Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Εἰς τήν ἑορτήν τῶν Θεοφανείων († Ἀρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ἱ. Μ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους)

 



 Ομιλία του γέροντα στην τράπεζα της Μονής το 1989

Όπως όλες οι Δεσποτικές εορτές, έτσι και η σημε­ρινή εορτή έχει χαρακτήρα Τριαδικό, Χριστολογικό, ανθρωπολογικό και αφορά όλη την κτίσι.

Τριαδικό, διότι εφάνη πολύ καθαρά η Αγία Τριάς, δηλαδή τα τρία Πρόσωπα, τόσο καθαρά όσο άλλοτε δεν είχε φανή, και άρα εγνώρισαν όσοι ήσαν εκεί και όσοι υπουργούσαν -κυρίως ο Τίμιος Πρόδρομος- το Τριαδικόν του Θεού. Και δι’ αυτών και εμείς όλοι. Διότι αυτοί μας παρέδωσαν, και εμείς σαν να είμεθα αυτόπται μάρτυρες πιστεύουμε σ’ αυτό που τότε εφανερώθη και απεκαλύφθη. Γι’ αυτό και ψάλαμε χθες «Τριάδος η φανέρωσις εν Ιορδάνη γέγονεν», αλλά και εν Ιορδάνη και εν ημίν.

Έχει χαρακτήρα Χριστολογικό, διότι εκείνος ο οποίος είναι το κύριο Πρόσωπο στο μυστήριο αυτό είναι ο Δεσπότης Χριστός, ο οποίος για μία ακόμη φορά δείχνει την άκρα Του ταπείνωσι και την άκρα Του υπακοή προς τον Θεόν Πατέρα. Και όταν εγεννήθη εν τω σπηλαίω, και τώρα που βαπτίζεται, και επί του Σταυρού, και πάντοτε αυτές ήσαν οι δύο αρετές του Χριστού, οι οποίες έγιναν και η αφορμή της σωτηρίας της δικής μας. Όπως ο Αδάμ έπεσε διά της υπερηφανείας και διά της ανυπακοής, έτσι και ο νέος Αδάμ μπορούσε να ανορθώση το ανθρώπινο γένος μόνο με την ταπείνωσι και την υπακοή. Και έτσι άφησε και «ημίν υπογραμμόν, ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού».

Είναι εορτή όμως που αφορά και τον άνθρωπο, διότι, όσα γίνονται με την Τριαδική συνεργασία εν Χριστώ, αφορούν τον άνθρωπο. Κατεβαίνει γυμνός μέσα στο ύδωρ, για να πάρη τον γυμνό από την Χάρι του Θεού άνθρωπο και να τον αναστήση και να τον ενδύση την νέα στολή της αφθαρσίας. Άρα είναι δι’ ημάς και διά την σωτηρίαν μας. Όπως ομολο­γούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι όλα όσα έγιναν υπό του Κυρίου, έγιναν «δι’ ημάς και διά την σω­τηρίαν ημών».

Και δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο, αλλά αφορά και όλη την κτίσι, όλη την δημιουργία. Επειδή ο Κύ­ριος κατήλθε μεν στον Ιορδάνη, αλλά κατελθών μέσα στο ύδωρ του Ιορδάνου έφερε και την Χάρι η οποία τον ακολουθούσε και αγίασε τα ύδατα, τα στοιχεία της φύσεως, την φύσι όλη. «Τας της φύσεως ημών γονάς ηλευθέρωσε» (Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Ευχή του Μεγάλου Αγιασμού). Έτσι και σε όλη αυτή την κτίσι του Θεού περιεχύθη Χάρις και ευλογία πνευ­ματική, και εδόθη στην φύσι η δυνατότης, οσάκις το μυστήριο επαναλαμβάνεται, να γίνεται σημείο της παρουσίας του Θεού. Διότι κάθε φορά που τελείται το άγιο Βάπτισμα στην Εκκλησία μας και το ύδωρ αγιάζεται για να βαπτισθή ένας άνθρωπος, ένας κατηχούμενος, αυτό το ύδωρ μετέχει της ευλογίας του Ιορδάνου. Είναι εκείνο το ύδωρ που αγίασε ο Κύριος εν τω Ιορδάνη ποταμώ. Και επειδή έχει αυτή την Χάρι του βαπτισθέντος Κυρίου, γι’ αυτό αγιάζει και τον βαπτιζόμενο Χριστιανό και τον ανακαινίζει, ώστε να περιπατή εν καινότητι την ζωή του Θεού.

Ευχαριστούμε λοιπόν την Αγία Τριάδα και τον Σαρκωθέντα και Βαπτισθέντα Κύριο, ο οποίος με τέτοια υπερφυή, υπέρ έννοιαν, παράδοξα μυστήρια οικονόμησε την σωτηρία μας. Και εμείς σήμερα εν πίστει προσκυνούμε και αυτό το μυστήριο της αγίας Του Βαπτίσεως και της Τριαδικής Θεοφανείας, και τον παρακαλούμε να μας βοηθήση να μένωμε πάντοτε με ταπείνωσι και υπακοή στην αγία Εκκλησία Του, ώστε να μπορούμε και εμείς να αισθανώμεθα αυτά τα μυστήρια, να ζούμε αυτά τα μυστήρια, να τα βλέπωμε με πνευματικούς οφθαλμούς, αλλά και να αγιαζώμεθα, μη λησμονούντες αυτό το οποίο τόνισα προ ολίγου, ότι όλα αυτά έγιναν δι’ ημάς και διά την σωτηρίαν μας.

Και αλλοίμονο, αν ο Θεός έκανε τέτοια θαυμαστά γεγονότα για την σωτηρία μας και εμείς μένουμε έ­ξω από την σωτηρία. Γι’ αυτό και κάθε εορτή, όπως και άλλοτε ετόνισα στην αγάπη σας, πρέπει να είναι για μας ένα συγκλονιστικό βίωμα και συγχρόνως ένας αναβαθμός, μία ανύψωσίς μας προς τον Θεόν, έτσι ώστε και ο σκοπός των εορτών να εκπληρώνεται και εμείς να τελειούμεθα εν Χριστώ και να ενηλικιούμεθα, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.

Η Χάρις του βαπτισθέντος Κυρίου ας είναι μαζί μας πάσας τας ημέρας της ζωής μας.

 

[Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Καψάνη, Προηγουμένου Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου «Ομιλίες σε ακίνητες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές (των ετών 1981-1991) Α’, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, 2015]

  http://alopsis.gr/%ce%b5%ce%b9%cf%82-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%bf%cf%81%cf%84%ce%ae%ce%bd-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%86%ce%b1%ce%bd%ce%b5%ce%af%cf%89%ce%bd-%e2%80%a0-%ce%b1%cf%81%cf%87-%ce%b3%ce%b5/

Λόγος στήν Παραμονή τῶν Φώτων(Ἁγ.Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου)

 

 

  […] Αλλά τί να πούμε και για τον προερχόμενον από την έρημον Ιωάννη, το παράδοξο αυτό και πολυπόθητο για τους Ισραηλίτες θέαμα, τον άγγελο του Θεού, ο οποίος χειροτονήθηκε απόστολος πριν τους Αποστόλους; Όμως ένας τόσο μεγάλος Βασιλιάς τέτοιο στρατιώτη έπρεπε να έχει, αυτόν τον τόσο μεγάλο Προφήτη, ο μέγιστος Αρχιερεύς. Και ας κατανοήσουμε ποιό και πόσο μεγάλο μυστήριο έχουμε ενώπιον μας: επειδή ήταν ανάρμοστο, ενώ παρευρίσκεται ο νυμφαγωγός, να απουσιάζει ο νυμφίος, και ενώ η φωνή αναβοά, να μην ακούεται ο Λόγος, τί γίνεται, πώς τα οικονόμησε ο Θεός; 
Συστέλλεται κάπως στην αφάνεια ο Ιωάννης από τη βρεφική ακόμη ηλικία, ζώντας υπερφυσικά σαν κάποιος «λύχνος υπό μόδιον (κάδο)» μέσα στην έρημο· και εκεί ακούει θείες φωνές και αξιώνεται να δει θείες οπτασίες· μυσταγωγείται στα απόρρητα και διδάσκεται, όπως τότε που ήταν ακόμη έμβρυο, ποιός είναι ο Ιησούς, ότι δηλαδή είναι Υιός Θεού, και ότι εκείνος στον οποίο θα δει την πνευματοειδή περιστερά να «καταβή και να μείνη επ’ αυτόν, ούτος είναι ο βαπτίσων (που θα βαπτίσει) εν Πνεύματι Αγίω».
Και όταν συμπληρώθηκε «το μέτρον της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» και η περίοδος της τριακονταετούς παρατάσεως έλαβε τέλος, τότε «και ο λύχνος επί την λυχνίαν καιόμενος, και φαίνων πάσι τοις εν τη οικία αγαλλιάσιμα» – εάν εννοήσουμε ως οικία την Ισραηλιτική Συναγωγή. Επεφάνη δε τότε και το αληθινό φως που φωτίζει τον κόσμο. Ω του θαύματος!
 Ο ήλιος προς τον αστέρα, ο λόγος προς τη φωνή, ο νυμφίος προς τον φίλο, επειδή αυτό ήταν το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, ώστε με αυτόν τον τρόπο της προσεγγίσεως να εκπληρωθεί στο πρόσωπο του Ιησού «πάσα δικαιοσύνη», και για να μιλήσουμε ευαγγελικά, «ο μεν ένας να αυξάνη, ο δε άλλος να ελαττούται». Πράγματι, πώς θα ήταν δυνατόν να μη ελαττωθεί το φως του λύχνου, ή και να αποσυρθεί εντελώς, αφού ήδη ο Ήλιος της δικαιοσύνης με τα θαύματά του αστραποβολούσε εξαίσια; Βλέπεις πόσο χρονικό διάστημα χρειάσθηκε για να ολοκληρωθεί σωματικά ο Ιησούς, κατά την διάρκεια του οποίου υποτασσόταν στους γονείς του; 
«Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού»! Γιατί άραγε; Όσοι είναι υψηλοί στις θεωρητικές αναβάσεις και γνωρίζουν τα βάθη του Πνεύματος, ας δώσουν ο καθένας τη δική του εξήγηση· κατά τη δική μου γνώμη όμως, για δύο λόγους: για να νομοθετήσει ο νομοθέτης όλων των νομοθετών με τη δική του υποταγή την υπακοή των τέκνων προς τους γονείς και για να αγιάσει όλα τα στάδια της ηλικίας και τρίτον για να μην επιδείξει ο παντέλειος κάποια ξένη προς τη δική μας και ανόμοια βιωτή, εφ’ όσον μάλιστα ήθελε να μας παρουσιάσει τον τέλειο τρόπο ζωής.
Αφού και τώρα, μολονότι είχε φθάσει στην τελεία ανδρική ηλικία, ο Άρειος τόλμησε να διακηρύξει ότι το σώμα του ήταν άψυχο· ο δε Απολλινάριος, ακολουθώντας τον προηγούμενο ως προς την ασέβεια, να φλυαρήσει ότι ο Κύριός μας δεν είχε νου· ο δε νέος Μανιχαίος φθάνοντας στο αποκορύφωμα της ασέβειας, να δογματίσει ότι δεν πρέπει να εικονίζεται. Και ας δούμε πόση είναι η διαφορά του ενός από το άλλο· αυτός μεν που δίδει τον χαρακτηρισμό του άψυχου, αφαιρεί τη ζωή από το σώμα του Δεσπότη· διότι ό,τι στερείται ψυχής, βρίσκεται βεβαίως και έξω από τη ζωή.
 Εκείνος δε που φλυαρεί ότι ο Κύριος είναι άνους, τον συναριθμεί με την άλογη φύση επειδή κάθε τι που δεν έχει νου είναι και άλογο· ο άλλος δε που υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να εικονίζεται, αρνείται εντελώς τη σωματική φύση του Δεσποτικού σώματος· διότι αφού δεν εικονίζεται σημαίνει ότι είναι ασώματο. Πράγματι αν έχει σώμα, και κάθε σώμα μπορείς να το αγγίσεις, και έχει κάποιο χρώμα, αναγκαίως έπεται ότι ημπορεί και να εικονισθεί, έκτος βέβαια εάν περιττολογούμε· διότι εάν δεν είναι δυνατόν να εικονισθεί, τότε αναμφιβόλως εξέρχεται από τα όρια του σωματικού και ανήκει στη φύση των ασωμάτων. Τίποτε, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα που ασεβεί, όταν υποστηρίζεται και από τη δύναμη της εξουσίας.

Ας ανυψώσουμε όμως το βλέμμα στις προφητικές θεοπτίες και ας δούμε πως προτυπώνεται σ’ αυτές το ιερότατο βάπτισμα· διότι σ’ αυτό μας καλεί η συνέχεια του λόγου. Τί λέγει λοιπόν ο Ησαΐας; Ας αναφέρουμε εκλεκτικά – «Ευφράνθητι έρημος διψώσα, ότι ερράγη (θα αναβλύσει) εν ερήμω ύδωρ, και φάραγξ εν γη διψώση». Απευθύνεται δηλαδή στην ανθρωπινή φύση, αυτή που είναι έρημος όσον αφορά την καρποφορία, η οποία προϋποθέτει πίστη και αγαθά έργα· και ως εκ τούτου, επειδή διψά το ύδωρ της υιοθεσίας, ανέβλυσε προς χάριν της σαν ρεύμα ποταμού το ύδωρ του Βαπτίσματος στον Ιορδάνη· και τότε τί έγινε; 
«Και έσται η άνυδρος εις έλη», εννοεί πλούσια σε πίστη· «και εις την διψώσαν γην, πηγή ύδατος έσται», η κρήνη αυτή της υιοθεσίας δηλαδή· «και εκεί έσται ευφροσύνη ορνέων», εκείνων δηλαδή που αναγεννιούνται με το βάπτισμα, οι οποίοι ως προς τον τρόπο της ζωής μοιάζουν με τα όρνεα, αφού και αυτά εκ φύσεως ευχαριστούνται να διαβιώνουν στα νερά. Αλλά και κατά τον Γεδεών τί είναι η πλήρης ύδατος λεκάνη; 
Και εδώ ο λόγος σημαίνει την όμοια με μήτρα κολυμβήθρα, η οποία έχει σχήμα κυκλικό και είναι τορνευμένη από παντού, όπως η αναμαρτησία· σ’ αυτήν ξεχύθηκε η ιαματική δροσιά του νοητού πόκου, η πλήρης Αγίου Πνεύματος. Εδώ αναγεννιούνται οι «νεοτελείς παίδες» του Θεού αντικαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο την «εκ σαρκός και αίματος» γέννησή τους· και ανυψώνονται «εις άνδρα τέλειον» τόσον, ώστε να κατανικούν με την Τριαδική λατρεία το γένος των δαιμόνων. 
Και κατά τον Ηλία όμως, τί είναι η τριπλή έκχυση του ύδατος επάνω στο θυσιαστήριο και στο ολοκαύτωμα; Θεωρώ ότι φανερώνει ή την τριττή υπόσταση της θείας μακαριότητας, την οποίαν επικαλείται ο ιερέας κατά το βάπτισμα, ή την τριττή κατάδυση του βαπτιζόμενου. 
Και ο Νεεμάν ανέρχεται από το νερό, σύμφωνα με τη διαταγή του Ελισαίου, πλήρως καθαρισμένος· «επέστρεψε», λέγει, «η σαρξ αυτού ως σαρξ παιδαρίου μικρού, και εκαθαρίσθη». Το θαύμα αυτό συμβολίζει την πλήρη απαλλαγή του βαπτιζομένου από τις πληγές των αμαρτιών, και σημαίνει ότι αυτός ανέρχεται από το νερό με ψυχή καθαρισμένη από κάθε κηλίδα των προηγούμενων πλημμελημάτων.

Εάν μάλιστα θέλεις να μάθεις και το άμισθο της πνευματικής αναγεννήσεως, άκουσε τον Ησαΐα που λέγει; «Οι διψώντες. πορεύεσθε εφ’ ύδωρ και όσοι μη έχετε αργύριον, βαδίσαντες αγοράσατε, και φάγετε και πίεσθε άνευ αργυρίου και τιμής». 
Όποιος δηλαδή επιθυμεί κάποιο χάρισμα, ακόμη και αν δεν το λάβει, κέρδισε ζωή. Αλλά αυτά ούτως ή άλλως λαμβάνονται και μετέχοντα εδώ μερικώς· και η ιδική μου δε πτωχή διάνοια προσκόμισε ανάλογο με τη δεκτικότητά της αφιέρωμα στα προεόρτια.
 Συ όμως, παρακαλώ, κοίταξε τι γεγονότα θαυμαστά παρατηρούνται· οι κολυμβήθρες έχουν γεμίσει από νερά· βλέπουμε τις πηγές και τις βρύσες, τους ποταμούς και τις λίμνες να έχουν γίνει δοχεία του Πνεύματος· η φύση των υδάτων ανυψώθηκε σε τιμή υπέρτιμο· φώτα πολύμορφα που μοιάζουν με αστέρια ετοιμάζονται να φωτίσουν όλη τη γη κατά την ιερή εκείνη νύκτα. 
Σε κάθε δε πόλη και χώρα υπάρχουν κήρυκες της Εκκλησίας, οι οποίοι ιερουργούν τα θεία και υψηλά αυτά μυστήρια και αγιάζουν τα ύδατα διά της επιφοιτήσεως σε αυτά του θείου Πνεύματος. Είθε με την μετάληψή τους να αγιαστούμε και εμείς και να φωτισθούμε αυτή την ημέρα από το γεμάτο φως Πνεύμα, «εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

 Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος, σ. 642-646.
πηγή
http://proskynitis.blogspot.gr/2015/01/blog-post_5.html

Γιατί ὁ Ἰησοῦς, ἐπέλεξε τόν Ἰορδάνη ποταμό καί ὄχι κάπου ἀλλοῦ γιά νά Βαπτισθεῖ;

 



Στον “Θησαυρό Δαμασκηνού” βρίσκουμε τις εξής πληροφορίες:

Στον Ιορδάνη ποταμό είχαν γίνει πολλά θαύματα και ήταν πλήρης χαρίτων, αγιασμένος και για αυτό ο Χριστός πήγε εκεί.

Ένα θαύμα είναι όταν διήλθε από αυτόν ο Ιησούς του Ναυή με την Κιβωτό την οποία την κρατούσαν οι δώδεκα ιερείς και με εντολή του Ιησού του Ναυή μπήκαν οι ιερείς με την κιβωτό. Τότε έγινε θαύμα παράδοξο: Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω και απέμεινε τόσο νερό, όσο ήταν αρκετό για να βραχούν οι ιερείς μόνο μέχρι τον αστράγαλο. Και έτσι έμειναν τα νερά έως ότου πέρασαν όλοι οι Εβραίοι.

Ένα άλλο θαύμα είναι όταν ο Ηλίας ο Προφήτης, πέρασε τον Ιορδάνη με τον Ελισσαίο, πάλι σαν σε στεριά, όταν ο Προφήτης Ηλίας “χτύπησε” με την μηλωτή του τον ποταμό και άνοιξε στο μέσον του δρόμος ώστε πέρασαν και οι δύο χωρίς να βραχούν. Τότε ο Ηλίας ανελήφθη στους ουρανούς (ανέβηκε με άμαξα πύρινη και με τέσσερα άλογα πύρινα, ως εις τον ουρανόν),και άφησε την μηλωτή του στον Ελισσαίο. Προσπάθησε λοιπόν με την σειρά του κατόπιν ο Ελισσαίος να “χτυπήσει” τα νερά για να περάσει πάλι πίσω και δεν έγινε τίποτα. Τότε επικαλέστηκε τον Θεό του Ηλία και αμέσως επαναλήφθηκε το θαυμαστό αυτό γεγονός

Άλλο πάλι είναι όταν ένας στρατηγός του Βασιλιά της Συρίας ο Νεεμάν είχε λέπρα και πήγε στον Προφήτη Ελισσαίο να τον θεραπεύσει. Εκείνος όμως καθόλου δεν τον συνάντησε, αλλά του διεμήνυσε να πάει να λουστεί στον Ιορδάνη ποταμό και θα γίνει καλά. Αυτός θύμωσε αρχικά, για την αντιμετώπισή του από τον Προφήτη, αλλά στο τέλος έκανε υπακοή και έγινε πράγματι εντελώς καλά.

Κάποτε πήγαν ξυλοκόποι στην όχθη του Ιορδάνου, για να κόψουν ξύλα. μεταξύ αυτών ήταν και ο Προφήτης Ελισσαίος. Εκεί, καθώς έκοβαν τα ξύλα ξεκόλλησε ο πέλεκυς από την λαβή και έπεσε το σιδερένιο μέρος του τσεκουριού στο ποτάμι μέσα. Τότε ο Προφήτης, πήρε την ξύλινη λαβή και την ακούμπησε στο χείλος του ποταμού και είπε : Δείξε θαύμα Θεέ μου. Και αμέσως ξεπήδησε το σιδερένιο μέρος από το ποτάμι και μπήκε στο μέσο της λαβής, και έγινε ως Σταυρός. Σε ένα τροπάριο του κοσμά του Μελωδού αναφέρεται αυτό το θαύμα που ήταν η προτύπωση του Αγίου Βαπτίσματος αλλά και του Τιμίου Σταυρού:

Ο βυθώ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ανέδωκεν Ιορδάνης ξύλω, τω Σταυρώ και το Βαπτίσματι, την τομήν της πλάνης τεκμαιρόμενος“. Ο Ιορδάνης που δέχτηκε μέσα του το σίδερο που κόβει, πάλι το έδωσε πίσω στο ξύλο του, και όπως με το τσεκούρι κόβονται τα ξύλα έτσι με τη Δύναμη του Σταυρού και του Αγίου Βαπτίσματος κόπηκε η πλάνη και η αμαρτία

Αλλά πολλά ακόμα θαύματα έγιναν, όπως ο Γεδεών ο Κριτής που τον πέρασε, Ο Ιακώβ ο υιός του Ισαάκ, ο αδελφός του Ησαύ, που και αυτός τον πέρασε με μία ράβδο, όπως λέει ο ίδιος “Εν γαρ τη ράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην” κ.α.

http://orthodox-answers.blogspot.com/2011/01/blog-post_04.html

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ:http://1.1.1.5/bmi/www.churchofcyprus.org.cy/pictures/1044.jpg


Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου :Λόγος στά Θεοφάνεια


 

Γρ. Θεολόγου Ἔργα, Λόγος ΛΗ´. Πατερικὲς ἐκδόσεις Γρηγ. ὁ Παλαμᾶς

Α´. Χριστὸς γεννᾶται, ἂς τὸν δοξάσετε· ὁ Χριστὸς ἔρχεται ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἂς τὸν προϋπαντήσετε· ὁ Χριστὸς εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς γῆς, ἂς ὑψωθῆτε. «Δοξολογήσατε τὸν Κύριον, ὅλη ἡ γῆ», καὶ διὰ νὰ τὰ εἴπω καὶ τὰ δύο μὲ μία λέξιν, ἂς εὐφρανθοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἂς νιώση ἀγαλλίασιν ἡ γῆ διὰ τὸν οὐράνιον ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἐπίγειος. Ὁ Χριστὸς ἐσαρκώθη, νιώσατε ἀγαλλίασιν ἀπὸ χαρὰ καὶ τρόμον. Ἀπὸ τρόμον ἐξ αἰτίας τῆς ἁμαρτίας· ἀπὸ χαρὰν ἐξ αἰτίας τῆς ἐλπίδος. Ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη ἀπὸ τὴν Παρθένον. Γυναῖκες, παραμένετε παρθένοι γιὰ νὰ γίνετε μητέρες τοῦ Χριστοῦ. Ποιὸς δὲν ἀποδίδει λατρείαν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος προϋπῆρχεν ἀπ᾿ ἀρχῆς; Ποιὸς δὲν δοξολογεῖ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐνεφανίσθη τώρα τελευταία;
Β´. Πάλιν διαλύεται τὸ σκοτάδι, πάλιν ἐμφανίζεται τὸ φῶς. Πάλιν ἡ Αἴγυπτος τιμωρεῖται μὲ σκότος, πάλιν ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς φωτίζεται μὲ στήλην πυρός. Ὁ λαὸς ὁ ὁποῖος κάθεται εἰς τὸ σκότος ἂς ἴδῃ τὸ λαμπρὸν φῶς τῆς κατανοήσεως τῶν θείων μυστηρίων. «Τὰ παλιὰ ἔχουν περάσει· ἰδοὺ τὰ πάντα ἔχουν γίνει νέα». Τὸ γράμμα ὑποχωρεῖ καὶ τὸ πνεῦμα ἀναδεικνύεται. Αἱ σκιαὶ ἀπομακρύνονται καὶ ἔρχεται εἰς τὴν θέσιν των ἡ ἀλήθεια. Ὁ τύπος τοῦ Μελχισεδὲκ ἐκπληρώνεται. Ὁ ἀμήτωρ γίνεται ἀπάτωρ. Ἦτο ἀμήτωρ προηγουμένως καὶ τώρα γίνεται ἀπάτωρ. Οἱ φυσικοὶ νόμοι καταλύονται. Ὁ οὐράνιος κόσμος πρέπει νὰ συμπληρωθεῖ. Ὁ Χριστὸς προστάζει ἂς μὴν ἀντιστεκόμαστε. «Ὅλοι οἱ λαοὶ ἂς χειροκροτήσετε» ἐπειδὴ ἐγεννήθη εἰς ἡμᾶς παιδίον, μᾶς ἐδόθη υἱός, εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ὁποίου ἐβρίσκεται ἡ ἐξουσία (διότι ἐξυψώνεται μαζὶ μὲ τὸν σταυρὸν) καὶ ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται ἀγγελιοφόρος μεγάλης θελήσεως (τῆς θελήσεως τοῦ Πατρός). Ὁ Ἰωάννης ἂς βροντοφωνήσει: «ἑτοιμάσατε τὸν δρόμον τοῦ Κυρίου»! Καὶ ἐγὼ θὰ διαλαλήσω τὴν σημασίαν τῆς ἡμέρας: Ὁ ἄσαρκος παίρνει σάρκα. Ὁ Λόγος ἑνώνεται μὲ τὴν ὕλην. Ὁ ἀόρατος γίνεται ὁρατός. Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖο δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐγγίσῃ κανείς, ἠμπορεῖ νὰ ψηλαφηθῆ. Ὁ ἄχρονος ἀποκτᾷ ἀρχήν. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς ἀνθρώπου, «ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος ἦτο χθές, εἶναι σήμερον καὶ θὰ παραμείνει ὁ ἴδιος εἰς τοὺς αἰῶνας». Οἱ Ἰουδαῖοι ἂς σκανδαλίζονται. Οἱ Ἕλληνες ἂς εἰρωνεύονται καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἂς κουράζονται μὲ τὰς φλυαρίας των. Θὰ τὸν πιστεύσουν, ὅταν θὰ τὸν ἰδοῦν νὰ ἀνέρχεται εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ ἂν ὄχι τότε, ὁπωσδήποτε ὅταν θὰ τὸν ἰδοῦν νὰ ἔρχεται ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κάθεται ὡς κριτής.
Γ´. Αὐτὰ ὅμως ἀργότερα. Σήμερα ἡ πανήγυρις εἶναι τὰ Θεοφάνεια, δηλαδὴ ἡ Γέννησις. Διότι λέγονται καὶ τὰ δύο, ἐπειδὴ δι᾿ ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὑπάρχουν δύο ὀνόματα. Διότι ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῆς γεννήσεως. Καὶ ὑπῆρχε μὲν πρίν, καὶ ὑπῆρχε πάντοτε, προερχόμενος ἀπὸ τὸν πάντοτε ὑπάρχοντα, πάνω ἀπὸ κάθε αἰτίαν καὶ λογικὴν (ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε λόγος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Λόγον), ἀλλὰ μετὰ ἔλαβε σῶμα πρὸς χάριν μας, διὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν εὐτυχῆ ὕπαρξιν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωσε τὴν ὕπαρξιν ἢ καλύτερα, διὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρει μὲ τὴν σάρκωσίν του εἰς τὴν εὐτυχῆ ὕπαρξιν ἀπὸ τὴν ὁποία εἴχαμε ἀπομακρυνθεῖ ἐξ αἰτίας τῆς κακίας μας. Καὶ εἰς μὲν τὴν ἐμφάνισιν δίδεται τὸ ὄνομα Θεοφάνεια, εἰς δὲ τὴν γέννησιν, Γενέθλια.
Δ´. Αὐτὸ εἶναι δι᾿ ἡμᾶς τὸ νόημα τῆς πανηγύρεως καὶ αὐτὸ ἑορτάζομεν σήμερα: Τὸν ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθώπους, διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ κατοικήσωμεν κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, ἢ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν (διότι ἔτσι νομίζω ὅτι εἶναι σωστότερον νὰ εἰπωθῇ), διὰ νὰ ἐνδυθῶμεν τὸν νέον ἄνθρωπον, ἀφοῦ ἐγκαταλείψωμεν τὸν παλαιόν. Καὶ ὅπως ἔχομεν ἀποθάνει μαζὶ μὲ τὸν Ἀδάμ, ἔτσι ἂς ζήσωμεν μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, ἂς γεννηθῶμεν μαζί του, ἂς συσταυρωθῶμεν καὶ ἂς ταφῶμεν μαζί του, διὰ ν᾿ ἀναστηθῶμεν μὲ τὴν ἀνάστασίν του. Διότι πρέπει νὰ ὑπομείνω τὴν ἀντίστροφον πορείαν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀγαθόν. Καὶ ὅπως ἀπὸ τὰ πιὸ εὐχάριστα ἦλθαν τὰ δυσάρεστα, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὰ δυσάρεστα νὰ ἐπανέλθουν τὰ πιὸ εὐχάριστα. «Διότι ἐκεῖ ποὺ ηὐξήθη σημαντικὰ ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ἐδόθη πλουσιοπάροχα καὶ ἡ χάρις». Καὶ ἂν ἡ γεῦσις ἐπέφερε τὴν καταδίκην, δὲν ἐδικαίωσε, πολὺ περισσότερο τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ; Ἂς ἑορτάζομεν ἑπομένως ὄχι μὲ δημοσίας πανηγύρεις, ἀλλὰ κατὰ τρόπον θεϊκόν. Ὄχι κατὰ τρόπον κοσμικόν, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ὑπερκόσμιον. Ὄχι τὰ ἰδικά μας ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὰ τοῦ Κυρίου. Ὄχι τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀσθένειαν, ἀλλὰ τὰ σχετικὰ μὰ τὴν θεραπείαν. Ὄχι τῆς δημιουργίας ἀλλὰ τὰ τῆς ἀναδημιουργίας.
 
http://ekdoseisxrysopigi.blogspot.gr/2013/01/blog-post_4795.html#more

Τά Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ἁγίου Νικολάου Ἀχρίδος.

 

Όταν ο Κύριός μας έφθασε τα τριάντα έτη από την κατά σάρκα γέννησή Του, άρχισε να διδάσκει και να πραγματοποιεί το σωτήριο έργο του. Ό ’Ίδιος σηματοδότησε τούτη την «αρχή της αρχής» με τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό. Ό άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων λέει χαρακτηριστικά: «Ό κόσμος αρχίζει με το νερό- το Ευαγγέλιο αρχίζει με τον Ιορδάνη». Κατά την ώρα της βάπτισης του Κυρίου στο νερό το μυστήριο κηρύχθηκε στον κόσμο -το μυστήριο πού προφητεύτηκε στην Παλαιά Διαθήκη, το μυστήριο το οποίο ήταν γνωστό μόνον ως μυθοπλασία στην αρχαία Αίγυπτο και Ινδία- το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Ό Θεός-Πατήρ αποκαλύφθηκε στην αίσθηση της ακοής, το  Άγιο Πνεύμα αποκαλύφθηκε στην αίσθηση της όρασης και ό Υιός αποκαλύφθηκε στην αίσθηση της αφής. Ό Πατήρ πρόφερε την μαρτυρία Του για τον Υιό , ό Υιός βαπτίστηκε μέσα στο νερό και το Άγιο Πνεύμα με την μορφή περιστεράς πέταξε πάνω από το νερό.

Όταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έδωσε μαρτυρία για το Χριστό αναφωνώντας: Ιδού ο Αμνός τού Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν τού κόσμου (Ίωάν.1:29) και όταν βάπτισε τον Κύριο στον Ιορδάνη ποταμό, τότε φανερώθηκε η αποστολή τού Χριστού μέσα στον κόσμο, άλλα και ό δρόμος της σωτηρίας μας.

Με άλλα λόγια, ο Κύριος πήρε επάνω Του τις αμαρτίες του ανθρωπίνου γένους, πέθανε κάτω άπ’ αυτές (κατάδυση στο Βάπτισμα) και αναστήθηκε (ανάδυση μέσα απ’ το νερό)• πρέπει να πεθάνουμε ως προς τον παλαιό αμαρτωλό άνθρωπο και ν’ αναστηθούμε ως κεκαθαρμένοι, ανακαινισμένοι και αναγεννημένοι άνθρωποι. Αυτός είναι ο Σωτήρας μας και αυτός είναι ο δρόμος της σωτηρίας. Ή εορτή των Θεοφανείων λέγεται επίσης εορτή των Φώτων. Το γεγονός πού έλαβε χώρα στον Ιορδάνη ποταμό μάς φωτίζει, αποκαλύπτοντας μας τον Θεό ώς Τριάδα Όμούσιον και Αδιαίρετον. Αύτός είναι ό ένας τρόπος τού φωτισμού μας. Ό δεύτερος είναι ότι ό καθένας μας κατά την βάπτισή του στο νερό φωτίζεται- έτσι μάς υιοθετεί ό Πατήρ των Φώτων, με την χάρη τού Υιού και τη, δύναμη τού Αγίου Πνεύματος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΧΡΙΔΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ/ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ.

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/01/blog-

Ὁμιλία στήν ἡμέρα τῶν Φώτων (Γρηγόριος Νύσσης)


  

Τώρα αναγνωρίζω το κοπάδι μου, σήμερα βλέπω τη συνηθισμένη εκκλησία, σήμερα που, μισώντας και την απασχόληση με τις σαρκικές φροντίδες, τρέξατε όλο το πλήρωμα για να λατρεύσετε το Θεό. Και γεμίζει ο λαός ασφυκτικά μέσα το ναό φτάνοντας ως τα ιερά άδυτα, αλλά γεμίζει και τον εξωτερικό χώρο στα προαύλια, όσος δεν μπορεί να χωρέσει μέσα σύμφωνα με την εικόνα των μελισσών, που άλλες δουλεύουν μέσα κι άλλες βομβούν απ’ έξω απ’ την κυψέλη. Έτσι λοιπόν, παιδιά μου, να κάνετε και μη χάνετε ποτέ το ζήλο σας αυτόν. Συγκινούμαι, ομολογώ, ως ποιμένας και θέλω καθισμένος σ’ αυτή την υψηλή σκοπιά να βλέπω γύρω μου στους πρόποδες συναγμένο το ποίμνιό μου. Κι αν μου συμβαίνει αυτό, γεμίζω από προθυμία θαυμαστή και επεξεργάζομαι μ’ ευχαρίστηση το λόγο μου, όπως οι βοσκοί τα ποιμενικά τους τραγούδια. Όταν όμως συμβαίνει διαφορετικά και σας παρασύρει η εξωτερική πλάνη, όπως πρόσφατα κάνατε την περασμένη Κυριακή, δυσαρεστούμαι πολύ και προτιμώ τη σιωπή. Σκέφτομαι να φύγω από δω κι αναζητώ το όρος Κάρμηλο του προφήτη Ηλία ή ένα ακατοίκητο βράχο. Γιατί όσοι είναι κυριευμένοι από λύπη αγαπούν τη μοναξιά και την ερημία. Τώρα όμως, βλέποντάς σας με όλη την οικογένειά σας να είστε όλοι συγκεντρωμένοι στην πανήγυρη, θυμάμαι το λόγο του προφήτη, που από παλιά ο Ησαΐας αναφώνησε, υμνώντας την καλλίτεκνη και πολύτεκνη Εκκλησία του Χριστού. «Ποιοί είναι αυτοί;», λέει˙ «έρχονται καταπάνω μου σαν σύννεφα και σαν περιστέρια με τα μικρά τους».1 Μαζί μ’ αυτό και εκείνο: «είναι στενός ο τόπος για μένα, κάνε μου τόπο για να κατοικήσω».2 Αυτά όρισε η δύναμη του Πνεύματος για την πολυάνθρωπη Εκκλησία του Θεού, που έμελλε πολλά χρόνια αργότερα «να γεμίσει όλη την οικουμένη απ’ άκρη σε άκρη».3 Έφτασε λοιπόν ο καιρός κι έφερε μαζί του τη μνήμη αγίων μυστηρίων που καθαίρουν τον άνθρωπο, που καθαρίζουν και τη δύσκολη αμαρτία της ψυχής και του σώματος και επαναφέρουν στο αρχικό κάλλος, που διαμόρφωσε σ’ εμάς ο αριστοτέχνης Θεός. Και γι’ αυτό ο μυημένος λαός που έχετε δοκιμάσει τα αγαθά της ημέρας μαζευτήκατε και φέρατε μαζί σας κι αυτόν που δεν τα έχει δοκιμάσει, σαν πατέρες φρόνιμοι που οδηγούν μ’ επιμέλεια και προσοχή τους αμύητους στην τέλεια κατανόηση της ευσέβειας. Εγώ χαίρομαι και με τους δύο μαζί˙ με όσους έχετε βαπτισθεί, γιατί λάβατε τον πλούτο της μεγάλης δωρεάς˙ με όσους δε βαπτιστήκατε ακόμα, γιατί ελπίζετε μια καλή προσδοκία, άφεση των ευθυνών σας, ελευθέρωση από τα δεινά, οικείωση με το Θεό, παρρησία ελεύθερη, αντί δουλική ταπείνωση ισοτιμία με τους αγγέλους. Γιατί αυτά και ό,τι επακολουθεί σ’ αυτά σας εγγυάται και σας δίνει η χάρη του βαπτίσματος. Γι’ αυτό αφήνοντας τα άλλα θέματα των Γραφών για άλλες ευκαιρίες, ας παραμείνομε στο σκοπό μας, αφιερώνοντας ανάλογα με τη δύναμή μας στην εορτή όσα της ταιριάζουν και προσφέρονται. Η κάθε μια πανήγυρη απαιτεί το δικό της. Έτσι το γάμο τον τραγουδάμε με επιθαλάμια, στο πένθος λέμε τους επικήδειους θρήνους που συνηθίζονται, σε υποθέσεις συζητούμε σοβαρά, στις διασκεδάσεις διώχνομε το πνίξιμο και την ένταση της ψυχής, και κάθε περίπτωση την τηρούμε καθαρή από τα άσχετα πράγματα.

 

Γεννήθηκε λοιπόν ο Χριστός πριν από λίγες ημέρες, αυτός που έχει γεννηθεί πριν από κάθε αισθητή και νοητή ουσία. Βαπτίζεται σήμερα από τον Ιωάννη, για να αποκαθάρει τον γεμάτο ρύπους άνθρωπο, να φέρει το Πνεύμα από τον ουρανό και ν’ ανυψώσει τον άνθρωπο στους ουρανούς, για να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει και να ντροπιαστεί εκείνος που τον έριξε (και μη θαυμάσεις αν ο Θεός έδειξε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για μας), για να πραγματοποιήσει ο ίδιος τη σωτηρία του ανθρώπου.

Γιατί με πολλές προσπάθειες μας επιβουλεύτηκε ο κακούργος, μας σώζει όμως ο δημιουργός μας με τη φροντίδα του. Και ο κακούργος και φθονερός, που άνοιξε κατά του γένους των ανθρώπων το δρόμο της αμαρτίας, βρήκε άξιο όργανο και προκάλυμμα της γνώμης του το φίδι, ο ακάθαρτος μπήκε στο όμοιό του, αυτός που προτιμούσε τα γήινα και χθόνια κατοίκησε στο ερπετό. Ο Χριστός όμως που επανορθώνει την κακία εκείνου, αναλαμβάνει τέλειο τον άνθρωπο και σώζει τον άνθρωπο και γίνεται για όλους τύπος και χαρακτήρας, για να αγιάσει την απαρχή κάθε πράξης και να κληρονομήσει στους δούλους του το ζήλο του παραδομένου μυστηρίου βέβαιο και αναμφίβολο. Το βάπτισμα λοιπόν είναι κάθαρση αμαρτιών, άφεση των σφαλμάτων μας, αιτία ανακαινισμού και αναγέννησης, την αναγέννηση όμως να τη θεωρήσεις νοητή, όχι ότι τη βλέπομε με τα μάτια. Γιατί βέβαια δε θα μεταβάλομε, όπως θέλει ο Εβραίος Νικόδημος με τη μη πνευματική σκέψη του, το γέροντα σε παιδί ούτε το ρυτιδιασμένο ασπρομάλλη σε απαλό νέο ούτε θα επαναφέρομε τον άνθρωπο στην κοιλιά της μητέρας του, αλλά εκείνον που έχει σημαδευτεί από τις αμαρτίες κι έχει παλιώσει από τις κακές πράξεις, τον επαναφέρομε με την βασιλική χάρη στην αθωότητα του βρέφους. Όπως δηλαδή το παιδί μόλις γεννηθεί είναι ελεύθερο από εγκλήματα και τιμωρίες, έτσι και το παιδί της αναγέννησης δεν έχει για ποιο κακό ν’ απολογηθεί, αφού με βασιλική χάρη έχει απαλλαγεί από τις ευθύνες του. Αυτή βέβαια την ευεργεσία δεν τη χαρίζει το νερό (γιατί το νερό θα ήταν το ανώτερο στοιχείο της φύσης), αλλά η προσταγή του Θεού και η επιφοίτηση του Πνεύματος που φτάνει μυστικά στη δική μας ελευθερία, ενώ το νερό συντελεί στο να φανεί η κάθαρση. Επειδή δηλαδή συνηθίσαμε το σώμα μας που λερώθηκε από λεκέδες και λάσπες να το πλύνομε με νερό και να το κάνομε καθαρό, γι’ αυτό χρησιμοποιούμε το νερό και στη μυστική αυτή πράξη, για να δηλώσομε την άυλη λαμπρότητα με το αισθητό στοιχείο. Ή καλύτερα ας επιμείνομε και σε λεπτότερη ανάλυση σχετικά με το βάπτισμα, σα να έχομε αρχίσει από κάποια πηγή που είναι το παράγγελμα της Γραφής.«Αν κάποιος δε γεννηθεί», λέει, «από νερό και Πνεύμα, δεν μπορεί να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών».4 Γιατί απαιτούνται και τα δύο και δε θεωρήθηκε ότι είναι αρκετό μόνο το Πνεύμα για να ολοκληρωθεί το βάπτισμα; Ο άνθρωπος είναι σύνθετος και όχι απλός, όπως ακριβώς γνωρίζομε, και γι’ αυτό στο διπλό αυτό σύζευγμα ορίστηκαν για τη θεραπεία του τα συγγενή και όμοια φάρμακα, για το ορατό σώμα το αισθητό νερό, και την αόρατη ψυχή το αφανές Πνεύμα, που το καλούμε με πίστη και έρχεται με τρόπο άρρητο. Γιατί «το Πνεύμα πνέει όπου θέλει κι ακούς τη φωνή του, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και που πηγαίνει».5 Ευλογεί και το σώμα που βαπτίζεται και το νερό που βαπτίζει. Γι’ αυτό να μην περιφρονήσεις το θείο λουτρό ούτε να το εξευτελίσεις σαν κάτι κοινό επειδή χρησιμοποιεί το νερό. Γιατί αυτό που ενεργεί είναι μεγάλο κι από εκείνο γίνονται τα τελούμενα θαυμαστά. Εξάλλου και το άγιο αυτό θυσιαστήριο που στεκόμαστε γύρω του είναι μια κοινή στη σύστασή του πέτρα που δε διαφέρει σε τίποτε από τις άλλες πλάκες που διακοσμούν τους τοίχους και ομορφαίνουν τα δάπεδα˙ επειδή όμως αγιάστηκε για την λατρεία του Θείου και δέχτηκε και την ευλογία, έγινε τράπεζα αγία, θυσιαστήριο άχραντο, που δεν το αγγίζει πια ο καθένας, παρά οι ιερείς μόνο κι αυτοί με φόβο και ευλάβεια. Ο άρτος πάλι είναι ψωμί, αλλά όταν τον εξαγιάζει το μυστήριο, λέγεται και είναι σώμα Χριστού. Έτσι και το μυστικό λάδι, έτσι και το κρασί˙ ενώ έχουν μικρή αξία πριν από την ευλογία, αποχτά καθένα από αυτά μετά τον αγιασμό τους ιδιαίτερη ενέργεια.

Η ίδια δύναμη του Λόγου κάνει και τον ιερέα σεβαστό και τιμημένο, που αποχωρίζεται από την κοινή σχέση του με τους πολλούς με την καινή ευλογία που έλαβε. Χτες δηλαδή και προχτές ήταν ένας από τους πολλούς και ξαφνικά παρουσιάζεται οδηγός των λαών, προκαθήμενος, διδάσκαλος της πίστης, μυσταγωγός αοράτων μυστηρίων. Κι αυτά τα κάνει χωρίς να μεταβληθεί καθόλου το σώμα του ή η μορφή του, αλλά κατά το φαινόμενο είναι εκείνος που ήταν, έχει όμως μεταμορφωθεί η αόρατη ψυχή του με μια αόρατη δύναμη και χάρη προς το καλύτερο. Κατά τον ίδιο τρόπο όταν σκεφτείς πολλά πράγματα θα τα δεις ευκαταφρόνητα κατά το φαινόμενο, αλλά οι ενέργειές τους είναι μεγάλες, όταν μάλιστα αναλογιστείς τα συγγενή και όμοια με το ζητούμενο από την Παλαιά Διαθήκη. Το ραβδί του Μωυσή ήταν από ξύλο καρυδιάς, τι άλλο από ένα ξύλο κοινό, που το κόβει ο καθένας και το κρατά και το δουλεύει ανάλογα με το σκοπό που το θέλει και το ρίχνει κατά το κέφι του στη φωτιά; Όταν όμως ο Θεός θέλησε να επιτελέσει με το ραβδί αυτό τα υψηλά και ανώτερα από λόγο θαύματα, το ξύλο μεταβαλλόταν σε φίδι˙ κι αλλού πάλι χτυπώντας τα νερά άλλοτε έκανε το νερό αίμα6 κι άλλοτε ανάβρυζε γόνο βατραχιών7˙ κι αλλού έκοβε τη θάλασσα και τη χώριζε ως το βυθό χωρίς τα νερά να συρρέουν από τη μια και την άλλη.8 Όμοια κι ενός από τους προφήτες η προβιά, ενώ ήταν δέρμα, έκανε τον Ελισσαίο αφήγημα της οικουμένης.9 Το ξύλο πάλι του σταυρού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, ενώ όπως ακούω είναι σανίδα μουριάς, ενός δέντρου περιφρονημένου και κατώτερου από τα πιο πολλά. Επίσης ο θάμνος του βάτου έδειξε στο Μωυσή το Θεό,10 το λείψανο πάλι του Ελισσαίου ανάστησε κάποιο νεκρό11 και ο πηλός έδωσε το φως στον τυφλό από την κοιλιά της μάνας του.12 Όλα αυτά είναι υλικά άψυχα και αναίσθητα, έγιναν όμως μέσα για τα μεγάλα θαύματα, όταν δέχτηκαν τη δύναμη του Θεού. Με την ίδια σειρά των συλλογισμών αν και το νερό είναι νερό και τίποτε άλλο, ανανεώνει τον άνθρωπο στη νοητή αναγέννηση, ενώ η χάρη από τον ουρανό το ευλογεί. Αν πάλι κάποιος που διστάζει κι αμφιβάλλει κι ενοχλεί υποβάλλοντας συνέχεια ερωτήσεις και ζητώντας εξηγήσεις, πώς το νερό και η μυσταγωγία που γίνεται μ’ αυτό αναγεννά, θ’ απαντήσω σ’ αυτόν με όλο μου το δίκιο. Παράστησέ μου τον τρόπο της σωματικής γέννησης και θα σου εκθέσω κι εγώ τη δύναμη της αναγέννησης της ψυχής. Θα μιλήσεις ίσως με τον τρόπο απόδοσης αιτίας˙ το σπέρμα ως αιτία κάνει τον άνθρωπο. Άκουσε τώρα κι εμένα, ότι το νερό που ευλογείται καθαίρει και φωτίζει τον άνθρωπο. Αν πάλι μου αντιπροβάλεις το πώς, θα σου φωνάξω κι εγώ δυνατότερα˙ Πώς γίνεται άνθρωπος η υδαρής και άμορφη ουσία; Και προχωρώντας ο λόγος μ’ αυτόν τον τρόπο σ’ όλη την κτίση θα δοκιμαστεί σε κάθε πράγμα. Πώς έγινε ο ουρανός, πώς η γη, πώς η θάλασσα, πώς το κάθε πράγμα; Γιατί ο λογισμός των ανθρώπων σταματώντας μπροστά στην απορία να βρει, καταφεύγει στη φράση αυτή σα να ήταν κάθισμα για τους αδύνατους στη πεζοπορία. Και για να συντομεύσω, παντού η δύναμη και η ενέργεια του Θεού είναι ακατάληπτη και ανεξήγητη˙ δίνει εύκολα την ύπαρξη σε όσα θέλει, μας κρύβει όμως τη λεπτομερή γνώση της λειτουργίας της. Γι’ αυτό και ο μακάριος Δαβίδ, όταν στάθηκε κάποτε κι έστρεψε το νου του στη μεγαλοπρέπεια της κτίσης και γέμισε η ψυχή του από άπειρο θαυμασμό, διατύπωσε εκείνο που επαναλαμβάνουν όλοι˙ «πόση μεγαλοσύνη, Κύριε, δείχνουν τα έργα σου˙ όλα τα δημιούργησες με σοφία».13 Τη σοφία δηλαδή την κατανόησε, δε βρήκε όμως τον τρόπο λειτουργίας της σοφίας.

Αφού εγκαταλείψομε λοιπόν την πάνω από την ανθρώπινη δύναμη πολυπραγμοσύνη, ας επιζητήσομε μάλλον εκείνο, που δείχνει έστω και μερική κατανόηση. Για ποιό λόγο γίνεται με το νερό η κάθαρση και ποιά η ανάγκη να γίνονται οι τρεις καταδύσεις; Αυτό λοιπόν που και οι πατέρες δίδαξαν και ο δικός μας νους σκέφτηκε και παραδέχτηκε είναι τούτο. Γνωρίζομε ότι ο κόσμος αποτελείται από τέσσερα στοιχεία, σ’ όλους γνωστά ακόμα κι αν αποσιωπηθούν τα ονόματά τους. Κι αν πρέπει να πω τα ονόματά τους για τους απλούστερους, αυτά είναι η φωτιά και ο αέρας, η γη και το νερό. Ο Θεός λοιπόν και σωτήρας μας ολοκληρώνοντας τη για χάρη μας οικονομία, κατέβηκε στο τέταρτο από αυτά, τη γη, για να κάνει τη ζωή ν’ ανατείλει από εκεί. Εμείς, παραλαμβάνοντας το βάπτισμα για να μιμηθούμε τον Κύριο και διδάσκαλο και οδηγό μας, δε θαπτόμαστε βέβαια στη γη (γιατί αυτή γίνεται κάλυμμα του φυσικώς νεκρωμένου σώματος καλύπτοντας την ασθένεια και τη φθορά της φύσης μας), αλλά ερχόμαστε στο συγγενικό με τη γη στοιχείο, το νερό και σ’ εκείνο κρυβόμαστε, όπως ο Σωτήρας στη γη, και αυτό κάνοντάς το τρεις φορές, εξεικονίζομε με τον εαυτό μας την τριήμερη χάρη της ανάστασης. Και δεν τα κάνομε αυτά παίρνοντας το μυστήριο σιωπηλά, αλλάεπικαλούμαστε κατ’ αυτό τις τρεις άγιες υποστάσεις, στις οποίες πιστέψαμε και στις οποίες ελπίζομε, από τις οποίες έχομε και το ότι υπάρχομε και το ότι θα ξαναζήσομε.

Ίσως δυσανασχετείς εσύ που μάχεσαι με θράσος τη δόξα του Πνεύματος και ζηλεύεις για το σεβασμό του Παρακλήτου εκ μέρους των ευσεβών. Πάψε να συμπλέκεσαι μαζί μου κι αντιστάσου στους λόγους του Κυρίου, αν μπορείς, που νομοθέτησαν την επίκληση αυτή κατά το βάπτισμα. Τί λέει λοιπόν το παράγγελμα του Κυρίου; «Βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος».14 Γιατί «στο όνομα του Πατέρα»; Επειδή είναι αρχή των πάντων. Γιατί «στο όνομα του Υιού»; Επειδή είναι αρχή των πάντων. Γιατί «στο Πνεύμα το άγιο»; Επειδή τελειοποιεί τα πάντα. Σκύβομε λοιπόν το κεφάλι στον Πατέρα, για να μας αγιάσει. Σκύβομε στον Υιό, για να επιτύχομε το ίδιο. Σκύβομε και στο άγια Πνεύμα, για να γίνομε ότι είναι και λέγεται. Δεν υπάρχει διαφορά αγιασμού, ότι τάχα ο Πατέρας αγιάζει περισσότερο, λιγότερο ο Υιός και λιγότερο από τους δύο το άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν κομματιάζεις τις τρεις υποστάσεις σε διαφορετικές φύσεις και δημιουργείς τρεις θεούς ανόμοιους μεταξύ τους, ενώ από όλους δέχεσαι μια και την αυτή χάρη;

Επειδή όμως τα παραδείγματα κάνουν πάντα πιο παραστατικό το λόγο σ’ αυτούς που ακούνε, θέλω να ελέγξω τη γνώμη όσων βλασφημούν, διασαφηνίζοντας με τα γήινα και τα ταπεινά τα μεγάλα και όσα δεν συλλαμβάνει η αίσθηση. Αν σου τύχαινε να υποστείς τη συμφορά της αιχμαλωσίας και να ζήσεις κοντά στους εχθρούς και να είσαι δούλος και να ταλαιπωρείσαι και να στενάζεις για την παλιά ελευθερία που είχες και ξαφνικά κάποιοι που έγιναν γνώριμοί σου, πολίτες της χώρας των κυρίων σου και των τυράννων, σε ελευθέρωναν από τη σκλαβιά που σε πίεζε δίνοντας ίσο μερίδιο λύτρων ο καθένας και μοιράζοντας εξίσου τη δαπάνη μεταξύ τους, άραγε, τυχαίνοντας αυτή τη χάρη, δε θα έβλεπες όμοια και τους τρεις ως ευεργέτες και θα απέδιδες τα λύτρα σε τρία ίσα μέρη, αφού το ενδιαφέρον τους για χάρη σου και η δαπάνη ήταν κοινή, αν βέβαια είσαι δίκαιος κριτής της ευεργεσίας; Αυτά όσα μπορεί να πει ένα παράδειγμα. Γιατί δεν είναι τώρα σκοπός μου να σας απευθύνω τη διδασκαλία της πίστης μας. Ας επιστρέψουμε όμως στην παρούσα περίπτωση και το θέμα που μας απασχολεί. Βρίσκω ότι τη δωρεά του βαπτίσματος δεν την κήρυξαν τα ευαγγέλια που γράφτηκαν μετά το σταυρό, αλλά και πριν από την ενανθρώπηση του Κυρίου σε όλα τα μέρη της η Παλαιά Διαθήκη προτύπωσε την εικόνα της αναγέννησής μας, χωρίς βέβαια να την παρουσιάζει με ολοκάθαρη μορφή, αλλά προσημαίνοντας τη φιλανθρωπία του Θεού με αινίγματα. Κι όπως υπήρχαν προαγγελίες για τον αμνό και προφητείες για το σταυρό, έτσι υπήρχε και πρακτικό και λογικό μήνυμα για το βάπτισμα. Ας υπενθυμίσομε στους φίλους του καλού τις προτυπώσεις. Γιατί ο καιρός της εορτής απαιτεί τη μνήμη τους ως απαραίτητη.

Η Άγαρ,15 η δούλη του Αβραάμ, που και ο Παύλος αναφέρει μιλώντας αλληγορικά στους Γαλάτες, όταν διώχτηκε από το σπίτι του κυρίου της εξαιτίας της οργής της Σάρρας (είναι φοβερό για τις νόμιμες γυναίκες να υποπτεύονται σχέση της δούλης τους με τον κύριο του σπιτιού), η Άγαρ πλανιόταν έρημη μέσα στην ερημιά έχοντας στην αγκαλιά της μικρό που θήλαζε, τον Ισμαήλ. Της έλειψαν κάποτε τα εφόδιά της κι έφτασε κι αυτή στα πρόθυρα του θανάτου και το παιδί πριν από αυτή (γιατί το νερό που είχε στον ασκό τελείωσε επειδή ούτε ήταν δυνατό η συναγωγή να έχει αυτάρκεια ζωής, αυτή που ως τότε ζούσε στους τύπους της αέναης πηγής). Τότε κατά παράδοξο τρόπο παρουσιάζεται άγγελος και της δείχνει ένα πηγάδι με ζωντανό φρέσκο νερό και παίρνοντας από κει νερό σώζει τον Ισμαήλ. Πρόσεξε λοιπόν τύπο μυστικό, πώς ευθύς από την αρχή η σωτηρία γι’ αυτόν που χάνεται πραγματοποιείται με ζωντανό νερό που δεν υπήρχε πρώτα, αλλά παραχωρήθηκε κατά χάρη από άγγελο.16

Και πάλι ύστερα από χρόνια έπρεπε να γίνει ο γάμος του Ισαάκ, που για χάρη του διώχτηκε και ο Ισμαήλ με τη μητέρα του από την πατρική εστία. Στάλθηκε λοιπόν ο υπάλληλος του Αβραάμ ως προξενητής για να βρει σύζυγο στον Ισαάκ και βρίσκει τη Ρεβέκα στο πηγάδι. Και ο γάμος που ήταν να δώσει τη γενιά του Χριστού έλαβε και την αρχή του και την πρώτη συμφωνία κοντά στο νερό. Αλλά και ο ίδιος ο Ισαάκ, όταν επιστατούσε στα κοπάδια του πατέρα του, σε όλα τα σημεία της ερήμου άνοιγε πηγάδια, που τα έφραζαν οι αλλόφυλοι και τα παράχωναν ως προτύπωση των μεταγενέστερων ασεβών, όσοι εμπόδιζαν τη δωρεά του βαπτίσματος και άνοιγαν στόμα κατά της αλήθειας πολεμώντας την. Οι μάρτυρες όμως και οι ιερείς νίκησαν στο άνοιγμα πηγαδιών και η δωρεά του βαπτίσματος κατάκλυσε όλη την οικουμένη.17

Σύμφωνα με αυτό το νόημα του λόγου και ο Ιακώβ πηγαίνοντας προς τη μνηστεία του συναντά απροσδόκητα τη Ραχήλ στο πηγάδι. Μεγάλη πέτρα έκλεινε το πηγάδι, που πολλοί βοσκοί μαζί μαζεύονταν και την έβγαζαν κι έτσι έπαιρναν νερό αυτοί και τα κοπάδια τους. Ο Ιακώβ όμως κύλησε μόνος του την πέτρα και ποτίζει τα πρόβατα της μελλούσης μνηστής του. Το πράγμα αποτελεί υπαινιγμό και σκιά του μέλλοντος. Ποιός ήταν ο λίθος που έκλεινε το πηγάδι, παρά ο ίδιος ο Χριστός, για τον οποίο λέει ο Ησαΐας «και θα βάλω τα θεμέλια της Σιών λίθο ακριβό, πολύτιμο, εκλεκτό»;18 Επίσης κι ο Δανιήλ˙ «λατομήθηκε πέτρα χωρίς ανθρώπου χέρι»,19 δηλαδή ο Χριστός γεννήθηκε χωρίς σύμπραξη ανδρός. Όπως δηλαδή είναι πρωτάκουστο και παράδοξο ν’ αποκοπεί μια πέτρα δίχως λατόμο και λιθουργικά εργαλεία, έτσι είναι πέρα από κάθε θαύμα να δούμε παιδί από παρθένα που δεν έχει νυμφευτεί. Ήταν λοιπόν πάνω στο πηγάδι ο νοητός λίθος, ο Χριστός που σκέπαζε στα βάθη και στο μυστήριο το λουτρό της αναγέννησης, που ήθελε πολύν καιρό ακόμα όπως σκοινί πολύ μακρύ για να βγει στην επιφάνεια. Και κανένας δεν αποκύλισε την πέτρα παρά μονάχα ο Ισραήλ, που σημαίνει, «νους που βλέπει το Θεό». Αλλά και αντλεί το νερό και ποτίζει τα πρόβατα της Ραχήλ, δηλαδή αποκάλυψε κρυμμένο μυστήριο και δίνει ζωτικό νερό στο κοπάδι της Εκκλησίας. Πρόσθεσε ακόμα και τα τρία ραβδιά του Ιακώβ.20 Όταν έφερε τα τρία ραβδιά κοντά στην πηγή, από τότε ο ειδωλολάτρης Λάβαν έγινε φτωχός, ενώ πλούσιος με πολλά κοπάδια έγινε ο Ιακώβ. Αλληγορικά μπορούμε να ερμηνεύσομε το Λάβαν με το διάβολο και τον Ιακώβ με το Χριστό. Γιατί μετά το βάπτισμα ο Χριστός σήκωσε όλο το κοπάδι του Σατανά και το έκανε δικό του πλούτο.

Ο μέγας πάλι Μωυσής όταν ήταν βρέφος χαριτωμένο και ακόμα θήλαζε έπεσε στην κοινή και σκληρή απόφαση,21 που πήρε ο απάνθρωπος Φαραώ κατά των αρσενικών παιδιών. Τον άφησαν λοιπόν στις όχθες του ποταμού όχι γυμνό, αλλά σε κιβώτιο (γιατί έπρεπε να ήταν ο τόπος του νόμου που ήταν σε κιβωτό) κοντά στο νερό. Γιατί ο νόμος γειτονεύει με τη χάρη και τα παροδικά ραντίσματα των Εβραίων που επρόκειτο λίγο αργότερα να πάρει τη θέση τους το τέλειο και θαυμαστό βάπτισμα.22 Και όπως νομίζει ο θεσπέσιος Παύλος κι ο ίδιος ο λαός που πέρασε την Ερυθρά θάλασσα ευαγγελιζόταν τη σωτηρία με το βάπτισμα. Πέρασε ο λαός και ο Αιγύπτιος βασιλιάς βούλιαξε μαζί με το στρατό του23 και δίνονταν για το μυστήριο έμπρακτη προφητεία. Γιατί και τώρα, όποτε ο λαός έρθει στο λουτρό της παλιγγενεσίας, φεύγοντας από την κακοποιό αμαρτία Αίγυπτο, ο ίδιος ελευθερώνεται και σώζεται, ενώ ο διάβολος μαζί με τους υπηρέτες του, εννοώ τα πονηρά πνεύματα, σκάζει από τη λύπη του κι αφανίζεται, γιατί θεωρεί συμφορά τη σωτηρία των ανθρώπων.

Είναι αυτά αρκετά βέβαια για να στηρίξουν την ανάπτυξή μου αυτή, αλλά ο φίλος του καλού δεν πρέπει ν’ αμελήσει και τα εξής. Αφού έπαθε πολλά, όπως μάθαμε, ο λαός των Εβραίων και πέρασε τη βασανιστική περίοδο της ερήμου, δε χάρηκε τη γη της επαγγελίας, μέχρι που με οδηγό του τον Ιησού και της ζωής του κυβερνήτη και με την κατεύθυνση εκείνου έφθασε στον Ιορδάνη.24 Και ο Ιησούς, που έριξε τις δώδεκα πέτρες στο ποτάμι,25 είναι φανερό ότι προεικόνιζε τους δώδεκα μαθητές τους υπηρέτες του βαπτίσματος. Και η θαυμαστή ιερουργία του θεσβίτη γέροντα26, που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινο νου, τι άλλο μπορεί να προμηνά στην πράξη, παρά την πίστη στον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και την απολύτρωσή μας; Επειδή δηλαδή όλος ο λαός των Εβραίων, καταπατώντας την προγονική του ευσέβεια, ξέπεσε στην πλάνη της πολυθεΐας και ο βασιλιάς Αχαάβ ήταν παίγνιο της ειδωλολατρίας, έχοντας κακή σύντροφο της ζωής του και παμμίαρη δασκάλισσα της ασέβειας την διαβόητη Ιεζάβελ, ο προφήτης, αφού εμφορήθηκε από τη χάρη του Πνεύματος, πήγε να συναντήσει τον Αχαάβ, και μπροστά στα μάτια του βασιλιά και όλου του λαού αντιπαρατέθηκε στους ιερείς του Βάαλ σε αγώνα θαυμαστό και καταπληκτικό. Τους πρότεινε να θυσιάσουν το βόδι χωρίς φωτιά και τους παρουσίασε καταγέλαστους και αξιολύπητους, καθώς προσεύχονταν και φώναζαν χωρίς αποτέλεσμα στους ανύπαρκτους θεούς. Τέλος, αφού επικαλέστηκε κι εκείνος το δικό του αληθινό Θεό, πραγματοποίησε με τρόπο θαυμαστό με πολλά και καταπληκτικά σημεία τον αγώνα που είχε προτείνει. Διότι έφερε δηλαδή απλώς τη φωτιά από τον ουρανό στα ξερά ξύλα με την προσευχή, αλλά έδωσε εντολή στους υπηρέτες και πρόσταζε να φέρουν πολύ νερό. Κι αφού άδειασε τρεις φορές τους κουβάδες επάνω στις σχίζες, άναψε με την προσευχή του τη φωτιά μέσα από το νερό κι έτσι με τη φυσική εναντιότητα των στοιχείων, που κατά παράδοξο τρόπο ενώθηκαν σε φιλία και συνεργασία, φανέρωσε με το παραπάνω τη δύναμη του ίδιου του Θεού.

Αυτά βέβαια μας προανήγγειλε ο Ηλίας με σαφήνεια με την θαυμαστή εκείνη θυσία του για τη μυσταγωγία του βαπτίσματος που θα τελούσαμε αργότερα. Γιατί η φωτιά άναψε όταν χύθηκε το νερό για τρίτη φορά, για να δηλωθεί ότι, όπου υπάρχει το «μυστικόν ύδωρ», εκεί υπάρχει και το Πνεύμα που αναφλέγει το θερμό, το όμοιο με φωτιά, που καίει τους ασεβείς και φωτίζει τους πιστούς. Αλλά βέβαια και ο μαθητής του Ελισσαίος, όταν ήρθε σ’ αυτόν ικέτης ο Ναιμάν ο Σύρος, που είχε νοσήσει από λέπρα, έλουσε μέσα στον Ιορδάνη και καθαίρει τον άρρωστο με τη γενική χρήση του νερού, αλλά και με το ιδιαίτερο βάπτισμα μέσα στο ποτάμι προϋποδήλωνε το μελλοντικό.27 Γιατί από τα ποτάμια μόνο ο Ιορδάνης δέχτηκε την αρχή του αγιασμού και της ευλογίας και σαν από κάποια πηγή με τη δική του προτύπωση σκορπούσε σ’ όλον τον κόσμο τη χάρη του βαπτίσματος. Αυτά είναι τα ενεργά και πρακτικά μηνύματα της παλιγγενεσίας μας με το βάπτισμα.

Ας δούμε όμως τώρα τι είπαν και φώναξαν οι προφητείες. Ο Ησαΐας φώναζε λέγοντας˙ «λουσθείτε, γίνετε καθαροί, αφαιρέσετε τις πονηρίες από τις ψυχές σας».28 Ο Δαβίδ πάλι˙ «πλησιάστε σ’ αυτόν και φωτιστείτε και τα πρόσωπά σας δε θα καταντροπιαστούν».29 Ενώ ο Ιεζεκιήλ, γράφοντας σαφέστερα από τους δύο και πιο καθαρά, δίνει την καλή υπόσχεση˙ «θα σας ραντίσω με νερό καθαρό και θα καθαριστείτε από κάθε ακαθαρσία και από όλα τα είδωλά σας θα σας καθαρίσω και θα σας δώσω νέα καρδιά και πνεύμα νέο˙ θα αφαιρέσω την πέτρινη καρδιά από τη σάρκα σας, θα σας δώσω καρδιά σάρκινη και θα δώσω για να έχετε μέσα σας το πνεύμα μου».30 Αλλά και ο Ζαχαρίας πολύ παραστατικά προφητεύει και για τον Ιησού ντυμένο με το ρυπαρό ιμάτιο της δουλικής δικής μας σάρκας˙ ξεντύνοντάς τον όμως από το θλιβερό ρούχο του φορά την καθαρή και λαμπρή στολή,31 διδάσκοντάς μας με την εικόνα αυτήν, ότι όλοι εμείς με το βάπτισμα του Ιησού, αποθέτοντας τις αμαρτίες μας σαν φόρεμα φτωχικό και πολυμπαλλωμένο, φορούμε το ιερό και πανόμορφο φόρεμα της παλιγγενεσίας.

Πού έχει καταλληλότερη θέση κι εκείνος ο λόγος του Ησαΐα που απευθύνει στην έρημο, «γέμισε από ευφροσύνη έρημος διψασμένη, ας αναγαλλιάσει η έρημος κι ας ανθήσει όπως το κρίνο˙ θα γεμίσουν λουλούδια και θα αναγαλλιάσουν οι ερημιές του Ιορδάνη»;32 Είναι φανερό ότι δεν ευαγγελίζεται την ευφροσύνη σε τόπους άψυχους κι αναίσθητους, αλλά με την έρημο κάνει μεταφορά στην ξεραμένη κι αμελημένη ψυχή, όπως ακριβώς κι ο Δαβίδ, όταν λέει, «η ψυχή μου σε παρακαλεί σαν γη δίχως νερό».33 Και πάλι˙ «η ψυχή μου ένιωσε τη δίψα του Θεού του ισχυρού, που ζει».34 Και ο Κύριος πάλι στο Ευαγγέλιο λέγει˙ «αν κάποιος διψά, ας έρχεται σ’ εμένα κι ας πίνει».35 Και στη Σαμαρείτιδα˙ «όποιος πίνει από αυτό το νερό θα διψάσει πάλι, όποιος όμως πιεί από το νερό που θα του δώσω εγώ, δε θα διψάσει στον αιώνα».36 Και η τιμή του Καρμήλου, δηλαδή η χάρη του Πνεύματος, αποδίδεται στην ψυχή που μοιάζει με την έρημο.37 Επειδή δηλαδή ο Ηλίας ζούσε στον Κάρμηλο (και το βουνό έγινε ονομαστό και φημίστηκε χάρη στην αρετή εκείνου που κατοικούσε σ’ αυτό), ενώ ο Ιωάννης ο βαπτιστής που ακτινοβολούσε το πνεύμα του Ηλία38 αγίαζε τον Ιορδάνη, γι’ αυτό ο προφήτης νομοθετούσε ότι η τιμή του Καρμήλου θα δοθεί στο ποτάμι.

Ακόμη μετέφερε στο ποτάμι και τη δόξα του Λιβάνου από τη σύγκριση με τα ψηλά του δέντρα. Όπως δηλαδή εκείνος ο Λίβανος έχει σπουδαία αφορμή θαυμασμού αυτά τα δέντρα, που βλασταίνει και τρέφει, έτσι και ο Ιορδάνης δοξάζεται αναγεννώντας και βλασταίνοντας ανθρώπους στον Παράδεισο του Θεού. Τα δέντρα αυτά, κατά το λόγο των Ψαλμών,39 ανθούν πάντοτε και φουντώνουν από αρετές, τα φύλλα τους δεν πέφτουν και όταν ο Θεός δεχτεί στην ώρα του τον καρπό τους θα χαρεί σαν αγαθός φυτοκόμος που ευφραίνεται με τα ίδια του τα έργα. Ο θεσπέσιος πάλι Δαβίδ προφητεύοντας και για τη φωνή, που άφησε ο Πατέρας από τον ουρανό για τον Υιό που βαπτιζόταν, για να οδηγήσει όσους άκουαν στο φυσικό αξίωμα της θεότητας, ενώ ως τότε ήταν στραμμένοι στην αισθητή ευτέλεια του ανθρώπου, έγραψε στο γνωστό βιβλίο του˙ «η φωνή του Κυρίου αντιλαλεί πάνω στα κύματα, η φωνή του Κυρίου η μεγαλόβροντη».40 Αλλά στο σημείο αυτό πρέπει να σταματήσω τις μαρτυρίες από τις θείες Γραφές. Γιατί ο λόγος μπορεί να συνεχιστεί στο άπειρο, αν θέλει κανένας εκλέγοντας το καθένα να τα παραθέσει σ’ ένα βιβλίο. Εσείς όμως όλοι, όσοι σας στολίζει το κόσμημα της παλιγγενεσίας κι έχετε καύχημά σας το σωτήριο ανακαινισμό σας, δείξτε μου μετά τη μυστική χάρη την αλλαγή των τρόπων σας και τη διαφορά του στολισμού σας προς το καλύτερο να μου τη γνωρίσετε με την καθαρότητα της ζωής σας. Από όσα βέβαια βλέπουν τα μάτια δεν αλλάζει τίποτε και τα σωματικά χαρακτηριστικά παραμένουν αμετάβλητα˙ ούτε μεταλλάζει η διαμόρφωση της ορατής φύσης, χρειάζεται όμως οπωσδήποτε μια απόδειξη σαφής, με την οποία θ’ αντιληφθούμε τον νεογέννητο άνθρωπο, διακρίνοντας με κάποια φανερά σημάδια το νέο από τον παλαιό. Αυτά νομίζω είναι οι εκούσιες κινήσεις της ψυχής, με τις οποίες χωρίζοντας τον εαυτό της από τις παλιές συνήθειες και βαδίζοντας νεότερο δρόμο ζωής θα διδάξει με σαφήνεια τους γνωστούς της ότι έγινε τελείως διαφορετική από ό,τι ήταν, χωρίς να σέρνει κανένα γνώρισμα της παλιάς κακίας της. Και είναι ο τρόπος της μεταμόρφωσης αυτός, αν πεισθείτε σ’ εμένα και φυλάξετε το λόγο μου σαν νόμο. Ο πριν από το βάπτισμα άνθρωπος ήταν ακόλαστος, πλεονέκτης, άρπαγας των ξένων πραγμάτων, υβριστής, συκοφάντης κι ό,τι άλλο όμοιο και σύμφωνο μ΄ αυτά. Ας γίνει τώρα κόσμιος, φρόνιμος, αρκούμενος στα δικά του και μεταδίδοντας από αυτά και στους φτωχούς, φίλος της αλήθειας, που ξέρει να τιμά, να είναι ευπροσήγορος, να κάνει γενικά κάθε αξιέπαινη πράξη. Όπως το σκότος με το φως διαλύεται και αφανίζεται το σκοτάδι με την επικράτηση του λευκτού χρώματος, έτσι και ο παλαιός άνθρωπος αφανίζεται όταν τον στολίσουν τα έργα της δικαιοσύνης. Βλέπεις με ποιό τρόπο και ο Ζακχαίος41 με τη μεταβολή της ζωής του σκότωσε τον τελώνη ανταποδίδοντας σε όσους είχε αδικήσει διπλά εκείνα που τους είχε πάρει και μοίρασε τα υπόλοιπα στους φτωχούς, που προηγουμένως τα είχε αποθησαυρίσει από τους φτωχούς που είχε καταπιέσει. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος, άλλος τελώνης, ασκώντας την ίδια τέχνη με το Ζακχαίο, ευθύς μετά την κλήση του άλλαξε τη ζωή του όπως μια προσωπίδα.42 Ο Παύλος ήταν διώκτης,43 αλλά μετά τη χάρη έγινε απόστολος, σηκώνοντας για χάρη του Χριστού βαριές αλυσίδες ως απολογία του και δείγμα μετάνοιας για τα άδικα δεσμά που έλαβε από το νόμο και τα εφάρμοζε κατά των ευαγγελίων.

Τέτοια έπρεπε να είναι η αναγέννηση, έτσι να κόβεται η συνήθεια στην αμαρτία, έτσι να πολιτεύονται οι υιοί του Θεού. Γιατί ονομαζόμαστε μετά το βάπτισμα παιδιά εκείνου. Και γι’ αυτό έπρεπε να εξετάσουμε μ’ ακρίβεια τα ιδιώματα του Πατέρα μας, ώστε, πλάθοντας και διαμορφώνοντας τον εαυτό μας προς την ομοιότητα του Πατέρα μας, να φαινόμαστε γνήσια παιδιά εκείνου που μας κάλεσε στην κατά χάρη υιοθεσία. Είναι εξευτελιστική κατηγορία ο νόθος και πλαστός που διαψεύδει με τα έργα του την πατρική ευγένεια. Γι’ αυτό νομίζω και ο ίδιος ο Κύριος στα Ευαγγέλια, ορίζοντάς μας τους κανόνες του βίου, χρησιμοποιεί προς τους μαθητές του τα γνωστά λόγια˙ «κάνετε καλό σε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας κάνουν κακό και σας καταδιώκουν, για να γίνετε παιδιά του ουράνιου Πατέρα σας˙ γιατί ανατέλλει τον ήλιο σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει για τους δικαίους και τους άδικους».44 Τότε γίνονται, λέει, παιδιά του, όταν αποτυπώσουν την ομοιότητα της πατρικής αγαθότητας με τους λογισμούς τους στη φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους τους.

Γι’ αυτό και μετά το αξίωμα της υιοθεσίας μας επιβουλεύεται και ο διάβολος εντονότερα με ακονισμένο φθονερό μάτι, όταν βλέπει την ομορφιά του νεογέννητου ανθρώπου να σπεύδει στην ουράνια πολιτεία, από την οποία ξέπεσε εκείνος. Ξεσηκώνει εναντίον μας πύρινους τους πειρασμούς, επιδιώκοντας να λαφυραγωγήσει και το δεύτερο στολισμό, όπως την προηγούμενη στολή. Όταν όμως αντιληφθούμε τις προσβολές του πρέπει να λέμε στον εαυτό μας τον αποστολικό λόγο˙ «όσοι βαπτιστήκαμε στ’ όνομα του Χριστού, βαπτιστήκαμε στο θάνατό του».45 Κι αν γίναμε σύμμορφοι του θανάτου του, είναι νεκρή οπωσδήποτε η αμαρτία, αφού τη διαπέρασε η λόγχη του βαπτίσματος, όπως εκείνο τον πόρνο ο ζηλωτής Φινεές.46 Φεύγε λοιπόν από μας, ανονόμαστε. Γιατί θέλεις και νεκρό να ταράζεις αυτόν που είχε συνταχθεί μαζί σου παλαιά, αυτόν που από παλαιά είχε χάσει τις αισθήσεις του για τις ηδονές. Ο νεκρός δεν αγαπά τα σώματα, ο νεκρός δεν γίνεται αιχμάλωτος του πλούτου, ο νεκρός δε συκοφαντεί, ο νεκρός δεν ψεύδεται, δεν αρπάζει όσα δεν του ανήκουν, δε βρίζει όσους συναντά. Ο βίος του ρυθμίστηκε για την άλλη ζωή˙ διδάχτηκε να περιφρονεί τα εγκόσμια, να προσπερνά τα γήινα και να σπεύδει προς τα ουράνια όπως ο Παύλος τονίζει ρητά, ότι «γι’ αυτόν έχει σταυρωθεί ο κόσμος κι αυτός για τον κόσμο».47 Αυτοί είναι πραγματικά οι λόγοι της αναγεννημένης ψυχής, αυτές είναι οι διαβεβαιώσεις του νεοφώτιστου ανθρώπου, που θυμάται την ομολογία του που έκανε προς το Θεό, όταν δεχόταν το μυστήριο, υποσχόμενος ότι θα περιφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε ηδονή για χάρη της αγάπης του.

Φτάνουν αυτά που αφιέρωσα στην σημερινή ιερή εορτή, που κάνοντας τον κύκλο του ο χρόνος μας την έφερε με τις τακτές περιόδους. Είναι καλό όμως τώρα ν’ αποθέσω στο φιλάνθρωπο χορηγό της πελώριας αυτής δωρεάς το λόγο μου, αντεισφέροντας γι’ ανταπόδοση τόσο μεγάλων πραγμάτων λίγα λόγια μονάχα. Εσύ είσαι, Κύριε, αληθινά η καθαρή και αιώνια πηγή της αγαθοσύνης, που δίκαια μας αποστράφηκες, αλλά φιλάνθρωπα μας ελέησες˙ μας μίσησες και συμφιλιώθηκες μαζί μας, μας καταράστηκες και μας ευλόγησες, μας εξόρισες από τον παράδεισο και μας ξανακάλεσες πάλι σ’ αυτόν, μας εξέντυσες από τα φύλλα της συκιάς την αταίριατη κάλυψη και μας φόρεσες φόρεμα πολύτιμο˙ άνοιξες το δεσμωτήριο κι άφησες τους καταδικασμένους, μας ράντισες με καθαρό νερό και μας καθάρισες από κάθε ρύπο. Δε θα ντραπεί πια ο Αδάμ στην πρόσκλησή σου,48 ούτε θα κρυφτεί στους θάμνους του παραδείσου από τους ελέγχους της συνείδησής του, ούτε θα γυροφέρνει τον παράδεισο η φλογίνη ρομφαία κάνοντας αδιάβατη την είσοδο σ’ αυτούς που πλησιάζουν, αλλά όλα για χάρη μας, εμάς που είμαστε κληρονόμοι της αμαρτίας, μετατράπηκαν σε χαρά. Έγινε βατός ο παράδεισος και ο ίδιος ο ουρανός για τον άνθρωπο, ενώθηκε συμφιλιώθηκε η εγκόσμια κτίση με την υπερκόσμια κατά της οποίας από παλιά η πρώτη στασίαζε, και οι άνθρωποι ομονοήσαμε με τους αγγέλους, αποδίδοντας με ευλάβεια την ίδια μ’ εκείνους προσκύνηση στο Θείο.

Γι’ αυτά όλα ας ψάλομε στο Θεό τον ύμνο της χαράς, που ένα στόμα κατευθυνόμενο από το Πνεύμα διατύπωσε προφητικά στο παρελθόν˙ «ας νιώσει αγαλλίαση η ψυχή μου για τον Κύριό μου˙ μου φόρεσε φόρεμα σωτηρίας και μου έβαλε χιτώνα ευφροσύνης˙ μου έβαλε στεφάνι όπως σε γαμπρό και στολίδια όπως σε νύφη».49 Και οπωσδήποτε αυτός που στόλισε τη νύφη είναι ο Χριστός, που είναι, ήταν και θα είναι ευλογημένος τώρα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1. Ησ. 60, 8. 34. Ψαλμ. 41, 3. 2. Ησ. 49, 20. 35. Ιω. 7, 37. 3. Δευτ. 28, 64 36. Ιω. 4, 13. 4. Ιω. 3, 5 37. Ησ. 35, 2. 5. Ιω. 3, 8. 38. Λουκά 1, 17. 6. Εξ. 4, 3˙ 7, 17 39. Ψαλμ. 1, 3. 7. Εξ. 8, 6 40. Ψαλμ. 28, 3. 8. Εξ. 14, 21. 41. Λουκά 19, 18. 9. Δ΄ Βασ. 2, 14-15. 42. Ματθ. 9, 9. 10. Εξ. 3, 2 43. Πράξ. 9, 1. 11. Δ’. Βασ. 13, 21 44. Ματθ. 5, 44 -45. 12. Ιω. 9, 1-7 45. Ρωμ. 6, 3. 13. Ψαλμ. 103, 24 46. Αρ. 25, 8 ε. 14. Ματθ. 28, 19. 47. Γαλ. 6, 14. 15. Γαλ. 4, 22. Γεν. 21, 9 ε. 48. Γεν. 3, 8 – 24. 16. Γεν. 24, 15 ε. 49. Ησ. 61, 10. 17. Γεσ. 29, 9 ε. 18. Ησ. 28, 16 19. Δαν. 2, 45. 20. Γεν. 30, 37 ε. 21. Εξ. 1, 22 ε. 22. Α’. Κορ. 10, 1-2 23. Εξ. 14, 21 ε. 24. Ιησ. Ναυή 3, 1 25. Ιησ. Ναυή 4, 3. 26. Γ’. Βασ. 18, 22 ε. 27. Δ’. Βασ. 5, 1 ε 28. Ησ. 1, 16. 29. Ψαλμ. 33, 6 30. Ιεζ. 36, 25-27 31. Ζαχ. 3, 3 ε. 32. Ησ. 35, 1-2 33. Ψαλμ. 142, 6.

 

(Πηγή: orp.gr, Η/Υ επιμέλεια: Σοφίας Μερκούρη, Ελένης Χρήστου)

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2020

πατριάρχης Φώτιος και η δυτική γραμματεία

 

Καραθανάση Αθανασίου,
Η προσωπικότητα και η θεολογία του Μεγάλου Φωτίου,
Επίσημοι Λόγοι Εκφωνηθέντες επί τη Ιερά
Μνήμη του κατά τα έτη 1970- 2010
,
εκδ. Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος,
Αθήνα 2011, σελ.529-540

(Λόγος που εκφωνήθηκε τη 6η Φεβρουαρίου 2000 στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος)

Η πολυσήμαντη προσωπικότητα του ιερού Φωτίου σημάδευσε την πορεία της ελληνικής βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά, φρονώ, για λόγους τους οποίους θα εξηγήσω περαιτέρω, και τον Νέο Ελληνισμό στην πτυχή εκείνη της πολιτισμικής αντιστίξεώς του με την Δύση. Με ολίγα λόγια, στο προοίμιο αυτής της εισηγήσεως διαπιστοϋται ότι η εκρηκτική προσωπικότητά του έθεσε την σφραγίδα του στην ιστορία τοϋ Βυζαντίου και της Ευρώπης, η οποία συχνά εξέφρασε την αντιπάθειά της προς τον ημέτερο Φώτιο, μία παραδοσιακή αντιπάθεια, την οποία εναργώς συνειδητοποιεί και ο μη ειδοποιημένος σε τέτοιας φύσεως θέματα.

Στην παρούσα εισήγηση θα παρουσιάσουμε συνοπτικώς την αρχή των φωτιανών, ούτως ειπείν, σπουδών στην Δύση, που απετέλεσαν και την αρχή σειράς αξιολόγων μελετών κατά τον 19ο και 20ο αι. που εγράφησαν από Ρωμαιοκαθολικούς, κυρίως, για τον ιερό Φώτιο, επισημαίνοντας την γενναία συμβολή του Τσέχου πατρός F. Dvornik, ο οποίος, ομολογουμένως, επιχείρησε να αμβλύνει την κριτική των προγενεστέρων Δυτικών κατά του ημετέρου Φωτίου. Η παρουσίαση, κατ' ανάγκην, και στην οικονομία του χρόνου, θα είναι πολύ συνοπτική, σκοπόν έχουσα περισσότερον να υπομνήσει τους κυριώτερους συγγραφεί, της δυτικής γραμματείας που ασχολήθηκαν με τον ιερό Φώτιο. Θα έλεγε κανείς, μάλιστα, από τον 16ο ως τον 19ο αι. με αρνητική, και ενίοτε, πολύ εχθρική διάθεση. Σημειωτέον, ότι, όσα έχουν γραφεί για τον Φώτιο από τους Δυτικούς, αυτόν έχουν ως πρωταγωνιστή και αυτό έχει την σημασία του.

Έτσι, για παράδειγμα, διαβάζουμε στον κατάλογο χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης, όπου ο συντάκτης του έγραψε: Ρ hotius patriarcha Constantinopolitanus, vir eruditissimus atque scelerissimus, δηλ. ανήρ πολυμαθέστατος αλλ' ασεβέστατος. Και όταν ανατρέξουμε τον 17ο και 18ο αιώνα, σε έγγραφα των δυτικών εκπαιδευτικών κολλεγίων, οι συντάκτες τους, προκειμένου για ορθοδόξους υποψηφίους ή κανονικούς σπουδαστές, συνήθως ανέγραφαν: student foziano fanatico η palamista fanatico, προεκτείνοντας το foziano στον Γρηγόριο Παλαμά, συνεχιστή, ούτως η άλλως, της άσυμβίβαστης ορθοδοξίας του Φωτίου. Όπως, συνεχιστές υπήρξαν, πολύ αργότερα, ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος και ο Νικόδημος Αγιορείτης. ’ναμφιβόλως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην Δύση, μεταξύ των εκκλησιαστικών κύκλων, επηρέασε τόσο την πολιτική όσο και την πανεπιστημιακή κοινωνία. Φυσικά, προ της τυπογραφίας τα πάντα διακινοϋντο δια των χειρογράφων και εξ αυτών προήλθε και η ενημέρωση της Δύσεως περί του λεγομένου σχίσματος του Φωτίου.,

Στην παρούσα εισήγηση, ως ελέχθη, θα αναφέρουμε μία επιλογή των πλέον χαρακτηριστικών έργων της δυτικής γραμματείας που ασχολήθηκαν με τον Φώτιο, με την υπόμνηση ότι η δυτική βιβλιογραφία είναι πληθωρική, ενώ η αντίστοιχή της ελληνική, πτωχή. Σημειώνω, πάντως, και αυτό έχει την ανάλογη σημασία στην συνάφεια των πραγμάτων που εξετάζουμε εδώ, ότι κατά την έναρξη της τυπογραφίας στην ακμή της Ευρωπαϊκής Αναγεννήσεως, Δυτικοί και φιλενωτικοί Ελληνες ουμανιστές, ουδόλως ασχολήθηκαν με τον Φώτιο. Τους απησχόλησαν ο Μ. Βασίλειος, ο Ιω. Χρυσόστομος, ο Ωριγένης, αλλά και ο Ευσέβιος, ο Ιω. Δαμασκηνός, ο Γρηγ. Ναζιανζηνός, η σειρά δηλ. που ονομάσθηκε, ευφήμως, Χριστιανικός Ούμανισμός. Ωστόσο, υπήρξαν και μερικές εκδόσεις φιλολογικών έργων του Φωτίου και τίποτε άλλο.

Μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας η Δύση πληροφορήθηκε για τον Φώτιο, μέσω των συγγραμμάτων του Λεοντίου Αλλατίου, Χίου την καταγωγή, που προσεχώρησε στον Παπισμό και συνέγραψε το De Ecclesiae Occidentalis atque Orientalis perpetua concensione (τυπώθηκε στην Κολωνία το 1648)· ο Αλλάτιος υπήρξε φανατικός καθολικός, τρόφιμος του Παπικού Κολλεγίου της Ρώμης και όπου, υποθέτω, πολλά και ποικίλα θα ελέγοντο κατά του Φωτίου, αν κρίνει κανείς ότι πολλοί Έλληνες ορθόδοξοι αποχωρούσαν ή αποπέμπονταν από το εν λόγω Κολλέγιο, χαρακτηριζόμενοι ως φωτιανοί. Δυστυχώς, εξ όσων γνωρίζομεν, ολίγιστα στοιχεία υπάρχουν για την αντιφωτιανή διδασκαλία στο Κολλέγιο αυτό.

Για παράδειγμα, ο Κροάτης φοιτητής του Κ rijanic, συνδεόμενος και με την ελληνική λογιοσύνη της εποχής, μετέφρασε, μεταξύ των άλλων, και Φώτιο (17ος αι.), προφανώς για αντιφωτιανούς λόγους. Ο άνθρωπος, όμως, που κατέστησε γνωστότερον τον Φώτιο, αρνητικώς όμως, στην Δύση ήταν ο καρδινάλιος Caesar Baronius με το έργο του Annales Ecclesiastici cum critica histore, το όποιο συνέγραψε περί το 1588 -1607 και το επανεξέδωσε ο Ρ.Α. Ρaggi (1738 -1759). Ο Βαρώνιος έλαβε αφορμή για την συγγραφή του υπόψη έργου από το βιβλίο του Κροάτη Ulasi ç ή Mathias Flaccius Illyricus (1520-1575) τιτλοφορούμενο – Centuriae Magdeburgenses, ο οποίος, θέλοντας να στηρίξει περί το 1565, τις εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις υπεστήριξε τον Φώτιο ως τον πρώτον που επιχείρησε να εμποδίσει τον Παπισμό στις επιδιώξεις του. Σημειωτέον, επί του προκειμένου, ότι οι Προτεστάντες συχνά χρησιμοποιούν τον Φώτιο στην πολεμική τους κατά τοϋ Παπισμού, όπως ο Η ancke το 1677, ο Heinecke, ο Α rnorld ή ο Fontani το 1785. Εγράφη, ασφαλώς, και τούτο, ότι ο Φώτιος φέρεται εμπνέων Λούθηρο, Καλβΐνο και Μελάγχθωνα στις επιθέσεις τους κατά της αυθεντίας τοϋ Πάπα. Ο Βαρώνιος στηρίχθηκε στα αρχεία του Βατικανού που περιείχαν φάκελο κατά του Φωτίου με υλικό που είχε σταλεί σ' αυτό από εχθρούς του Φωτίου ή Παπόφιλους Ιγνατιανούς. Τον Βαρώνιο αντέκρουσαν, ως ελέχθη, Προτεστάντες υποστηρικτές του Φωτίου ως ο Μ. Η anke με το De Byzantinarum Rerum Scriptoribus Graecis Liber, Λειψία 1677. Ο Βαρώνιος παρουσίασε τον Φώτιο ως εκείνον που προσέβαλε το παπικό πρωτείο και τον ίδιο τον Πάπα, αλλά και την προσθήκη του Filioque. Το υλικό του το ήντλησε, όμως, από ελληνικές άντιφωτιανές πηγές, όπως τον Στυλιανό Νεοκαισαρείας, τον Μητροφάνη Σμύρνης και τους κατοπινούς τους Συνεχιστή τοϋ Θεοφάνους, Γεώργιο Μοναχό, Κεδρηνό κ.α. Ο Βαρώνιος επηρέασε επί τρεις αιώνες όλους τους δυτικούς ιστορικούς ως τα χρόνια του Dvornik, λίγο δηλ. μετά τα μέσα του 20ου αι., ο οποίος, πάντως, υπήρξε ηπιότερος έναντι του Φωτίου, εξετάζων προσεκτικότερον τις αρμόδιες πηγές.

Ο Δοσίθεος Νοταράς, ο περιώνυμος αυτός Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1641-1707) στο έργο του Τόμος Χαράς, Ι άσι 1705, γράφει ότι κάκιστα οι εν λόγω βυζαντινοί συγγραφείς κατηγόρησαν τον Φώτιο, δώσαντες όπλα στους Δυτικούς, αλλά και επαινεί τον Πάπα Ιωάννη τον Η' για την διαλλακτική και ευμενή στάση του απέναντι στον Φώτιο. Στον Τόμο Χαράς ο Δοσίθεος δημοσίευσε τα Πρακτικά της Φωτιανής Συνόδου και ορισμένες επιστολές του Φωτίου ανασκευάζων, ως ήτο φυσικόν, τον Βαρώνιο και ιδιαιτέρως τον Αλλάτιο, ο οποίος αρνούνταν και την σύγκληση της Φωτιανής Συνόδου. Ο Δοσίθεος έγραφε μάλιστα αυτά σε μία εποχή όπου η Ρωμαιοκαθολική προπαγάνδα απειλούσε με τις δραστηριότητές της την καθ' ημάς Ελληνική Ανατολή και με έργα του που στηλίτευαν τις δραστηριότητες αυτές κατόρθωσε να τις αναστείλει. Κάμω μία παρέκβαση για να σημειώσω ότι και ο εθνικός μας ιστοριογράφος Κ. Παπαρρηγόπουλος, έχων υπόψη του αυτούς τους συγγραφείς (και ολιγώτερον υποθέτω τον Β aronius αδικεί τον Φώτιο· επί τη ευκαιρία σημειώνω, ωσαύτως, ότι ο Παπαρρηγόπουλος παρουσιάζεται ερει δόμενος και επί του Η ergenr ö ther ·, ενός ακόμη κατηγόρου του Φωτίου περί τα μέσα του 19ου αιώνος, που υπερασπίζεται τον Πάπα Νικόλαο, κατηγορώντας τον Φώτιο. Αλλ' επ' αυτού ευθύς αμέσως. Ο Παπαρρηγόπουλος άλλοτε λέγει ότι η διαγωγή του Φωτίου «καθ' όλας τας οικτράς ταύτας περιπετείας υπήρξεν όλως αναξία τοιούτου ανδρός» και άλλοτε ότι «πολλά προσήνεγκεν εις την εκκλησίαν και εις το έθνος ημών εν τω αγώνι αυτώ κατά της δυτικής επεμβάσεως». Εν γένει ο Παπαρρηγόπουλος κρατεί σχεδόν αρνητική στάση έναντι τοΰ Φωτίου.

Ο Ηλίας Μηνιάτης, γράφοντας στις αρχές του 18ου αι. την Πέτρα Σκανδάλου φρονεί ότι όλη αυτή η σύγχυση δημιουργήθηκε από τον διχασμό του λαού σε Φωτιανούς ή Ιγνατιανούς, από τα γραπτά των οποίων ήντλησαν οι Δυτικοί.

Λίγο μετά, περί το 1760, ο ’γγλος ιστορικός Ε dward Gibbon (1737- 1794), και εκ των πρώτων κατηγόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, στο έργο του Τ he Decline and the Fall of the Roman Empire, τόμος 6, 1775- 1788, παρουσιάζεται πολύ αντικειμενικός, για τα δεδομένα μάλιστα της εποχής, αποδίδοντας το σφάλμα της διαμάχης Ανατολικών και Δυτικών εις αμφοτέρους, Νικόλαο και Φώτιο. Για τον Φώτιο γράφει ότι ήταν φιλόδοξος νομοθέτης, ο οποίος στήριξε τις ενέργειές του στην αξία του ως Πατριάρχου και θυσίασε την ειρήνη του κόσμου· η κρίση του για τον Νικόλαο είναι περίπου η ίδια, ότι δηλ. υπήρξε από τους πιο υπερήφανους και φιλόδοξους Πάπες, που ηύρε καλή την ευκαιρία να κρίνει και να καταδικάσει τον αντίπαλό του στην Ανατολή.

Εκείνη, περίπου, την εποχή ή λίγες δεκαετίες ενωρίτερον, ένας απόφοιτος του Κολλεγίου της Ρώμης, άδιάλλακτος όμως Όρθόδοξος, ο Αντώνιος Κατήφορος (1685-1763) συνέλαβε το σχέδιο να εκδώσει την Βιβλιοθήκη του Φωτίου με λατινική μετάφραση από τα ελληνικά, προφανώς, στα τυπογραφεία της αδιάφορης θρησκευτικά και μάλλον αντι- παπικής Βενετίας. Η προσπάθεια του Κατήφορου έχει αυτονοήτως την σημασία της· το έργο δεν τυπώθηκε ποτέ, αλλ' ο ογκώδης in folio Κώδικας εύρίσκεται στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας και περιμένει τον μελετητή και εκδότη της. Τελευταία, η κ. Μ argerita Losacco, η οποία ασχολήθηκε με τον Αντώνιο Κατήφορο και την ενασχόλησή του με την Βιβλιοθήκη τοΰ Φωτίου, μας πληροφορεί ότι ο Johann Heinrich Leich έγραψε Diatribe in Photii Bibliothecam (1748) και ότι ο Charles Weiss έγραψε συνοπτικώς λήμμα για τον Φώτιο στην Biographie Universelle, Paris 1823. Για την έκδοση τ h ς Βιβλιοθήκης του Φωτίου από τον Κατή­φορο ενδιαφερθηκε ο Βενετός ευγενής Α postolo Zeno που έγραψε σχετικώς στον Φλωρεντινό φίλο του Filippo Berarldi (1735) που θά ανελάμβανε την δαπανη της εκδόσεώς της. Και ακόμη για την έκδοση του έργου του Φωτίου Κατά Μανιχαίων που εξέδωσε ο Christoph Wolf Αμβούργο μεταξύ των ετών 1722-1724. Με τα Προλεγόμενα στην Βιβλιοθή­κη του Φωτίου ασχολήθηκε ο Βενεδεκτίνος μοναχός Francesco Rota, που τον ίδιο καιρό της δράσεως του Κατήφορου στην Βενετία, μόναζε στην μονή του San Giorgio Maggiore. Υπενθυμίζεται, τέλος, από την κ. Μ. Losacco η edition princeps της Βιβλιοθήκης του Φωτίου από τον Βέλ­γο Ιησουίτη Andr é Schott (1522-1629), η οποία τυπώθηκε στο Αμβούργο το 1606 (και το 1611 στην Κολωνία), που υιοθέτησε την ήδη υπάρχουσα μετάφραση του Γερμανού Lorenz Rhodoman (1546-1606), Helmstaedt 1591 (Μ argherita Lossaco, --” In angulo clarissimae huius Urbis ', Antonios Katiforos (c. 1685- 1763) e l - edizione Veneziana delle opera di Fozio, στον τόμο Ι Greci a Venezia, εκδ. Instituto Veneto di Scienze, Lettere edArti, Venezia 2002, 487- 518). Σημειώνουμε, επιπλέον, ότι στην έκδοση του 1611 και του 1653 εκδότης ήταν ο D. Η oeschel μεταφραστής στην λατινική o Schott και την προλόγισε ο Μάξιμος Μαργούνιος. Επιστολές του Φωτίου εξεδόθησαν στην λατινική τον Richardum Montacutium Norvicensem nuper episcopum … Londini …1651, με προλογικό σημείωμα του Μαξίμου Μαργουνίου. Η Βιβλιοθή­κη εξεδόθη, ωσαύτως, το 1653, in libros octos.

Την άποψη ότι όσοι έγραψαν κατά του Φωτίου το έπραξαν κινούμενοι από μίσος προς αυτόν και βασιζόμενοι στις πληροφορίες που παρέχουν οι εχθροί του και, επομένως, υπερασπίζονται το Βατικανό, αλλά στον ίδιο καιρό του προξενούν και κακό, υπεστήριξε ο J. C. Robertson στο έργο του Η istory of the Church, London 1856. Όχι, βεβαίως ότι ελάμβανε θέση υπέρ του Φωτίου, αλλά, φρονώ, ότι τον ενοχλούσε η υπερβολική κριτική της Ρωμαιοκαθολικής Ε κκλησίας κατά του Φωτίου. Ένας άλλος ’γγλος ιστορικός o Η.Η. Milman στ o Η istory of Latin Christianity, Λονδίνο 1857, σ.σ. 286 -287, αποκαλεί την σύνοδο που κατεδίκασε τον Φώτιο ως «εχθρική σύνοδο», φθάνοντας, μάλιστα, να αποκαλέσει αγύρτες τους συνέδρους της. Μαζί με τον J. C. Robertson και τον Milman, προσεκτικός, αν όχι, υποστηρικτής, έναντι του Φωτίου ήταν και ο F. Spanheim στο έργο του Ε cclesiasticae Annals, trans. by Ren. George Wright, London 1840, σ. 354, που γράφει ότι ο Πάπας επέσπευσε το σχίσμα με την συμπεριφορά του.

Τέσσερα έτη αργότερον, ο J.Ρ. Migne εξέδωσε στην Πατρολογία του (Ρ. G.) στους τόμους 101-104 όλα τα εκδεδομένα ως το 1860 έργα του Φωτίου. Στα Προλεγόμενα των συνεργατών σαφεστάτη η διάθεση υποτιμήσεως του Φωτίου. Μολαταύτα, η έκδοση αυτή ενόχλησε το Βατικανό, τόσον που ο αββάς Migne ηναγκάσθη να προβεί σε ομολογία πίστεως Ε ditoris Romanam Ecclesiam, όπου εκφράζεται η αφοσίωσή του στην Sanctam Romanam Ecclesiam ή την Sanctam Sedem. Από εκείνη την περίοδο ήρχισε να παρατηρείται ενδιαφέρον και από ελληνικής πλευράς για το έργο του Φωτίου. Ο Σοφ. Οικονόμου εκδίδει τα Αμφιλόχεια, ο Ιω. Βαλέττας τις Επιστολές, ο Σταυράκης Αριστάρχης τις Ομιλίες. Ο Βαλέττας, μάλιστα, έγραψε ανακειμενικώς για τους πολεμίους του Φωτίου στην παραπάνω έκδοση.

Στο τρίτομο έργο του Ρ hotius Patriarch von Konstantinopel, skein Leben, seine Schriften und das Griechishe Schisma, τόμος 3, Regenburg 1867-1869, τ. 1-3, ο Γερμανός καρδινάλιος J. Hergenrother δεν αρνείται την σοφία του Φωτίου, αλλά κινείται στην γραμμή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας επιχειρών να δείξει την υπεροχή της έναντι της Ανατολικής. Υπερασπίζεται την πολιτική του Πάπα Νικολάου έναντι του Φωτίου, όντως σοφού Πάπα που ανύψωσε την παπική εξουσία, και η οποία, πολιτική, κατ' αυτόν, δημιούργησε την απομόνωση της Κωνσταντινουπόλεως από την Ρώμη, γι' αυτό και θεωρεί ότι ο Φώτιος δικαίως καταδικάσθηκε από την Ρώμη. Ο Hergenrother είχε, οπωσδήποτε, υπόψη του τον Βαρώνιο, αλλά και τον φιλενωτικό Πατριάρχη Ιω. Βέκκο (τέλη του 13ου αι.), ο οποίος έγραψε ότι ο Φώτιος υπήρξε ο πρώτος «ευρετήρ και γεννήτωρ των κατά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας εφευρημένων προτάσεων». Είδαμε, προηγουμένως, ότι και ο ημέτερος Παπαρρηγόπουλος πόσον στηρίζεται, αδικών οπωσδήποτε τον Φώτιο, στο υπόψη έργο του J. Hergenrother, το οποίο, ωστόσο, είναι γραμμένο με σοβαρό και επιστημονικό τρόπο, αποτελεί καλή πηγή για την μελέτη των γεγονότων της εποχής και, ίσως, προσπαθεί να αμβλύνει, κάπως, τις απόψεις των Δυτικών κατά του Φωτίου. Αντίθετα, ο Σ. Αριστάρχης, στο έργο του Του εν αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγοι και Ομιλίαι ογδοήκοντα τρεις κ.λπ., τ. 1-2, ΚΠολις 1900, υπερασπίζεται τον Φώτιο.

Ο Α. Ε rhard, Γερμανός και αυτός και συνεργάτης του βυζαντινολόγου Κ rumbacher, τον οποίο θα ιδούμε λίγο παρακάτω, γράφει ότι το έργο του J. Hergenrother είναι αντικειμενικό και ότι αυτός, έγραψε το βιβλίο του σας παραμονές της πρώτης Βατικανείου Συνόδου, γι' αυτό και υπερασπίσθηκε κατά τον τρόπο αύτόν τις περί πρωτείου αξιώσεις της Ρώμης. Στο έργο του Περι Φωτίου, στην Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μεταφρ. Γ. Σωτηριάδου, Αθήνα 1897, σ.σ. 139-150 κάμνει ιδιαίτερο λόγο για τους αντιπάλους του Φωτίου.

Ο σοφός Γερμανός βυζανανολόγος Κ rumbacher στο κλασσικό έργο του Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας γράφει ότι ο Φώτιος ήτο τέκνο της εποχής του, γέννημα της ελληνικής αυταρεσκείας, ήτις ηξίου εαυτήν αμέτρως υπέροχον των βαρβάρων της Δύσεως και ηγωνίζετο να εγείρη το μεσότοιχον πολιτικόν και εκκλησιαστικόν μεταξύ εαυτής και της Δύσεως. Με ένα λόγο, επαναλαμβάνει την γνωστή θέση των Ρωμαιοκαθολικών, κατηγορώντας τον Φώτιο για το σχίσμα και ότι περίπου έκαμε κακό στην Εκκλησία «και δεν θα εύρη χάριν προ του δικαστικοΰ βήματος της αμερολήπτου ιστορικής ερεύνης».

Έχω την εντύπωση ότι τον ακολουθεί, λίγα χρόνια αργότερον, ο συμπατριώτης του Η. Geltzer στο έργο του Byzantinishe Kirchengeschichte, Τυβίγγη 1909, σ. 99. Ο Geltzer θεωρεί τον Φώτιο θεμελιωτή του ελληνικού εθνικισμού που εναντιώθηκε στον παπικό ιμπεριαλισμό

Το 1919 ο Μ. Jugie, στο Photius et la primaut é de Saint Pierre et du pape, έγραφε ότι ο Φώτιος ανεγνώριζε ή και δεν άπέρριπτε το παπικό πρωτειον, άποψη που θα υποστηρίξει πολύ αργότερον ο Dvornik παρά την προσπαθειά του να αποκαταστήσει τον Φώτιο. Ο Μ. Jugie, ωστόσο, στο εργο του Le schisme byzantin επισημαίνει δτι για να μελετήσουμε σωστά τα του σχίσματος τοΰ Φωτίου πρέπει να είμεθα προσεκτικοί στις πηγές μας, δοθέντος ότι οι Δυτικοί στηρίχθηκαν κατά κανόνα στον φάκελο των αντιφωτιανών εγγράφων του Πατριάρχου Ιγνατίου. Στο ιδιο πνεύμα είχαν γράψει, παλαιότερον, ο Leclerc στο έργο του L ' Europe et le Saint Si è ge à l 'é poque carolingienne, Le pape Jean VIII, όπου αποκαθιστά τον Πάπα Ιωάννη Η', δεινώς υβρισθέντα από τους Δυτικούς για την διαλλακτική στάση του έναντι του Φωτίου, απέναντι του οποίου, Φωτίου, ο Leclerc παρουσιάζεται ιδιαιτέρως ήπιος. Την αυτή, περίπου, γραμμή ακολουθεί και ο Lap ô tre στο έργο του Y - eut - il un second schisme de Photius ? Στη Revue des Sciences philosophiques et th é ologiques, 12 (1933), 432-57. La liquidation de la querelle photinienne, Echos d ' Orient 1934 (257-288). Αυτοί δεν δέχονται ότι υπήρξε και δεύτερο σχίσμα του Φωτίου. Τους ακολουθεί ο Fran ç ois Dvornik, τον οποίο με την σειρά του ακολουθει ο George Every, Byzantine Patriarchate, London 1947 Εκ των επικριτών του ο Ρ. V. Laurent, στην μελέτη του Les cas de Photius, στο Ε chos d ' Orient 1930, κατακρίνει τον Φώτιο, τον οποίο χαρακτηρίζει «φιλόδοξο», το αυτό και ο Ρ. Μ. Jugie στο έργο του Le schisme byzantin (1942), μολονότι σε ορισμένα σημεία της μελέτης του συμφωνεί με τον Dvornik και τον Grumel.

Πέρα όμως από τα δογματικά, ούτως ειπείν, ή τα αφορώντα την εκκλησιαστική ιστορία, δεν λείπουν οι αιχμές κατά του Φωτίου και σε ό,τι αφορά στα φιλολογικά του εργα. Αναφέρω, επί του προκειμένου, τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Ο Β. Η emmerdinger το 1956 στην μελέτη του “ Les notices et extraits des biblioth è ques grecques de Bagdad par Photius ”, στο Revue des Etudes Grecques 69 (1956) έχει την άποψη ότι ο Φώτιος μετέβη στους Ασσυρίους στο χαλιφάτο της Βαγδάτης και έμεινε, μάλιστα, πολύ καιρό, για τον απλό λόγο να κρατήσει σημειώσεις, αφού, τάχα, στην Κωνσταντινούπολη δεν υπήρχαν τόσα βιβλία! Το 1963 ο πατήρ Halkin γράφοντας στο La date de la composition de la biblioth è que de Photius, παρουσιάζεται πολύ δηκτικός έναντι του Φωτίου, αρνούμενος ότι ο Φώτιος ανέλαβε ποτέ την ηγεσία της αποστολής της βυζαντινής πρεσβείας στο αραβικό χαλιφάτο της Βαγδάτης, για την οποία κάμει λόγο ο Φώτιος στον επιστολιμαίο πρόλογο του έργου του Βιβλιοθήκη. Την αρνείται, λοιπόν, ο Halkin, λέγοντας δτι πρόκειται για πλαστό επινόημα, για να προλογίσει πρωτοτύπως την Βιβλιοθήκη του. Δικαίως, λοιπόν, ο καθηγητής Π. Χρήστου γράφει δτι «ο Halkin επήρε καλό βαθμό από την παπική αυλή γι' αυτό το δηλητηριώδες βέλος κατά του Φωτίου».

Ο γνωστός Γάλλος βυζαντινολόγος Paul Lemerle στο έργο του Le premier humanism byzantin, μετάφρ. Πελεκίδου 1985, προσπαθεί να ακολουθήσει την παλαιά τακτική της υποτιμήσεως του Φωτίου και να του αφαιρέσει την δόξα του σοφού διδασκάλου στην πλέον ακμαία περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και τούτο διότι ο Lemerle ακολουθεί τον Συνεχιστή του Θεοφάνους, εκατό χρόνια μεταγενέστερο του Φωτίου, που αρνείται, άλλο δηλητηριώδες βέλος αυτό!, ότι ο ιερός Φώτιος δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Δεν ακολουθεί, δηλαδή, την σύγχρονη με τον Φώτιο μαρτυρία που περιλαμβάνεται στον Βίο Κωνσταντίνου, γραμμένο το 872, και όπου ο Κωσταντίνος (Κύριλλος) δηλώνεται ότι ο Φώτιος του δίδαξε φιλοσοφία περί το 843.

Ο Τσέχος Ρωμαιοκαθολικός πατήρ Fran ç ois Dvornik σε πολλές μελέτες του προσεπάθησε να ιδεί αντικειμενικώτερον τον ιερό Φώτιο και, σε κάθε περίπτωση, να αναθεωρήσει τις ως τότε απόψεις των Δυτικών για τον Φώτιο. Θα μείνουμε στο κλασσικό έργο του Τ he Photian Schisme, Cambridge 1948, Reprinted 1970. Στον Dvornik, άλλωστε, οφείλουμε την αντικειμενική και με την ιστορική πραγματικότητα σύμφωνη θέση, ότι οι αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος ήσαν Θεσσαλονικεις· η πρώτη και ορθή άποψη ενός Σλάβου έπιστήμονος, την οποία, σταδιακώς, ακολούθησαν και άλλοι Σλάβοι σοβαροί επιστήμονες. Επιστρέφουμε στον Dvornik, ο οποίος, όντως, μετρίασε την παλαιότερη και νεώτερη επιθετική κριτική των Δυτικών κατά του Φωτίου. Ο Dvornik αναγνωρίζει την σοφία του Φωτίου αλλά και την μετριοπάθειά του. Ελέχθη (από τον Γεννάδιο Ηλιουπόλεως και Θείρων, τον Σεβασμ. Μεθόδιο Φούγια, τον καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου) ότι το έργο του Τσέχου ιερομονάχου εγράφη καθ' υπόδειξιν του Βατικανού, σε μία προσπάθεια προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών μετά τα γεγονότα του Β' Μεγάλου Πολέμου, με το προκάλυμμα, δηλαδή, ότι ο ισχυρότερος εχθρός του Βατικανού, ο Φώτιος, αποκαθίσταται απ' αυτό το ίδιο! Η μελέτη του μητροπολίτου Γενναδίου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ορθοδοξία Α' (1956) 37-68 πρέπει να προσεχθεί ιδιαιτέρως· ο τίτλος της «Αι περί του Ιερού Φωτίου κρίσεις των αρχαίων και των ιστορικών της εποχής μας» δηλώνει την σημασία του. Από την άλλη, αντίστροφη είναι η μελέτη του καθηγητοΰ Βλ. Φειδά «Αι αντιλήψεις του ι. Φωτίου περί της Δυτικής Εκκλησίας» Εκκλησία ΝΔ' (1977) 87-89,115-117,143-144. Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος πρ. Θυατείρων στο έργο του 'Ελληνες και Λατίνοι, Αθήνα 1990, μελετά διεξοδικώς την ως το 1990 βιβλιογραφία για τον Φώτιο, σσ. 93-175, φυσικά άπό πλευράς Δυτικών. Και ορθώς τιτ­λοφορεί ο Σεβασμιώτατος κ. Μεθόδιος το σχετικό κεφάλαιο η Εποποιία τής Ελληνικής Εκκλησίας δανειζόμενος τον τίτλο από τον G. Schllumberger, Η Βυζαντινή Εποποιία.

Πάντως, ο Dvornik χρησιμοποίησε νέες πηγές και ήλεγξε τις παλαιές. Αφού αναγνωρίζει την προσωπικότητα του Φωτίου, τον ελέγχει διότι απήγγειλε απόφασιν «εναντίον ενός πάπα», πράγμα έως τότε ανήκουστον εις την Ιστορίαν. Διακινδύνευσε την ενότητα της Χριστιανοσύνης, πράγμα ασυγχώρητον και αδικαιολόγητον. Αλλά, βεβαίως, ο καλός Dvornik δεν γράφει ότι ο Νικόλαος στην σύνοδο του Λατερανού το 863 αναθεμάτισε τον Φώτιο και τον περιέλουσε με τα υβριστικώτερα και ατιμωτικώτερα επίθετα. Ο Dvornik νομίζει ότι ο Φώτιος απώλεσε την αυτοκυριαρχία του στην σύνοδο του 867, αλλά γράφει ότι ολίγο αργότερον επέδειξε διαλλακτικότητα και απεκατέστησε την σχέση του με την Ρώμη και πέθανε σε κοινωνία με αυτήν. Αυτό είναι και το βασικό σημείο και το μήνυμα της έρευνάς του. Επομένως, λέγει, ούτε οι Δυτικοί ούτε οι Ανατολικοί νομιμοποιούνται να προβάλουν τον Φώτιο ως αίτιο της διασπάσεως της Εκκλησίας. Βεβαίως, η εντύπωση μένει ότι και ο Dvornik ομιλεί περί Ελληνικού Σχίσματος, Τ he Photian Schisme, δηλαδή για απόσχιση του Φωτίου από την Εκκλησία της Ρώμης, πράγμα το οποίο σημειώνει και στο έργο του Byzance et la primaut é στο κεφάλαιο Photius et la primaut é. Με ένα λόγο, κατα τον Dvornik, ο Φώτιος ώφειλε να μη καταδικάσει τον Πάπα, γιατί αυτο θα αποτελούσε κακό προηγούμενο γιά τούς μεταγενέστερους, μέ άρνητικές συνέπειες στην ενότητα τής Εκκλησίας. Ο Dvornik στο έργο του The Photian Schisme history and legend, Cambridge 1948, αφιερώνει ενα μεγάλο κεφάλαιο στην δυτική εργογραφία για τους συγγραφείς που ασχολήθηκαν αμέσως ή εμμέσως με τον Φώτιο στην Ογδόη Σύνοδο - βλ. Fiftheenth century till the Modern Period, 354-382. Ο λόγος για τους Nicolaus Siculus Panormitanus (θάν. 1453), Nicolas de Cusa (1609), Ρ etrus de Monte Brixiensis Cardinal Alexandrinus (θάν. 1509), Laurence Surius (1567), S. Β ini (1606), Α lexander Natalis (1660), Τ homas Vampegius Bononiensis (1564), Μ. Raderus (1604), τους Προτεστάντες J. Η. Ηο ttinger (1651), J. Β asnage (1699) κ.ά. Ο Dvornik αναλύει και σχολιάζει τις απόψεις ενός εκάστου.

Οπωσδήποτε, συμφωνούμε με τις κρίσεις του περί Φωτίου, περί της αποκαταστάσεώς του εις την Δύση, από την οποία αντιμετωπίσθηκε μετά καταφρονήσεως και περιφρονήσεως και γι' αυτό πρέπει η Εκκλησία να τον τιμήσει και να τον δικαιώσει. Ωστόσο, η κριτική του περί απωλείας της αυτοκυριαρχίας το 867 με την επίθεσή του κατά του Πάπα Νικολάου είναι χείριστον σφάλμα - τον ελέγχει ότι διηύρυνε το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως με τις κατηγορίες που εκτοξεύθηκαν εναντίον του Νικολάου από τους επισκόπους της Ανατολής. Ο Dvornik και άλλοι Δυτικοί έχουν την γνώμη ότι ο Φώτιος δεν έπρεπε να ενεργήσει τοιουτοτρόπως, αλλά να αφήσει την υπόθεση στην θεία πρόνοια. Το ερώτημα είναι εάν έπρεπε να μην αντιδράσει στην καταδίκη του το 863 από τον Νικόλαο και να περιμένει τον θάνατό του. Εάν δεν απαντούσε, τότε ο Φώτιος θα ήτο υπεύθυνος για την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στην Δύση - έπρεπε, λοιπόν, να δείξει ότι ο Πάπας της Ρώμης δεν δικάζει μόνον αλλά και δικάζεται. Ο Φώτιος διεφύλαξε, αναμφισβητήτως, το κύρος της Ανατολικής Εκκλησίας, ενώ η Ρώμη, με τον ισχυρό Πάπα Νικόλαο Α', επέμεινε στις απόψεις της περί κοσμοκρατορίας. Ο Φώτιος είχε άλλη αντίληψη της ιστορίας, την οποία εγνώριζε και ερμήνευε. Ο ίδιος, άλλωστε, θέτει τον εαυτόν του εντός της Εκκλησίας και στην ιστορική συνέχεια των Οικουμενικών Συνόδων, την οποία αρνούνταν ο Νικόλαος, γράφοντας προς τον Βόριν της Βουλγαρίας, και στην συνέχεια της παραδόσεως της Εκκλησίας, σαφής έκφραση της οποίας αποτελεί η γνωστή επιστολή του προς τους θρόνους της Ανατολής, με την οποία καταδικάζει τον καιροσκοπισμό της Ρώμης.

Και, βεβαίως, θα συμφωνήσουμε με τις θέσεις του π. Fran ç ois Dvornik ότι η διένεξη αυτή Φωτίου - Νικολάου δηλητηρίασε τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών σε όλη την πορεία τους επί αιώνες. Και, ακόμη, συμφωνούμε με την σκέψη του ότι θα μπορούσε, από την αρχή κιόλας του ζητήματος (του φωτιανού κατά τον Dvornik), να αντιμετωπισθούν τα πράγματα στην γραμμή που είχε χαράξει ο Δυτικός και Ανατολικός κόσμος. Και, ασφαλώς, ο Φώτιος δεν εσφάλλετο κατά την φωτιανή λεγομένη σύνοδο του 879/80 που έλαβε αποφάσεις αντιπροσωπευτικές όλης της Εκκλησίας, ούτε για την πράξη του του 869. Και οι δύο ενέργειές του σηματοδότησαν την ανεξαρτησία της Ανατολικής Εκκλησίας και δεν την κατέστησαν υπόδουλον του Πάπα. Τέλος, ουδείς θα διαφωνήσει με τον Dvornik ότι είναι καιρός να ιδούμε από την αρχή τα γεγονότα εκείνης της ταραγμένης περιόδου· και αυτή η νέα θεώρηση επ' αγαθώ της Εκκλησίας. Ο ίδιος, παρά τις όποιες αντιρρήσεις που μπορούν να έκφρασθούν, όπως λόγου χάρη ότι τάχα ο Φώτιος ανεγνώρισε το Πρωτείον του Πάπα, για τον λόγο και μόνον ότι εξεφράσθη κολακευτικώς και τιμητικώς για την Εκκλησία της Ρώμης και αυτό προς χάρη της Εκκλησιαστικής ένότητος, έκαμε μία αρχή.

Τέλος, πολύτιμα είναι όσα έγραψε ο μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος, ο οποίος όχι μόνον αναλύει τις απόψεις των περισσοτέρων δυτικών, ιδίως του 20ου αι., αλλά τις σχολιάζει ασκών και κριτική στις θέσεις τους - βλ. την μελέτη «Αι περί του ιερού Φωτίου κρίσεις των αρχαίων και ιστορικών της έποχής μας» στο περιοδικό Όρθοδοξία 31 (1956) 37-68.

Συμπερασματικώς: η δυτική γραμματεία, στο σύνολό της σχεδόν και ιδιαιτέρους από την πλευρά των Ρωμαιοκαθολικών, αντιμετώπισε με επιθετική άρνηση τον Φώτιο, καλλιεργώντας έπί αιώνες ένα κλίμα που δεν επέτρεψε την προσέγγιση των δύο Εκκλησιών. Μοναδική, ίσως, εξαίρεοη, παρά τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, αποτελεί ο Fran ç ois Dvornik και παρά τις όποιες έπιφυλάξεις που μπορεί να προβληθούν, στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τον Φώτιο. Οι Προτεστάντες της Δύσεως, είναι αλήθεια, αντιμετωπίζουν τον Φώτιο με συμπάθεια, όταν δεν τον χρησιμοποιούν για να έπιτεθούν κατά του Βατικανού.

Οπωσδήποτε, όμως, η εχθρότητα που έδειξε η δυτική γραμματεία έναντι του Φωτίου, η φιλολογία που αναπτύχθηκε στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, επηρέασε και την πολιτική διάσταση στις σχεσεις Ανατολής και Δύσεως, όπως, δυστυχώς, τα γεγονότα έδειξαν και δείχνουν. Εδώ, το filioque και το πρωτείον του Πάπα, ως διαφορά των δύο Εκκλησιών, επεκτάθηκε και στο πολιτικό πεδίο ως σημείο αναφοράς στην διάσταση Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων κρατών, αφού απο τους χρονους εκείνους ήρχισε και συνεχίζεται, δυστυχώς και στον πολιτικό τομέα, η διαμάχη Ανατολής και Δύσεως. Ο Φώτιος για τους Ανατολικούς αποτελεί τον αρχηγέτη της ανεξαρτησίας της Ανατολής έναντι της Δύσης· στον 9ο αιώνα την ιδέα αυτής της προβολής του πάπα, του παπικού πρωτείου και της προσθήκης του filioque έδιδε η συνείδηση της υπεροχής της βυζαντικής αύτοκρατορίας. Ενώ, σήμερα, είναι η συνείδηση ότι οι Ορθόδοξοι λαοί συνεχίζουν αυτήν την παράδοση του πολιτισμού. ’λλωστε, ο ελληνικός πατριωτισμός εμφανίζεται για πρώτη φορά επί Φωτίου, με κύρια χαρακτηριστικά την προβολή της υπεροχής του κλασσικού πνεύματος, της αμφισβητήσεως των Φράγκων και του χαρακτηρισμού των ως αιρετικών και καινοτόμων με την επίμονη θέση τους να προσθέτουν το filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Με τον Φώτιο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η Βυζαντινή Εκκλησία, ευρισκόμενες σε περίοδο ακμής, ανεδείκνυαν την δυναμική τους που εξήρχετο από τα όρια της και αναζητούσε νέες σφαίρες επιρροής, όπως σημείωσε ο G. Ostrogorsky (Η istory of the Byzantine State, transl. by J. Hussey, Rutger Univ. Press 1957, 200-201.). Με τον Φώτιο ο Παπισμός εκλείσθη στα όρια της Κεντρικής Ευρώπης, δεν κατήλθε στην ΝΑ Εύρώπη. Ο ιερός Φώτιος υπήρξε το ανάχωμα της άνατολικής πολιτικής του Βατικανού το 867 το Βατικανό με τον Πάπα Νικόλαο υπερέβη τα όρια του, γι' αυτό και παρενέβη ο Φώτιος. Η Δύση τον συνάντησε αντίπαλό της, γι' αυτό και η σφοδρή πολεμική εναντίον του. Στα γεγονότα της δεκαετίας του 90, στα Βαλκάνια, τον συνάντησε και πάλιν.