασία.
Ο Ομολογητής βεβαιώνει πως και η φαντασία είναι μία ψυχική δύναμη· τα φυτά αρκούνται στην αυξητική-θρεπτική (ψυχική και αυτή!) δύναμη· τα άλογα ζώα μαζί με την αυξητική-θρεπτική δύναμη διαθέτουν και την φαντασία· οι άνθρωποι, τέλος, μαζί με τις ψυχικές δυνάμεις των φυτών και των αλόγων ζώων διαθέτουν την νοητική δύναμη:
Τῶν ψυχικῶν δυνάμεων ἡ μέν ἐστι θρεπτικὴ καὶ αὐξητική·
ἡ δὲ φανταστικὴ καὶ ὁρμητική·
ἡ δὲ λογιστικὴ καὶ νοητική.
Καὶ τῆς μὲν πρώτης μόνης μετέχουσι τὰ φυτά·
τῆς δὲ δευτέρας πρὸς ταύτῃ τὰ ἄλογα ζῶα·
τῆς δὲ τρίτης πρὸς ταῖς δυσίν, οἱ ἄνθρωποι (7).
Η φαντασία είναι σχέσις· μεσολαβεί και συνδέει το φανταστικὸν με το φανταστόν. Αποτέλεσμα της δυναμικής συσχετικής λειτουργίας της φαντασίας είναι το φάντασμα, η παράσταση που παραπέμπεται στον νου:
Ἐπειδὴ γὰρ πᾶσα φαντασία ἢ τῶν παρόντων, ἢ τῶν παρελθόντων·
τῶν δὲ μήπω γενομένων παντάπασίν ἐστιν οὐδαμῶς.
Σχέσις γάρ ἐστι τοῖς ἄκροις δι᾿ ἑαυτῆς μεσιτεύουσα.
Ἄκρα δέ φημι τό τε φανταστικόν, καὶ τὸ φανταστόν,
ἐξ ὧν διὰ μέσης τῆς φαντασίας, σχέσεως οὔσης τῶν ἄκρων,
τὸ φάντασμα γίνεται, πέρας ὑπάρχον ἐνεργείας καὶ πάθους,
ἐνεργείας μὲν τοῦ φανταστικοῦ, πάθους δὲ τοῦ φανταστοῦ,
τῶν διὰ μέσης τῆς φαντασίας, σχέσεως αὐτῶν ὑπαρχούσης περὶ αὐτό,
ἀλλήλοις συναπτομένων ἄκρων (8).
Σε φαντάσματα και νοήματα μετασχηματίζονται τα ίδια τα αἰσθητὰ μέσω της προσβολῆς του πλέγματος των ψυχικών δυνάμεων.
Έχοντας ο Μάξιμος απόλυτη συναίσθηση του σύνθετου τοπίου της ψυχής, αποφεύγει μία σχηματική, ευθύγραμμη παράθεση γνωστικών λειτουργιών. Δεν τον ενδιαφέρει, εξάλλου, μια αυτοτελής ψυχολογική διερεύνησή τους· γι’ αυτό και δεν αναπτύσσει πουθενά μία συνολική θεώρηση ούτε των αισθητικών λειτουργιών γενικότερα ούτε της φαντασίας ειδικότερα· το ενδιαφέρον του εστιάζεται σ’ αυτές τις λειτουργίες μόνο στον βαθμό ένταξής τους σε εκείνη την πορεία γνωστικών κινήσεων που οδηγούν στην κατάργηση της κατακερματισμένης γνώσης, αυτής που αφορά στα όντα και συνάγεται από αυτά (οντικής γνώσης). Υπ’ αυτήν, λοιπόν, την καθοριστική αίρεση τίθεται και η αναφορά μας στην φαντασία.
Η αίσθηση -με την αναγκαία συνδρομή του λόγου- φαντασιοῦται τον κόσμο συλλέγοντας από παντού τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειες. Η κατ᾿ αἴσθησιν φαντασία τῶν ὁρατῶν μετασχηματίζει τα αισθητά σε νοήματα, ώστε η αισθητική διάνοια να αναχθεί τελικά στην κατανόηση των λόγων των όντων· μπορεί να διακρίνει κανείς στην ανωτέρω διατύπωση την αρχική σύνδεση της φαντασίας με την αίσθηση και την τελική αναγωγή της στο νου. Τελικά η αίσθηση -εγκιβωτίζοντας και την λειτουργία της φαντασίας- λειτουργεί ως όργανο της διάβασης του νου προς τα
νοητά (9).
Η φαντασία συνεπώς εμφανίζεται ως εκείνη η λειτουργία του νου που του επιτρέπει να δέχεται κάτι έξωθεν· ο παθητικὸς (πάσχειν) νους δομείται ως πεδίο στο οποίο πραγματώνεται ολοκληρωμένη η αίσθηση ακριβώς στην σύναψή της με την νόηση και στο οποίο η πρώτη εναποθέτει τα προϊόντα της δικής της γνωστικής λειτουργίας. Είναι φανερό πως μόνο με την ανάληψη (και διαχείριση) του φαντάσματος από τον νου συνίσταται στην πληρότητά της η λειτουργία της αίσθησης. Η ίδια η αίσθηση εμφανίζεται ως διάνοια, συνεργός του λόγου και όργανο του νου (10).
Οι επιμέρους λειτουργίες της αίσθησης μορφώνονται και πραγματώνονται τελεολογικά μέσα από μία κίνηση που στοχεύει στο τέλος τους, καθώς η καθεμία μετα-βαίνει στον ευρύτερο κύκλο στον οποίο εγγράφεται. Έτσι η γνώση συστήνεται όχι ως αθροιστική συμπαράθεση ή διαδοχή αλλά ως πεδίο συγχρονισμένα διευρυνόμενων κύκλων που όλοι επι-κεντρώνονται και ανα-πτύσσονται γύρω από τον, απροσπέλαστο καθεαυτόν, πυρήνα της προσωπικής σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο.
1.2. Φαντασία: δόξα και αλήθεια.
Η φαντασία προσδέχεται στην ψυχή τον κόσμο των πραγμάτων. Γι' αυτό και κάθε φαντασία αναφέρεται στο παρόν ή το παρελθόν, ποτέ στο μέλλον. Αλλά η παραγόμενη παράσταση έχει εν τέλει χαρακτήρα στατικό: πέρας ὑπάρχει (τὸ φάντασμα) ἐνεργείας καὶ πάθους. Ο καρπός της φαντασίας είναι -στην καλύτερη περίπτωση- η ἀληθὴς δόξα τῶν ὄντων, η ακριβής απεικόνισή τους στη διάνοια. Όμως αυτή η φαινομενολογική γνώση δεν ταυτίζεται με την αληθινή γνώση αλλά με την διαιρετικὴν ἄγνοιαν (11), παραμένει ανερμήνευτο θραύσμα μιας πολυδιασπασμένης εικόνας του κόσμου. Το προϊόν της αισθητηριακής γνώσης, ακόμα κι αν ανταποκρίνεται στα πράγματα, προσλαμβάνεται από τον άνθρωπο ως αυτονομημένο φάντασμα. Και ακριβώς επειδή οι άλογες αισθήσεις στερούνται την ολοποιητική δυνατότητα που έχει ο λόγος (λέγω-συλλέγω), παρέχουν στην ψυχή μία ψευδή και απατηλή εικόνα των όντων. Μόνο η νοητική κατάληψη είναι τελικά αυτή που, συνδέοντας τα όντα μεταξύ τους και αποκαλύπτοντας τις σχέσεις τους, προσεγγίζει την αλήθεια.
Έτσι, η λειτουργία της φαντασίας μόνο ένα πρωτογενές (πολύτιμο και αυτό) γνωστικό "υλικό" παρέχει στην ψυχή. Η φαντασία των ορατών γίνεται απλώς αφετηρία της κατανόησης των λόγων των όντων· είναι το μέσο για την πρόσβαση του νου προς τα νοητά. Στην πραγματικότητα, η αληθινή γνώση φωτίζει τον άνθρωπο, όταν αυτός, τῶν αἰσθητῶν σχημάτων ἑαυτοῦ τὴν φαντασίαν ἀποτεμών, απελευθερωθεί από την σχηματοποίηση των πραγμάτων την οποία συνεπιφέρει η φαντασία (αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει κατάργησή της!), και βρει την αλήθεια: όχι αυτήν που εκφαίνεται ως συμφωνία αισθημάτων-φαντασμάτων-νοημάτων προς τα πράγματα, αλλά αυτήν που λανθάνει στους λόγους των όντων.
Όργανο της αποτομής των αισθητών σχημάτων είναι η μάχαιρα τοῦ πνεύματος, η διδασκαλία του Θεού· αυτή “φονεύει” μέσα στον άνθρωπο την απατηλή φαινομενική κίνηση. Το καθοριστικό, λοιπόν, στοιχείο στην εύρεση της αλήθειας δεν είναι κάτι που ανήκει αποκλειστικά στον επιστημονικό νου, αλλά είναι δώρο του Θεού:
Πᾶς οὖν θεωρητικὸς νοῦς ἔχων τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος,
ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ, ἐν ἑαυτῷ
τῆς φαινομένης κτίσεως ἀποκτείνας τὴν κίνησιν,
κατώρθωσεν ἀρετήν·
καὶ τῶν αἰσθητῶν σχημάτων ἑαυτοῦ τὴν φαντασίαν ἀποτεμών,
τὴν ἐν τοῖς λόγοις τῶν ὄντων εὗρεν ἀλήθειαν·
καθ᾿ ἣν ἡ φυσικὴ θεωρία συνέστηκε·
καὶ τῆς οὐσίας τῶν ὄντων ὑπεράνω γενόμενος,
τὸν τῆς θείας καὶ ἀμάχου μονάδος δέχεται φωτισμόν,
καθ᾿ ὃν τῆς ἀληθοῦς θεολογίας συνέστηκε τὸ μυστήριον (12).
Η φαντασία, παρέχοντας απλώς τύπους και σχήματα των αισθητών, εμμένει στην επιφάνεια του όντος θεωρημένου στατικά και αυτονομημένα· αλλά ο νους με την μάχαιραν τοῦ πνεύματος εισδύει στο υπαρξιακό βάθος των όντων, στους λόγους της κτίσεως, στις πολύμορφες συνδέσεις των όντων μεταξύ τους και στη μονοσήμαντη αναφορά τους στο Δημιουργό. Τότε η ψυχή κατακλύζεται από το ἓν καὶ ἑνωτικὸν φῶς, τὰς ποικίλας ὄψεις, ἢ κυριώτερον εἰπεῖν, φαντασίας, εἰς μίαν ἀληθῆ καὶ καθαρὰν καὶ μονοειδῆ συνάγουσα γνῶσιν (13).
1.3. Αίσθηση και νους.
Η αίσθηση επιτυγχάνει την σύζευξή της με τον νου μέσω της φαντασίας, που επιτελεί μια λειτουργία συμβολισμού. Τα αισθητά λειτουργούν ως προς τον λόγο και τον νου ως σύμβολα, σχήματα, τύποι. Αισθητός και νοητός κόσμος εισδύουν ο ένας στον άλλο καὶ τὸ ἔργον αὐτῶν ἓν καθὼς ἂν εἴη τροχὸς ἐν τῷ τροχῷ. Νους και αίσθηση αλληλοπεριχωρούνται και συνεργάζονται. Τη συνάφεια νου και αίσθησης παραστατικότατα εικονίζει ο Μάξιμος ως συζυγία και συγκατοίκηση ανδρός-γυναικός
Ἀνήρ ἐστιν ὁ τῆς φυσικῆς ἐν πνεύματι θεωρίας ἐπιμελούμενος νοῦς,
κεφαλὴν ἔχων τὸν κατὰ πίστιν ἐκ τῆς τῶν ὁρωμένων διακοσμήσεως
γενεσιουργὸν τοῦ παντὸς Λόγον διαδεικνύμενον,
ὃν οὐ καταισχύνει καλύπτων,
καὶ οἷον ὑποτιθείς τινι τῶν ὁρωμένων ὁ νοῦς,
καὶ ἄλλο τὸ παράπαν αὐτοῦ ποιούμενος ὑψηλότερον.
Γυνὴ δὲ τοῦ τοιούτου νοός ἐστιν ἡ σύνοικος αἴσθησις,
δι᾿ ἧς ἐπιβατεύει τῇ φύσει τῶν αἰσθητῶν,
καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ θειοτέρους ἀναλέγεται λόγους,
μὴ συγχωρῶν τῶν λογικῶν αὐτὴν ἀποκαλυφθεῖσαν ἐπιβλημάτων,
ἀλογίας γενέσθαι καὶ ἁμαρτίας ὑπουργόν (14).
Ο νοητός κόσμος αποτυπώνεται στον αισθητό μέσα από την λειτουργία της ειδοποίησης (εἶδος). Αντίστοιχα, ο αισθητός κόσμος ενυπάρχει στον νοητό μέσα από την γνωστική λειτουργία του λόγου. Μέσω της διάφανης και αληθινής προφάνειας του αισθητού κόσμου μέσα στον νοητό, και του νοητού μέσα στον αισθητό, αποκαλύπτεται η ουσιαστική σχέση τους. Και συνεπώς η λειτουργία της αίσθησης αποτελεί προϋπόθεση οποιασδήποτε ευρύτερης και συνθετότερης γνωστικής λειτουργίας. Ο νους αδυνατεί να προσεγγίσει το συγγενές του αντικείμενο, τα νοητά, χωρίς την παρεμβολή της θεωρίας των αισθητών:
᾿Επεὶ οὖν οὐκ ἔστι δυνατὸν πρὸς τὰ συγγενῆ νοητὰ τὸν νοῦν διαβῆναι
δίχα τῆς τῶν διὰ μέσου προβεβλημένων αἰσθητῶν θεωρίας,
ταύτην δὲ γενέσθαι παντελῶς ἀμήχανον
χωρὶς τῆς, αὐτῷ μὲν συγκειμένης
τοῖς αἰσθητοῖς δὲ κατὰ φύσιν συγγενοῦς, αἰσθήσεως,
εἰκότως, εἰ μὲν προσβαλὼν ἐνσχεθῇ ταῖς ἐπιφανείαις τῶν ὁρατῶν,
ἐνέργειαν εἶναι φυσικὴν τὴν συγκειμένην οἰόμενος αἴσθησιν,
τῶν μὲν κατὰ φύσιν ἐκπέπτωκε νοητῶν (15).
Η αίσθηση αναβιβάζει την κίνηση των αισθητών στον νου, ο οποίος τη μετασχηματίζει σε γνώση. Η γνώση είναι προϊόν συνεργίας αίσθησης και νου. Την σχέση αισθητών και νοητών εικονίζει η σχέση σώματος και ψυχής:
ψυχὴν μὲν εἶναι τῶν αἰσθητῶν, τὰ νοητά,
σῶμα δὲ τῶν νοητῶν, τὰ αἰσθητά.
καὶ ὡς ψυχὴν ἐνοῦσαν σώματι, τῷ αἰσθητῷ κόσμῳ τὸν νοητὸν εἶναι·
καὶ τῷ νοητῷ τὸν αἰσθητόν, ὡς σῶμα τῇ ψυχῇ συγκροτούμενον·
καὶ ἕνα ἐξ ἀμφοῖν εἶναι κόσμον,
ὥσπερ καὶ ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος ἄνθρωπον ἕνα(16).
Για την συζυγία αισθητών και νοητών αρκεί να υπερβαίνεται η αυτονόμηση της αισθητηριακής λειτουργίας. Μόνο τότε τα αισθητά διατηρούν την καθαρότητα και το πλήρες νοήματος κάλλος της δημιουργίας τους.
2. Λόγος.
Η λειτουργία της αίσθησης αποβαίνει τελικά μια λογική λειτουργία: η αίσθηση επικεντρώνεται αρχικά στην άμεση γνώση των αντικειμένων όντων, στην υλική τους υπόσταση, την μορφή ή το σχήμα τους. Όμως ο λόγος συγκεντρώνει τα δεδομένα των αισθήσεων μεταμορφώνοντας την αισθητή εμπειρία σε επιστημονική γνώση. Λειτουργεί έτσι ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αίσθηση και τον νου, ανάμεσα στην άμεση αισθητηριακή γνώση και την βαθιά γνώση της προσωπικής σχέσης. Αλλά ούτε η λογική δύναμη του ανθρώπου εξαντλεί τις γνωστικές του δυνατότητες, μέση ὑπάρχουσα τύπων καὶ ἀληθείας. Η γνώση ἡ ἐν μόνῳ τῷ λόγῳ κειμένη καὶ τοῖς νοήμασιν (17) έχει σχετικό χαρακτήρα, και δεν μπορεί να ταυτιστεί με την αλήθεια.
Τον μεσολαβητικό ρόλο του λόγου εκθέτει ωραία ο Μάξιμος ερμηνεύοντας αναγωγικά μια εικόνα από την Παλαιά Διαθήκη: πηγές έξω από την πόλη σχηματίζουν με τα ύδατά τους έναν ποταμό που περνάει μέσα από την πόλη και την χωρίζει στα δύο. Πηγές έξω από την πόλη είναι τα αισθητά όντα, που βρίσκονται έξω από την ψυχή· ύδατα των πηγών είναι τα νοήματα των αισθητών· και ποταμός που διασχίζει την πόλη είναι η φυσική θεωρία, η γνώση την οποία ο λόγος συνάγει από τα νοήματα των αισθητών. Ο ποταμός-λόγος διέρχεται μεθόριος νου και αισθήσεως· μεσολαβεί ώστε η γνώση των αισθητών αφενός να μην αποξενώνεται από την νοερή δύναμη αφετέρου να μην εξαντλείται σε μία απλή αισθητηριακή ενέργεια. Ο λόγος επιτυγχάνει έτσι την συνάφεια αίσθησης και νου (18).
Ο λόγος ευγενίζει και λογοποιεί τις αισθήσεις. Η καταρχάς χρηστικότητα της αίσθησης πλουτίζεται από την περιουσία του λόγου· έτσι, καθώς η ψυχή οικειοποιείται τους πνευματικούς λόγους που εντοπίζει στα αισθητά, ανάγονται οι αισθήσεις σε ένα επίπεδο πλησιέστερο προς τον Θεό (19).
Η δύναμη του λόγου επιτρέπει να συναχθεί η πολύμορφη ποικιλία των λόγων της κτίσης σε μία νόηση ἑνοειδῆ καὶ ἁπλῆν καὶ ἀδιάφορον. Αυτή η εκβολή της λογικής δύναμης στην νόηση είναι όντως ένωση λόγου και νου.
3. Νους.
Η γνωστική κίνηση του νου δεν περιορίζεται μόνο στην διανοητική ενέργεια· ο νους συναιρεί και υπερβαίνει το σύνολο των γνωστικών δυνάμεων, αντιπροσωπεύει την καθολική γνωστική δυνατότητα της ψυχής· είναι το όργανο της προσωπικής έκστασης του ανθρώπου προς τον κόσμο. Γι' αυτό και η γνώση του νου είναι καταρχήν μια γνώση εμπειρική.
Πρέπει, όμως, να τονίσουμε πως η εμπειρική αυτή γνώση υπερβαίνει και την κατακερματισμένη αισθητηριακή εμπειρία και την λογική επεξεργασία της. Ο νους, το θεωρητικὸν τῆς ψυχῆς, εκτείνει την γνωστική του λειτουργία πέρα από τις λειτουργίες και των σωματικών αισθήσεων και του λόγου. Η γνώση του νου είναι γνώση κατ' ἐνέργειαν, άπαυστη και ατέλεστη. Παρέχει συνολική κατάληψη του αντικειμένου της.
Ο νους, απελευθερωμένος από την πολυειδή γνώση των αισθητών, κατακτάει την απλή και ενιαία γνώση. Αυτή η ανερμήνευτη κίνηση του νου, αν και έχει εκκινήσει από την αισθητηριακή εμπειρία και τη λογική πρόσληψη του κόσμου, κατατείνει ακριβώς λόγω του ενικού χαρακτήρα της σε μία γνώση του Θεού ἐξ οὐδενὸς τῶν ὄντων (20).
Στην παρούσα ζωή, ενώ ο νους προσλαμβάνει τον κόσμο, ανακαλύπτει σ' αυτόν πολλές και διάφορες θείες ενέργειες, και διδάσκεται πως κάθε θεία ενέργεια υποσημαίνει τὸν Θεὸν ἀμερῶς ὅλον (21). Έτσι, ο ενικός χαρακτήρας του νου αντανακλά την ενότητα του Θεού.
4. Ενότητα των γνωστικών κινήσεων της ψυχής.
Οι τρεις καθολικές κινήσεις της ψυχής, η αίσθηση, ο λόγος και ο νους, συνάγονται σε μία, ενεργοποιούνται συμπληρωματικά αλληλοπεριχωρούμενες:
Ὁ τὸν φαινόμενον κόσμον νοῶν, θεωρεῖ τὸν νοούμενον·
τυποῖ γὰρ τῇ αἰσθήσει τὰ νοητὰ φανταζόμενος,
καὶ κατὰ νοῦν σχηματίζει τοὺς θεαθέντας λόγους·
καὶ μεταφέρει πρὸς μὲν αἴσθησιν
πολυειδῶς τοῦ νοητοῦ κόσμου τὴν σύστασιν·
πρὸς δὲ νοῦν, τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου πολυπλόκως τὴν σύνθεσιν·
καὶ νοεῖ, ἐν μὲν τῷ νοητῷ τὸν αἰσθητόν,
μετενέγκας πρὸς τὸν νοῦν τοῖς λόγοις τὴν αἴσθησιν·
ἐν δὲ τῷ αἰσθητῷ τὸν νοητόν,
πρὸς τὴν αἴσθησιν ἐπιστημόνως τοῖς τύποις μετεγκλώσας τὸν νοῦν (22).
Η αναλεκτική λειτουργία της αίσθησης την συνδέει με τις άλλες γνωστικές κινήσεις της ψυχής, αυτές που ασκούνται από τον λόγο και τον νου, σε μία ενιαία κίνηση της ψυχής προς την κτίση: η ψυχή προσεγγίζει το κάλλος της δημιουργίας σὺν λόγῳ κατὰ τὴν αἴσθησιν ενώ ο λόγος παραμένει δεμένος στην απλότητα του νου. Με τη συνεργία του λόγου η αίσθηση εκπληρώνει τον μεσολαβητικό της ρόλο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο: ανάγει τα αισθητά σχήματα και είδη σε λόγους πολύμορφους· από την πολυμορφία συνάγεται η ἑνοειδὴς καὶ ἁπλῆ καὶ ἀδιάφορος νόησις. Έτσι, ο νους προσέρχεται και μελετά μέσω της αισθήσεως τα πράγματα (23).
Η ενιαία κίνηση του νου προς τα αισθητά δεν έχει βέβαια τίποτε το κακό: οὔτε ὁ νοῦς κακόν, οὔτε τὸ κατὰ φύσιν νοεῖν· οὔτε δὲ τὰ πράγματα, οὔτε ἡ αἴσθησις· Θεοῦ γάρ εἰσι ταῦτα τὰ ἔργα(24). Στον βαθμό, μάλιστα, που επιτυγχάνεται από τον άνθρωπο η ενοποίηση των γνωστικών δυνάμεων (στον βαθμό που αποτρέπεται η αυτονόμησή τους), εκπληρώνει ο νους την απώτατη γνωστική στόχευση, την εύρεση του Θεού μέσα στον κόσμο. Η βαθμιαία αυθυπέρβαση της αίσθησης μέσα στον λόγο, του λόγου μέσα στον νου, και τέλος η ίδια η απόσβεση των νοητικών λειτουργιών γίνονται αναβαθμοί στην πορεία προς την θέωση, την ὑπὲρ νόησιν ένωση με τον Θεό.
Σημειώσεις
1. Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 1049B-C.
2. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 268A-B. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1216D.
3. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1248A.
4. Σχόλια εἰς τὸν Ἐκκλησιαστήν, 12. 34-37. Ἕτερα κεφάλαια, PG 90, 1425A-Β. Εἰς τὸν νθ΄ Ψαλμὸν..., PG 90, 868C.
5. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1248C.
6. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν ...., PG 91, 1248B. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 257C.
7. Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 1028A.
8. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1236Α.
9. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1116D.
10. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1116A.
11. Κεφάλαια διάφορα..., PG 90, 1384Α.
12. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 356Α-Β.
13. Κεφάλαια διάφορα..., PG 90, 1384Α.
14. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 332C-D.
15. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 596D-597A.
16. Μυσταγωγία, PG 91, 685Α.
17. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 752Α και 621C.
18. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 445D-456B.
19. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 621C.
20. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1112D-1113A.
21. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1257A-B.
22. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 692D-693A.
23. Περὶ διαφόρων ἀποριῶν..., PG 91, 1216A-B. Πρὸς Θαλάσσιον..., PG 90, 461D-464A.
24. Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 988C.
Βιβλιογραφία
Hans Urs Von BALTHASAR, Kosmische Liturgie. Das Weltbild Maximus' des Bekenners, Einsiedeln 1961.
Paul M. BLOWERS, Gentiles of the Soul: Maximus the Confessor on the Substructure and Transformation of the Human Passions, Journal of Εarly Christian Studies 4 (1996), σελ. 57-85.
Χρῆστος ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ ἔρως. Θεολογικὸ δοκίμιο ὀντολογίας, Αθήνα 1976.
Νικόλαος ΚΑΡΑΖΑΦΕΙΡΗΣ, Ἡ περὶ προσώπου διδασκαλία ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (δ.δ.), Θεσσαλονίκη 19952.
Νικόλαος ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ, Ἡ εὐχαριστιακὴ ὀντολογία (Τὰ εὐχαριστιακὰ θεμέλια τοῦ εἶναι ὡς ἐν κοινωνίᾳ γίγνεσθαι στὴν ἐσχατολογικὴ ὀντολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ), Αθήνα 1992.
Νίκος ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Κόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατὰ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητῆ, Αθήνα 1980.
Δ. ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ, Εἰσαγωγὴ στο Περὶ διαφόρων ἀποριῶν... (στο Φιλοσοφικὰ καὶ Θεολογικὰ ἐρωτήματα), Ἀθῆναι 1978.
Χρῆστος ΤΕΡΕΖΗΣ, Ἡ θεολογικὴ γνωσιολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, Αθήνα 1993.
Lars THUNBERG, Microcosm and Mediator. The theological anthropology of Maximus the Confessor, Lund 1965.




