Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware Ἐνορία καὶ Εὐχαριστία: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐμπειρία στὸν Δυτικὸ Κόσμο


Ἡ Ἐνορία κατέχει σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μία σημασία πολὺ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅση κατεῖχε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐποχὴ στὴ διάρκεια τῶν δεκαέξι τελευταίων αἰώνων. Ποτὲ ἄλλοτε, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς μεταστροφῆς στὸ Χριστιανισμὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, δὲν εἶχε τὸ τοπικὸ Εὐχαριστιακὸ κέντρο τόση μεγάλη σπουδαιότητα στὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅση ἔχει σήμερα.
Ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας; Ποιὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ χαρακτηριστικός της ρόλος τὸν ὁποῖο κανεὶς ἄλλος καὶ τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσει; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πετυχαίνει ἡ Ἐκκλησία καὶ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ πετύχουν οὔτε οἱ ἐθνικὲς συναθροίσεις, οὔτε οἱ λέσχες νεότητος οὔτε τὰ σπίτια στοργῆς;
Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι παρὰ μόνο μία: ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς φέρει σωτηρία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· νὰ μᾶς φέρει σωτηρία ὄχι μὲ κάποιο ἀφηρημένο ἢ θεωρητικὸ τρόπο - ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ὁποιοδήποτε φιλοσοφικὸ σύστημα ἡ ἰδεολογία - ἀλλὰ μὲ συγκεκριμένη καὶ ὁρατὴ μορφή, διὰ τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἰδοὺ ὁ μοναδικὸς καὶ χαρακτηριστικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ μόνο Ἐκείνη μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει: νὰ προσφέρει τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ποὺ δημιουργεῖ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπιβάλλεται ἔξωθεν μὲ τὴν ἰσχὺ ἢ τὴ βία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται ἔσωθεν μὲ τὴν τέλεση τῆς Κοινωνίας μὲ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάποιο κοινωνιολογικὸ κατασκεύασμα ἀλλὰ ἕνας εὐχαριστιακὸς ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος ἀποκτᾶ ὀντότητα τὴν ὥρα ποὺ ἐπικαλεῖται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργήσει πάνω στὰ τίμια δῶρα. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει προσδιοριστεῖ μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τῶν Ἀποστόλων.
Ἡ Θεία Λειτουργία, ὅμως, εἶναι κάτι ποὺ συντελεῖται μόνον ἐν τόπῳ. Μολονότι ἡ Εὐχαριστία εἶναι μία καὶ ἀπαράλλαχτη σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, διὰ μέσου του χρόνου, ἡ Θεία Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὡς συγκεκριμένη καὶ ζῶσα πραγματικότητα παρὰ μόνον μέσῳ μιᾶς ἰδιαίτερης ἱερουργίας σὲ ὁρισμένο τόπο καὶ χρόνο. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Θεία Εὐχαριστία - ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Ἐκκλησίας - βρίσκει τὴν ὁρατὴ πραγμάτωσή της μόνον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς τοπικῆς ἐνορίας ἢ τῆς τοπικῆς Μονῆς. Ὅταν λοιπὸν κάνουμε λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς εὐχαριστιακὸ ὀργανισμό, μιλοῦμε γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κάθε Κυριακή σε κάθε ἐνορία. Ἡ Ἐνορία εἶναι τὸ βασικὸ εὐχαριστιακὸ «κύτταρο» χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ἐπιπλέον σὲ κάθε τέλεση τῆς Εὐχαριστίας παρὼν εἶναι ὁ ὅλος Χριστός, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα μικρὸ τμῆμα Του, ἔτσι ὥστε ἡ τοπικὴ ἐνορία, ὅταν τελεῖ τὰ θεῖα Μυστήρια, δὲν ἀποτελεῖ μία μικρὴ μονάδα μέσα σ᾿ ἕνα μεγαλύτερο σύνολο, ἀλλὰ ἐκφράζει κατὰ τρόπο ὁρατὸ τὴν Μία Καθολικὴ Ἐκκλησία στὴν ὁλότητά της.
Πέραν ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐνορία ποὺ συναθροίζεται στὴν Θεία Λειτουργία, κάθε τί ποὺ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ λέμε γιὰ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Τριαδικὴ Βασιλεία τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ μεταμόρφωση τῆς Κοινωνίας ἀπὸ μία ἀπρόσωπη αἰχμαλωσία σὲ ἐλεύθερη κοινωνία προσώπων, ὅ,τι κι ἂν λέμε, δὲν ἀποτελεῖ στὴν καλύτερη περίπτωση, παρὰ μόνο μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια, τὸ πολὺ ἕνα ἀφελῆ ἰδεαλισμὸ καὶ συναισθηματικὸ οὐτοπισμό. Μόνον μέσα στὴν Ἐνορία ὑπάρχει δυναμικὴ ἀπόδειξη, ἱστορικὴ πραγμάτωση, ἀληθινὴ ἐλπίδα. Ὅπως ὀρθὰ ἔχει λεχθεῖ, μόνο ἡ ζωὴ τῆς Ἐνορίας μπορεῖ νὰ δώσει ἱερατικὴ διάσταση στὴν πολιτική, προφητικὸ πνεῦμα στὴν ἐπιστήμη, ἀνθρώπινο πρόσωπο στὶς οἰκονομικὲς σχέσεις καὶ μυστηριακὸ χαρακτήρα στὸν ἔρωτα. Ἐν τούτοις κάθε φορὰ ποὺ ἐξετάζουμε τὴ συγκεκριμένη ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐνοριῶν μας σήμερα, εἴτε στὴν Ἑλλάδα εἴτε σ᾿ αὐτὸ ποὺ συχνὰ ἀποκαλεῖται «διασπορά», πόση ὀδυνηρὴ ἔκπληξη δὲν νιώθουμε ἀπὸ τὸ τεράστιο κενὸ ποὺ χωρίζει τὴ θεωρία ἀπὸ τὴν πράξη;
Ὁ εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο καὶ μαζί της ἢ ἐκκλησιολογικῆ σημασία τῆς τοπικῆς ἐνορίας, ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ ἐντεῦθεν ἔχει χάσει σταδιακὰ ὅλο καὶ περισσότερο τὴν καθαρότητα τῆς ἓξ αἰτίας τῶν στενῶν δεσμῶν μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους. Στὸν κόσμο τοῦ Βυζαντίου, δὲν τονιζόταν τόσο ὁ τοπικὸς εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ἐκτεινόμενη στὰ πέρατα τῆς Γῆς παγκοσμιότητά της. Πολὺ πιὸ ξεκάθαρα στὰ Σλαβικὰ Ὀρθόδοξα Βασίλεια καὶ στὸν Ἑλληνικὸ κόσμο τῆς Τουρκοκρατίας, ἡ Ἐκκλησία ἐκλαμβανόταν ἀπὸ πολιτιστικὴ καὶ μορφωτικὴ σκοπιά, ὅλο καὶ περισσότερο ὡς ἡ συνδετικὴ δύναμη ποὺ ἐξασφάλιζε ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἐλάχιστα προβαλλόταν ἡ Ἐνορία ὡς τὸ τοπικὸ εὐχαριστιακὸ κέντρο, μολονότι ἦταν σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς Ἐνορίας ποὺ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συνέχιζε νὰ συντηρεῖται.
Οἱ μεταβαλλόμενες συνθῆκες τῆς ἐποχῆς μάς μᾶς ὁδήγησαν σὲ ριζικὴ ἐπανεκτίμηση. Σ᾿ ὅλον τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἡ παραδοσιακὴ συμμαχία μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἔχει προοδευτικὰ διαβρωθεῖ καὶ σὲ πολλὲς χῶρες ἀπότομα διακοπεῖ. Ἡ ἐξάπλωση τῆς ἐκκοσμικεύσεως σημαίνει ὅτι στὸ μέλλον κάποιος θὰ εἶναι Ὀρθόδοξος ὄχι διότι γεννήθηκε ἀπὸ Ἕλληνες, Σέρβους ἢ Ρώσους γονεῖς, ἀλλὰ διότι ἐλεύθερα ἐπέλεξε νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος μέσα ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ κίνηση πνευματικῆς ὁμολογίας. Χάνουμε τὰ παραδοσιακὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ στὴ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη Πολιτεία ὁ μορφωτικὸς καὶ πολιτιστικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σπρώχνεται ἀναπόφευκτα στὸ περιθώριο. Βεβαίως κάτι τέτοιο δὲν πρέπει νὰ τὸ δοῦμε σὰν τραγωδία ἀλλὰ μᾶλλον ὡς πρόκληση καὶ ἀκόμη ὡς εὐλογία. Ὠθούμεθα πίσω στὰ στοιχειώδη, στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ ποὺ εἶναι οὐσιῶδες, πίσω στὸ «ἑνὸς δὲ ἐστὶ χρεία» (Λουκᾶ ι´, 42) καὶ αὐτὸ τὸ ἕνα καὶ οὐσιῶδες εἶναι ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Ἀπ᾿ ὅλα ὅσα εἴπαμε, προκύπτει ὅτι ἡ τοπικὴ ἐνορία ἀνακτᾶ στὶς μέρες μας τὴν κεντρική της σημασία. Σήμερα, ὅπως κατὰ τοὺς πρώτους τρεῖς αἰῶνες τῆς Χριστιανικῆς Ἱστορίας, ἡ ζωή μας πρέπει νὰ εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μὲ τὴν Κυριακάτικη τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, στὸν τοπικὸ ἐνοριακό μας ναό. Ἡ ζωτικότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ μέλλον θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὴν ζωντάνια τῶν ἐνοριῶν μας. Θὰ χρειαστεῖ νὰ στηριχτοῦμε στὶς δικές μας δυνάμεις. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μπορεῖ πλέον νὰ στραφεῖ στοὺς πολιτικοὺς γιὰ βοήθεια, οἰκονομικὴ ἢ ἄλλη. ἐνῶ ὁ παπὰς τῆς ἐνορίας δὲν θὰ μπορεῖ πιὰ νὰ περιμένει ἀπὸ τὸ δάσκαλο τοῦ τοπικοῦ σχολείου ἢ τὸν τοπικὸ ἀστυφύλακα νὰ προωθήσουν τὸ ἔργο του.
Ἡ Ὀρθόδοξη ζωὴ στὴν Δύση ἔχει συνειδητοποιήσει αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις μέσα ἀπὸ ἰδιαίτερα συγκλονιστικὲς ἐμπειρίες. Ἀποτελοῦμε μία ἐλάχιστη μειονότητα σ᾿ ἕνα ξένο περιβάλλον. Μολονότι ἀπολαμβάνουμε θρησκευτικὴ ἐλευθερία, ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένει προνομιακὴ μεταχείριση στὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῶν χωρῶν ὅπου ζοῦμε· δὲν παίρνουμε καμιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ἀπὸ κυβερνήσεις, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Γερμανία, τὴ Φιλανδία καὶ τὶς Σκανδιναβικὲς χῶρες ὅπου τὸ Λουθηρανικὸ σύστημα τῆς «ἐκκλησιαστικῆς φορολογίας» ἰσχύει ἀκόμη. Προκειμένου νὰ ἐκπαιδεύσουμε τὰ παιδιά μας στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, πρέπει νὰ ἐνεργήσουμε μόνοι μας, μέσα ἀπὸ τὴν ἐργασία τῆς τοπικῆς ἐνορίας. Γιὰ νὰ χτίσουμε Ὀρθόδοξους ναοὺς καὶ νὰ μισθοδοτήσουμε μόνιμους ἱερεῖς, ἡ οἰκονομικὴ βοήθεια πρέπει νὰ προέλθει ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς τοπικές μας κοινότητες. Ἀπὸ οἰκονομικὴ πλευρὰ ἡ ἐπιβίωση τῆς Ὀρθοδοξίας στὴ Δύση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ οἱ πιστοὶ θὰ ρίξουν κάθε Κυριακὴ στὸ δίσκο τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἂν δὲν ἐξασφαλίσουμε μία δυναμικὴ ἐνοριακὴ ζωή, ἡ Ὀρθοδοξία στὴ Δύση δὲν ἔχει μέλλον. Μετὰ ἀπὸ πενήντα ἢ ἑκατὸ χρόνια ἁπλούστατα θὰ ἐξαφανιστοῦμε.
Κι ἐρχόμαστε τώρα νὰ ἐξετάσουμε τί εἴδους Ὀρθόδοξες ἐνορίες ἔχουμε στὴ Δύση. Ἡ πρώτη γενεὰ τοῦ Ὀρθόδοξου μετανάστη ἵδρυσε ἐνορίες ποὺ διέθεταν, γιὰ λόγους προφανεῖς, ἰσχυρὸ ἐθνικὸ χαρακτήρα. Ἡ τοπικὴ ἐνορία ἦταν ὁ κύριος καὶ συχνὰ ὁ μόνος συνδετικὸς κρίκος ποὺ ἀπομένει μὲ τὴν Μητέρα Πατρίδα καὶ ἔτσι οἱ ἐνορίτες θέλησαν μία τοπικὴ ἐκκλησία ἡ ὅποια στὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ στὶς ἄλλες δραστηριότητές της θὰ ἀναπαρήγαγε ὅσο πιὸ πιστὰ γινόταν τὰ σχήματα ποὺ τοὺς ἦταν οἰκεία ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία. Κάθε προσπάθεια νὰ χρησιμοποιηθεῖ, παραδείγματος χάριν, ἡ γλώσσα τῆς χώρας στὴν ὁποία ζοῦσαν -Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικὰ κ.τ.λ.- θεωροῦνταν συνήθως ὡς ἀπειλὴ καὶ κατεπολεμιόταν μὲ πεῖσμα.
Ὅλα αὐτὰ εὔκολα κατανοοῦνται. Ἀλλὰ μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς δεύτερης καὶ τρίτης γενεᾶς Ὀρθοδόξων της Δύσεως μία νέα πραγματικότητα ἐμφανίζεται. Οἱ ἐνορίες ἐκεῖνες ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ κάνουν ὁποιαδήποτε χρήση τῆς τοπικῆς γλώσσας στὶς Λειτουργίες τους καὶ ἔμειναν ἀνυποχώρητες στὸν πολιτισμὸ καὶ τὰ ἤθη τῆς χώρας στὴν ὁποία ἀνήκουν, τείνουν νὰ μαραζώσουν. Μόλις οἱ νέοι τους φθάσουν τὴν «ἡλικία τῆς ἐπαναστάσεως», ἁπλούστατα σκορπίζουν, ἀφοῦ δὲν βρίσκουν τίποτε στὴν λατρεία τῆς ἐνορίας ποὺ νά ῾χει σχέση μὲ τὴν καθημερινὴ ζωή τους, κι ἔτσι ἀπομένει ἕνα ἐκκλησίασμα ἡλικιωμένων. Οἱ ἐνορίες ἀντιθέτως ποὺ ἀποδέχθηκαν τὴν ἀνάγκη προσαρμογῆς καὶ ἀλλαγῆς, ἔγιναν συχνότατα πολὺ πιὸ γνήσια εὐχαριστιακές: ὄχι πλέον μία ἐθνικὴ λέσχη ἀλλὰ μία ἀληθινὴ λειτουργικὴ σύναξις - ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ συναθροισμένος γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὁρατὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ὑπῆρξε ἡ ἀναβίωση τῆς συχνῆς Θείας Μεταλήψεως σὲ παλιὲς Ὀρθόδοξες ἐνορίες στὴ Δύση. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει συμβεῖ σὲ τέτοιες κοινότητες εἶναι ἁπλούστατα ἡ ἀνακάλυψη τὸν ἀληθινοῦ νοήματος τῆς ἐνορίας. Προφανῶς ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν παρατηρεῖται παντοῦ. Πολλὲς ἐνορίες ἐνῶ ἀποδέχονται κάποιο μέτρο προσαρμογῆς στὶς δυτικὲς συνήθειες, συνεχίζουν νὰ ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος σὲ ἐθνικὲς ἀξίες καὶ σὲ κοινωνικὲς δραστηριότητες μᾶλλον παρὰ στὴν Εὐχαριστία.
Ἡ ἐμπειρία τῆς Ὀρθόδοξης κοινότητας τῆς Ὀξφόρδης ἔχει ἀκολουθήσει ἕνα κάπως ἀσυνήθιστο σχῆμα. Συμβιώνουν ἐδῶ, ἡ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη, δυὸ ὀρθόδοξες ἐνορίες, μιὰ ἑλληνικὴ (ποὺ ὑπάγεται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο) καὶ μία ρωσικὴ (ποὺ ὑπάγεται στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας). Ἡ κάθε ἐνορία ἔχει τὸν ἱερέα της καὶ τὸ δικό της ἐκκλησιαστικὸ συμβούλιο. Ὅμως οἱ δυὸ ἐνορίες μοιράζονται ἴσοις ὅροις τὸν ἴδιο ναό, ποὺ χτίστηκε τὸ 1973 μὲ τὴν κοινὴ προσπάθεια καὶ τῶν δυό. Ἔτσι, κάθε Κυριακὴ λατρεύουμε ὅλοι μαζὶ συγχρόνως, ψάλλοντας μία Θεία Λειτουργία γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ τῶν δυὸ κοινοτήτων. Ὑπάρχουν, ὅπως εἶναι φυσικό, δυσκολίες. Μνημονεύουμε π.χ. δυὸ ἐπισκόπους στὶς ἀκολουθίες μας, τηροῦμε δυὸ διαφορετικὰ ἡμερολόγια (ἀφοῦ τὸ ρωσικὸ ἥμισύ της κοινότητός μας ἀκολουθεῖ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο), καὶ χρησιμοποιοῦμε σὲ κάθε ἀκολουθία ὄχι λιγότερες ἀπὸ τρεῖς γλῶσσες, Ἑλληνικά, Σλαβονικὰ καὶ Ἀγγλικά. Καθ᾿ ὅσο γνωρίζω, πουθενὰ ἀλλοῦ στὴ Μεγάλη Βρετανία δὲν ὑπάρχει ἀκριβῶς ὅμοιο παράδειγμα μ᾿ αὐτὸ τῆς Ὀξφόρδης.
Ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου οἱ λύσεις στὶς ὁποῖες καταλήξαμε στὴν Ὀξφόρδη περιέχουν ὁρισμένες προφανεῖς ἀνωμαλίες: Πῶς π.χ., εἶναι δυνατὸν νὰ μνημονεύονται δυὸ ἀνεξάρτητοι ἐπίσκοποι, στὴν ἴδια θεία Λειτουργία; Ἐμεῖς στὴν Ὀξφόρδη δὲν διεκδικοῦμε νὰ λύσουμε ἀπὸ μόνοι μας τὰ κανονικὰ προβλήματα ποὺ δημιουργοῦνται στὴ δυτικὴ Ὀρθοδοξία. Ὅμως, ὄντας ἀναγκασμένοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ποιμαντικὲς ἀνάγκες τῆς τοπικῆς μας κοινότητας, ἐπράξαμε ὅ,τι καλύτερο μπορούσαμε γιὰ νὰ προσφέρουμε μία λειτουργικὴ λύση ποὺ νὰ ἐνθαρρύνει τὴν ἐπιβίωση καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς τοπικῆς Ὀρθοδοξίας.
Μολονότι κανονικὰ ἀποτελοῦμε δυὸ ξεχωριστὲς ἐνορίες, στὴν πράξη εἴμαστε μόνο μία λατρευτικὴ κοινότητα. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ὅρος «ἐνορία» εἶναι νὰ προσδιοριστεῖ μὲ βάση ὄχι τὸ κανονικὸ δίκαιο ἀλλὰ τὴν Εὐχαριστία, τότε πνευματικὰ καὶ λειτουργικὰ ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοί της Ὀξφόρδης ἀποτελοῦμε μία ξεχωριστῆ τοπικὴ ἐνορία.
Ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ δὲν ἐπιδιώκω νὰ ἐμφανίσω ὡς ἰδανικὴ τὴν ζωή μας στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὀξφόρδης. Ἐὰν χρειάστηκε ὁ Σωτήρας μας νὰ προσευχηθεῖ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν τοῦ (Ἰω. 17), αὐτὸ ἔγινε διότι ἀκριβῶς ἐγνώριζε πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μείνουν ἑνωμένοι σὲ ἕνα πεπτωκότα κόσμο· καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ἐμεῖς στὴν Ὀξφόρδη, ἀπὸ προσωπικὴ πείρα. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἑνότητα παρὰ μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ. Κι ἢ ἑνότητα αὕτη ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν καθένα μας ἀτέλειωτη γενναιοδωρία, μυστηριακὴ κένωση, θυσία. Στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὴν ἕνωση τοῦ γάμου ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν πρέπει νὰ ἐπανεπιβεβαιώνεται καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνεται. Ὅταν οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ρῶσοι τῆς Ὀξφόρδης ἀποφάσισαν νὰ συνεργαστοῦν ἦταν ἀρχικὰ γιὰ λόγους πρακτικούς. Καὶ οἱ δυὸ κοινότητες εἶναι ὀλιγάριθμες καὶ φαινόταν ἀμφίβολο ἂν καμία ἀπ᾿ αὐτὲς θὰ ἐπιβίωνε στὴν ἀπομόνωση. Ὑπῆρχε ὅμως ἡ βεβαία ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῆς συνεργασίας θὰ μπορούσαμε νὰ δημιουργήσουμε μία ζωντανὴ Ὀρθόδοξη παρουσία στὴν πόλη καὶ στὸ Πανεπιστήμιο. Στὴν πορεία τῆς ἀμοιβαίας συνεργασίας μας, ὅμως, χρειάστηκε νὰ ὑπερβοῦμε τὶς καθαρὰ πρακτικὲς ἀνάγκες καὶ νὰ ἐπανεκτιμήσουμε τὶς βασικὲς προτεραιότητες. Χρειάστηκε νὰ ἀναρωτηθοῦμε ποιὸ εἶναι τὸ θεμελιῶδες νόημα τῆς ἐνορίας; «Ὅπου γὰρ ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. ς´, 21). Ποῦ λοιπὸν βρίσκεται ὁ «θησαυρός» μας ὡς Ὀρθοδόξων ποὺ ζοῦμε στὴ Δύση;
Ἐὰν ἡ ἐνορία εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα μία ἐθνικὴ συνάθροιση μὲ μόνο λόγο ὑπάρξεως τὴν διατήρηση ὁρισμένων πολιτιστικῶν ἀξιῶν, τότε οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ὀξφόρδης θὰ χρειαστεῖ νὰ συντηρήσουν δυὸ διαφορετικὲς κοινότητες, ποὺ θὰ ἐκκλησιάζονται καὶ θὰ λατρεύουν χωριστά. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἐνορία ὑφίσταται κυρίως γιὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας καὶ ἐὰν στὴν Εὐχαριστία «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην... πάντες γὰρ... εἰς ... ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ´, 28), τότε δίκιο δὲν ἔχουμε νὰ ἐπιμένουμε πάνω ἀπ᾿ ὅλα στὴν τέλεση μιᾶς κοινῆς θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακὴ ἀπ᾿ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, ἀνεξαρτήτως ἐθνικῆς προελεύσεως, ἑλληνικῆς, ρωσικῆς ἢ ἀγγλικῆς; Μόνον ἔτσι μποροῦμε νὰ δώσουμε μαρτυρία γιὰ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς.
Περισσότερο ἀπὸ μία φορὰ τὰ τελευταῖα δεκαεπτὰ χρόνια ἔχουν προκύψει προβλήματα ποὺ ἀπείλησαν νὰ διασπάσουν τὴν ἑνότητά μας ὡς λατρευτικῆς κοινότητας. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι παρόμοια προβλήματα θὰ ἐμφανιστοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλα κάθε φορὰ ποὺ ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς διασπάσεως, συνειδητοποιοῦμε ἐκ νέου τὴν ὑπέρτατη σπουδαιότητα τῆς λειτουργικῆς μας ἑνότητας. Στὴν Θεία Λειτουργία ἔχουμε βρεῖ τὸν κοινὸ δεσμὸ ποὺ μᾶς συνέχει ἀνεξαρτήτως γλώσσας, ἐθνικῆς ταυτότητας ἢ ἐκκλησιαστικῆς «δικαιοδοσίας». (Πόσο δίκιο δὲν ἔχει ὁ Ἀλέξανδρος Σολζενίτσιν νὰ μέμφεται αὐτὴ τὴ λέξη «δικαιοδοσία» ποὺ τόσο συχνὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Δύσεως, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ συναντᾶται πουθενὰ στὸ Εὐαγγέλιο!) Μελετώντας τὴ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς του, καὶ τονίζει ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ συναντῶνται σὲ μία Εὐχαριστία, νὰ συναθροίζονται γύρω ἀπὸ μία Τράπεζα καὶ νὰ πίνουν ἀπὸ ἕνα Ποτήριο, γνωρίζουμε ὅτι οἱ φλογεροὶ αὐτοὶ λόγοι τοῦ ἰσχύουν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθόδοξούς της Ὀξφόρδης.
Στὴν περιγραφὴ ποὺ κάνει γιὰ τὴ ζωὴ τῆς πρώτης χριστιανικῆς «ἐνορίας» -τῆς κοινότητας τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ποὺ ἀκολούθησαν τὴν Πεντηκοστή- ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς λέει: «ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων, καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς· πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Λουκᾶ β´, 42, 44).
Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς κάθε ἐνορίας σήμερα, εἴτε βρίσκεται στὴν Ἑλλάδα εἴτε στὴν ἀλλοδαπή: τὰ μέλη της ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ κλάσεως τοῦ Ἄρτου στὴ θεία Εὐχαριστία. Ὅλες οἱ ἄλλες δραστηριότητες τῆς ἐνορίας, κοινωνικές, πολιτιστικὲς ἢ φιλανθρωπικὲς πηγάζουν ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ εἶναι ὑπάλληλες σ᾿ αὐτήν. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἕνα συνεχὲς θαῦμα μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης. Παράλληλα μὲ τὴν Μονή, ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ σχῆμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ σὲ κάθε συγκεκριμένο τόπο, τοῦτο τὸ «συνεχὲς θαῦμα» μαρτυρεῖται μὲ ζωντανὴ παρουσία.
Πηγή: Συλλογικὸς Τόμος: «Ἐνορία, πρὸς μία νέα ἀποκάλυψη», ἔκδ. Ἀκρίτας 1993, ἀπὸ τὴ σειρὰ «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία», ἀρ. 37 (σελ. 126-134).

Ἱερὰ Παράδοσις: Πηγὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως Κάλλιστος Γουέαρ, Ἐπίσκοπος Διοκλείας


Οἱ Ὀρθόδοξοι μιλοῦν πάντοτε γιὰ τὴν παράδοση. Τί ἐννοοῦν ὅμως μ᾿ αὐτὴ τὴ λέξη; Ἡ συνηθισμένη ἀντίληψη εἶναι πὼς παράδοση εἶναι ἡ μετάδοση ἀπὸ τοὺς προγόνους στοὺς ἀπογόνους μίας γνώμης, μίας πίστης ἢ ἑνὸς ἐθίμου. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, Χριστιανικὴ Παράδοση εἶναι ἡ πίστη καὶ ἡ πράξη ποὺ μετέδωσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στοὺς Ἀποστόλους, καὶ ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων ἔχει παραδοθεῖ, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, στὴν Ἐκκλησία. Γιὰ ἕναν Ὀρθόδοξο ὅμως Χριστιανό, Παράδοση σημαίνει κάτι πολὺ πιὸ συγκεκριμένο καὶ εἰδικότερο ἀπ᾿ αὐτό. Παράδοση εἶναι τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τὰ γραφτὰ τῶν Πατέρων, οἱ Κανόνες, τὰ λειτουργικὰ βιβλία, οἱ Ἅγιες εἰκόνες. Στὴν πράξη Παράδοση εἶναι ὁλόκληρο τὸ δογματικὸ σύστημα, ἡ ἐκκλησιαστικὴ διοίκηση, ἡ λατρεία, ἡ πνευματικότητα καὶ ἡ τέχνη ποὺ ἔχουν διαμορφώσει οἱ Ὀρθόδοξοι μέσα στοὺς αἰῶνες. Οἱ σημερινοὶ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ θεωροῦν τὸν ἑαυτὸ τοὺς ὡς κληρονόμο καὶ φύλακα μίας πλούσιας κληρονομιᾶς ποὺ τὴν ἔλαβαν ἀπὸ τὸ παρελθόν, καὶ πιστεύουν πὼς καθῆκον τοὺς εἶναι νὰ μεταδώσουν αὐτὴν τὴν κληρονομιὰ ἀμείωτη στὸ μέλλον.

Σημειῶστε πὼς ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς Παράδοσης. Μερικὲς φορὲς ἢ Παράδοση ὁρίζεται ὡς ἡ προφορικὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ δὲν ἔχει καταγραφεῖ ἀπὸ τοὺς ἄμεσους μαθητές Του. Ὄχι μόνο οἱ μὴ Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ Ὀρθόδοξοι συγγραφεῖς ἔχουν υἱοθετήσει αὐτὸν τὸν τρόπο σκέψης, διαχωρίζοντας τὴν Ἁγία Γραφὴ ἀπὸ τὴν Παράδοση, Θεωρῶντας πὼς εἶναι δυὸ διακεκριμένες πηγὲς τῆς χριστιανικῆς πίστης. Στὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο μία πηγή, ἀφοῦ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἐμπεριέχεται στὴν Παράδοση...

Μεταξὺ τῶν διαφόρων στοιχείων τῆς Παράδοσης, αὐτὰ ποὺ διαθέτουν μοναδικὴ ἀξία εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ οἱ δογματικοὶ ὅροι τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων: Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ οἱ Ὀρθόδοξοι τὰ δέχονται ὡς κάτι τὸ ἀπόλυτο καὶ ἀμετάβλητο, κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀκυρωθεῖ ἢ νὰ ἀνασκευαστεῖ.

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware - Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου



«Μιὰ ψυχὴ φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ
εἶναι πιὸ πολύτιμη στὸ Θεὸ
ἀπ᾿ ὅτι δέκα χιλιάδες κόσμοι
μὲ ὅλα ὅσα περιέχουν»
Ἀποφθέγματα Πατέρων τῆς Ἐρήμου

Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα

«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). «Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;1
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Γνωρίζω μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος τοῦ ἑαυτοῦ μου. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ἀπίστευτα πλατειά. Ἐκτείνονται κατὰ ὕψος καὶ κατὰ πλάτος στὸ χῶρο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὸ ἀτελεύτητο. Προεκτείνονται μπροστὰ καὶ πίσω μέσα στὸ χρόνο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὴν αἰωνιότητα. Στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μου κρύβονται ἀνεξιχνίαστα βάθη ποὺ διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.
Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀνθρώπινο πρόσωπο, ποὺ εἶναι φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ξεχωριστῆς σημασίας: ἐλευθερία, εὐχαριστία, κοινωνία καὶ ὡρίμανση.

Ἐλευθερία

Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτ. 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰω. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.
Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Κυριακή Γ. των νηστειών, τησ Σταυροπροσκυνήσεωσ: Υμνολογική εκλογή, Ακολουθία του ακαθίστου ύμνου εις τον τίμιον Σταυρόν.


ΤΩ ΣΑΒΒΑΤΩ ΕΣΠΕΡΑΣ – ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΛΩ ΕΣΠΕΡΙΝΩ
Δοξαστικόν των εκεκραγαρίων. Ήχος γ’
Χριστέ ο Θεός ημών, ο την εκούσιον σταύρωσιν, εις κοινήν εξανάστασιν, του γένους των ανθρώπων καταδεξάμενος, και τω καλάμω του Σταυρού, βαφαίς ερυθραίς, τους σαυτού δακτύλους αιματώσας, ταις αφεσίμοις ημίν, βασιλικώς υπογράψαι φιλανθρωπευσάμενος, μή παρίδης ημάς κινδυνεύοντας, και πάλιν την από σού διάστασιν. Ααλλ’ οικτείρησον μόνε μακρόθυμε, τον εν περιστάσει λαόν σου και ανάστηθι, πολέμησον τους πολεμούντας ημάς, ώς Παντοδύναμος.
Χριστέ Θεέ μας, Συ που καταδέχθηκες με την θέλησή Σου τον θάνατο του Σταυρού, ώστε να εξασφαλίσεις για το γένος των ανθρώπων την κοινή ανάσταση, άρα την ήττα του θανάτου, και με τον κάλαμο του σταυρού έβαψες τα δάκτυλά Σου με τις ερυθρές βαφές του αίματός Σου, και υπέγραψες την απόφαση της αφέσεως των αμαρτιών μας, ως Βασιλέας, από την πολλή Σου φιλανθρωπία, μη παραβλέψεις και τώρα εμάς, που κινδυνεύουμε να απομακρυνθούμε από Σένα” λυπήσου τον λαό Σου, που βρίσκεται σε ανάγκη και σήκω, πολέμησε όσους μας πολεμούν, ως παντοδύναμος.
Δόξα… και νύν… Ήχος δ’
Ο συμμαχήσας Κύριε τω πραοτάτω Δαυίδ, υποτάξαι τον αλλόφυλον, τω πιστώ ημών Βασιλεί συμπολέμησον, καί τω όπλω του Σταυρού κατάβαλε τους εχθρούς ημών” δείξον εύσπλαγχνε εις ημάς τα αρχαία ελέη σου, και γνώτωσαν αληθώς ότι σύ εί Θεός, και εν σοί πεποιθότες νικώμεν, πρεσβευούσης συνήθως της αχράντου σου Μητρός, δωρηθήναι ημίν το μέγα έλεος.
Συ Κύριε, που συμμάχησες τότε παλιά με τον φιλήσυχον Δαυίδ για να υποτάξει τον αλοεθνή εχθρό, και τώρα συμμάχησε με τον πιστό μας βασιλέα, για να υποτάξει τους αλλοφύλους εχθρούς μας. Έτσι, με το όπλο του σταυρού Σου κατανίκησε τους εχθρούς μας. Δείξε, έυσπλαγχνε, και σε ‘μας τα αρχαία Σου ελέη, ΚΑΙ Ας ΜΆΘΟΥΝ ΟΙ ΕΧΘΡΟΊ Μας ΌΤΙ στηρίζοντας τις ελπίδες μας σε Εσένα, νικούμε, αφού συνήθως πρεσβεύει για μας η άχραντή Σου μητέρα, η Θεοτόκος, να μας δωρίσεις το μέγα Σου έλεος.
Απολυτίκιον του Σταυρού Ήχος α’
Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου’ νίκας τοις Βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος, και το σόν φυλάττων διά του Σταυρού σου πολίτευμα.
Κύριε, σώσε τον λαό Σου και ευλόγησε την κληρονομία Σου. Δώρισαι νίκες στους βασιλείς εναντίον των βαρβάρων εχθρών μας, φυλάγοντας με τη προστασία του σταυρού Σου όλους όσοι πιστεύουν σε Σένα.
ΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ
Μετά τον Πολυέλεον το παρόν Κάθισμα του Σταυρού

"Κήρυγμα στη Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως"


  Είναι τέτοια η λάμψη που σκορπίζεται από το δράμα του Γολγοθά, ώστε αρκεί να πούμε «Σταυρόν», και το μυαλό μας πάει αμέσως στον Τίμιο Σταυρό του Χριστού μας. Ο Κύριος ποτέ δεν αρνήθηκε το Σταυρό Του. Αντίθετα βίωσε τον πόνο, την ταπείνωση και τον εξευτελισμό.
(Ιερά Μητρόπολη Παροναξίας)
15 Μαρτίου 2015
Αγαπητοί μου Χριστιανοί, βρισκόμαστε στο μέσο της Μεγάλης Σαρακοστής και σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, η Εκκλησία μας υψώνει τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό στο μέσο του Ναού για να τον προσκυνήσουμε όλοι οι πιστοί. Με αυτό τον τρόπο θέλει η Εκκλησία να μας παρακινήσει σε περισσότερη προσπάθεια και πνευματικό αγώνα, ενώ ταυτόχρονα θέλει να δώσει κουράγιο και δύναμη στους οδοιπόρους της Σαρακοστής, προβάλλοντας το Σταυρό του Κυρίου ως σημείο νίκης και χαράς.
Όμως σήμερα, Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, ο Χριστός θέλει να μας πει κάτι ακόμα πολύ σημαντικό. Θέλει να μας πει πως ο Σταυρός Του, δεν είναι απλά ένα σύμβολο, αλλά είναι τρόπος ζωής και βίωμα και ότι μπορούμε και εμείς εάν το θελήσουμε να συμμετέχουμε στο Σταυρό Του. – Τι σημαίνει αυτό για όλους εμάς; Σημαίνει ότι με τη συμμετοχή μας στο Σταυρό του Χριστού, μπορούμε να σωθούμε, να αναζωογονηθούμε και να νικήσουμε και εμείς τον θάνατο, όπως ακριβώς τον νίκησε Εκείνος. – Και πως μπορεί να επιτευχτεί αυτή η συμμετοχή μας στο Σταυρό του Κυρίου;
Μας απαντάει ο ίδιος ο Χριστός μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». Εκείνος που θέλει να με ακολουθήσει και να είναι όπου είμαι και Εγώ, λέει προς εμάς ο Κύριος, ουσιαστικά πρέπει να κάνει τρία πράγματα. Να απαρνηθεί τον εαυτό του, να σηκώσει το σταυρό του και να με ακολουθήσει.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το πρώτο βήμα. – Τι σημαίνει να απαρνηθώ τον εαυτό μου; Γράφει ένας Ρώσος Επίσκοπος, ότι η φράση «απαρνησάσθω εαυτόν» δεν σημαίνει βέβαια την αυτοκαταστροφή μας». Εδώ ο Κύριος μας καλεί να απαρνηθούμε τον αμαρτωλό μας εαυτό, το διεφθαρμένο μας εγώ. Να απαρνηθούμε τον παλιό άνθρωπο που συγκατοικεί με την αμαρτία. Να απαρνηθούμε τόσο τις μικρές όσο και τις μεγάλες μας εμπαθείς επιθυμίες. Ο Απόστολος Παύλος λέει στην προς Γαλάτας Επιστολή του: «πως όσοι άνθρωποι είναι του Χριστού, σταύρωσαν τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις κακές επιθυμίες τους». Το πρώτο, λοιπόν, στάδιο για όποιον θέλει να ακολουθήσει τον Σωτήρα, είναι στάδιο καθαρά αρνητικό. Διότι σκοπό έχει την κάθαρση από τα πάθη και τις αδυναμίες που υπάρχουν στον άνθρωπο, καθώς και την νέκρωση της αμαρτωλής ζωής.
Και αυτό μεν, ως πρώτος όρος απαιτείται από εμάς. Δεύτερος όρος σπουδαιότερος του πρώτου, είναι να σηκώσει καθένας μας τον δικό του σταυρό. Είναι τέτοια η λάμψη που σκορπίζεται από το δράμα του Γολγοθά, ώστε αρκεί να πούμε «Σταυρόν», και το μυαλό μας πάει αμέσως στον Τίμιο Σταυρό του Χριστού μας. Ο Κύριος ποτέ δεν αρνήθηκε το Σταυρό Του. Αντίθετα βίωσε τον πόνο, την ταπείνωση και τον εξευτελισμό.

Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως: Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!


 
Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του; Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους.  Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά – έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
 2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.
Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).
Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.
 3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική- νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).
Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου – του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου -  και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.
 Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»
4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
 Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού -  κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;
1. Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).
 2. Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Όταν προσίης τω φρικτώ ποτηρίω, ως απ’ αυτής πίνων της πλευράς, ούτω προσίης», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.
 3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).
 Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης, Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα, Σταυρός πιστών το στήριγμα, Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.
 Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη

π. Schmemann Alexander: Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

π. Αλέξανδρος Σμέμαν Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου της τρίτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο της εκκλησίας, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού.
Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μια προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής μάς υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.
Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μια κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!» φωνάζει το πλήθος. Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα που σκοπεύει στο βάθος της συνείδησης: γιατί η καλωσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλωσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο; Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος, προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θέλησης χάριν της εορτής, όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.