Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ


ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΦΥΛΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ. ΛΥΠΟΥΜΑΙ.
Μακαριστός Γέροντας π. Αθανάσιος Μυτιληναίος (1927 – 2006)
Απόσπασμα ομιλίας που εκφωνήθηκε στις 15/02 του 1981.
ἀλλὰ ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα, ὅτι ἔχεις ἐκεῖ κρατοῦντας τὴν διδαχὴν Βαλαάμ, ὃς ἐδίδαξε τὸν Βαλὰκ βαλεῖν σκάνδαλον ἐνώπιον τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ φαγεῖν εἰδωλόθυτα καὶ πορνεῦσαι. οὕτως ἔχεις καὶ σὺ κρατοῦντας τὴν διδαχὴν τῶν Νικολαϊτῶν ομοίως.
Παρά ταύτα έχω μερικά εναντίον σου, ολίγα όμως. Ότι εκεί έχεις μερικούς να αποδέχονται, να κρατούν την διδαχή του Βαλαάμ, ο οποίος είχε διδάξει τον Βαλάκ να βάλει σκάνδαλο μπροστά εις τους Ισραηλίτας να φάγουν ειδωλόθυτα και να πορνεύσουν. Έτσι κι εσύ έχεις τους Νικολαΐτες που αυτοί διδάσκουν τα παρόμοια.
Ώστε υπάρχουν και παράπονα εις τον Ιησούν. ἔχω ὀλίγα κατὰ σοῦ, έχω μερικά εναντίον σου. Αλλά είναι σας είπα ολίγα και πρόκειται περί επιδράσεων του ειδωλολατρικού περιβάλλοντος εις την ζωήν μερικών Χριστιανών που ο επίσκοπος δεν επρόσεξε επαρκώς.
Σημειώσατε ότι τότε η Εκκλησία ήτο κλειστή. Ήτο με όλη τη σημασία της λέξεως κλειστή, όπως είναι ένας καρπός που μεγαλώνει σ’ ένα δέντρο και το μεγάλωμα του καρπού είναι εκ των έσω προς τα έξω. Παρ’ τε παρακαλώ -να πάρω έναν μεγάλο καρπό για να γίνω έτσι εντυπωσιακός- παρ’ τε ένα καρπούζι. Βλέπετε στην καρπουζιά ένα καρπουζάκι είναι μόλις μικρούτσικο. Αυτό αρχίζει να μεγαλώνει, να μεγαλώνει. Πώς μεγαλώνει; Δεν μεγαλώνει εκ των έσω προς τα έξω; Έρχεται απ’ έξω να προστεθεί τίποτα για να μεγαλώσει το καρπούζι; Αλλά από μέσα κάτι γίνεται και μεγαλώνει. Τι είναι αυτό το κάτι που γίνεται; Βεβαίως παίρνει τροφή, παίρνει από έναν μίσχον, παίρνει νερό, παίρνει τροφές δια μέσω του νερού και τρέφεται και μεγαλώνει εκ των έσω προς τα έξω.
Αυτό ήταν η αρχαία Εκκλησία και αυτό οφείλει να είναι πάντοτε η Εκκλησία. Δηλαδή, υπήρχε ένας μίσχος, υπήρχε μία πόρτα η πόρτα των κατηχουμένων. Θα υποστείς κατήχηση, θα δοκιμαστείς ποιος είσαι και μετά θα βαπτιστείς και θα γίνεις μέλος της Εκκλησίας του Χριστού.
Η Εκκλησία λοιπόν του Χριστού ήταν κλειστή. Δεν μπορούσες να μπεις μέσα εάν προηγουμένως δεν είχε δοκιμαστεί η αξία σου. Ποιος είσαι. η πίστη σου, η αρετή σου, η ζωή σου. Και οι πόρτες ήταν κλειστές όχι με την έννοια πλέον του βαπτίσματος μόνον, αλλά και με την τεχνική σημασία του όρου οι πόρτες ήταν κλειστές. Εκείνο το ‘τας θύρας τας θύρας’, αυτό ακριβώς διασώζει. Το ότι δηλαδή μέσα στην Εκκλησία οι φύλακες, οι θυρωροί, έκλειναν την πόρτα για να μην μπει κανείς άπιστος. Ούτε κατηχούμενος. Οι κατηχούμενοι προ του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας μέσα στη Θεία Λειτουργία αναχωρούσαν. Γι’ αυτό έκλειναν οι πόρτες, έβγαιναν όλοι έξω και έμεναν μόνοι οι πιστοί οι οποίοι παρακολουθούν την Λειτουργία για να κοινωνήσουν.
Φαίνεται όμως ότι είχαν δημιουργηθεί κάποιες επιδράσεις εις τα μέλη της Εκκλησίας ώστε μερικοί είχαν δεχθεί απ’ το ειδωλολατρικό περιβάλλον αυτήν την διδασκαλίαν των ειδωλολατρών, των Νικολαϊτών που είχαμε αναλύσει μία περασμένη φορά, και αντιλαμβάνεσθαι ότι μερικοί Χριστιανοί παρουσίαζαν αυτό το φαινόμενον των επιδράσεων.
Αυτό δεν άρεσε εις τον Κύριον. Ήθελε τα μέλη της Εκκλησίας να είναι όπως Εκείνος θέλει, γι’ αυτό διαμαρτύρεται κατά του επισκόπου και του λέγει: ἔχω κατὰ σοῦ ὀλίγα.
Εάν με την εικόνα που σας περιέγραψα έπρεπε να δούμε την εποχή μας, τι θα λέγαμε; Η Εκκλησία σήμερα είναι κλειστή ή ανοιχτή;
Είναι ανοιχτή.
Οι πόρτες δεν κλείνουν πλέον. Όχι μόνο με την τεχνική έννοια του όρου, αλλά ούτε καν ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί που μπαίνουν μέσα εις την Εκκλησία. Ούτε καν τους ξέρουμε. Και το χειρότερο, ότι όπως έχουμε διαμορφωθεί, δεν ξέρει ούτε ο ιερεύς το ποίμνιόν του, ούτε το ποίμνιο τον ιερέα. Δεν γνωριζόμαστε πια.
Ενώ πρώτα οι Χριστιανοί όταν ελέγετο το ‘τας θύρας τας θύρας’, ο ένας κοιτούσε τον άλλον -μάλιστα αυτό διασώζεται σε μία άλλη Λειτουργία, αρχαία Λειτουργία- κοιτούσε ο ένας τον άλλον να ιδούν μήπως έχει μείνει κάποιος ο οποίος είναι άγνωστος. Και δεν μπορούσε να μείνει κανείς άγνωστος μέσα εις την Εκκλησίαν.
Έτσι, δεν ξέρω σήμερα τι θα έλεγε ο Κύριος αγαπητοί μου εις τον κάθε επίσκοπον. Τι να του πει; Έχω λίγα κατά σου; Ότι άφησες τους Νικολαΐτας να επιδράσουν στην ζωή των πιστών σου; Όταν εισβάλλει η τηλεόρασις, το ραδιόφωνο, το θέατρο, ο κινηματογράφος. Ο τρόπος ζωής, εκείνος, που υπάρχει πια σήμερα ..
Ξέρετε πως ακριβώς θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την όλη υπόθεση; Με ένα διάτρητο καλάθι που πάμε να βάλομε νερό. Που να κρατήσεις το νερό μες στο καλάθι; Τι να κρατήσεις; Τι να βουλώσεις; Ποια τρύπα να κλείσεις στο καλάθι για να κρατήσεις το νερό; Είναι μία κατάστασις φοβερή και σήμερα δεν θα είχε ο Κύριος να μας πει ότι έχει λίγα εναντίον μας. Θα είχε πολλά.
Ωστόσο, εδώ εκείνο που πρέπει να προσέξουμε, γιατί φαίνεται πια ότι το ποίμνιον πρέπει να φυλάει μόνο του τον εαυτό του. Έτσι φαίνεται. Προσέξτε τι είπα. Μην περιμένετε να σας φυλάξουμε εμείς. Λυπούμαι. Φυλάξτε τον εαυτό σας αγαπητοί. Φυλάξτε τον εαυτόν σας. Εάν δεν φυλάξετε εσείς τον εαυτόν σας μην περιμένετε να σας φυλάξει κάποιος άλλος. Λυπούμαι που το λέγω αλλά σας εξήγησα. Ποια τρύπα στο καλάθι να βουλώσουμε εκεί που φτάσαμε; Το αντιλαμβάνεσθε και μόνοι σας...
Απομαγνητοφώνηση [09:40 έως 16:33] Φαίη -Τας Θύρας Τας Θύρας
Πηγή arnion.gr Ιερά Αποκάλυψις, Ομιλία αριθμός 14: «Βαλααμιτισμός – Νικολαϊτισμός ὡς αἰώνιος τύπος δράσεως καί μεθόδου δολιοφθορέων τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.»

Η προσευχή (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Η προσευχή είναι μεγάλο αγαθό, αν γίνε­ται και με λογισμό αγαθό· αν ευχαριστούμε το Θεό όχι μόνο όταν μας δίνει, αλλά και όταν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε, αφού και τα δύο τα κάνει για την ωφέλειά μας. Έτσι, και όταν δεν παίρνουμε, ουσιαστικά παίρνουμε με το να μην πά­ρουμε ό,τι δεν μας συμφέρει. Υπάρχουν, βλέπετε, πε­ριπτώσεις που η μη ικανοποίηση του αιτήματός μας είναι πιο ωφέλιμη. Και τότε ό,τι θεωρούμε σαν απο­τυχία είναι επιτυχία.
Ας μη στεναχωριόμαστε, λοιπόν, όταν ο Θεός αργεί να εισακούσει την προσευχή μας. Ας μη χά­νουμε την υπομονή μας. Μήπως και πριν ζητήσουμε κάτι, δεν μπορεί να μας το δώσει ο Πανάγαθος; Μπο­ρεί, φυσικά, αλλά περιμένει από μας κάποιαν αφορμή, ώστε να μας βοηθήσει δίκαια. Γι’ αυτό ας Του δίνου­με την αφορμή με την προσευχή και ας περιμένουμε με πίστη, με ελπίδα, με εμπιστοσύνη στην πανσοφία και στη φιλανθρωπία Του. Μας έδωσε ό,τι ζητήσαμε; Ας Τον ευχαριστούμε. Δεν μας έδωσε; Και πάλι ας Τον ευχαριστούμε, γιατί δεν γνωρίζουμε, όπως γνωρίζει Εκείνος, τι είναι καλό για μας. Ας έχουμε ακόμα υπόψη μας, πως ο Θεός συχνά δεν αρνείται, αλλά μόνο αναβάλλει την ικανοποίηση κάποιου αιτήματός μας. Και γιατί αναβάλλει; Επειδή, χρησιμοποιώντας ως μέσο τη δική μας επιμονή στο αίτημα, θέλει να μας ελκύσει και να μας κρατήσει κο­ντά Του. Κι ένας φιλόστοργος πατέρας, άλλωστε, όταν του ζητάει κάτι το παιδί του, πολλές φορές αρνείται να του το δώσει, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο το παιδί μένει κοντά του. 
Με δυο λόγια, η αποτελεσματικότητα της προσευ­χής μας εξαρτάται:

πρώτον
, από το αν είμαστε άξιοι να λάβουμε ό,τι ζητάμε· δεύτερον, από το αν προσευ­χόμαστε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού· τρίτον, από το αν προσευχόμαστε αδιάλειπτα· τέταρτον, από το αν για όλα καταφεύγουμε στο Θεό· πέμπτον, από το αν ζητάμε εκείνα που είναι ωφέλιμα σ’ εμάς.
Και δίκαιοι ακόμα να παρακαλέσουν τον Κύριο, δεν θα εισακουστούν, αν δεν πρέπει. Ποιός ήταν δι­καιότερος από τον Παύλο; Και όμως, επειδή ζήτησε κάτι που δεν θα τον ωφελούσε, δεν εισακούστηκε. «Τρεις φορές παρακάλεσα γι’ αυτό τον Κύριο», γρά­φει ο ίδιος, «και η απάντησή Του ήταν: "Σου αρκεί η χάρη μου"» (Β’ Κορ. 12:8-9). Αλλά και ο Μωυσής δεν ήταν δίκαιος; Ε, ούτε κι εκείνος εισακούστηκε. «Φτά­νει πια!», του είπε ο Θεός (Δευτ. 3:26), όταν ζητούσε να μπει στη γη της επαγγελίας.
Πέρα απ’ αυτά, όμως, υπάρχει και κάτι άλλο που αχρηστεύει την προσευχή μας, και αυτό είναι η αμετανοησία. Προσευχόμαστε, ενώ επιμένουμε στην αμαρτία. Ετσι έκαναν οι Ιουδαίοι, γι’ αυτό ο Θεός είπε στον προφήτη Ιερεμία: «Μην προσεύχεσαι για το λαό αυτό! Δεν βλέπεις τι κάνουν;» (Ιερ. 7:16-17). Δεν απομακρύνθηκαν, λέει, από την ασέβεια. Κι εσύ με παρακαλάς γι’ αυτούς; Δεν σ’ ακούω!
Όταν, πάλι, ζητάμε κάτι κακό εναντίον των έχθρων μας, όχι μόνο δεν το πραγματοποιεί ο Θεός, αλλά και παροργίζεται. Γιατί η προσευχή είναι φάρ­μακο. Κι αν δεν γνωρίζουμε πως πρέπει να χρησιμο­ποιήσουμε ένα φάρμακο, δεν θα ωφεληθούμε ποτέ από τη δύναμή του.
Πόσο μεγάλο καλό είναι η συνεχής προσευχή, το μαθαίνουμε από τη Χαναναία εκείνη του Ευαγγελίου, που δεν σταματούσε να κραυγάζει: «Ελέησέ με, Κύ­ριε!» (Ματθ. 15:22). Κι έτσι, αυτό που αρνήθηκε ο Χριστός στους αποστόλους, τους μαθητές Του, το πέ­τυχε εκείνη με την υπομονή της. Ο Θεός, βλέπετε, προτιμά για τα δικά μας ζητήματα να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι, που είμαστε και υπεύθυνοι, παρά να Τον παρακαλούν άλλοι για λογαριασμό μας.
Όταν έχουμε την ανάγκη ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσουμε και δουλόπρεπα να κο­λακέψουμε και πολύ να τρέξουμε. Γιατί οι άρχοντες του κόσμου τούτου όχι μόνο δεν μας δίνουν εύκολα ό,τι τους ζητάμε, αλλά συνήθως ούτε καν να μας μι­λήσουν δεν καταδέχονται. Πρέπει πρώτα να πλησιά­σουμε τους ανθρώπους που είναι κοντά τους -υπηρέ­τες, γραμματείς, υπαλλήλους κ.ά- και να τους καλο­πιάσουμε, να τους εκλιπαρήσουμε, να τους προσφέ­ρουμε δώρα. Έτσι θα εξασφαλίσουμε τη μεσολάβησή τους στους αρμόδιους αξιωματούχους, για το διακα­νονισμό της όποιας υποθέσεώς μας.

Ο Θεός
, απεναντίας, δεν θέλει μεσολαβητές. Δεν χρειάζεται να Τον παρακαλούν άλλοι για μας. Προτιμά να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι. Μας χρωστάει χάρη, μάλιστα, όταν του ζητάμε ό,τι έχουμε ανάγκη. Μόνο Αυτός χρωστάει χάρη όταν Του ζητάμε, μόνο Αυτός δίνει εκείνα που δεν Του δανείσαμε. Κι αν δει ότι επιμένουμε στην προσευχή με πίστη και καρτερία, πληρώνει δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Αν, όμως, δει ότι προσευχόμαστε με νωθρότητα, αναβάλλει την πληρωμή· όχι γιατί μας περιφρονεί ή μας αποστρέφε­ται, αλλά γιατί, όπως είπα, με την αναβολή αυτή μας κρατάει κοντά Του.
Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό. Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να εισα­κουστείς. Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι. Όταν πικράνεις έναν άνθρω­πο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο θα κερδίσεις τη συμπάθεια του ανεξίκακου Θεού, αν και το πρωί και το μεσημέ­ρι και το βράδυ και κάθε ώρα επικαλείσαι την ευσπλαχνία Του με την προσευχή.
Ας τ’ ακούσουν όλα αυτά όσοι προσεύχονται με ραθυμία και βαρυγγωμούν, όταν ο Κύριος αργεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους λέω: "Παρακάλε­σε το Θεό!". Και μου απαντούν: "Τον παρακάλεσα μια, δυο, τρεις, δέκα, είκοσι φορές, μα δεν έλαβα τί­ποτα". Μη σταματήσεις, ώσπου να λάβεις. Σταμάτησε, όταν λάβεις. Ή μάλλον, ούτε και τότε να σταματήσεις την προσευχή. Πριν λάβεις, να ζητάς. Και αφού λά­βεις, να ευχαριστείς.
Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρί­ζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευ­χή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός; "Γονάτισα", λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προ­σευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτή­ματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβο­λος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τό­τε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περ­νούν από το νου μας. Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπί­τι μας ή οπουδήποτε αλλού.
Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρ­νουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προ­σευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευ­χή από την αρχή. Κι αν παθαίνουμε πάλι και πάλι το ίδιο, ας την επαναλαμβάνουμε και για τρίτη και για τέταρτη φορά. Ας μη σταματάμε, πριν πούμε ολό­κληρη την προσευχή, από την αρχή ως το τέλος, με άγρυπνη διάνοια και αδιατάρακτο λογισμό. Και όταν ο διάβολος αντιληφθεί ότι δεν καταθέτουμε τα όπλα, θα σταματήσει πια κι αυτός να μας πολεμάει.
Όταν παρουσιαζόμαστε για οποιοδήποτε ζήτημά μας σ’ έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο προσεκτι­κοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ούτ’ εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας. Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα, για το οποίο θέλου­με να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί; Αν η γλώσ­σα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με με­γαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρι­σκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό κα­λό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλή­θεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;
Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλα­βερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου. Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισ­σότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισ­σότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.
Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημα­σία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.
Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι με­γάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άν­θρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. Γιατί, ύστερ’ από μία τέτοια προσευ­χή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, απο­κτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.
Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολε­ρότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προ­σευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προ­σευχή μας. Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυ­γκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση; Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;
Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη, τό­τε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά. Η αντα­πόκριση του Κυρίου στην προσευχή δεν εξαρτάται από το πλήθος των λόγων, αλλ’ από τη νήψη του νου και της καρδιάς. Και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς απ’ όσα λέει η Γραφή για τη στείρα Αννα, τη μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», έταξε η Αννα, «αν σκύψεις πάνω από τη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου δώσεις παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα για όλη του τη ζωή» (Α’ Βασ. 1:11). Είναι πολλά τα λόγια αυτά; Όχι. Και όμως, επειδή με νήψη και προσοχή έκανε αυτή τη μικρή προσευχή, κατόρθωσε όσα ηθέλησε: Και την ανάπηρη φύση της διόρθωσε και την κλεισμένη μήτρα της άνοι­ξε και από την περιφρόνηση των ομοεθνών της λυ­τρώθηκε και από την άγονη γη θέρισε σιτάρι πλούσιο.
Όποιος προσεύχεται, λοιπόν, ας μη λέει περίσσια λόγια. Και ο Χριστός και ο Παύλος, άλλωστε, μας σύ­στησαν να προσευχόμαστε συχνά, αλλά με συντομία και μικρά διαλείμματα. Γιατί, μακραίνοντας την προ­σευχή, είναι δυνατό να χάσεις την προσοχή. Κι έτσι δί­νεις την ευκαιρία στο διάβολο να σε πλησιάσει και να σου υποβάλει τους δικούς του λογισμούς. Αν, όμως, οι προσευχές σου είναι σύντομες και συχνές, τότε θα μπορείς εύκολα να τις κάνεις με προσοχή και νήψη, καλύπτοντας μ’ αυτές όλο τον διαθέσιμο χρόνο σου.
Θέλεις κι εσύ να μάθεις άγρυπνη προσευχή και προσοχή του νου και διαρκή παραμονή κοντά στο Θεό; Πήγαινε στην Αννα και μάθε τι έκανε εκείνη. Σηκώθηκαν, λέει, όλοι από το τραπέζι (Α’ Βασ. 1:9). Ωστόσο, η Αννα δεν πήγε ούτε να κοιμηθεί ούτε ν’ αναπαυθεί. Έτρεξε στη Σκηνή του Μαρτυρίου για να προσευχηθεί. Απ’ αυτό συμπεραίνω πως, ακόμα κι όταν έτρωγε, δεν παραφόρτωνε το στομάχι της. Δια­φορετικά, δεν θα μπορούσε να προσευχηθεί, και μά­λιστα με τόσα δάκρυα. Αν εμείς, όταν είμαστε νηστι­κοί, με δυσκολία κατορθώνουμε να προσευχηθούμε, ενώ ύστερ’ από τα συμπόσια ποτέ δεν προσευχόμα­στε, πολύ περισσότερο εκείνη, μια γυναίκα, δεν θα προσευχόταν μ’ αυτόν τον τρόπο μετά το συμπόσιο, αν είχε καλοφάει.
Ας ντραπούμε εμείς, οι άνδρες, που παρακαλάμε για τη βασιλεία των ουρανών και συνάμα χασμουριό­μαστε, ας ντραπούμε, λέω, εκείνη τη γυναίκα, που παρακαλούσε κι έκλαιγε. Δες την ευλάβειά της κι από τούτο: «Μιλούσε από την καρδιά της· τα χείλη της μό­λις που κινιόνταν και η φωνή της δεν ακουγόταν κα­θόλου» (Α’ Βασ. 1:13). Έτσι παρουσιάζεται μπροστά στο Θεό όποιος θέλει να κατορθώσει κάτι: όχι με κι­νήσεις και φωνές, ούτε όμως και βαριεστημένος ή νυ­σταγμένος και αποχαυνωμένος.
Μήπως, όμως, δεν μπορούσε ο Θεός να δώσει παι­δί στην Αννα και δίχως προσευχή; Μήπως δεν γνώ­ριζε την επιθυμία της και πριν Του το ζητήσει; Ναι, αλλ’ άν της έδινε το παιδί πριν το ζητήσει με την προ­σευχή, δεν θα φαινόταν η προθυμία της, δεν θα φανε­ρωνόταν η αρετή της, δεν θα έπαιρνε τόση αμοιβή.
Ας δούμε τώρα και τη φιλοσοφία της γυναίκας. Ακου τι είπε στον αρχιερέα Ηλί, που την πέρασε για μεθυσμένη: «Όχι, κύριέ μου, δεν είμαι μεθυσμένη. Μια γυναίκα καταπικραμένη είμαι, που ξεχύνω τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο. Μη θεω­ρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια· αν προσευχή­θηκα ως τώρα, ήταν από τον πολύ μου πόνο» (Α’ Βασ. 1:15-16). Αυτό είναι γνώρισμα πραγματικά συντριμ­μένης καρδιάς: Το να μην οργίζεται και να μην αγα­νακτεί εναντίον εκείνων που την αδικούν ή την προ­σβάλλουν, αλλά με πραότητα και σεμνότητα ν’ απο­λογείται. Αλήθεια, τίποτα δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη.
Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι η Αννα κι έτρε­ξε να προσευχηθεί. Ας τ’ ακούσουν όσοι από μας ούτε πριν ούτε μετά το φαγητό προσεύχονται. Ας τ’ ακού­σουν και ας παραδειγματιστούν. Όλοι μας, τόσο πριν όσο και μετά τα γεύματα, οφείλουμε να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε το Θεό. Όποιος είναι προετοι­μασμένος γι’ αυτό, ούτε θα παραφάει ούτε θα μεθύσει ποτέ. Έχοντας ως χαλινάρι του λογισμού του την ανα­μονή της προσευχής, θα γευθεί απ’ όλα με μέτρο και θα έχει πολλή ευλογία και στο σώμα και στην ψυχή. Με προσευχή, κοντολογίς, ας αρχίζει και ας τελειώνει κάθε γεύμα μας.
Παράλληλα, ας μην παραλείπουμε να συμμετέχου­με στο πασχάλιο δείπνο της ευχαριστιακής συνάξεως, που γίνεται τακτικά στο ναό, αλλά και σε κάθε εκκλη­σιαστική ακολουθία, αν είναι δυνατόν. "Μα έχω τόσες φροντίδες και ασχολίες!", θα μου πεις. Γι’ αυτό ακρι­βώς έλα στο ναό, για να ελκύσεις με την εδώ παρουσία σου την εύνοια του Θεού, κι έτσι να φύγεις ασφαλισμένος· για να Τον έχεις βοηθό στις υποθέσεις σου, κι έτσι να γίνεις ακατανίκητος από τους δαίμονες και τους μοχθηρούς ανθρώπους. Γιατί, συμμετέχοντας στη θεία λειτουργία και στην κοινή λατρεία, θα ενισχυ­θείς από τον παντοδύναμο Θεό, θα πάρεις τα δικά Του όπλα, κι έτσι ούτε ο διάβολος ούτε οι άνθρωποι θα μπορέσουν να σε βλάψουν.
Και μη μου πεις, ότι, καθώς είσαι συνέχεια απα­σχολημένος με τα προβλήματα της ζωής, δεν μπορείς να τρέχεις κάθε τόσο στην εκκλησία ούτε να προσεύ­χεσαι όλη μέρα. Στην εκκλησία, έστω, δεν μπορείς να πηγαίνεις. Όπου κι αν βρίσκεσαι, όμως, μπορείς να στήσεις το θυσιαστήριό σου. Ούτε ο τόπος ούτε η ώρα σε εμποδίζουν. Κι αν δεν γονατίσεις, κι αν δεν κλά­ψεις, κι αν δεν υψώσεις τα χέρια σου στον ουρανό, η προσευχή σου θα είναι τέλεια, εφόσον θα έχεις διά­νοια θερμή. Εσύ που βαδίζεις στο δρόμο, εσύ που βρίσκεσαι στην αγορά, εσύ που ταξιδεύεις στη θά­λασσα, εσύ που κάθεσαι στο εργαστήριό σου, εσύ που μαγειρεύεις στο σπίτι σου, εσύ που καλλιεργείς το χω­ράφι σου κι εσύ που σε κάποιαν άλλη εργασία κατα­γίνεσαι, όταν δεν μπορείτε να έρθετε στην εκκλησία, κάντε, εκεί που είστε, προσευχή εκτενή και προσεκτι­κή. Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα, καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη. Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πε­σμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μα­ζί με όλη την οικογένειά του (Πράξ. 16:25-35).
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θερα­πεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να με­ταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ’ Βασ. 20:1-6). Ο λη­στής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λό­για κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43). Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
"Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;", θα με ρωτή­σεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυ­γατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). "Ελέησέ με, Κύριε!", θα παρακαλάς κι εσύ. "Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο". Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. "Ελέησέ με!". Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρω­πίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά.
Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώνα­ζε μυστικά: "Ελέησέ με!". Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακού­ει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι να­ός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;
Η θάλασσα απλωνόταν μπροστά. Οι Αιγύπτιοι έρχονταν από πίσω. Και ο Μωυσής βρισκόταν στη μέ­ση. Ζητούσε από το Θεό βοήθεια, χωρίς να λέει ούτε λέξη· τόση ήταν η αμηχανία του. Και μολονότι δεν ακουγόταν η φωνή του, ο Κύριος του είπε: «Τί μου φωνάζεις;» (Έξ. 14:15). Τον άκουγε, λοιπόν, αν και δεν μιλούσε. Έτσι κι εσύ, όταν σου έρχεται πειρα­σμός, να ζητάς καταφύγιο στο Θεό, να καλείς μυστικά σε βοήθεια τον Κύριό σου. Αυτός είναι πάντα κοντά σου, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να Τον αναζητήσεις σε ορισμένο τόπο, όπως κάνεις με τους ανθρώπους. «Θα φωνάξεις στο Θεό, κι Εκείνος θα σ’ ακούσει», όπως λέει ο προφήτης Ησαΐας. «Εσύ ακόμα θα προσεύχε­σαι, κι Εκείνος θα σου απαντήσει: "Να, εδώ είμαι, δίπλα σου!"» (Ησ. 58:9). Αν αγωνίζεσαι να διατηρείς την καρδιά σου καθαρή από την κακία, ο Κύριος σ’ ακούει πάντα και παντού.
Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να υποτιμήσω την προσευχή που γίνεται από τους χριστιανούς στο ναό. Όχι. Γιατί είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη η δύναμη της κοινής προσευχής των αδελφών στην εκκλησία. Θέ­λεις να μάθεις πόση; Άκου: Κάποτε ο απόστολος Πέ­τρος ήταν φυλακισμένος και αλυσοδεμένος. Μα «η Εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (Πράξ. 12:5). Και η προσευχή του εκκλησιάσματος τον ελευθέρωσε θαυματουργικά από τη φυλακή κι από τις αλυσίδες. Τί, λοιπόν, είναι δυνατότερο από την προσευχή, που έσωσε το στύλο και τον πύργο της Εκκλησίας;
Και όσο για τους κατηχουμένους, βέβαια, δεν επι­τρέπεται να προσεύχονται μαζί με τους πιστούς στο ναό, γιατί δεν έχουν αποκτήσει ακόμα μεγάλη παρ­ρησία. Όσο για μας, όμως, μας έχει δοθεί η παραγ­γελία να προσευχόμαστε για την οικουμένη και για την Εκκλησία, που έχει απλωθεί ως τα πέρατα της γης. Συνειδητοποιείτε πόσο υψηλό και τιμητικό για τη μικρότητά μας είναι το να προσερχόμαστε εδώ και να παρακαλάμε το Θεό για τόσο λαό; Το να παρακα­λάει ένας για τους πολλούς, είναι πολύ τολμηρό και χρειάζεται μεγάλη παρρησία. Γιατί, αν εγώ ο ίδιος δεν τολμώ να παρακαλέσω για τον εαυτό μου, πολύ περισσότερο για τους άλλους· αυτό μόνο οι δίκαιοι μπορούν να το κάνουν, όχι ένας αμαρτωλός σαν κι εμένα. Όταν, όμως, συγκεντρωμένοι όλοι μαζί κά­νουν δέηση για έναν, το πράγμα δεν φαίνεται άπρεπο.
Είναι, βέβαια, δυνατόν, όπως είπα πριν, να προ­σευχόμαστε και στο σπίτι μας και σε κάθε τόπο, όχι πάντως όπως προσευχόμαστε στην εκκλησία, όπου κοινή ικεσία κλήρου και λαού απευθύνεται στο Θεό. Δεν εισακούεσαι τόσο από τον Κύριο, όταν Τον πα­ρακαλάς μόνος, όσο όταν βρίσκεσαι μαζί με τους αδελ­φούς σου. Γιατί στην κοινή προσευχή υπάρχουν πε­ρισσότερα: η ομόνοια και ο δεσμός της αγάπης και οι ευχές των ιερέων. Οι ιερείς γι’ αυτό ακριβώς βρίσκο­νται εδώ, για να ενισχύσουν με τις ισχυρές ευχές τους τις αδύναμες προσευχές του λαού, βοηθώντας τες ν’ ανέβουν στον ουρανό. Να, λοιπόν, πως κατόρθωσε να βγάλει από τη φυλακή τον απόστολο Πέτρο η προσευχή της Εκκλησίας. Η απόσταση ενός τόπου, βλέ­πεις, δεν εμποδίζει την ενέργεια της προσευχής, όπως άλλωστε δεν μειώνει και τη δύναμη της αγάπης. Όσο η βαθειά αγάπη συνδέει ακατάλυτα, άλλο τόσο και η ζωντανή προσευχή ωφελεί υπερβολικά ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
Ο Μωυσής δεν βρισκόταν σωματικά στο πεδίο της μάχης, όταν οι Ισραηλίτες πολεμούσαν με τους Αμαληκίτες, ωστόσο συνέβαλε στη νίκη πολύ περισσότερο από τους πολεμιστές, υψώνοντας τα χέρια του στον ουρανό και παρακαλώντας το Θεό για το έθνος του (Έξ. 17:8-16). Έτσι έσωσε έναν ολόκληρο λαό. Υπάρ­χει κατόρθωμα μεγαλύτερο απ’ αυτό, από την ωφέ­λεια δηλαδή των συνανθρώπων και αδελφών μας; Όχι. Κι αν νηστεύεις κι αν κοιμάσαι καταγής κι αν κλαις σ’ όλη σου τη ζωή, τίποτε το μεγάλο δεν κατορ­θώνεις, εφόσον δεν ωφελείς κανέναν άλλο. Να, κι από τον Μωυσή έγιναν πολλά θαύματα και σημεία. Κανέ­να απ’ αυτά, όμως, δεν τον έκανε τόσο μεγάλο, όσο η ικετευτική κραυγή του προς τον Κύριο για τη συγχώ­ρηση των Ισραηλιτών, που είχαν πέσει στο βαρύ αμάρτημα της ειδωλολατρίας: «Αν θέλεις, συγχώρη­σε την αμαρτία τους· αν πάλι όχι, τότε εξαφάνισε κι έμενα!» (Έξ. 32:32).
Και ο βασιλιάς Δαβίδ, όταν, για μια του αμαρτία, ο Θεός παραχώρησε να πέσει θανατικό στους Ισραηλί­τες, έδειξε την ίδια διαγωγή. «Εγώ είμαι εκείνος που αμάρτησε», είπε. «Εγώ, ο ποιμένας, έκανα το κακό. Αυτά τα πρόβατα τι έκαναν; Χτύπα, λοιπόν, εμένα και την οικογένειά μου» (Β’ Βασ. 24:17).
Του αποστόλου Παύλου η φιλαδελφία, όμως, ήταν  η πιο μεγάλη και πιο θαυμαστή: Ευχόταν ακόμα και να χωριστεί από το Χριστό, αν έτσι θα πήγαιναν κο­ντά σ’ Εκείνον οι ομοεθνείς αδελφοί του (Ρωμ. 9:3). Ο Μωυσής ζητούσε να εξαφανιστεί κι αυτός μαζί με τους άλλους· ο Παύλος δεν ζητούσε να χαθεί μαζί τους, αλλά, για τη σωτηρία τους, να χάσει μόνο αυτός την ασύλληπτη δόξα του παραδείσου!
Οι προσευχές τέτοιων αγίων, βέβαια, φέρνουν αγα­θά αποτελέσματα, όταν κι εμείς οι ίδιοι βοηθάμε. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, ούτε κι εκείνων η βοήθεια ωφελεί. Σε τί ωφέλησε, λ.χ., η προσευχή του Ιερεμία τους Ιουδαίους; Τρεις φορές παρακάλεσε ο προφήτης το Θεό και τρεις φορές άκουσε: «Μην προσεύχε­σαι πια για το λαό αυτό και μη μου ζητάς να τους ελε­ήσω, γιατί δεν θα σε ακούσω!» (Τερ. 7:16). Σε τί ωφέ­λησε τον Σαούλ ο Σαμουήλ, που προσευχόταν και πεν­θούσε γι’ αυτόν ως την τελευταία μέρα, και σε τί ωφέ­λησε τους Ισραηλίτες; «Ποτέ δεν θα κάνω το αμάρ­τημα να διακόψω την προσευχή μου για τη σωτηρία σας», τους είπε (Α’ Βασ. 12:23). Και όμως, όλοι χάθηκαν. Γιατί; Το εξηγεί ο Θεός με το στόμα του προφή­τη Ιερεμία: «Αν ακόμα και ο Μωυσής και ο Σαμου­ήλ σταθούν μπροστά μου και προσευχηθούν γι’ αυτούς, δεν θα τους λυπηθώ, γιατί έχει αυξηθεί υπερβολικά η κακία τους» (πρβλ. Ιερ. 15:1).
Ώστε, λοιπόν, σε τίποτα δεν ωφελούν οι προσευχές; Ωφελούν και πολύ μάλιστα, αλλά, όπως είπα, όταν κι εμείς βοηθάμε, θυμηθείτε τον εκατόνταρχο Κορνή­λιο, που αξιώθηκε να γνωρίσει την αληθινή πίστη, επειδή «έδινε πολλές ελεημοσύνες και προσευχόταν αδιάλειπτα στο Θεό» (Πράξ. 10:2). Θυμηθείτε και τη δίκαιη Ταβιθά, που «έκανε πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες» (Πράξ. 9:36) και, όταν πέθανε, αναστή­θηκε με την προσευχή του αποστόλου Πέτρου. Αλλά και στα χρόνια του βασιλιά Εζεκία, ο Θεός έσωσε την Ιερουσαλήμ από τους Ασσυρίους. Γιατί; Επειδή ο Εζεκίας ήταν δίκαιος και προσευχήθηκε θερμά για την πόλη και το λαό του. «Εγώ θα υπερασπίσω τούτη την πόλη», είπε ο Κύριος στον καλό βασιλιά (Δ’ Βασ. 19:34). Κι έτσι ακριβώς έκανε.
Όλα αυτά τα παραδείγματα, και πολλά άλλα πα­ρόμοια, που βρίσκουμε μέσα στις Γραφές, τί μας δεί­χνουν; Ότι οι προσευχές των αγίων για μας, αλλά και οι δικές μας προσευχές, εισακούονται από το Θεό, όταν είμαστε δίκαιοι, ενάρετοι, ελεήμονες, φιλάνθρω­ποι. Όταν, απεναντίας, και με τα χέρια και με τα πό­δια και με τη γλώσσα και με το νου και με την καρδιά διαπράττουμε την αμαρτία, παραβαίνοντας τον θείο νόμο, πώς τολμάμε ν’ απευθυνόμαστε στον Κύριο, ζη­τώντας Του βοήθεια ή ευεργεσία; Και πώς τολμάμε να ζητάμε τις πρεσβείες των αγίων;
Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας. Αλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πρά­ξεις, γι’ αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί να τα υψώ­νουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα εμποδίζει από την κακία και να τ’ απομακρύνει από την αμαρτία. Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν πρόκειται ν’ αρπά­ξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως συνηγόρους σου και ότι μ’ αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής. Γι’ αυτό μην τα μολύνεις, μην τα ντρο­πιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή. Αν δεν προ­σεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία. Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού.
Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας; Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας! Αναπολό­γητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επι­θυμίες που έχουμε στην καρδιά μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας. Λύπη μας προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας. Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο συνάν­θρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκεί­νου ως παρηγοριά για τη δική μας δυστυχία. Ασύνε­τα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Τί κάνεις, άνθρωπε μου; Ζητάς από το Θεό να σε σπλαχνιστεί, κι εσύ καταριέσαι τον άλλο; Μη γελιέσαι. Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς. Το ξέρεις.
Και όμως, όχι μόνο δεν συγχωρείς, αλλά παρακαλάς και το Θεό να μη συγχωρήσει! Αν, όμως, δεν συγχω­ρείται εκείνος που δεν συγχωρεί, πώς θα συγχωρηθεί εκείνος, που και τον Κύριο παρακαλάει να μη συγ­χωρήσει; Αν είναι κακό να έχεις εχθρούς, σκέψου πό­σο χειρότερο είναι να τους κατηγορείς και να τους καταριέσαι. Εσύ πρέπει να δώσεις λόγο για το ότι έχεις εχθρούς, και κατηγορείς εκείνους; Πώς θα σου δώσει άφεση ο Θεός, όταν Του ζητάς να βλάψει άλλους, την ώρα που Τον παρακαλάς για τα δικά σου αμαρτήματα κι έχεις ανάγκη από μεγάλο έλεος; Όταν μάλιστα, προσεύχεσαι για τον εαυτό σου, γυρίζεις τη ματιά σου δεξιά κι αριστερά, χασμουριέσαι και φέρ­νεις στο νου σου χίλιους δυο λογισμούς. Όταν, όμως, προσεύχεσαι εναντίον των εχθρών σου, το κάνεις με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και διαύγεια σκέψεως. Γνωρίζει, βλέπεις, ο διάβολος πως, όταν ζητάμε το κακό των άλλων, στρέφουμε το ξίφος εναντίον μας, γι’ αυτό τότε δεν διασπά την προσοχή μας και δεν τραβάει το νου μας εδώ κι εκεί.

Ξέχασε, λοιπόν, τις ξένες αμαρτίες, για να ξεχάσει και ο Κύριος τις δικές σου. Γιατί αν πεις, "Τιμώρησε τον εχθρό μου", έκλεισες το στόμα σου. Έχασε πια η γλώσσα σου το δικαίωμα να μιλάει στο Θεό. Πρώτα-πρώτα επειδή εξαρχής Τον παρόργισες, κι υστέρα επειδή ζητάς πράγματα που είναι αντίθετα στον ίδιο το χαρακτήρα της προσευχής. Αφού, δηλαδή, προσέρχεσαι για να ζητήσεις συγχώρηση αμαρτημάτων, πώς μιλάς για τιμωρία; Το αντίθετο έπρεπε να κάνεις, να παρακαλάς για τους άλλους, ώστε στη συνέχεια να παρακαλέσεις με παρρησία και για τον εαυτό σου.
Αν προσευχηθείς για τους συνανθρώπους σου, τα πέ­τυχες όλα, έστω κι αν δεν πεις το παραμικρό για τις δι­κές σου αμαρτίες.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζοφερό από μια ψυχή που μνησικακεί και μισεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακά­θαρτο από μια γλώσσα που κακολογεί και καταριέται. Ανθρωπος είσαι, μη γίνεσαι θηρίο. Το στόμα σου δό­θηκε όχι για να δαγκώνεις, αλλά για να παρηγορείς με τα λόγια σου. Ο Θεός σε πρόσταξε να συγχωρείς, κι εσύ Τον παρακαλάς να καταργήσει τη δική Του εντο­λή; Δεν σκέφτεσαι ότι ευχαριστιέται και γελάει ο διά­βολος, όταν ακούει μια τέτοια προσευχή; Δεν συλλο­γίζεσαι ότι, από το άλλο μέρος, λυπάται ο Θεός, ο Πλάστης σου, ο Ευεργέτης σου, ο Σωτήρας σου;
"Μα αδικήθηκα", λες, "και είμαι πικραμένος". Τό­τε, λοιπόν, προσευχήσου εναντίον του διαβόλου, που μας αδικεί περισσότερο από κάθε άλλον. Γιατί αυτός δημιουργεί και τους εχθρούς και τις έχθρες, αυτός είναι ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός σου, με τον οποίο δεν είναι δυνατό να συμφιλιωθείς ποτέ. Ο συ­νάνθρωπος, απεναντίας, όσα κι αν σου κάνει, είναι αδελφός σου. Γι’ αυτό οφείλεις να προσεύχεσαι για το καλό του, για την ευτυχία του, για τη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου, να ζούμε και να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου, για να είναι καρποφόρα η προσευχή μας και να πετύ­χουμε τη βασιλεία των ουρανών.
(Πηγή: Βιβλίο «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Β’, σελ. 9-28)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ Εν Πειραιεί τη 11η Ιουλίου 2019


ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΘΟΥΣ;

           
Στους έσχατους και αποκαλυπτικούς καιρούς μας, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, από οικουμενιστικούς κύκλους, μια γιγαντιαία προσπάθεια να αποχαρακτηρισθούν οι σύγχρονοι αιρετικοί, ως αιρετικοί και να προβληθούν ως έχοντας δήθεν μια διαφορετική παράδοση. Η αίρεση και η κακοδοξία «βαπτίστηκε» ως  «νόμιμη διαφορετικότητα», όπως την χαρακτήρισε πρόσφατα, ο αιρεσιάρχης του Βατικανού, ορθά – κοφτά, στην ορθόδοξη αντιπροσωπία, κατά την «θρονική εορτή» της «εκκλησίας της Ρώμης». Αυτό διδάσκει, περί των συγχρόνων αιρέσεων, ο Παπισμός, αυτό δυστυχώς δέχονται και διδάσκουν και οι δικοί μας ορθόδοξοι θιασώτες της λεγομένης «Οικουμενικής Κινήσεως». Μάλιστα πολλοί έχουν φτάσει στο σημείο να αρνούνται την ύπαρξη αιρέσεων, με την στενή σημασία της, στην εποχή μας, και να την περιορίζουν στην αρχαία Εκκλησία! Πρόκειται για την καλλιέργεια του λεγομένου «λαϊκού οικουμενισμού», ώστε μέσω του οποίου, λίγο κατ’ ολίγο, να «εξοικειωθεί» το ορθόδοξο πλήρωμα με τις αιρέσεις και να μην αντιδρά στα «ανοίγματα» προς αυτές, μέσω του λεγομένου «επανακαθορισμού» ή αμνηστεύσεως των αιρέσεων.

       Εφόσον δεν «βλέπουν» κακοδοξίες και αιρέσεις στον, εκτός της Ορθοδοξίας, κατακερματισμένο χριστιανικό κόσμο, συμπεριφέρονται στους αιρεσιάρχες ως να είναι ορθόδοξοι, ως να είναι εκκλησιαστικά πρόσωπα, να τους αποδίδουν εκκλησιαστικές τιμές, ως να έχουν ιεροσύνη, ως αρχηγούς αληθινών «εκκλησιών». Κι ακόμα δεν παραλείπουν να τους εγκωμιάζουν υπερβαλλόντως για κάποιες πράξεις τους και τα λεγόμενά τους, προβάλλοντάς τους ως πρότυπα εκκλησιαστικού ήθους και ποιμαντικής για τους ορθοδόξους!
        Αφορμή για το παρόν σχόλιό μας πήραμε από πρόσφατο άρθρο, δημοσιευμένο στο ιστολόγιο «ΡΟΜΦΑΙΑ» (9-7-2019), του κ. Αλεξάνδρου Ντελόπουλου, με θέμα: «ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΘΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ». Δεν γνωρίζουμε το αρθρογράφο, ούτε αν έχει επαρκείς θεολογικές γνώσεις. Διαβάζοντας όμως το άρθρο του διαπιστώνουμε δυστυχώς, πόσο στρεβλή εικόνα έχει για τις πραγματικές διαστάσεις της αίρεσης στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας και τις ολέθριες συνέπειες στη ζωή των πιστών. Προφανώς αγνοεί ότι η αίρεση δεν είναι ένα απλό ιδεολόγημα, μια απλή επιλογή ορισμένων θρησκευτικών αρχών και δοξασιών, αλλά δημιουργεί τεράστιες οντολογικές αλλοιώσεις στον πλανεμένο άνθρωπο. Αλλοιώνει βαθύτατα και το ήθος του, διότι ο αιρετικός στερημένος της θείας χάριτος, γίνεται αποδέκτης καταιγισμού της δαιμονικής ενέργειας, η οποία τον αλλοτριώνει και τον εμποδίζει να έρθει «εις εαυτόν» και να επιστρέψει στην αλήθεια για να σωθεί. Κύριο γνώρισμα των αιρετικών και ιδίως των αιρεσιαρχών, είναι η υπερηφάνεια, η οποία τους κλείνει κάθε χαραμάδα συνειδητοποίησης τη πλάνης τους. Τους δίνει την ψευδαίσθηση της «αλήθειας» και για τούτο εμμένουν πεισματικά στις πλάνες τους. Για το ότι η αίρεση αλλοτριώνει και το ανθρώπινο ήθος, θυμίζουμε στον αρθρογράφο, πως οι αρχαίες και σύγχρονες κακοδοξίες αποτελούν την μήτρα της κακοδαιμονίας του κόσμου. Αν η Εκκλησία του Χριστού «συνέχει τα το πριν διεστώτα», θεραπεύει τα ανθρώπινα πρόσωπα από την αμαρτία και το κακό και τα εντάσσει στο άγιο Σώμα Της και δημιουργεί κοινωνίες αγίων, η αίρεση κάνει ακριβώς το αντίθετο: τα αποσπά και τα απομακρύνει από τη σωστική αγκαλιά Της και τα κάνει έρμαια των παθών τους και της δαιμονικής ενέργειας. Τρανή απόδειξη αυτών, η τραγωδία της προχριστιανικής εποχής, αλλά και τα ολέθρια αποτελέσματα των αιρέσεων στην πορεία του κόσμου. Φτάνει να μελετήσουμε λ.χ. την ιστορική πορεία του αιρετικού Παπισμού, τα τελευταία χίλια χρόνια, για να διαπιστώσουμε αβίαστα πως η σύγχρονη κακοδαιμονία του κόσμου, η κοινωνική αδικία, η αυθαιρεσία των ισχυρών και η ηθική κα πνευματική αποστασία, είναι απότοκα των φρικωδών πλανών του, οι οποίες επέδρασαν καταλυτικά στις δυτικές κοινωνίες. Και μόνον αυτό μπορεί να αποδείξει, ότι δεν είναι δυνατόν να λογισθεί ο Παπισμός ως η αγία Εκκλησία του Χριστού, «μη έχουσα σπίλον ή ρυτίδα, ή τι των τοιούτων»(Εφ.5,27), αλλά μια αδίστακτη εγκόσμια εξουσιαστική κατάσταση, με ένα διαρκές εγκληματικό παρελθόν.
       Ο αρθρογράφος παίρνει, αφορμή από την τραγωδία του ουκρανικού προβλήματος, όπου οι σχισματικοί, αφορισμένοι και αχειροτόνητοι έλαβαν αντικανονικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο αυτοκεφαλία, για να στηλιτεύσει την αίρεση του εθνοφυλετισμού, η οποία πράγματι είναι καταδικασμένη από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872. Τη διαπιστώνει στους Ρώσους, οι οποίοι «δεν χάνουν ευκαιρία να αναφέρονται στην «Αγία Ρωσία» και να παρασύρονται από την αριθμητική θεολογία, εκτιμώντας την Εκκλησία με βάση κοσμικά κριτήρια». Αλλά και στους Σέρβους, Ρουμάνους και Άραβες, οι οποίοι«έχουν προβλήματα μεταξύ τους και παρασυρόμαστε από εθνικιστικά πάθη, που ουδεμία σχέση έχουν με την ορθόδοξη πνευματικότητα και μακραίωνη παράδοσή μας». Δεν διαφωνούμε με τον αρθογράφο για τα φαινόμενα της αίρεσης του εθνοφυλετισμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Αλλά θα περιμέναμε, εφόσον παίρνει αφορμή από τα γεγονότα των ουκρανικών σχισμάτων, να καταδείξει την αίρεση αυτή και σ’ αυτά και να τα καταδικάσει, διότι, σε αυτά είναι η πιο εμφανής περίπτωση εθνοφυλετισμού στην Εκκλησία μας. Όμως δυστυχώς δεν το έκανε! Άρα το άρθρο του αλλού στόχευε.
       Αυτό φανερώνει η συνέχειά του. Γράφει πως, ενώ η Ορθοδοξία μας σπαράσσεται από διασπαστικά φαινόμενα, «Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, που εύκολα πολλοί από εμάς κατηγορούμε για την οργανωτική δομή της και τη θέση του Πάπα ως ηγέτη του κράτους του Βατικανού, έχει αποδείξει σε βάθος χρόνου ότι έχει προσπεράσει όλα αυτά τα προβλήματα με μεγάλη επιτυχία. Βέβαια μαστίζεται από άλλα προβλήματα αλλά όχι από εθνοφυλετισμό, πολλαπλά σχίσματα και αυτοκεφαλίες ή αυτονομίες. Διοικητικά τουλάχιστον, το μοντέλο που ακολουθεί διασφαλίζει την παγκόσμια ενότητα δια της πειθαρχίας, παρόλο που απαριθμεί 1.4 δισεκατομμύρια πιστούς σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου»! Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο αρθρογράφος προσπαθεί να«αποδείξει» την υπεροχή της «Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας» σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας! Και το χειρότερο: να αμνηστεύσει την χείριστη πλάνη του Παπισμού, το δαιμονικό «παπικό πρωτείο», τον φράγκικο, δηλαδή, τον φεουδαρχικό τρόπο διακυβέρνησης της Εκκλησίας!  Προτείνει, εμμέσως πλην σαφώς να εγκαταλείψει η Εκκλησία μας το θείο συνοδικό της πολίτευμα και να προχωρήσει στο απολυταρχικό παπικό, για να«απολαμβάνει» την καταναγκαστική «ηρεμία» της «καθολικής εκκλησίας»! Μόνο που, ίσως δεν γνωρίζει, ότι η απολυταρχία του Παπισμού, όχι μόνο δημιούργησε διασπαστικές περιπτώσεις στην «καθολική εκκλησία», αλλά υπήρξε η μήτρα του ιλιγγιώδους χριστιανικού κατακερματισμού,(βλ.Προτεσταντισμός, Αγγλικανισμός, Παλαιοκαθολικισμός, κλπ.). Όλοι αυτοί αποσχίστηκαν από τον Παπισμό, εξαιτίας του «πρωτείου εξουσίας» του Φράγκου εγκάθετου του παπικού θρόνου και των φρικωδών ιστορικών γεγονότων της «εκκλησίας» του τα τελευταία χίλια χρόνια!
      Και συνεχίζει: «Αφορμή για αυτό το σχόλιο στάθηκε η χθεσινή συνάντηση που είχε ο Ποντίφικας με της Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία (ή αλλιώς Ελληνόρυθμη ή Βυζαντινή Καθολική Εκκλησία). Ο Πάπας Φραγκίσκος προειδοποίησε με αυστηρότητα την Ελληνοκαθολική Εκκλησία της Ουκρανίας να μην συνδέεται με «εκκλησιαστικά, εθνικιστικά ή πολιτικά συμφέροντα». Οι Ρωμαιοκαθολικοί Λατινικού Τυπικού είναι δεδομένο ότι ποτέ δεν εμπλέκονται σε εθνικιστικές παγίδες και τοποθετούν την Εκκλησίας πάνω από την εθνική τους ταυτότητα. Ακόμα όμως και οι Ελληνοκαθολικοί (Ουνίτες), παρόλο που είναι κατά τα πάντα ίδιοι με εμάς, είναι εξίσου πειθαρχημένοι και αντιλαμβάνονται την Εκκλησία ως κάτι πέρα και έξω από την εθνική τους συνείδηση». Μα και βέβαια δεν αποδέχεται ο «πάπας» κανενός είδους εθνικής συνείδησης των ανά τον κόσμο οπαδών του, διότι, απλούστατα πρωτίστως τους θεωρεί «πολίτες του παγκόσμιου κράτους του»! Το Βατικανό είναι τυπικά έναν μικρό κρατίδιο στη Ρώμη, αλλά η εξουσία του έχει παγκόσμιες διαστάσεις. Θεωρεί όλους τους «καθολικούς», όπου γης, ως πολίτες του κράτους του. Απόδειξη αυτού είναι το τρομερό γεγονός να δίνει άσυλο σε καταζητούμενους «καθολικούς» εγκληματίες, όπως λ.χ. των φασιστών Ουστάσι (βλέπε εγκληματίας Α. Πάβελιτς), κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και να μη μπορεί κανένας να τους αποσπάσει από αυτό!
       Μας εξέπληξε και κάτι άλλο για τον αρθρογράφο. Γράφοντας για τους ουνίτες, δεν αναφέρει το παραμικρό, για το ότι αυτοί είναι οι πλέον δόλιοι παπικοί, οι οποίοι ως προβατόσχημοι λύκοι «κατασπαράσσουν»ορθοδόξους πιστούς. Όντας φανατικοί παπικοί στο φρόνημα, ντύνονται ορθόδοξα ράσα και άμφια, χτίζουν ναούς σύμφωνα με την ορθόδοξη ναοδομία και ακολουθούν το ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό για να παραπλανούν τους αφελείς ορθοδόξους. Αλλά δυστυχώς, για τον αρθογράφο οι ουνίτες είναι «είναι κατά τα πάντα ίδιοι με εμάς»! Ανακρίβεια ασυγχώρητη: όμοιοι με μας είναι ως  προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, ενώ ως προς την πίστη και το φρόνημα είναι φανατικοί παπικοί!
         Η Ουνία είναι ίσως η χειρότερη επινόηση του Παπισμού, για να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, στην εξουσία του «πρώτου», του «πάπα». Η ιστορική της πορεία είναι γεμάτη ανείπωτα εγκλήματα κατά της Εκκλησίας μας, που δεν έχουμε τη δυνατότητα να αναφέρουμε στο σχόλιό μας αυτό. Εκείνο που θα γνωρίζαμε στον αρθρογράφο είναι πως η Ουνία είναι τόσο ολέθριο σύμπτωμα στον παναιρετικό Παπισμό και τόσο επιζήμια για την Εκκλησία μας, ώστε «βάλτωσε» και αυτούς ακόμη τους θεολογικούς διαλόγους!
      Και κάτι άλλο σημαντικό. Ο αρθρογράφος αγνοεί (ή θέλει να αγνοεί) πως οι ουνίτες στην Ουκρανία, όχι μόνο εμπλέκονται «σε εθνικιστικές παγίδες»,αλλά πρωτοστάτησαν για τη χορήγηση της περιβόητης αυτοκεφαλίας στην«νέα εκκλησία», υπό τον «προκαθήμενο» Επιφάνιο, στο πρόσωπο του ουνίτη πρώην Προέδρου της χώρας Π. Ποροσένκο! Κι ακόμα ας διαβάσει τις δηλώσεις των ουνιτών της Ουκρανίας, αλλά και των ορθοδόξων σχισματικών, για «στενή συνεργασία», με «στόχο την ένωση των εκκλησιών», η οποία«μπορεί να ξεκινήσει στην Ουκρανία», για να διαπιστώσει κατά πόσον δεν πέφτουν «σε εθνικιστικές παγίδες»!  
          Αναφέρει ο αρθρογράφος πως ο «πάπας» Φραγκίσκος τόνισε στους ορθοδοξοφανείς παπικούς ουνίτες του, ότι κάνουν άσχημα όσοι «εμπλέκουν τη θρησκεία (με την πολιτική), η οποία εκ των πραγμάτων και σύμφωνα με την παράδοση δύο χιλιετιών της Εκκλησίας, δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική»! Η υποκρισία του στο έπακρο! Ο άνθρωπος ο οποίος πιστεύει ότι ενσαρκώνει «όλες τις εξουσίες του κόσμου», (θρησκευτικές, πνευματικές, πολιτικές) στο πρόσωπό του και έχει θέσει την Εκκλησία υποπόδιο των ποδών του, ομιλεί ότι η θρησκεία δεν έχει σχέση με την πολιτική! Μάλιστα ψεύδεται και διαστρέφει την ιστορία, όταν λέει ότι αυτή είναι η παράδοση δύο χιλιετιών! Λάθος, η υποταγή της Εκκλησίας στην εξουσία των Φράγκων φεουδαρχών ανάγεται στη δεύτερη χιλιετία, αφότου αυτοί κατέλαβαν την Δυτική Εκκλησία το 1009! Το Βατικανό είναι κράτος, από το1929, με «κονκορδάτο» του τότε φασιστικού καθεστώτος του δικτάτορα Μουσολίνι και ασκεί ταυτόχρονα με την «ιερατική» εξουσία και πολιτική! Πως λοιπόν δεν έχει η «θρησκεία του» σχέση με την πολιτική;
       Κλείνοντας το σχόλιό μας, θα θέλαμε να εκφράσουμε τη λύπη μας, για το άρθρο του κ. Α. Ντελόπουλου, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, μας καλεί να πάρουμε «μαθήματα ορθοδόξου ήθους από τον πάπα Φραγκίσκο». Από τον αμετανόητο αιρεσιάρχη, ο οποίος κρατά στην εξουσιαστική του πλάνη τα εκατομμύρια των οπαδών του. Μας ζητά να γίνει δάσκαλός μας, να μας διδάξει ορθόδοξο ήθος, αυτός ο οποίος έχει ενσαρκώνει ένα άλλο «ήθος»,ολότελα ξένο προς το ήθος των αγίων της Εκκλησίας μας. Ένα «ήθος», τόσο αντιχριστιανικό και ένα φρόνημα τόσο κοσμικό, ώστε ουδόλως διαφέρει από αυτό των «δυνατών», αυτού του κόσμου! Από αυτόν που φέρνει την κύρια ευθύνη για τα χιλιάδες θύματα παιδεραστίας σ’ όλο τον κόσμο και την καταστρατήγηση των Κυριακών Εντολών και των Ιερών Κανόνων. Δεν μας χρειάζεται, λοιπόν, κανένα μάθημα ήθους από τους αιρεσιάρχες, διότι εμείς έχουμε τους δικούς μας δασκάλους, τους θεωμένους αγίους μας, να μας καθοδηγούν στον τελεολογικό μας προορισμό! 
       Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και των Παραθρησκειών

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΕΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ







Ἡ νοερὴ καὶ καρδιακὴ προσευχή, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τοὺς καλουμένους Νηπτικούς, εἶναι ἡ συγκέντρωσις τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ στὴν καρδιά του κυρίως, καὶ χωρὶς νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸ στόμα, μὲ μόνο τὸν ἐνδιάθετο λόγο, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖται μέσα στὴν καρδιά, νὰ λέγῃ αὐτὴ τὴ σύντομη καὶ μονολόγιστη προσευχή· δηλαδὴ τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», κρατώντας λίγο καὶ τὴν ἀναπνοή.

Καταχρηστικὰ ὅμως καὶ εὐρύτερα νοερὴ προσευχὴ λέγεται καὶ κάθε ἄλλη δέησις ποὺ δὲν θὰ γίνῃ μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ μὲ τὸν ἐνδιάθετο λόγο τῆς καρδιᾶς ποὺ ἀναφέρθηκε. Ἄν, λοιπόν, ἀδελφέ, ἀγαπᾷς νὰ εἰσακουσθῇς πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ λάβης ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ζητᾶς, ἀγωνίζου ὅσο μπορεῖς σ᾿ αὐτὴ τὴ νοερὴ προσευχή, παρακαλώντας τὸν Θεὸ μὲ ὅλο σου τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ γιὰ νὰ σὲ ἐλεήσῃ καὶ νὰ σοῦ δώσῃ ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα καὶ σὲ συμφέρουν γιὰ τὴ σωτηρία σου.



Διότι, ὅσο περισσότερο κόπο ἔχει αὐτὴ ἡ νοερὴ προσευχή, ἀπὸ ἐκείνη ποὺ λέγεται μὲ τὸ στόμα προφορικά, τόσο περισσότερο τὴν ἀκούει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἀκούει καλύτερα τὴν νοερὴ βοὴ τῆς καρδιᾶς, παρὰ τὶς δυνατὲς φωνὲς τοῦ στόματος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔλεγε στὸν Μωυσῆ ποὺ μόνο νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιὰ τὸν παρακαλοῦσε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους: «Γιατὶ φωνάζεις δυνατὰ πρὸς ἐμένα;» (Ἐξόδ. 14,15).



Γνώριζε ἀκόμη ὅτι, ἐπειδὴ καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἶναι καθολικὸ Ὄνομα καὶ περιέχει ὅλες τὶς χάρες, ποὺ ζητᾶμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς μᾶς τὶς δίνει, γι᾿ αὐτὸ γιὰ κάθε ὑπόθεσι καὶ χάρι ποὺ ζητᾷς ἀπὸ τὸν Θεό, μπορεῖς νὰ χρησιμοποιῇς τὴν προρρηθεῖσα σύντομη αὐτὴν προσευχή, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με».



Γιατὶ καὶ ὁ νοῦς συμμαζεύεται μὲ αὐτὴν πιὸ εὔκολα, ἐνῷ στὶς ἄλλες προσευχές, στὶς ἐκτενέστερες καὶ πολλές, ὁ νοῦς διασκορπίζεται. Ἐὰν ὅμως καὶ ἐπιθυμῇς, κατὰ τὶς διάφορες ὑποθέσεις καὶ χάριτες ποὺ ζητᾷς, νὰ προσεύχεσαι, ἐδῶ σοῦ παραθέτω μερικὲς προσευχές, γιὰ νὰ τὶς ἔχῃς ὡς παράδειγμα.



Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ζητᾷς κάποια ἀρετὴ καὶ χάρι, μπορεῖς νὰ πῇς μὲ τὴν καρδιά σου τὰ ἑξῆς· «Κύριε, ὁ Θεός μου, δός μου αὐτὴ τὴ χάρι καὶ ἀρετὴ γιὰ δόξα καὶ τιμὴ δική σου»· ἢ ἔτσι· «Κύριέ μου, ἐγὼ πιστεύω ὅτι σοῦ ἀρέσει καὶ εἶναι δόξα δική σου τὸ νὰ ζητήσω ἐγὼ καὶ νὰ λάβω αὐτὴ τὴν χάρι· ἐκπλήρωσέ μου λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἐπιθυμία σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά σου».


Ὅταν ἔμπρακτα πολεμῆσαι ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, θὰ προσευχηθῇς ἔτσι· «Τρέξε γρήγορα, Θεέ μου, νὰ μὲ βοηθήσῃς, γιὰ νὰ μὴ νικηθῶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούςμου· ἢ Θεὲ μου, καταφυγή μου, δύναμις τῆς ψυχῆς μου, βοήθησέ με γρήγορα, γιὰ νὰ μὴν πέσω».


Ὅταν ἀκολουθῇ ἡ μάχη, ἀκολούθησε καὶ ἐσὺ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς προσευχῆς, ἀντιστεκόμενος γενναῖα σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ σὲ πολεμεῖ. Ἔπειτα, ἀφοῦ τελειώσει ἡ σκληρότητα τῆς μάχης, στρέψου πρὸς τὸν Θεό, παρουσίασε μπροστά του τὸν ἐχθρὸ ποὺ σὲ πολέμησε καὶ τὴν ἀδυναμία σου νὰ τοῦ ἀντισταθῇς λέγοντας· «Νά, Κύριε, τὸ δημιούργημα τῶν χεριῶν τῆς ἀγαθότητός σου, τὸ ἐξαγορασμένο μὲ τὸ Αἷμα σου. Νὰ ὁ ἐχθρός σου ποὺ ζητᾷ νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ καὶ νὰ τὸ καταφάγη· σὲ σένα προστρέχω· σὲ σένα μόνον ἐλπίζω ποὺ εἶσαι ἀγαθὸς καὶ παντοδύναμος· καὶ κύταξε τὴν ἀδυναμία μου καὶ τὴν ταχύτητα (ἂν δὲν μὲ βοηθήσῃς ἐσύ) νὰ ὑποταχθῶ ἐκούσια· βοήθησέ με λοιπόν, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς μου».



Σοῦ ὑπενθυμίζω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅταν κουρασθῇς νὰ προσεύχεσαι νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά, μπορεῖς νὰ λὲς καὶ μὲ τὸ στόμα καὶ προφορικὰ τόσο τὴν εὐχὴ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες, ὅσο καὶ τὶς ἄλλες προσευχὲς ποὺ θὰ θελήσῃς. Φρόντιζε ὅμως καὶ νὰ συμμαζεύῃς τὸν νοῦ σου τότε γιὰ νὰ προσέχης στὰ λόγια τῆς προσευχῆς.



Μερικοὶ μάλιστα λέγουν ὅτι νοερὰ προσευχὴ λέγεται ἀκόμη καὶ τὸ ἑξῆς· ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφοῦ συμμαζέψη ὅλες τὶς νοερὲς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του μέσα στὴν καρδιά, χωρὶς νὰ πῇ κανένα λόγο οὔτε προφορικό, οὔτε ἐνδιάθετο, μὲ μόνο τὸ νοῦ του σκέπτεται καὶ ἀμετάβατα ἀναλογίζεται ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ἐνώπιόν του· καὶ ὅτι αὐτὸς στέκεται μπροστά του πότε μὲ φόβο καὶ δέος σὰν ἕνας κατάδικος· πότε μὲ ζωντανὴ πίστι γιὰ νὰ λάβη τὴν βοήθειά του· καὶ πότε μὲ ἀγάπη καὶ χαρὰ γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσῃ παντοτεινά. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγε ὁ Δαβίδ· «Ἔβλεπα πάντοτε τὸν Κύριό μου ἐνώπιόν μου» (Ψαλμ. 15,8).


Μπορεῖ ἡ προσευχὴ αὐτὴ νὰ γίνῃ καὶ μόνο μὲ ἕνα ἀμετάβατο βλέμμα τοῦ νοῦ πρὸς τὸν Θεό, πενθικὸ καὶ παρακαλεστικό, τὸ ὁποῖο βλέμμα εἶναι σὰν μία σιωπηλὴ ὑπενθύμησι ἐκείνης τῆς χάριτος, ποὺ τοῦ εἴχαμε ζητήσει προηγουμένως μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ ἡ προσευχὴ αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνῃ εὔκολα σὲ κάθε τόπο καὶ γιὰ κάθε ἀφορμὴ καὶ περίστασι, κράτησέ την στὰ χέρια σου σὰν ἕνα ὅπλο δυνατὸ καὶ εὐκολομεταχείριστο, καὶ θὰ ὠφεληθῇς καὶ θὰ βοηθηθῇς πολύ.



Από το βιβλίο: ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ «ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ»

(Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος, Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη, Ἅγιον Ὄρος)


ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ ΜΕ ΠΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥΝ Ή ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΥΝ




ΜΕ ΠΟΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥΝ Ή ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΥΝ

ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ

Επίσκοπος Θεουπόλεως Αντιοχείας



ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 20η



Με ποια δύναμη αυτοί που πιστεύουν και κάνουν τα αντίθετα, πολλές φορές προφητεύουν και θαυματουργούν;



ΑΠΑΝΤΗΣΗ



Τα διάφορα σημεία και θαύματα και οι προφητείες πολλές φορές γίνονται και από ανάξιους, σύμφωνα με κάποια ανάγκη ή οικονομία, όπως συνέβη με τον Βαρλαάμ12 και την εγγαστρίμυθο13. Και αλλού, οι απόστολοι, όταν βρήκαν κάποιον άπιστο, «ο οποίος έδιωχνε δαιμόνια με το όνομα του Χριστού»14, και τον εμπόδισαν και το ανάφεραν στον Χριστό, ο Χριστός τους είπε «Μη τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι εναντίον σας, είναι με το μέρος σας»15. Επομένως, όταν δης να γίνεται ένα θαύμα και από αιρετικούς και από άπιστους, να μην απορήσεις ούτε να μετακινηθείς από την ορθόδοξη πίστη. Γιατί πολλές φορές εκείνη που κάνει το θαύμα είναι η πίστη αυτού που προσέρχεται, και όχι η αξία εκείνου που το κάνει. Άλλωστε ο Ιωάννης, ο μεγαλύτερος από όλους όσους γεννήθηκαν από γυναίκες16, δεν φαίνεται να έχει κάνει θαύμα, ενώ ο Ιούδας οπωσδήποτε έκανε, αφού ήταν και αυτός ανάμεσα σ’ εκείνους που στάλθηκαν να αναστήσουν νεκρούς και να θεραπεύσουν λε­προύς17. Γι’ αυτό να μη θεωρήσεις σπουδαίο, εάν δεις κάποιον ανάξιο ή αιρετικόν να κάνει θαύμα. Ούτε φυσικά πρέπει να κρίνουμε τον ορθόδοξο άνθρωπο από τα θαύματα και τις προφητείες, αν είναι άγιος ή όχι, αλλά από τη διαγωγή του. Γιατί πολλές φορές πολλοί όχι μόνο ορθόδοξοι αμαρτωλοί, αλλά και αιρετικοί και άπιστοι, έκαναν θαύματα και προφήτευσαν σε ειδικές περιπτώσεις, όπως ειπώθηκε, ύστερα από παραχώρηση του Κυρίου, όπως στην περίπτωση του Βαλαάμ και του Σαούλ και του Ναβουχοδονόσορα και του Καϊάφα, στους οποίους μπορούμε να βρούμε, ότι το άγιο Πνεύμα ενήργησε, αν και ήταν ανάξιοι και βέβηλοι, για δικαιολογημένες αιτίες.



Αφού λοιπόν, όπως αποδείχτηκε, και από αμαρτωλούς και άπιστους γίνονται πολλές φορές θαύματα και προφητείες, κατ’ οικονομία, δεν πρέπει από τα γεγονότα αυτά, όπως είπα, να δοκιμάζουμε κάποιον, αν είναι άγιος, αλλά από τους καρπούς του, όπως λέγει ο Κύριος «Θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς τους»18. Τους καρπούς του αληθινού και πνευματικού ανθρώπου τις φανέρωσε ο Απόστολος, λέγοντας· «Ο καρπός του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστοήθεια, αγαθωσύνη, πίστη, πραότητα, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος»19. Εάν λοιπόν ο άνθρωπος έχει τις αρετές αυτές, είτε κάνει θαύματα, είτε δεν κάνει, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός είναι άγιος και φίλος του Θεού. Γιατί στους αληθινούς φίλους του Θεού δεν υπάρχει χάρη χωρίς πνευματικό χάρισμα. Γιατί δέχεται ή λόγο σοφίας, ή λόγο γνώσης, ή πίστη, ή χάρισμα να θεραπεύει, ή κάποιο άλλο από αυτά που αναφέρει ο Απόστολος στα όσα λέγει περί των δωρεών του αγίου Πνεύματος20. Χωρίς τους καρπούς αυτούς, αυτός που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι ένας από εκείνους που θα λένε την ημέρα εκείνη· «Κύριε, Κύριε, στο όνομά σου δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και θα ακούσει. Ομολογώ πως ποτέ δεν σε γνώρισα. Απομακρύνσου από εμένα, συ ο εργάτης της ανομίας»21. Και αυτά βέβαια ειπώθηκαν για τους ορθόδοξους Χριστιανούς που κάνουν θαύματα.



Ο αιρετικός όμως που κάνει θαύματα ή προφητεύει, είναι φανερό ότι εμπαίζεται από τους δαίμονες, αν και νομίζει ότι από τον Θεό γίνονται τα θαύματά του. Οι δαίμονες φυσικά δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τίποτε από αυτά που θα γίνουν ή είναι απόρρητα, αλλά μόνο ο Κύριος, ο οποίος τα γνωρίζει όλα πριν να γίνουν22, όπως λέγει μέσω του προφήτη· «Δεν υπάρχει κανείς που να προλέγει αυτά που θα γίνουν, εκτός από μένα»23. Οι δαίμονες λένε στους ανθρώπους αυτά που βλέπουν και ακούνε, ή φανερώνουν τα περισσότερα πράγματα υποθέτοντάς τα από κάποια σύμβολα. Φανερώνουν δηλαδή την παρουσία οδοιπόρων βλέποντάς τους να περπατούν στον δρόμο, και προηγούμενοι αυτών που πρόκειται να έρθουν, αναγγέλλουν την άφιξή τους. Επίσης κρυφακούοντας λόγια ανθρώπων που συζητούν ιδιαιτέρως με κάποιους, τα ανακοινώνουν σε όποιους θέλουν, και άλλα όμοια με αυτά, βλέποντας και ακούοντάς τα τα φανερώνουν στους ανθρώπους, και την ευφορία των καρπών της γης και την ακαρπία και τις κινήσεις των ανέμων και τις βροχές, και την εποχή των ραγδαίων βροχών και τις ξηρασίες και τις βαρυχειμωνιές και όλα τα παραπλήσια με αυτά τα προλέγουν, διαπιστώνοντάς τα από κάποια διακριτικά σημάδια, όπως και οι άνθρωποι. Αλλά και σκέψεις και αποφάσεις των ανθρώπων συμβαίνει να βλέπουν από κάποια σύμβολα στον άνθρωπο, ή από λόγια κάποιων. Και όχι μόνο αυτά βρίσκουν να πουν οι ακάθαρτοι δαίμονες, αλλά ακόμα και θανάτους ανθρώπων. Γιατί υπάρχουν μερικά σημάδια που έχουν τοποθετηθεί από τη θεία Πρόνοια στο ανθρώπινο σώμα, ιδιαίτερα μάλιστα στο πρόσωπό του, και πριν από πολύ χρόνο, αλλά και πριν από λίγο, όπως λένε αυτοί που ασκούν την ιατρική επιστήμη με δεξιοτεχνία και ακρίβεια. Μερικοί μάλιστα βεβαιώνουν ότι οι πολύπειροι από τους Σαρακηνούς έχουν αυτή την ικανότητα της πρόγνωσης, οι οποίοι στον πόλεμο γνωρίζουν ολοκάθαρα εκείνον που πρόκειται να πεθάνει από κάποιο διακριτικό σημάδι. Έτσι λοιπόν και οι δαίμονες, σαν πιο διορατικοί από τα υλικά σώματα, προαναγγέλλουν τους θανάτους των ανθρώπων. Επειδή δηλαδή είναι πνεύματα λεπτά και ασώματα, ερευνούν και γνωρίζουν καλύτερα από κάθε ιατρική επιστήμη τις δυνάμεις των ανθρώπων και τις ενέργειες και τα πλεονάσματα και τις ελλείψεις της ζωτικής ύπαρξής τους μέσω του αίματος, και από αυτά με συλλογισμούς, όχι βέβαια ακριβείς, προσδιορίζουν τον θάνατο του ανθρώπου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους μάντεις και τους εγγαστρίμυθους. Βλέποντας δηλαδή οι δαίμονες ποιος είναι ο κλέφτης και που βρίσκονται τα κλοπιμαία, μπορούν να τα πουν. Όπως πολλές φορές, βλέποντας τις πολλές βροχές που έγιναν στην Ινδική χώρα, προλέγουν σε κάποιον ότι στην Αίγυπτο θα ανέβει πολύ η στάθμη του Νείλου. Αν όμως τους ρωτήσει κάποιος πόσους πήχεις και δακτύλους θα έχει η άνοδος της στάθμης του, δε μπορούν να απαντήσουν, και αποδεικνύονται ότι δεν γνωρίζουν τίποτε.



Δίνουν επίσης την εντύπωση, ότι μέσω των ψευδοπροφητών ανθρώπων, που πιστεύουν σ’ αυτούς, κάνουν και θαύματα με αυτούς και θεραπείες σωματικών ασθενειών, για να εξαπατήσουν και αυτούς και άλλους, και παρουσιάζουν νεκρόν άνθρωπο να ανασταίνεται και το προαναγγέλλουν αυτό στους ζωντανούς με τη φαντασία. Διεισδύοντας δηλαδή ο δαίμονας στο νεκρό σώμα του ανθρώπου και κουνώντας το, παρουσιάζει τον νεκρό, ότι δήθεν ανασταίνεται με την ανώφελη προσευχή του απατεώνα ανθρώπου. Ακόμα και συζητά ο δαίμονας εκ μέρους του νεκρού με τον άνθρωπο που εξαπατάται από αυτόν γι' αυτά που θέλει και γι’ αυτά που ερωτάται από αυτόν, φανερώνοντάς του πράγματα που έγιναν και ειπώθηκαν κρυφά από ανθρώπους, επειδή τα γνωρίζει επακριβώς λόγω του ότι ήταν κρυφά παρών μέσα σ’ αυτόν που γινόταν αυτά από τους ανθρώπους εκείνους, και τα έβλεπε και τα άκουε. Αλλά ας μας γλυτώσει ο Θεός από αυτή την πλάνη των αιρετικών επισκόπων.



Γνωρίσαμε μάλιστα και αιρετικόν επίσκοπο στην Κύζικο, την πόλη των οπαδών του Μακεδονίου, των Πνευματομάχων, ότι ένα δένδρο ελιάς το μετέφερε με μια δήθεν προσευχή από τον τόπο που ήταν σε άλλον τόπο, επειδή σκοτείνιαζε το παράθυρο του ασεβούς οίκου προσευχής τους. Και σε κάποιον άδικο δανειστή, που εξεβίαζε μια γυναίκα χήρα, εξαιτίας χρέους της που είχε κάνει ο άνδρας της, και απαιτούσε ποσόν όχι όσο ήταν το δάνειο, αλλά περισσότερο, όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο αιρετικός επίσκοπος που προαναφέρθηκε, πριν ακόμα θαφτεί ο άνδρας της, αλλά ενώ ακόμα τον πήγαιναν για ταφή, σταμάτησε το νεκρικό κρεββάτι και έκανε δήθεν τον νεκρό να μιλήσει και να πει πόσο ήταν το χρέος που ώφειλε στον δανειστή του. Όταν αυτός ο αιρετικός πέθανε, ακόμα και στο μνήμα του έγιναν διάφορα φανταστικά πράγματα και θαύματα.



Γι’ αυτό λοιπόν δεν πρέπει να παραδεχόμαστε ως άγιον κάθε θαυματοποιό, αλλά να τον δοκιμάζουμε, σύμφωνα με εκείνον που λέγει «Να μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά να δοκιμάζετε τα πνεύματα, αν είναι από τον θεό, γιατί παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδοπροφήτες στον κόσμο»24. Και ο Απόστολος λέγει· «Οι άνθρωποι αυτοί είναι ψευδαπόστολοι, εργάτες δόλιοι, που μεταμορφώνονται σε αποστόλους του Χρι­στού»25. Και δεν είναι να απορούμε γιατί «ο ίδιος ο Σατανάς μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτεινό»26. Δεν είναι σπουδαίο λοιπόν, αν και οι υπηρέτες του μεταμορφώνονται σε υπηρέτες της δικαιοσύνης, των οποί­ων το τέλος θα είναι ανάλογο με τα έργα τους. Άλλωστε και ο Αντίχριστος όταν θα έρθει, κατά παραχώρηση του θεού, με τη συνεργασία των δαιμόνων θα κάνει πάρα πολλά σημεία και τέρατα ψεύτικα, προς απώλεια των απίστων και δοκιμασία των πιστών. Και τι το παράξενο αν, με τη βοήθεια του διαβόλου, θα κάνει φανταστικά θαύματα, τη στιγμή που έχουμε ήδη γνωρίσει και κάποιους άλλους μάγους και αγύρτες που έκαναν διάφορα θαύματα με την ενέργεια των δαιμόνων, μεταξύ των οποίων είναι ο Ίαννης και Ίαμβρης, οι οποίοι την εποχή του Μωυσή, μεταβάλλοντας τις ράβδους τους σε φίδια και τα νερά σε αίμα, έβγαλαν πλήθος βατράχων από τα νερά, ώστε να γεμίσουν όλη την χώρα της Αίγυπτου27;



Και ο Σίμων επίσης, ο μάγος την εποχή των αποστόλων, πόσα φανταστικά θαύματα έκανε; Έκανε πραγματικά αγάλματα να περπα­τούν και να πέφτουν στη φωτιά χωρίς να καίονται. Πετούσε στον αέρα και έκανε ψωμιά από πέτρες. Γινόταν φίδι και μεταμορφωνόταν και σε άλλα ζώα. Γινόταν με δύο πρόσωπα, μεταβαλλόταν σε χρυσάφι, άνοιγε κλειστές πόρτες, έσπαζε σιδερένια δεσμό, σε δείπνα παρουσίαζε τις μορφές διαφόρων ειδώλων, έκανε τα οικιακά σκεύη να έρχονται μόνα τους και να υπηρετούν χωρίς να φαίνονται αυτοί που τα μετέφεραν. Έκανε να προπορεύονται πριν από αυτόν πολλές σκιές, που έλεγε πως ήταν ψυχές των νεκρών. Πολλούς επίσης, που τον αποκαλούσαν αγύρτη, τους συμφιλίωσε μαζί του, και στη συνέχεια με την δικαιολογία ξεφαντώματος, θυσίασε βόδι και αφού τους παρέθεσε γεύμα, τους έκανε υποχείριους διαφόρων ασθενειών και δαιμόνων. Όταν λοιπόν κάποτε τον καταζητούσε ο βασιλιάς, φοβήθηκε και δραπέτευσε, δίνοντας το πρόσωπό του σε άλλον.



Αλλά και οι μάγοι Ιουλιανός, Απολλώνιος και Απουλήϊος, κατά την εποχή του βασιλιά Δομετιανού έκαναν διάφορα φανταστικά πράγματα, ένα από τα οποία σώζεται στις διηγήσεις των παλαιοτέρων ανδρών. Όταν κάποτε διαδόθηκε στη Ρώμη θανατηφόρα ασθένεια και όλοι πέθαιναν εδώ και εκεί, παρακινούνταν οι μάγοι αυτοί από τον βασιλιά και από τους προκρίτους του να βοηθήσουν την πόλη που καταστρεφόταν. Λέγει λοιπόν ο Απουλήιος «Εγώ την επιδημία που απλώθηκε στο ένα τρίτο της πόλης θα την σταματήσω σε δεκαπέντε μέρες». Έπειτα ο Απολλώνιος «Και εγώ θα σταματήσω, είπε, την επιδημία που διαδόθηκε στο άλλο ένα τρίτο σε δέκα μέρες». Απαντώντας και ο διαπρεπέστερος από αυτούς και πιο κοντινός στον διάβολο, λόγω της ματαιοδοξίας του, Ιουλιανός, είπε «Μέσα σε δεκαπέντε μέρες η πόλη ολόκληρη θα καταστραφεί, και δεν θα περιμένει τη δική μας βοήθεια. Για μένα λοιπόν το άλλο τρίτο της πόλης που μου ανήκει, θα παύσει από τώρα η καταστροφή της επιδημίας». Και πραγματικά σταμάτησε. Και όταν παρακλήθηκε από τον βασιλιά σταμάτησε και των άλλων δύο μερών την ταχύτητα διάδοσης της επιδημίας.



Σε μερικά μέρη μάλιστα τα τελετουργικά τεχνάσματα του Απολλώνιου μέχρι και τώρα κάνουν θαύματα, άλλα για να αποστρέψουν τετράποδα ζώα και πτηνά, που μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, άλλα πάλι για να συγκρατήσουν τα ρεύματα ποταμών που κυλούν άτακτα, και άλλα για να αποστρέψουν άλλα περιστατικά που προκαλούν φθορά και βλάβη στους ανθρώπους. Αυτά όμως δεν τα έκαναν οι δαίμονες μέσω αυτού μόνο όσο ήταν στη ζωή, αλλά και μετά τον θάνατό του, παραμένοντας στο μνήμα του, έκαναν κάποια θαύματα στο όνομά του, για να εξαπατήσουν αυτούς που εύκολα βλάπτονταν με αυτά από τον διάβολο. Τι θα μπορούσε όμως να πει κανείς για τα μαγικά έργα του Μανέθωνα, ο οποίος έγινε τόσο διάσημος στη μαγική απάτη, ώστε διαρκώς να περιγελά τον Απολλώνιο Τυανέα, ότι δήθεν δεν κατείχε την ακριβή εμπειρία της τέχνης Γιατί έπρεπε και αυτός, λέγει, όπως και εγώ, να κάνει μόνο με λόγο του αυτά που ήθελε να κάνει, και να μη παραδίνει σε κάποιες τελετές αυτά που κάνει.