Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Επιστημονικό ήθος και γνώσεις του αγ. Νικοδήμου Αγιορείτη


Χαρακτηριστικό είναι το επιστημονικό ήθος που επιδεικνύει ο Άγιος. Αναφέρει τις πηγές του, καθώς και την οποιαδήποτε συνεισφορά άλλων προσώπων, στα έργα του υποτιμώντας ή αποσιωπώντας την δική του συνεισφορά! Στο έργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, αναφέρει ποίος «εστάθη», ο συγγραφεύς για κάθε μάρτυρα, ενώ όπου αυτός αποσιωπάται, όπως αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου ο Π. Β. Πάσχος η γλώσσα και το ύφος μαρτυρούν και βεβαιώνουν ότι είναι ο Άγιος Νικόδημος. [35] Ομοίως για το ίδιο θέμα ο μ. Νικόδημος Μπιλάλης, αναφέρεται στην «ευαισθησία-ευσυνειδησία και ακριβολογία του Αγίου Νικοδήμου σε περιπτώσεις δανείων, με σχετικές σημειώσεις και παραπομπές, που κυριολεκτικά καταπλήσσουν και τους ειδικούς ερευνητές-μελετητές. [36]
st-nikodim2
Όλα αυτά παρά τις συνήθειες της εποχής και τις δυσπρόσιτες πηγές, όπως αναφέρει ο προαναφερθείς μελετητής του Αγίου (σελ.90). Η επιστημονική ευσυνειδησία και δεοντολογία παραμένουν ζητούμενα και στην εποχή μας, αρκετούς αιώνες μετά την επιστημονική επανάσταση! [37]
            Ο επιστημονικός τρόπος με τον οποίο εργάζεται ο Άγιος καταδεικνύεται στις εκδόσεις πατερικών έργων, βίων των αγίων και των μαρτύρων λειτουργικών κειμένων, καθώς και των σχετικών περί τους ιερούς κανόνες. Χρησιμοποιεί την αποδελτίωση των στοιχείων από τις μελέτες του. [38] Η κριτική έκδοση των κειμένων καθώς και ο φιλολογικός σχολιασμός τους δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τη σοβαρή εργασία μιας σύγχρονης σοβαρής φιλολογικής μεθόδου.
            Άξια αναφοράς είναι και η μεγάλη εργατικότητα του Αγίου, είτε επρόκειτο για χειρωνακτική ή πνευματική εργασία. Για παράδειγμα κατά την παραμονή του στη Σκυροπούλα (1777-78) εργάζεται σκληρά χειρονακτικά «…τον εργατικόν δε και χειρωνακτικόν βίον ειλόμην, δικελλίτης γεγονώς, και σκαπανεύς, σπείρων, θερίζων, και καθ’ εκάστην αλέθων, και τ’ άλλα πάντα ποιών, οις η πολύμοχθος χαρακτηρίζεται των ερημονήσων ζωή, και πολυειδής περιπέτεια…», [39] αλλά και διανοητικά αφού «…κάνοντας, λοιπόν, μικρή διακοπή από την σκάφη και τον χειρόμυλο το Συμβουλευτικό έγραψα και αποστέλλω μικρή προσφορά, σε αντάλλαγμα των πολλών χαρίτων που έκανες σε μένα…». [40]
Ο βιογράφος του Αγίου, ιερομόναχος Ευθύμιος, συχνά αναφέρεται στην εργατικότητα του. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που μας μεταφέρει κατά την συγγραφή του Πηδαλίου. «…Και όντως θαύμα ήτον να τον βλέπη τινάς τον ευλογημένον οπού εκάθητο εις το σκαμνίον και τριγύρου του είχεν τα βιβλία, άλλα ανοικτά και άλλα κλεισμένα, και με το κονδύλιον εις την δεξιάν εθεωρούσε πότε το ένα και πότε το άλλο. Εσυντάχθη με υπερβολικούς κόπους και ιδρώτας…». [41] Ο έτερος των βιογράφων του ο μ. Ονούφριος αναφέρει: «…Επί πάσι δε συναθροίσας τα του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά συγγράμματα, μετά κόπου πολλού και εν τρισίν όλοις τεύχεσιν απαρτίσας και πλείστοις σημειώμασιν, ως έθος αυτώ, προσεπαυξήσας και κατακαλλύνας, απέστειλεν εις Βιέννην διά να τυπωθώσιν, όπου και παρέπεσον διά τινάς περιστάσεις…». [42]
            Τέλος ο Άγιος Νικόδημος δε διστάζει να χρησιμοποιήσει κείμενα και γνώμες συγγραφέων και εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας ευρισκομένων: «…Και το να διαλέγη τινάς τα καλά και ορθά από τους εναντίους, τούτο δεν κατηγορείται˙ αλλ’ όχι και να δανείζεται τα σαθρά και τα κακόδοξα…». [43]
δ΄ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
            Ο Άγιος Νικόδημος δεν παρακολούθησε μαθήματα θετικών επιστημών σε κάποια ανώτερη σχολή της εποχής του στον τουρκοκρατούμενο χώρο ή αλλού. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος γράφει σε ανέκδοτο επιστολή του στις 20 Ιουνίου του 1803 προς τον Νικόδημο, για το έργο του Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, ειρωνευόμενος τρόπον τινά τον Άγιο: «…αλλά πότε και που εσπούδαξας την θαυμασίαν ταύτην ανατομικήν; Τάχα εις το κολλέγιον της Σκυροπούλας ότε εκείσε μετέβης μετά του αλήστου εκείνου Αρσενίου; ή εις την Ουνιβερσιτάν του Άθωνος;…». [44]
Όπως ανεφέρθη προηγουμένως το πρόγραμμα των μαθημάτων της Ευαγγελικής σχολής δεν περιείχε αντικείμενα των θετικών επιστημών. Η μαθητεία του στον Χρύσανθο τον Αιτωλό και οι βιβλιοθήκες του Άθω ως φαίνεται είναι οι μοναδικές πηγές των γνώσεών του και μάλιστα μόνο η ελληνική βιβλιογραφία, αφού δεν φαίνεται να γνώριζε ξένες γλώσσες. [45] Η αναφορά του σε επιστημονικά θέματα με την οποία συμπληρώνει την επιχειρηματολογία του σε όλο σχεδόν το έργο του δείχνει μια άνεση γνώσεων, αλλά και ανυπαρξία φόβου στη διαχείριση της θύραθεν παιδείας και γνώσης.
[Συνεχίζεται]

[35] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, ε.α., σελ.6.
[36]  Μ. Νικοδήμου Μπιλάλη, ε.α. σελ.43.
[37] Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εξαπάτησης της επιστημονικής κοινότητας είναι εκείνες του Jan Hendrik Shön και του Woo Suk Hwang. Για τις δύο αυτές περιπτώσεις όχι μοναδικές τουναντίον, έγινε πολύς θόρυβος, λόγω των επιπτώσεων που θα είχαν στην επιστημονική έρευνα αλλά και στην τεχνολογία, αν δεν επρόκειτο για απάτη. Ο Shön ισχυρίστηκε (ψευδώς) σε επιστημονική εργασία ότι χρησιμοποίησε μόρια οργανικής ουσίας για να δημιουργήσει ένα ηλεκτρικό κύκλωμα, το οποίο συμπεριφέρετο ως τρανζίστορ όταν διήρχετο από αυτό ηλεκτρικό ρεύμα. Για μια σύντομη ενημέρωση στο θέμα ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο διαδίκτυο στην παρακάτω διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Jan_Hendrik_Sch%C3%B6n (9-9-09), όπου υπάρχει και σχετική βιβλιογραφία.
Ο Woo Suk Hwang δημοσίευσε δύο άρθρα στο περιοδικό Science το 2004 και το 2005, όπου ψευδόμενος  ανέφερε ότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει ανθρώπινο εμβρυϊκό κύτταρο με κλωνοποίηση. Αργότερα και τα δύο άρθρα αποσύρθηκαν από την διεύθυνση του περιοδικού, όταν διαπιστώθηκε ότι περιείχαν ένα μεγάλο πλήθος αναληθών (κατασκευασμένων) στοιχείων. (Βλέπε πληροφορίες στην διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Hwang_Woo-Suk (9-9-09).
Υπάρχουν όμως και χαμηλότερου βαθμού απάτες, οι οποίες είναι και πιο δύσκολο να ελεγχθούν, που αφορούν πλαστογραφήσεις δεδομένων για παράδειγμα σημεία που επινοούνται ή σβήνονται, για να καταστήσουν ένα γράφημα αποδεκτό, φωτογραφίες που «διορθώνονται» κλπ. Πόσο συχνά συμβαίνουν όλα αυτά είναι δύσκολο να ειπωθεί. Ο Daniele Fanelli του πανεπιστημίου του Ενδιβούργου προσπάθησε να δώσει απάντηση στο ερώτημα χρησιμοποιώντας την στατιστική μέθοδο της μετα-αναλύσεως. Τα αποτελέσματά του δημοσιεύθηκαν τον Μάιο του 2009 στο Public Library of Science, http://www.plosone.org/article/info:doi/10.1371/journal. pone.0005738 (8-9-09), αναφορά στο άρθρο έκανε και το περιοδικό The Economist v.391, n.8634, 6-12 June 2009, p. 75, με τον τίτλο Fraud in science, Liar! Liar! (Απάτη στην επιστήμη, Ψεύτης! Ψεύτης!).
[38] Νικοδήμου Βαληνδρά, Μητρ. Πατρών, «Η απέραντος μνήμη του Αγίου Νικοδήμου του Ναξίου», στην
Επετηρίδα Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος ιθ΄, 2004-2005, σελ. 82.
[39] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου , Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, ε.α., σελ. 25.
[40] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, ε.α., σελ. 17.
[41] Ευθυμίου ιερομονάχου, ε.α. σελ.16.
[42] Ονουφρίου Ιβηρίτ ου, ε.α. σελ.29.
[43] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Εξομολογητάριον, εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον ο ΦΟΙΝΙΞ, Αντωνίου Στ. Γεωργίου, 1895, σελ. 76.
[44] Αικατερίνης Κουμαριανού, «Ο Νέος Ραψάκης», περ. Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ, τεύχος 31-33 (1968), σελ.1-4. Σημειωτέον ότι η Κουμαριανού δεν αναφέρει πού βρίσκεται αυτή η επιστολή!
[45] Εμμ. Ν. Φραγκίσκου, «Το ζήτημα της γλωσσομάθειας του Νικοδήμου Αγιορείτη», περ. Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ, τεύχος 23 (2001), σελ. 173-190.

Κύπρου Κυπριανού: Δογματική συνείδησις και εκκλησιαστικό ήθος Επίσκοπος Λήδρας Επιφάνιος, Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Μαχαιρά


Του θεοφιλεστάτου Επισκόπου Λήδρας κ. Επιφανίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μαχαιρά
Εκφωνήθηκε στο Η´ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο
της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος
«Οι μεγάλες προσωπικότητες της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Ομοψυχία και διχόνοια κατά την Επανάσταση»,
το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 18-19 Οκτωβρίου 2019
————————————
Μακαριώτατε αρχιεπίσκοπε,
Σεβασμιώτατοι άγιοι αρχιερείς,
Ευσεβέστατον Ιερατείον,
Ελλόγιμοι κύριοι καθηγητές,
Ευλαβέστατε λαέ του Κυρίου.
Κατ᾽ αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω εκ βάθους καρδίας τόσον εσάς, Μακαριώτατε μετά της περί Υμάς Ιεράς Συνόδου των Αρχιερέων της Εκκλησίας εν Ελλάδι, όσον και την διοργανωτικήν επιτροπή, για την πρόσκληση και την τιμή να συμμετάσχω στο εν λόγω συνέδριον.
Το θέμα το οποίο θα διαπραγματευτεί η ταπεινότητά μου σε αυτό, αφορά τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό, και επιδιώκει να εξιχνιάσει μέσα από τις αρχειακές πρωτογενείς πηγές την δογματική συνείδηση και το συνεπακόλουθο εκκλησιαστικό του ήθος, στο κορυφαίο γεγονός της επιγείου ζωής του, και όχι μόνον.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός είναι μία εκ των σημαντικοτέρων προσωπικοτήτων της Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τα γνωστά σ᾽ εμάς ιστορικά βιογραφικά στοιχεία του ανδρός συμπυκνώνονται σε πολύ λίγες γραμμές, και είναι τα ακόλουθα:

Γεννήθηκε στον Στρόβολο το 1756· εκ της «βαλβίδος του βίου», δηλ. από πολύ μικρή ηλικία, εισήλθε στην Μονή Μαχαιρά ως μοναχός· μαθήτευσε στο σχολείο της Μονής, και το 1769 στο Ελληνομουσείο της Αρχιεπισκοπής· χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο· απεστάλη στην Μολδοβλαχία το 1785 με τον θείό του ιερομόναχο Χαράλαμπο, για να βοηθήσουν οικονομικά την Μονή τους που βρισκόταν σε αθλία κατάσταση· επέστρεψε το 1802 στην Κύπρο, και από το 1804 ανέλαβε ως οικονόμος παρά τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο· το 1810 χειροτονήθηκε αρχιερέας και προβιβάσθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο· ήγειρε εκ θεμελίων την Ελληνική Σχολή, το μετέπειτα Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1812· δι᾽ εγκυκλίου του στις αρχές του 1815 κατεδίκασε ευθαρσώς την Μασωνία ως αίρεση, καταδίκη η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, είναι η πρώτη για την Μασωνία σε εκκλησιαστικό επίπεδο· συνέδραμε δυναμικά και οικονομικά στην δημιουργία Ελληνικής Σχολής στην Λεμεσό το 1819, ως επίσης και σε άλλες περιοχές της Κύπρου· το 1820 απέστειλε εκατοντάδες εικόνες του αγίου Τρύφωνα σε όλη την Κύπρο για την καταπολέμηση της ακρίδας· οδηγήθηκε στο μαρτύριο την 9ην Ιουλίου 1821 μαζί με άλλους διακοσίους και πλέον επισήμους έλληνες της Κύπρου. Είναι γνωστός ως εθνομάρτυρας.
Τα παραπάνω διαγράφουν εν συντομία την ζωή του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, πλην όμως δεν περιγράφουν ούτε καταγράφουν την σπουδαία αυτή προσωπικότητα εις βάθος, ούτε καταθέτουν το στίγμα του κάλλους της αρετής του ψυχικού του ανδριάντα. Η ταπεινή μας προσπάθεια, η οποία προέρχεται εκ του υιικού οφειλήματος προς τον άγιον αυτόν πατέρα μας, καθότι και αυτός είναι μαχαιριώτης και το μαρτυρεί στα γραπτά του , αποσκοπεί στην παρουσίαση της κεντρικής πτυχής της προσωπικότητας του Κυπριανού που είναι η αρετή. Η έρευνα, η ανακάλυψη και η συρραφή όσων πρωτογενών πηγών εντοπίστηκαν και απετέλεσαν τον τόμο «Αρχείον Κειμένων», έκδοσις Ιεράς Μονής Μαχαιρά, εις τιμήν και μνήμην του Κυπριανού, μας δίνει τα πολύτιμα στοιχεία, την δύναμη, την έμπνευση και το θάρρος, προτρέποντάς μας αφόβως και πεπαρρησιασμένως να εισέλθουμε στο ενδότερον του καταπετάσματος της σαρκός, και να ατενίσουμε ιδίοις όμμασιν και να ψηλαφήσουμε ιδίαις χερσί το άγιον και ενάρετον της δογματικής συνειδήσεως του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού. Ακολούθως, διαμεμενηκότες μετ᾽ αυτού εν τοις πειρασμοίς της ζωής του και συμπαραμένοντες μετ᾽ αυτού εν τω μαρτυρίω, ανιχνεύσωμεν το εκκλησιαστικόν ήθος της καρδίας του. Τότε, περιχαρείς γενόμενοι, τιμήσωμεν αξίως και πρεπόντως τον άνθρωπον του Θεού.
Εν πρώτοις, οφείλουμε να εξηγήσουμε τους δύο όρους , δογματική συνείδηση και εκκλησιαστικό ήθος, που θα εξιχνιάσουμε στον βίο και στους λόγους του Κυπριανού.
Ο πρώτος όρος, η δογματική συνείδηση, υπάρχει σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Αντικατοπτρίζει το εσωτερικόν τους «πιστεύω» και αποτελεί την απόλυτην εκείνη εσωτερικήν θέση που παγιώνεται μέσα στην καρδίαν του ανθρώπου και εκφράζεται ως η άποψή του. Αυτή προέρχεται από την γνώση που του έχει δοθεί μέσω της παιδείας, είτε αυτή η παιδεία είναι η εκκλησιαστική, είτε είναι η θύραθεν, είτε είναι η παιδεία Κυρίου μέσα από την εμπειρία της ζωής. Προιούσης της ηλικίας και της επακολουθούσης ωρίμανσης, η γνώση αυτή αποκρυσταλλώνεται, μορφοποιείται, σχηματοποιείται στο βάθος του έσω ανθρώπου, στην βαθείά του καρδία , απαρτίζουσα το «πιστεύω» του. Η τελική αποδοχή αυτής της γνώσης και η εγκατάστασή της μέσα στην καρδίαν, εφαρμόζει στάσιν ζωής. Αυτή η εφαρμογή της στάσης ζωής εκφαίνει στον έξω κόσμο του ανθρώπου το εκκλησιαστικό του ήθος.
Τα δύο μεγέθη, δογματική συνείδηση και εκκλησιαστικό ήθος, είναι αλληλένδετα και αλληλοεπηρεαζόμενα. Αναλόγως του πρώτου εκφράζεται το δεύτερο, και η ποικιλία διάφορη στα έθνη, στους λαούς και στον καθένα ξεχωριστά . Ειδικά σήμερα, με τα νομικά δικαιώματα και τα προσωπικά θελήματα, το φαινόμενο βρίσκεται σε πολύ μεγαλύτερη έξαρση παρά ποτέ άλλοτε.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δρ. Θεολογίας Οι βωμολοχίες


Η ατμόσφαιρα των γηπέδων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ακουστική ρύπανση των βωμολοχιών. Κυρίως νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι, αντί να απολαύσουν το όποιο θέαμα το οποίο έχουν επιλέξει να παρακολουθήσουν, έχοντας μετατραπεί σε οπαδούς της με κάθε τρόπο νίκης της αγαπημένης τους ομάδας, φροντίζουν να εκτονώνονται είτε τραγουδώντας ομαδικά συνθήματα τα οποία έχουν αισχρό περιεχόμενο εις βάρος των παικτών της αντίπαλης ομάδας, των συγγενών τους, κυρίως του γυναικείου φύλου, των διαιτητών, είτε σε ατομικό επίπεδο εκφράζοντας την χαρά, την ανακούφιση, την οργή τους, το πάθος τους για την ομάδα τους με τρόπο που δεν θυμίζει ούτε το ποιοι είναι στην καθημερινή ζωή ούτε το πώς θα ήθελαν οι άλλοι να τους θυμούνται.
Κρυμμένοι στην ανωνυμία του πλήθους, αισθάνονται ελεύθεροι να εκφράσουν όσα το συνειδητό ή και το ασυνείδητό τους έχουν. Η βλασφημία κατά των θείων, αλλά και η σεξουαλική διάσταση των συνθημάτων κάνει τους βωμολόχους να αισθάνονται δυνατοί. Όταν μάλιστα δεν υπάρχουν οπαδοί της αντίπαλης ομάδας στο γήπεδο, η παντοδυναμία της έκφρασης δίνει ένα αίσθημα απέραντης ηδονής. Νίκη ή ήττα είναι αδιάφορο. Σημασία έχει η εκτόνωση! Σε άσχετους με την αντίπαλη ομάδα αγώνες, όπως είναι τα παιχνίδια με ξένες ομάδες, αντί τα συνθήματα να αποσκοπούν στην ενίσχυση της ψυχολογίας των παικτών που υποστηρίζουν, η μνήμη του αντιπάλου δεσπόζει.

Είναι κοινωνικό το φαινόμενο μόνο ή έχει και πνευματικές διαστάσεις;
Για την πίστη τίποτε δεν στερείται πνευματικού νοήματος. Φανατισμός, επικράτηση, πάθος, αχαλίνωτο στόμα αποτελούν σημάδια ενός εαυτού που δεν εμφορείται από αγάπη για το συγκεκριμένο άθλημα ή την συγκεκριμένη ομάδα, αλλά από ανάγκη για επιβεβαίωση ότι ανήκουμε στην σωστή κοινότητα, ότι το πάθος μας για την ομάδα γίνεται αφορμή συνάντησης με τους άλλους, ότι το πνεύμα της εξουσίας συνδυάζεται με την λογική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κυρίως όμως ένα αίσθημα ότι δεν τρέχει τίποτα που βρίζουμε, που εκτονωνόμαστε, που αισθανόμαστε όχλος, αλλά είναι ένα ξέχασμα της καθημερινότητας και των προβλημάτων μας, καθώς δεν έχουμε κάποτε άλλη ελπίδα προς την οποία να στραφούμε, ενώ το στόμα μας βγάζει ό,τι ρυπαρό, χωρίς να αισθανόμαστε ότι ρυπαινόμαστε.
Τα ιερά μας έχουν πάψει να είναι ιερά. Θρησκεία και οικογένεια, όπως και ο πλησίον στην διαφορετικότητά του δεν είναι αφορμή συνάντησης, σεβασμού, κάποτε και χαράς και κεφιού, αλλά υπενθύμιση ότι το παν είναι η επικράτηση του εγώ μας και ό,τι αυτό υποστηρίζει. Το «ευ αγωνίζεσθαι» και η υπεράσπισή του έχει μετατραπεί σε «με κάθε τρόπο επικρατείν», σε μία εποχή εμπορευματοποίησης των πάντων, ακόμη και των ιδεών, των συμβόλων, των κοινοτήτων στις οποίες ανήκουμε. Στην καθημερινότητά μας μία άνεση έκφρασης, ένα αίσθημα μαγκιάς και επίδειξης που γίνεται συνήθεια, μίμηση κάποιων μεγαλυτέρων που δεν ξέρουν τι σημαίνει ποιότητα λόγου και έκφρασης, μία χύδην λαϊκότητα, η οποία μετατρέπεται σε λαϊκισμό λόγου, καθιστούν την βωμολοχία αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Το χειρότερο είναι ότι δεν τιμωρείται από την πολιτεία, ακριβώς λόγω της ανοχής όλων.
Το σταμάτημα της βωμολοχίας προϋποθέτει πρωτίστως προσωπική απόφαση. Προϋποθέτει αυτοσεβασμό και στην συνέχεια σεβασμό στο πρόσωπο του άλλου. Προϋποθέτει εγκράτεια γλώσσης, δηλαδή πνευματική ζωή. Προϋποθέτει την συνειδητή αντίσταση στην ακρόαση της αισχρολογίας. Τελικά, την χαρά ο λόγος να είναι «άλατι ηρτυμένος» για να μεταδίδει νόημα ζωής, αυτό που συνήθως απουσιάζει στους κάθε μορφής όχλους.

themistoklismourtzanos.blogspot.com

Άγιος Ανδρόνικος της Μονής Γκλινσκ Εκτός του εαυτού σου


Εάν συμπεριφερθούμε προσεκτικά ως προς τον εξωτερικό μας άνθρωπο, τότε θα μπορέσουμε να φυλάξουμε και τον εσωτερικό μας. Οποιαδήποτε θλίψη κι αν σου συμβεί, μην κατηγορήσεις γι’ αυτήν κανέναν εκτός του εαυτού σου και πες ότι αυτό μου συνέβη για τις αμαρτίες μου.
Άγιος Ανδρόνικος της Μονής Γκλινσκ

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Γέρων Θεοδόσιος Ἁγιοπαυλίτης Ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση



O π. Θε­ο­δό­σιος Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της, κα­τά κό­σμον Θε­ό­δω­ρος Ἀν­τω­νᾶ­τος, γεν­νή­θη­κε στήν Ἀ­τα­λάν­τη Λο­κρί­δος τήν πρώ­τη Μαρ­τί­ου τοῦ ἔ­τους 1901. Σπο­ύ­δα­σε στήν Ἀ­νω­τά­τη Ἐμ­πο­ρι­κή καί, ὅ­σο ἦ­ταν στόν κό­σμο, ἀ­σχο­λεῖτο μέ τό ἐμ­πό­ριο. Σχέ­ση μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζωή δέν εἶ­χε, γιά νά μήν ποῦ­με ὅ­τι ἦ­ταν καί ἀν­τί­θε­τος. Θέλοντας νά αὐ­ξή­ση τίς δου­λει­ές του σχε­τί­στη­κε μέ μί­α ὁ­μά­δα πνευ­μα­τι­στῶν καί ὄν­τως αὐ­ξή­θη­καν τά κέρ­δη του.
Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό εἶ­χε ἐκ­δώ­σει στήν Γαλ­λί­α μί­α Γαλ­λί­δα ἕ­να βι­βλί­ο: «Ἕ­να μῆ­να μέ το­ύς ἄν­τρες τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους», ὑ­βρι­στι­κό γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος[1]. Ἐ­πει­δή εἶ­χε με­γά­λη κυ­κλο­φο­ρί­α, βρέ­θη­καν κά­ποι­οι καί δυ­στυ­χῶς τό με­τέ­φρα­σαν καί στά Ἑλ­λη­νι­κά. Μία ἐ­φη­με­ρί­δα, τήν ὁ­πο­ί­α ἔ­παιρ­νε ὁ Θε­ό­δω­ρος, τό δη­μο­σί­ευ­ε σέ συ­νέ­χει­ες. Ἀ­φοῦ εἶ­χε δι­α­βά­σει κά­ποι­α τε­ύ­χη, ὡς ἀ­νή­συ­χο πνεῦ­μα πού ἦ­ταν, τοῦ ἦρ­θε ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ πε­ρι­έρ­γεια νά ἐ­πι­σκε­φθῆ τό Ἅγιον Ὄ­ρος. «Ἀπό τόσα πού γρά­φει αὐ­τή ἡ Γαλ­λί­δα, τά μι­σά νά εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος πρέ­πει νά εἶ­ναι...
κά­τι σπου­δαῖ­ο. Θά πά­ω», σκέ­φθη­κε.

Με­τά ἀ­πό με­ρι­κές μέ­ρες εἶ­χαν συ­νάν­τη­ση μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν πνευ­μα­τι­στῶν καί πῆ­γε καί αὐ­τός. Κα­τά πα­ρά­δο­ξο τρό­πο ὅ­μως δέν εἶ­χαν καμ­μί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἀ­πό τά πνε­ύ­μα­τα. Ἐ­πι­κλή­σεις, ἐ­πι­κλή­σεις… τί­πο­τα! Τότε ἀ­κο­ύ­στη­κε φω­νή νά λέ­η: «Ἄν δέν ἀλ­λά­ξη τήν ἀ­πό­φα­ση πού ἔ­βα­λε στό νοῦ του ὁ Θε­ό­δω­ρος, δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με τί­πο­τα!». Ὁ Θε­ό­δω­ρος ὅ­μως πε­ί­σμω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο καί προ­γραμ­μά­τι­σε τήν ἐ­πί­σκε­ψή του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.

Ἔ­φθα­σε στό Ὄ­ρος πα­ρα­μο­νή τοῦ Δε­κα­πεν­ταυ­γο­ύ­στου καί ἀ­κο­λου­θών­τας τό πλῆ­θος τῶν προ­σκυ­νη­τῶν πῆ­γε στῶν Ἰ­βή­ρων. Πα­ρα­κο­λο­ύ­θη­σε τήν ἀ­γρυ­πνί­α, ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε, ἀλ­λά δέν ἀλ­λοι­ώ­θη­κε πνευ­μα­τι­κά. Ἔ­πει­τα ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τόν Ἅγιο Παῦ­λο. Ἐ­κεῖ κά­τι συ­νέ­βη μέ­σα του, ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ καί ἀ­να­κο­ί­νω­σε στόν Πνευ­μα­τι­κό τῆς Μο­νῆς πα­πα–Ἰ­γνά­τιο (ὑ­πο­τα­κτι­κό τοῦ γνω­στοῦ πα­πα–Ἰ­γνά­τιου Πνευ­μα­τι­κοῦ) τήν ἐ­πι­θυ­μί­α του νά με­ί­νη. Τόν δέ­χθη­καν οἱ πα­τέ­ρες. Κοι­νο­βί­α­σε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­ύ­λου καί στίς 19 Φε­βρου­α­ρί­ου 1936 ἐ­κά­ρη μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Θε­ο­δό­σιος.

Ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος μο­να­χός ὁ π. Θε­ο­δό­σιος, ἐ­πι­σκέ­φθη­κε χά­ριν ὠ­φε­λεί­ας τόν φη­μι­σμέ­νο γιά τήν ἀ­ρε­τήν του Γρη­γο­ριά­τη ἡ­γού­με­νο πα­πα–Θα­νά­ση. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­δω­σε πο­λύ­τι­μες συμ­βου­λές γιά τήν μο­να­χι­κή του ζω­ή καί στό τέ­λος τοῦ εἶ­πε: «Ἄν θέ­λης νά γί­νης κα­λός μο­να­χός, νά δι­α­βά­ζης τόν ἅ­γιο Ἐ­φραίμ τόν Σύ­ρο. Πάν­τα νά τόν ἔ­χης στό προ­σκε­φά­λαι­όν σου». Πράγ­μα­τι κα­θη­με­ρι­νῶς ἀ­νε­γί­νω­σκε τόν ἅ­γιο Ἐ­φραίμ καί ἐ­καρ­ποῦ­το με­γί­στην ὠ­φέ­λεια. Τόν ἀ­γά­πη­σε πο­λύ, ἀλ­λά πεί­σθη­κε ἀ­πό τίς τα­πει­νές ἐκ­φρά­σεις πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ὅ­σιος Ἐ­φραίμ γιά τόν ἑ­αυ­τό του, ὅ­τι δη­λα­δή εἶ­ναι ἁ­μαρ­τω­λός, ἄ­ξιος γιά τήν κό­λα­ση καί ἄλ­λες πα­ρό­μοι­ες ἐκ­φρά­σες ὅ­τι πράγ­μα­τι ὁ ἅ­γιος Ἐ­φρα­ίμ εἶ­ναι στήν κό­λα­ση. Γι᾿ αὐ­τό πο­νοῦ­σε πο­λύ καί, ἐ­πει­δή τόν ἀ­γα­ποῦ­σε, ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι νά τόν βγά­λη ὁ Θε­ός ἀ­πό τήν κό­λα­ση.

Κά­ποι­α φο­ρά πού ὁ Ἡ­γού­με­νος τόν ἔ­βα­λε νά κά­νη ἀ­νά­γνω­ση στήν τρά­πε­ζα καί δι­ά­βα­σε κά­τι σχε­τι­κό μέ τόν ἅ­γιο Ἐ­φραίμ, τόν βί­ον του ἤ κά­ποι­ο ἐγ­κώ­μιο, διεπίστωσε ἔκ­πλη­κτος ὅ­τι ὁ ἅ­γιος Ἐ­φρα­ίμ, ὄχι­ μό­νο δέν βρί­σκε­ται στήν κό­λα­ση, ἀλ­λά εἶ­ναι καί πο­λύ με­γά­λος Ἅ­γιος. Ἀ­πό τήν χα­ρά του καί τήν συγ­κί­νη­ση ἄρ­χι­σε νά κλαί­η καί δι­α­κό­πηκε ἡ ἀ­νά­γνω­ση.

Ὁ πα­τήρ Θε­ο­δό­σιος ἐρ­γά­σθη­κε πο­λύ, ἔ­κα­νε ἀ­γρυ­πνί­ες γιά νά τα­ξι­νο­μή­ση τήν βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Μο­νῆς. ­Δη­μι­ούρ­γη­σε καί σκευ­ο­φυ­λά­κιο μέ εἰ­κό­νες. Ἦταν ἐ­πι­με­λής στήν με­λέ­τη καί συ­νέ­γρα­ψε πνευ­μα­τι­κά βι­βλί­α. Οἱ πολ­λές ἁ­γι­ο­γρα­φι­κές καί πα­τε­ρι­κές ἐ­πι­γρα­φές πού ὑ­πάρ­χουν στό Μο­να­στή­ρι, γρά­φτη­καν μέ τό χέ­ρι του.

Ὁ γε­ρω–Θε­ο­δό­σιος εἶ­χε πο­λύ πό­λε­μο μέ τόν διά­­βο­λο, ἐ­πει­δή ὡς λα­ϊ­κός εἶ­χε μπλέ­ξει μέ τόν πνευ­μα­τι­σμό. Ὁ δι­ά­βο­λος τοῦ ἔ­κα­νε ἄ­γρι­ες ἐ­πι­θέ­σεις. Σῶ­μα μέ σῶ­μα πά­λευ­αν. Ἐ­ξωμο­λο­γεῖ­το στόν Ἡ­γού­με­νο τίς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ πει­ρα­σμοῦ καί ἔ­χοντας πε­ποί­θη­ση στόν ἑ­αυ­τό του, ἔ­λε­γε· «ἄν τολ­μή­ση καί ξα­νάρ­θη, νά δῆς τί θά τόν κά­νω». Ὁ­πό­τε τήν ἴ­δια νύ­χτα ἦρ­θε ὡς συ­νή­θως ὁ πει­ρά­ζων καί μέ τήν μα­νί­α πού τόν εἶ­χε ὁ π. Θε­ο­δό­σιος ὥρ­μη­σε πά­νω του, τόν ἔ­πια­σε μέ τό ἕ­να χέ­ρι του ἀ­πό τό μά­γου­λο καί μέ τό ἄλ­λο προ­σπα­θοῦ­σε νά τόν ρί­ξη κά­τω. Ἀλ­λά σέ λί­γο ἔ­νι­ω­θε νά τόν κα­τα­βάλ­η ὁ ἀν­τι­κεί­με­νος. Ὁ­πό­τε, βλέ­ποντας τήν ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν δυ­νά­με­ών του, ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τόν Χρι­στό καί τήν Πα­να­γί­α καί ἀ­μέ­σως χά­θη­κε ὁ πει­ρα­σμός, μή ὑ­πο­φέ­ροντας τήν δύ­να­μη τοῦ Ὀ­νό­μα­τος. Ἔ­τρε­ξε ὕ­στε­ρα στόν Ἡ­γού­με­νο καί τοῦ ἐ­ξω­μολο­γή­θηκε: «Ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πα, ἄν ἔρ­θη νά δῆς τί θά τόν κά­νω, ἦ­ταν τῆς ὑ­πε­ρη­φα­νεί­ας μου». Ἐ­γνώ­ρι­σε στήν πρά­ξη ὅ­τι οἱ δαί­μο­νες νι­κῶν­ται μέ τήν τα­πεί­νω­ση καί τήν θεί­α δύ­να­μη.

Δι­η­γή­θη­κε: «Κάποια φο­ρά, ἐ­νῶ ἔ­γρα­φα τή νύ­χτα πε­ρί πνευ­μα­τι­σμοῦ, κά­ποι­ος χτύ­πη­σε πο­λύ δυ­να­τά τό τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, τό­σο πο­λύ πού πῆ­γε νά σπά­ση. Κοι­τά­ζω καί βλέ­πω μία σκιά στό τζά­μι. “Ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Χρι­στοῦ νά φύ­γης”, λέ­ω καί σταυ­ρώ­νω συ­νε­χῶς τό πα­ρά­θυ­ρο. Σέ λί­γο βλέ­πω τήν σκιά νά ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σάν ἀ­στρο­να­ύ­της».

Ἄλ­λη φο­ρά τοῦ συ­νέ­βη τό ἑ­ξῆς, ὅ­πως δι­η­γήθη­κε: «Ἕ­να βρά­δυ στό κελ­λί μου ἦρ­θε ὁ π. Γε­ρά­σι­μος ὁ Μι­κρα­γι­αν­να­νί­της.

–Πότε ἦρ­θες; τοῦ λέ­ω, δέν σέ πρό­σε­ξα.

–Νά, τό ἀ­πό­γευ­μα. Θά βγά­λεις βι­βλί­ο, ἔ­μα­θα.

–Ναί, τοῦ ἀ­παν­τῶ. Θά βγά­λω ἕ­να βι­βλί­ο γιά τόν πνευ­μα­τι­σμό. Τότε ὁ π. Γε­ρά­σι­μος μοῦ λέ­γει:

–Τά μέν­τιουμ ἀπ᾿ αὐ­τά πού λέ­γουν 99% εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, 1% εἶ­ναι ψέμ­μα­τα καί αὐ­τό τό 1 ἀ­ναι­ρεῖ τά 99.

–Αὐ­τό πού λέ­γεις εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ο νά τό γρά­ψω στό βι­βλί­ο, ἀλ­λά ποῦ τό βρῆ­κες, ἐ­ρω­τῶ.

–Στά Πνευ­μα­τι­κά Γυ­μνά­σμα­τα, ἀ­παν­τᾶ.

»Ὅ­ταν ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό κελ­λί μου, ἀ­νο­ί­γω τά Πνευ­μα­τι­κά Γυ­μνά­σμα­τα καί τό βρί­σκω ἀ­μέ­σως. Ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σα τό πρό­χει­ρο γρά­ψι­μο καί ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νά τό στε­ί­λω γιά τό τυ­πο­γρα­φεῖ­ο, ὁ λο­γι­σμός μοῦ ἔ­λε­γε νά ψά­ξω νά βρῶ τήν σε­λί­δα ὅπου ἦ­ταν γραμ­μέ­νο αὐ­τό πού μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ π. Γε­ρά­σι­μος. »Ψάχνω τρεῖς φο­ρές ὅ­λο τό βι­βλί­ο καί δέν τό βρί­σκω γραμ­μέ­νο. Ση­κώ­νο­μαι καί πη­γα­ί­νω στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να, βρί­σκω τόν π. Γε­ρά­σι­μο καί τοῦ λέ­γω:

–Ὅ­ταν ἦρ­θες στό Μο­να­στή­ρι μοῦ εἶ­πες αὐ­τό καί αὐ­τό. Δέν τό βρί­σκω τώ­ρα στά Πνευ­μα­τι­κά Γυ­μνά­σμα­τα. Τί συμ­βα­ί­νει;

–Οὔ­τε ἦρ­θα στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο –ἔ­χω πο­λύ και­ρό νά ἔλ­θω–, ἀλ­λά καί οὔ­τε σοῦ εἶ­πα τέ­τοι­ο πρᾶγ­μα.

Ἔ­μει­να ἄ­ναυ­δος. Ἀ­πα­τή­θη­κα λοι­πόν σέ τέ­τοι­ο βαθμό ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο; Τότε σκέ­φθη­κα ὅ­τι, ἐ­άν τό ἔ­γρα­φα αὐ­τό, θά ἔ­κα­να με­γά­λο κα­κό, δι­ό­τι ὅ­ποι­ος δι­ά­βα­ζε τό βι­βλί­ο θά σκε­φτό­ταν: “­Ἐφ᾿ ὅ­σον τό 99 εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, τί μέ νοι­ά­ζει γιά τό 1; Θά πά­ω στά μέν­τιουμ”­».

«Ὅ­ταν εἶ­χα ἑ­τοι­μά­σει τό βι­βλί­ο πε­ρί πνευ­μα­τι­σμοῦ, τό κα­θα­ρό­γρα­φα γιά νά τό στε­ί­λω τό πρωΐ γιά ἐ­κτύ­πω­ση. Εἶ­χαν με­ί­νει ἀ­κό­μη 4 σε­λί­δες γιά νά τε­λει­ώ­σω. Ξαφ­νι­κά αἰ­σθά­νο­μαι δί­πλα μου τόν δι­ά­βο­λο. Ἀ­να­τρί­χια­σα ὁ­λό­κλη­ρος. Ὁ λο­γι­σμός μοῦ ἔ­λε­γε νά στα­μα­τή­σω. “Ὄ­χι”, εἶ­πα, “­θά τε­λει­ώ­σω καί με­τά θά στα­μα­τή­σω”. “Χρι­στέ μου, βο­ή­θα με”, καί συ­νέ­χι­σα νά γρά­φω κλα­ί­γον­τας καί προ­σευ­χό­με­νος, ἐ­νῶ ἔ­τρε­μα ἀ­πό τόν φό­βο μου.

»Ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σα, ξά­πλω­σα λί­γο. Σέ λί­γο ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­κα τε­λε­ί­ως ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο. Δέν μπο­ροῦ­σα οὔ­τε νά φω­νά­ξω. Μόνο τό μυα­λό μου, ἡ σκέ­ψη μου, λει­τουρ­γοῦ­σε. Τότε θυ­μή­θη­κα τόν ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ πού λέ­γει: “Μόνο τό πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ μπο­ρεῖ νά δι­ώ­ξη τό πνεῦ­μα τοῦ δι­α­βό­λου”.

»Ἄρ­χι­σα τό­τε νά προ­σε­ύ­χωμαι θερ­μῶς, ὁ­πό­τε ἐν­τός ὀ­λί­γου ἔ­φυ­γε ὁ δι­ά­βο­λος καί ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κα».

Πάλι δι­η­γή­θη­κε: «Κάποια ἄλ­λη φο­ρά ἦ­ταν νύ­χτα καί ἔ­νι­ω­σα νά τρέ­μη δυ­να­τά τό κρεβ­βά­τι μου. Σκέ­φθη­κα ὅ­τι γί­νε­ται δυ­να­τός σει­σμός καί σί­γου­ρα μέ τέ­τοι­ον σει­σμό θά πέ­σουν τά κτί­ρια καί θά κα­τα­στρα­φῆ τό Μο­να­στή­ρι.

»Μόλις στα­μά­τη­σε, βγα­ί­νω ἔ­ξω καί πηγαίνω στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Τήν ὥ­ρα ἐ­κε­ί­νη ἄ­να­βε τά καν­τή­λια ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός. Τόν ρω­τῶ:

–Μήπως ἔ­γι­νε σει­σμός; Μήπως αἰ­σθάν­θη­κες τί­πο­τε;

–Ὄ­χι, ἀ­παν­τᾶ. Πε­ρί­ερ­γο, σκέ­φτο­μαι. Ρω­τῶ καί ἄλ­λον μο­να­χό, “ὄ­χι”, μοῦ εἶ­πε καί ἐ­κεῖ­νος.

»Τό πρωΐ ρω­τῶ το­ύς πα­τέ­ρες∙ ὅ­λοι ἀ­πάν­τη­σαν ὅ­τι δέν αἰ­σθάν­θη­καν τόν σει­σμό.

»Σκέ­φθη­κα: “­Τόν Σα­τα­νᾶ, τί μοῦ κά­νει!”».

Ὁ π. Θε­ο­δό­σιος πή­γαι­νε κά­θε χρό­νο στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ Κελ­λιοῦ τῶν Γο­βδε­λά­δων πού γι­νό­ταν στίς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου. Οἱ Ἅ­γιοι Γο­βδε­λᾶς καί Κασ­δό­α εἶ­ναι θαυ­μα­τουρ­γοί. Εἶ­χαν κά­νει ἕ­να με­γά­λο θαῦ­μα στό Κου­τλου­μού­σι. Ἔ­χουν τήν εἰ­κό­να τους στό Μο­να­στή­ρι καί πα­λαιά ἔ­κα­ναν καί ἀ­γρυ­πνί­α. Ὁ π. Θε­ο­δό­σιος εἶ­χε ἕ­να πρό­βλη­μα ὑ­γε­ί­ας. Ἔ­βγα­ζε ἐκ­ζέ­μα­τα στά χέ­ρια του. Τόσο ἄ­σχη­μα φα­ί­νον­ταν, πού σι­χαι­νό­σουν νά πά­ρης εὐ­χή. Μία χρο­νιά κατ᾿ οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ ξε­χά­στη­κε καί δέν πῆ­γε στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Γο­βδε­λᾶ. Ὅ­ταν τό θυ­μή­θη­κε, στε­νο­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, ἔ­κλα­ψε καί μο­νο­λο­γοῦ­σε. «Νά χά­σω τήν ἀ­γρυ­πνί­α τῶν Ἁ­γί­ων!». Ἕ­να δά­κρυ ἔ­πε­σε πά­νω στά χέ­ρια του καί ἔ­γι­ναν κα­λά. Τό θε­ώ­ρη­σε θαῦ­μα τῶν Ἁ­γί­ων.

Κάποτε ὁ π. Θε­ο­δό­σιος ἦ­ταν γιά πο­λύ και­ρό ἄρ­ρω­στος μέ 40οC πυ­ρε­τό καί δέν μπο­ροῦ­σε νά πά­ρη τά πό­δια του. Ἐ­κεῖ­νες τίς ἡ­μέ­ρες ἦρ­θε τό Λε­ί­ψα­νο τοῦ ἁ­γί­ου νε­ο­μάρ­τυ­ρος Πα­χω­μί­ου. Μόλις τό ἔ­μα­θε, ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τόν Ἅ­γιο καί ἀ­μέ­σως ἔ­γι­νε κα­λά· τόν ἄ­φη­σε ὁ πυ­ρε­τός, κα­τέ­βη­κε καί προ­σκύ­νη­σε τό ἅ­γιο Λε­ί­ψα­νο.

Ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἐγ­γράμ­μα­τος καί δρα­στή­ριος, βοήθη­σε πά­ρα πο­λύ καί κυ­ρί­ως στά δι­οι­κη­τι­κά τό Μο­να­στή­ρι του. Ἔ­κα­νε Ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς Μο­νῆς καί Ἐ­πι­στά­της στήν Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­τη­τα στίς Κα­ρυ­ές. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε στό ἑ­στι­α­τό­ριο νά ἔ­χουν μα­γει­ρέ­ψει κρέ­ας σέ ἡ­μέ­ρες νη­στε­ί­ας, ἔρ­ρι­χνε πε­τρέ­λαι­ο στό ντα­βά.

Στήν Σύναξη τῆς Μο­νῆς ὅ,τι ἔ­λε­γε, εἶ­χε βα­ρύτητα καί περ­νοῦ­σε ἡ ἄ­πο­ψή του. Ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν τήν ἀ­ξί­α του καί τόν σέ­βον­ταν.

Καί ποῦ δέν βο­η­θοῦ­σε ὁ γε­ρω–Θε­ο­δό­σιος; Ἕ­να δι­ά­στη­μα πού πα­ραιτή­θηκε ἀ­πό Προ­ϊ­στά­με­νος καί ἀ­πό τό γρα­φεῖ­ο, εἶ­χε τήν τρά­πε­ζα, πή­γαι­νε ταυ­τό­χρο­να καί στίς ἐ­λι­ές. Ἦ­ταν ὑ­περ­δρα­στή­ριος. Ὅ­ταν ἦ­ταν 78 ἐ­τῶν ἀ­νέ­λα­βε τό κά­θι­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος καί με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α ἔ­παιρ­νε τό ντορ­βα­δά­κι του καί πή­γαι­νε νά πο­τί­ση τίς ἐ­λι­ές. Ἄν χρει­α­ζό­ταν πή­γαι­νε καί μέ­σα στόν κα­ύ­σω­να. Ἦ­ταν ἀ­κο­ύ­ρα­στος.

Εἶ­χε πο­λλή ἀ­γά­πη καί πάντα προ­σπα­θοῦ­σε νά κά­νη τό κα­λύ­τε­ρο γιά νά ἀ­να­πα­ύ­η το­ύς πα­τέ­ρες, καί αὐ­τό τό στή­ρι­ζε στόν ἅ­γιο Θε­ό­δω­ρο τόν Στου­δί­τη. Συ­χνά πή­γαι­νε νά βο­η­θή­ση καί στό μα­γει­ρεῖ­ο.

Ὅ­ταν ἕ­να δι­ά­στη­μα ἦ­ταν το­πο­τη­ρη­τής στό Μο­να­στή­ρι, τίς νύ­χτες με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο περ­πα­τοῦ­σε χω­ρίς πα­πο­ύ­τσια ἔ­ξω ἀ­πό τά κελ­λιά. Ἄν ἄ­κου­γε κά­που ὁ­μι­λί­ες, δέν ἔ­λε­γε τί­πο­τε, ἀλ­λά τό πρωΐ στήν ἀ­κο­λου­θί­α ἔ­λε­γε στο­ύς μο­να­χο­ύς πού μι­λοῦ­σαν με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο «νά μήν ἐ­πα­να­λη­φθῆ αὐ­τό». Εἶ­χε λε­πτό­τη­τα.

Ὃ­ταν ἦ­ταν στά τε­λευ­ταῖ­α του ξα­πλω­μέ­νος στό κρεβ­βά­τι μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι, τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος: «Τί σκέ­φτε­σαι; Πῶς αἰ­σθά­νε­σαι;». Καί ἀ­πάν­τη­σε: «Σκέ­φτο­μαι ὅ­τι θά πά­ω στόν Κύριο καί εἶ­μαι πο­λύ χα­ρο­ύ­με­νος». Πράγ­μα­τι ἦ­ταν χα­ρω­πό τό πρό­σω­πό του, καί σέ δυό μέ­ρες ἐ­κοι­μή­θη στίς 4 Ἰ­ου­λί­ου 1987 σέ ἡ­λι­κί­α 86 ἐ­τῶν.

Ἦ­ταν πο­λύ ἀ­κτή­μων. Ἡ κε­κρυ­μμέ­νη του ἀ­ρε­τή τῆς ἀ­κτη­μο­σύ­νης φα­νε­ρώ­θη­κε στήν κο­ί­μη­σή του, ὅ­που οἱ πα­τέ­ρες δέν βρῆ­καν ροῦ­χα γιά νά τόν ντύ­σουν. Ἄλ­λος ἔ­δω­σε ζω­στι­κό, ἄλ­λος ρά­σο, ἄλ­λος παν­τε­λό­νι.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.

1. Ἀργότερα ἡ Γαλ­λί­δα αὐ­τή με­τε­νό­η­σε καί ἀ­πε­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἦ­ταν ψέμ­α­τα ὅ­,τι ἔ­γρα­ψε, καί ὅ­τι δέν μπῆ­κε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Αὐτό ὡς συ­νή­θως ἀ­πο­σι­ω­πή­θη­κε ἀ­πό τά Μ.Μ.Ε. Ὡσ­τό­σο τά ἔ­σο­δα τοῦ βι­βλί­ου ἡ Γαλ­λί­δα ὡς ἔν­δει­ξη με­τα­νο­ί­ας τά δώ­ρη­σε σέ ἕ­να φι­λαν­θρω­πι­κό Ἵ­δρυ­μα στήν Γαλ­λία­.

enromiosini

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2019/07/blog-post_9.html#more

"Λάβετε, φάγετε".



Αγαπήστε τη Θεία Λειτουργία, προστατέψτε το ευωδιαστό τριαντάφυλλο του Χριστού, φωτίστε τις ψυχές σας με το φως του θεϊκού ήλιου. Θεωρήστε μια χαμένη μέρα στη ζωή σας όταν αποτύχατε να είστε στη Θεία Λειτουργία ... Αφήστε τα μάτια σας να βλέπουν πάντα το Θείο Δισκοπότηρο, αφήστε τα αυτιά σας να ακούσουν πάντα: "Λάβετε, φάγετε". Ευχαριστώ τον Κύριο πάντα για το μεγαλύτερο δώρο που οι άγγελοι τρέμουν πριν.

(Αγ. Σεραφείμ (Zvezdinsky)
https://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/07/blog-post_10.html

Νά ὁμιλεῖς μόνο ὅταν πρόκειται νά πεῖς κάτι ἀνώτερο τῆς σιωπῆς



 Να ομιλείς μόνο όταν πρόκειται να πεις κάτι ανώτερο της σιωπής
Σιώπα και ειρήνευε.

Ο πολύλογος, έστω κι αν είναι ρήτορας, πνευματικά δεν ευδοκιμεί.

Η αργολογία εκδιώκει από την καρδιά το χαροποιόν πένθος. Να ομιλείς μόνο όταν πρόκειται να πεις κάτι ανώτερο της σιωπής.

Αυτός, που θέλει να μιμηθεί τον πράο και ησύχιο Κύριο, πρέπει να αγαπήσει την ευλογημένη σιωπή.

Τότε μόνο θα μπορεί να προφέρει αδιαλείπτως το πανάγιο Του όνομα και να εργάζεται διαρκώς το θέλημα Του «εξ όλης της ψυχής» του και με πόθο άγιο.

Για να αποκτήσεις τη σιωπή και την ησυχία στην καρδιά σου, απόφευγε τις περιττές βιοτικές σκέψεις.

Έτσι θα σωθείς και θα συγχορεύεις με Αγγέλους.

Να γνωρίζεις για ποιο σκοπο σιωπάς.

Αν π.χ. με τη γλώσσα σιωπάς και με τον λογισμό σου κατακρίνεις, δεν σε ωφελεί μια τέτοια σιωπή.

Ούτε πάλιν ωφελεί να σιωπάς και στην καρδιά σου να βασιλεύει μελαγχολία και απόγνωση.

Ένας Γέροντας, πολύ μεγάλος νηστευτής, είπε: «Εκείνη την ημέρα, που θα παραβιάσω ασκόπως την ευλογημένη σιωπή, δεν μπορώ ούτε κι αυτό τον κανόνα της νηστείας μου να τηρήσω, καθώς πρέπει».

Για τη σιωπή, που μ’ ερωτάς, πρέπει να ξέρεις ότι αυτή δεν έγκειται μόνο στη σιωπή της γλώσσας, αλλά προπαντός στη σιωπή των λογισμών.

Αν δηλαδή σιωπά η γλώσσα σου, οι λογισμοί σου όμως κρίνουν και καταδικάζουν τους άλλους, ε! Τότε αυτό δεν είναι σιωπή!

Είναι γραμμένο κάπου: «Μπορεί να ομιλείς όλη την ημέρα, και όμως εσωτερικά να έχεις ευλογημένη σιωπή, επειδή δηλαδή δεν θα λέγεις εκείνα, που δεν αρμόζουν.

Και μπορεί να σιωπάς όλη την ημέρα, και όμως να μην τηρείς θεάρεστα τη σιωπή, διότι ο λογισμός σου φλυαρεί και κατακρίνει».

Έλεγε κάποιος:
«Αν και πολλές φορές μετάνιωσα, επειδή μίλησα, όμως ποτέ μου δεν μετάνιωσα, επειδή σιώπησα.»

Και εγώ σε συμβουλεύω να ομιλείς μόνο, όταν πρόκειται να ’πεις κάτι, που είναι καλύτερο της σιωπής!

Όπως υπάρχει η καλή σιωπή, υπάρχει και η κακή.

Όπως υπάρχει η καλή ομιλία, υπάρχει και η κακή.

Καλή σιωπή είναι η ταπεινή, η εσωτερική, αυτή, που συνοδεύεται με προσευχή, και γεμίζει την ψυχή με χαρά.

Κακή σιωπή είναι εκείνη, που την συνοδεύει η δειλία, η εσωτερική κατάκριση, η ολιγοπιστία, η θλίψη, η απόγνωση. Καλή ομιλία είναι εκείνη, που λέγει τα σωστά και αναγκαία. Κακή ομιλία είναι η αργολογία, η ευτραπελία, η κολακεία, η υποκρισία, ο θυμός, η οργή, η αισχρολογία, η κατάκριση, η συκοφαντία και όλα τα παρόμοια.

Πρέπει λοιπόν να αποκτήσουμε «νουν Χριστού» (Α’ Κορ. β’ 16), ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε πότε θα πρέπει να μιλήσουμε και πότε θα πρέπει να σιωπήσουμε.

Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτη

https://epanosifi.blogspot.com/2019/06/blog-post_174.html