Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Επιλεγμένα κηρύγμτα του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
*Οι ασκητές είναι οι μοναδικοί ιεραπόστολοι της Ορθοδοξίας και ο ασκητισμός είναι η μόνη ιεραπο­στολική σχολή μέσα στην Ορθοδοξία. Η ορθοδοξία είναι άσκηση και ζωή γι' αυτό και μονάχα διά της α­σκήσεως και της ζωής επιτελείται το κήρυγμα και η ιεραποστολή. Ή ανάπτυξη της ασκητικότητας -προ­σωπικά και καθολικά- αυτή πρέπει να γίνει ή εσωτε­ρική αποστολή της Εκκλησίας μας μέσα στον λαό. Οι ενορίες πρέπει να μεταβληθούν σε ασκητικά κέ­ντρα, αλλά αυτό μπορεί να το επιτύχει μονάχα ένας ε­φημέριος - ασκητής. Πρέπει να ενισχύσουμε την προ­σευχή και την νηστεία, να αναπτύξουμε την εκκλη­σιαστική ευταξία ή οποία είναι από τα κύρια μέσα της Ορθοδοξίας με το όποιο εκείνη επιδρά αναγεννη­τικά στον άνθρωπο. Όλα αυτά όμως απαιτούν ως προϋπόθεση: οι ιερείς και οι μοναχοί μας να γίνουν οι ίδιοι ασκητές.


*Το χειρότερο πράγμα για τούς ανθρώπους είναι ό θάνατος: το να γίνω λάσπη, να μεταβληθώ σε σκου­λήκια, σε πηλό! Αξίζει τάχα να είναι κανείς άνθρω­πος; Γιατί να σε αγαπήσω, Θεέ μου, αφού αύριο θα μεταβληθώ σε σκουλήκια και πηλό; Να, όμως, πού ό Κύριος Ιησούς Χριστός σε σώζει από τον θάνατο διά της Αναστάσεως Του, εξασφαλίζει την αιώνιο ζωή για την ψυχή σου και το σώμα, όταν εκείνο θα ανα­στηθεί λαμπερό και θα ενωθεί με την ψυχή.
Γι' αυτό και ό Κύριος Ιησούς έχει το δικαίωμα να αποκαλείται ό Μόνος Φιλάνθρωπος, ό μόνος από κα­τασκευής κόσμου μέχρι της Φοβέρας Κρίσεως. Μονά­χα εκείνος πού νίκησε τον θάνατο είναι ό Μόνος Φι­λάνθρωπος και όλα τα άλλα είναι άπλες φλυαρίες. Και οι κουλτούρες, οι πολιτισμοί, οι επιστήμες και οι τέχνες; - Τί αστεία πράγματα! Μα τί να την κάνω την τεχνολογία και την επιστήμη όταν με μεταβάλουν σε σκουλήκια και λάσπη; Εκείνος είναι ό μόνος φιλάν­θρωπος, αυτός πού με ελευθερώνει από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο. Γιατί ό διάβολος είναι ό εφευρέτης της αμαρτίας και μαζί μ' αυτήν και του κα­κού.

*Αυτό είναι ή αγάπη του Χριστού προς τον άν­θρωπο: ή λύτρωση από τον θάνατο. Λέει ή δεύτερη μεγάλη εντολή: «Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε­αυτόν» (Μτ. 22, 39). Πότε αγαπούμε λοιπόν πραγματι­κά τον άνθρωπο; Όταν τον λυτρώνουμε από την α­μαρτία του, από την κόλαση... αυτή είναι ή γνήσια α­γάπη προς τον άνθρωπο. Άπατα εαυτόν όποιος νομί­ζει πώς αγαπά τον άνθρωπο ενώ εγκρίνει τις αμαρτίες του και αναπαύει τα πάθη του. Τότε αγαπά τον θάνατο του και όχι τον ίδιο. Μονάχα όταν αγαπά κανείς τον άνθρωπο διά του Χριστού -με όλη την ψυχή και την δύναμη του- τότε τον αγαπά αληθινά.

Θα ρωτήσει κάποιος: και ή αγάπη των γονέων προς τα τέκνα; Και ή αγάπη του συζύγου προς την σύ­ζυγο; Και ή αγάπη του ανθρώπου προς την πατρίδα; Δεν είναι και αυτά αγάπη; Τα ονομάζουμε βέβαια όλα αυτά αγάπη άλλα είναι άραγε έτσι; Όλα αυτά δεν έ­χουν ίχνος αγάπης εάν δεν είναι ο Χριστός η δύναμη εκείνη μέσα από την οποία αγαπάμε. Αν ό πατέρας δεν αγαπά τα τέκνα του με την αγάπη του Χριστού, αν δεν τα παιδαγωγεί στο αγαθό, αν δεν τα οδηγεί στον ί­σιο δρόμο, αν δεν τα διδάσκει να σωθούν από την α­μαρτία, παρά μονάχα τα χαϊδεύει και τα κολακεύει, τότε τα μισεί και τα φονεύει. Αν πάλι, ό σύζυγος αγα­πά την σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ό φονιάς της. Έτσι συμβαίνει με κάθε γήινη, σαρκική αγάπη.

*Ή Δικαιοσύνη και ή Αλήθεια του Θεού ενοχλούν τούς άνομους, ενοχλούν αυτούς πού είναι ανή­μποροι από τις αμαρτίες, ενοχλούν όλους όσοι είναι μεθυσμένοι από τα διάφορα πάθη. Μήπως και σήμερα δεν κραυγάζουν οι Χριστομάχοι: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν! Μήπως και σήμερα δεν ζητούν την κεφα­λή του Ιησού από την Ναζαρέτ;

*Ω ναι, όταν οι άνθρωποι τρελαθούν από την υ­περηφάνεια, όταν αλλοφρονήσουν από την αυταρέσκεια, τότε δεν τούς χρειάζεται ό Θεός, δεν χρειάζο­νται την Δικαιοσύνη Του αφού ανακηρύσσουν τον ε­αυτό τους για θεό. Προτείνουν την ελάχιστη και ψεύ­τικη αλήθεια τους ως την μεγάλη, την σωτήρια αλή­θεια. Ανακηρύσσουν ακόμα, την ελάχιστη γήινη, δι­κή τους ανάπηρη δικαιοσύνη ως την μέγιστη δικαιο­σύνη: δεν μας χρειάζεται ή Δικαιοσύνη του Χριστού, δεν θέλουμε την Δικαιοσύνη του Θεού.

*Οι άνθρωποι, με τυφλωμένο τον νου και την ψυ­χή, δεν βλέπουν μα και δε θέλουν να δουν ότι σε τού­το τον κόσμο ο άνθρωπος -ο γνήσιος άνθρωπος- δεν μπορεί να σταθεί δίχως τον Θεό. Γιατί άραγε αυτό; Μα επειδή ό κόσμος αυτός είναι γεμάτος από Ηρώδες, γεμάτος από Φαρισαίους. Οι Ήρώδες ζητούν την κεφαλή Ιωάννου του Βαπτιστού, ζητούν τις κεφα­λές όλων των δικαίων της γης. Και οι Φαρισαίοι, οι ψευδείς Γραμματείς και οι ψευδοσοφοί του κόσμου αυτοί απαιτούν τον θάνατο του Θεανθρώπου Χριστού.

*Μπροστά στον θάνατο οι άνθρωποι είναι αδύνα­μοι σαν τα κουνούπια, σαν τα πετραδάκια. Για ποιό πράγμα καυχάσθε ω άνθρωποι; Για τον πλούτο, την ε­πιστήμη, την φιλοσοφία και την κουλτούρα; Όλα αυ­τά είναι σκύβαλα - συ και εγώ δούλοι του θανάτου! Κάθε άνθρωπος είναι δούλος του φόβου, δούλος του θανάτου. Μπορεί να γίνει άνθρωπος σε αυτό τον κό­σμο με χαρά; Όχι δεν μπορεί. Ό άνθρωπος πού θα α­ντικρίσει σοβαρά τον εαυτό του και με σοβαρότητα θα κοιτάξει τον θάνατο σαν τον έσχατο σταθμό αυτής της ζωής, αυτός ό άνθρωπος δεν έχει χαρά σε αυτό τον κόσμο, δεν υπάρχει γι' αυτόν καμιά απόλαυση ε­δώ. Όλες οι απολαύσεις είναι ένα ψέμα, εάν ό θάνα­τος αποτελεί για μένα και για σένα τον τελευταίο σταθμό αυτού του κόσμου.

*Ποιος εισήγαγε τον θάνατο σε αυτό τον κόσμο; Ποιος άλλος από την αμαρτία; στον άνθρωπο ανήκει δυστυχώς, αυτός ό γεμάτος ντροπή ρόλος αυτής της ζωής, της εισαγωγής δηλ. της αμαρτίας και του θανά­του και του διαβόλου σε αυτό τον κόσμο. Δεν το έ­πραξαν αυτό μήτε οι τίγρεις μήτε οι αλεπούδες, το έ­πραξε ό άνθρωπος. Γι' αυτό και ό άνθρωπος είναι πλάσμα ντροπιασμένο μπροστά σε όλα τα ζώα και ό­λα τα φυτά και όλα τα πετούμενα. Πρέπει να ντρέπε­ται ό άνθρωπος και να εκλιπαρεί για συγνώμη από το κάθε πουλί για το ότι αυτός είναι πού έφερε τον θάνα­το στον κόσμο αυτό, έφερε τον θάνατο και στα που­λιά και στα ζώα και στα φυτά. Τα πάντα φθείρονται και αποθνήσκουν. Μέχρι πότε όμως; Μέχρι την ανά­σταση των νεκρών, όταν ό Κύριος θα κρίνει τον κό­σμο και, στη θέση της παλαιάς γης, θα δώση καινή γη, όταν όλα θα γίνουν αθάνατα επάνω της. Αυτό εί­ναι κάτι πού εμείς δεν μπορούμε μα ούτε και ξέρουμε να το συλλάβουμε, αλλά αυτό είναι ή καλή είδηση του Κυρίου και Χριστού μας.

*Ποιό το όφελος από το ότι ή Ευρώπη, ή Αμερι­κή και όλες οι ήπειροι τρέχουν να κατακτήσουν τον κόσμο, το σύμπαν, την Σελήνη, τον Άρη και τ' αστέ­ρια; Τί θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν αποκτήσει τον κόσμο όλο και βλάψει την ψυχή του, αν χάσει την ψυχή του; Από ποιόν θέλετε ώ άνθρωποι να κατακτή­σετε την Σελήνη; Από ποιόν να πάρετε τα άστρα; Από τον Κύριο ό Οποίος τα έχει σπείρει σαν αλλά άν­θη στην ατέλειωτη απεραντοσύνη; Πόσο ελεεινός είναι ό ευρωπαίος άνθρωπος όταν εκστρατεύει κατά του ουρανού σαν να πρόκειται για τον εχθρό του!

*Κάθε ιερός ναός είναι και ένα κομμάτι του ουρανού επάνω στην γη. Και όταν είσαι μέσα στον ναό, ή­δη βρίσκεσαι στον ουρανό. Έτσι, όταν ή γη σε συν­θλίβει με την κόλαση της, τρέξε στον ναό, μπες μέσα και να, είσαι μέσα στον παράδεισο. Αν οι άνθρωποι σε ενοχλούν με την κακία τους, να προσφεύγεις στον ναό, να γονατίζεις μπροστά στον Θεό και Εκείνος θα σε προσλάβει κάτω από την γλυκιά και παντοδύναμη προστασία Του. Αν πάλι συμβεί να πέσουν επάνω σου ολόκληρες λεγεώνες δαιμόνων, εσύ τρέξε στον ναό, ανάμεσα στους Αγγέλους, επειδή ό ναός είναι πάντοτε γεμάτος από Αγγέλους και οι Άγγελοι του Θεού θα σε προστατεύσουν από όλα τα δαιμόνια του κόσμου αυτοί και τίποτα δεν μπορούν να σου κάμουν.

*Μην λησμονείτε αδελφοί: εμείς οι Χριστιανοί είμαστε ισχυροί διά του Θεού. Ποιος μπορεί τότε να είναι ισχυρότερος από εμάς; Κανείς! Κανείς! Κανείς! Κανείς από τούς ανθρώπους μα και από τούς δαίμο­νες! Μα δίχως το Θεό, τί είμαστε εμείς οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο; Παιχνίδι της αμαρτίας, παιχνίδι του κακού, παιχνίδι στα χέρια του διαβόλου. Ώ αδελ­φέ, ώ άνθρωπε, με κάθε αμαρτία με την οποία σε καταβάλλει ό διάβολος γελά μαζί σου. Και όταν σε καταβάλλει σε πολλές αμαρτίες, τότε ορμαθός από πολ­λά δαιμόνια σιμώνουν γύρω σου από κάθε γωνιά.

*Όταν ό άνθρωπος δεν είναι με τον Θεό, τότε πά­ντοτε γίνεται παιχνίδι του διαβόλου και ό διάβολος παίζει μαζί του: την μια του γεμίζει την ψυχή με ακά­θαρτους λογισμούς, την άλλη του βομβαρδίζει την καρδιά με κακές επιθυμίες, άλλοτε πάλι πυρώνει την γλώσσα του με βρισιές, και άλλοτε τον παρακινεί σε συκοφαντία, σε καταλαλιά, σε κλοπή, σε ασωτία και σε κάθε άλλη κακή πράξη.

*Ξέρετε αδελφοί ποιό είναι το ισχυρότερο όπλο του άνθρωπου στην γη, όπλο ακατανίκητο και πάντα νικηφόρο; Είναι ή προσευχή, μάλιστα η προσευχή! Ε­πειδή διά της προσευχής ο άνθρωπος παραδίδει στον Θεό όλη την ψυχή και όλη την καρδιά και όλη την ζωή του και ό Θεός γίνεται υπέρμαχος του και ό προ­στάτης του. Τί μπορούν τότε να του κάμουν οι άνθρω­ποι και οι δαίμονες; Τίποτε! Τίποτε! Τίποτε! Γι' αυτό και ό Κύριος μας επιτάσσει στο Ευαγγέλιο Του: «Α­διαλείπτως προσεύχεσθε» (Α' Θεσ. 5, 17).

*Γιατί τόσο πολύ κακό στον κόσμο στις μέρες μας; Είναι επειδή οι άνθρωποι απέρριψαν το αποτελε­σματικότερο όπλο, το νικηφόρο όπλο το όποιο νικά το κάθε κακό με βεβαιότητα και σε όλα τα πεδία των μαχών, νικά την κάθε αμαρτία, τον κάθε δαίμονα και το όπλο αυτό είναι η προσευχή, η προσευχή και η νη­στεία. Είναι το αποτελεσματικότερο όπλο επειδή εί­ναι του Θεού, επειδή είναι του Χριστού, είναι το όπλο του μόνου αληθινού Θεού σε όλους τούς κόσμους.

*Γιατί ή Ευρώπη περιέπεσε στις μέρες μας σε τό­σα δεινά, σε τόσα αδιέξοδα; Είναι επειδή απέρριψε τον Χριστό, απέρριψε το ιερό Του Ευαγγέλιο, απέρρι­ψε το ανίκητο όπλο Εκείνου: την προσευχή και την νηστεία. Τα απέρριψε και ζητά να λύσει όλα της τα προβλήματα χωρίς τον Χριστό. Και μάλιστα, όχι μό­νο χωρίς τον Χριστό μα και αντίθετα από τον Χριστό. Μα όποιος μάχεται τον Χριστό και Θεό, εκείνος γίνε­ται σύντροφος των δαιμόνων. Και τί είναι αυτό πού απομένει από αυτό τον άνθρωπο μέσα σε ένα τέτοιο πό­λεμο; Πτώμα! Μονάχα πτώμα!

*Μέχρι πού ό Χριστός δεν φανερώθηκε στον γήι­νο κόσμο μας με το Ιερό Του Ευαγγέλιο, εμείς οι άν­θρωποι δεν γνωρίζαμε μήτε ποιό είναι το καλό μήτε και ποιό το κακό, μήτε τί είναι αλήθεια μήτε και τί εί­ναι ψέμα, ούτε τί είναι δίκαιο μα ούτε και τί είναι άδι­κο. Και το κυριότερο, δεν γνωρίζαμε ούτε τί σημαίνει καλός άνθρωπος. Μόλις με τον Χριστό τα γνωρίσαμε όλα αυτά: καλό είναι μονάχα αυτό πού προέρχεται από τον Κύριο και Χριστό και οδηγεί στον Κύριο. Το ίδιο και με την αλήθεια και με το δίκαιο. Και ποιος είναι ό καλός άνθρωπος; μόνον ό άνθρωπος του Χρι­στού είναι καλός, δηλ. με άλλα λόγια, μόνον ό Χρι­στιανός είναι αληθώς καλός άνθρωπος.

*Δεν υπάρχει τίποτε δυσκολότερο και πιο υπεύθυ­νο σε αυτό τον γήινο κόσμο από το καθήκον της χρι­στιανής μητέρας. Επειδή το κύριο καθήκον της είναι να εξασφαλίσει στα τέκνα της την αθανασία και την αιώνια ζωή. Αν τούς εξασφαλίσει αυτά, έχει εξασφα­λίσει για τον εαυτό της τον παράδεισο στους ουρα­νούς. Αν δεν το κατορθώσει όμως, ή ψυχή της θα κα­τρακυλήσει στην κόλαση όπου ο αιώνιος κλαυθμός και βρυγμός των οδόντων.

*Κάθε άνθρωπος είναι ο αιώνιος αδελφός σου, ο αιώνιος συνάδελφος σου. Πρόσεχε λοιπόν πώς του συμπεριφέρεσαι! Πρόσεχε τί σκέφτεσαι περί αυτού! Πρόσεχε τί επιθυμείς γι' αυτόν! Επειδή στην αιωνιό­τητα μέλλεις να ζήσεις μαζί με εκείνον. Γι' αυτό, ας είναι όλα μέσα μας αθάνατα και αιώνια: ή αγάπη μας προς τον άνθρωπο, το αγαθό μας, ή αλήθεια μας, ή δι­καιοσύνη μας. Για να μην ντρεπόμαστε στον άλλο κό­σμο μήτε για την αγάπη μας μήτε για το καλό μας μή­τε για την αλήθεια μας μήτε και για την δικαιοσύνη μας ενώπιον του Κυρίου.

*Αν ή σκέψη του ανθρώπου δεν απολήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Γι' αυτό και στα­διακά ξηραίνεται, ώσπου στο τέλος μαραίνεται τε­λείως. Όσα ισχύουν για την ανθρώπινη σκέψη ι­σχύουν και για το συναίσθημα. Αν δεν γαντζωθεί στο Θεό, τότε και εκείνο εξατμίζεται γοργά, ξεψυχά ώ­σπου στο τέλος πεθαίνει. Αυτός ό νόμος ισχύει και για ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν ή ύπαρξη του δεν κα­ταλήγει στον Θεό, παραμένει λειψή και ατελής. Πε­θαίνει σταδιακά μέσα του κάθε τί το μεγάλο και υψη­λό και παραμένει ότι ασήμαντο και μηδαμινό.

*Ή αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από την σύλ­ληψή του μέσα στην κοιλία της μητέρας του. Και πό­τε αρχίζει ό παράδεισος και ή κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο. Και ό παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου αρ­χίζουν εδώ από την γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή. Τί είναι ο παράδεισος; Είναι η αίσθη­ση της παρουσίας του Θεού. Άμα ο άνθρωπος αισθά­νεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο παράδεισος. Από τότε πού ο Θεός Λόγος κατέβηκε στην γη και έγινε άνθρωπος, ο παρά­δεισος έγινε η αμεσότερη πραγματικότητα για την γη και τον άνθρωπο. Επειδή, όπου είναι ο Χριστός εκεί και ο παράδεισος.

*Κάθε πράγμα σε αυτό τον κόσμο είναι ένα κά­δρο στο οποίο ό Θεός έχει κορνιζώσει και από μία σκέψη του. Όλα τα πράγματα μαζί, συναποτελούν το πολύχρωμο μωσαϊκό των σκέψεων του Θεού. Βαδίζο­ντας από πράγμα σε πράγμα, διαβαίνουμε από την μια σκέψη του Θεού στην άλλη, από την μια αγιογραφία του Θεού στην επόμενη. Βαδίζοντας από άνθρωπο σε άνθρωπο, προχωρούμε από την μια εικόνα του Θεού στην άλλη. Ενώ ό Θεός στα πράγματα έχει κορνιζώ­σει τις σκέψεις Του, στον άνθρωπο κορνίζωσε την μορφή Του, την δική Του εικόνα.

«Ότι εν πλήθει σοφίας πλήθος γνώσεως και ό προστιθείς γνώσιν προσθήσει αλγημα» (Έκκλ. 1, 18). Δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο από την σκέψη την ίδια. Δεν είναι κόλαση μεγαλύτερη από την σκέψη ή οποία είναι πλήρως αποκομμένη από τον Πλάστη και Θεό κάθε σκέψης, τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Θεό Λόγο. Ή ανθρώπινη σκέψη χωρίς τον Κύριο και Χρι­στό δεν μπορεί να γνωρίσει μήτε τον εαυτό της μήτε και τον κόσμο γύρω της.

*Σοφία είναι το να ζει κανείς με ευαγγελική «ευ­ταξία», με ευαγγελική «ακρίβεια». Αφροσύνη πάλι εί­ναι το να ζει κάποιος διασκεδάζοντας ατάκτως, ανα­λώνοντας την ψυχή του σε αμαρτίες και πάθη. Σοφός εκείνος πού χτίζει το οικοδόμημα της ψυχής του στην τήρηση των ιερών εντολών του Ευαγγελίου. Άφρων είναι εκείνος πού πράττει το αντίθετο. Γιατί όλα όσα οικοδομούνται επάνω στον Ιησού Χριστό αντέχουν σε όλες τις καταιγίδες και φουρτούνες και στα δεινά των πειρασμών, της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. Ότι πάλι οικοδομείται δίχως Χριστό και ερήμην του Χριστού και ενάντια στον Χριστό, εύκο­λα καταρρέει και συντρίβεται μόλις φανούν οι φουρτούνες των πειρασμών, των αμαρτιών και των παθών, μα κυρίως όταν φανούν ο άνεμος του θανάτου και του δαιμονισμού.

*Για μάς τούς Χριστιανούς, τούς φωτισμένους και διαφωτισμένους εν Χριστώ, τα πάντα σε αυτό τον κόσμο έχουν νόημα και αξία εφόσον αποτελούν μέ­σον και οδό προς την αιωνιότητα. Επειδή εμείς, βλέ­πουμε εκείνο πού δεν φαίνεται και ατενίζουμε το αό­ρατο. Ρυθμίζουμε όλη μας την ζωή μέσα στον χρόνο με βάση εκείνο πού είναι αιώνιο, το ανθρώπινο με βά­ση το Θεανθρώπινο. Όσο υπάρχει κάτι το αιώνιο μέ­σα στα όρια του χρονικού, συντηρούμαστε με αυτό. Όταν όμως αυτό εκλείπει, το αναζητούμε πέρα από τον χρόνο, στο Βασίλειο του ατελεύτητου και αορά­του. Ατενίζουμε τα πάντα υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, δηλ. υπό το πρίσμα του Χριστού, αφού Εκεί­νος είναι ό αιώνιος Θεός και Κύριος.

*Ό αγώνας μας είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι α­μαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία κλέβει και λί­γη από την αιωνιότητα μας και απονεκρώνει την αθα­νασία μας. Ας μη γελιόμαστε: ή φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο και Χρι­στό.

*Δίχως την πίστη στον Κύριο και Χριστό, δίχως την αναγέννηση εν Χριστώ τω Κύριο, δίχως την ζωή εν Χριστώ τω Κυρίω ό άνθρωπος είναι και παραμένει εργαστήριο δαιμόνων.

*Πώς μπορεί ό άνθρωπος να αποδείξει πώς σήμε­ρα είναι του Χριστού ενώ μέχρι χτές δεν ήταν δικός Του; Δίχως αμφιβολία, με καινές σκέψεις στην θέση των παλαιών, με καινά αισθήματα στην θέση των πα­λαιών, με καινές επιθυμίες στην θέση των παλαιών, με μια λέξη: με καινή ζωή στην θέση της παλαιάς και μάλιστα ζωή ευαγγελική και Θεανθρώπινη.

*Της φιλανθρωπίας του Χριστού ουκ έσται τέλος. Διότι ό Χριστός, για να αποκτήσουμε εμείς οι άνθρω­ποι την αιώνιο ζωή Του και να ζήσουμε εν Αύτώ, δεν μας ζητά να έχουμε μόρφωση, μήτε δόξα, μήτε πλούτο, μήτε και κάτι, το οποίο κάποιος από εμάς δεν κα­τέχει, παρά ζητά αυτό πού όλοι μας μπορούμε να έ­χουμε. Αυτό το κάτι είναι ή πίστη.

*Δίχως τον γλυκύτατο Κύριο και Χριστό είναι δί­χως νόημα, φοβερός και σύντομος ό επίγειος βίος, πο­λύ δε περισσότερο η αιωνιότητα πού είναι ατελείωτη και απεριόριστη. Όπου υπάρχει ό θάνατος εκεί αλη­θινή χαρά δεν υπάρχει. Μέσα στην βοή και τον χαλα­σμό της αμαρτίας, μέσα στην μέθη από την γλυκύτη­τα της αμαρτίας, οι άνθρωποι αναγορεύουν σε χαρές της ζωής πλείστες ανοησίες και ασήμαντα πράγματα. Γιατί είναι ανόητα και ασήμαντα όλα εκείνα που απο­μακρύνουν τον άνθρωπο από τον Κύριο και Χριστό, όσα δεν του εξασφαλίζουν την αθανασία και την αγιό­τητα του Χριστού.

*Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιό­τητα δίχως Χριστό. Εγώ θα δεχόμουν με χαρά να εί­μαι στην Κόλαση μαζί με τον Χριστό (συγχωρήστε μου το παράδοξο) παρά στον Παράδεισο δίχως Χριστό. Γιατί όπου δεν είναι Εκείνος, τα πάντα μεταβάλλονται σε κατάρα, σε πίκρα και σε φρίκη.

*Ή κάθε ευαγγελική αρετή γίνεται στα χέρια του ορθοδόξου χριστιανού πινέλο με το οποίο ζωγραφίζει στην ψυχή του την εικόνα του Χριστού μέχρι να την ολοκληρώσει. Όταν δεις την ψυχή ενός τέτοιου αν­θρώπου, βλέπεις την εικόνα του Χριστού και λες μέσα σου: αλήθεια, ο άνθρωπος αυτός τοποθέτησε στο σώ­μα του την εικόνα του Χριστού, έφτασε το ύψιστο νόημα της ζωής και πλούτισε πλούτο αδαπάνητο.

*Συχνά η εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο εί­ναι πλακωμένη από την λάσπη των ηδονών και το κα­τράμι των παθών, από τα αγκάθια της αμαρτίας και την ήρα των επιθυμιών. Γι' αυτό λέγεσαι ορθόδοξος χριστιανός, για να καθαρίσεις όλα αυτά πάνω από την εικόνα του Θεού στην ψυχή σου και να λάμψει και πάλι ή εικόνα εκείνη με το θεϊκό της κάλλος. Αν το καταφέρεις αυτό, τότε θα αγαπήσεις τον άνθρωπο στην αμαρτία του γιατί ποτέ δεν θα εξισώσεις την αμαρτία με τον αμαρτωλό και το έγκλημα με τον εγκληματία. Πάντα θα ξέρεις να ξεχωρίζεις την αμαρτία από τον αμαρτωλό, να καταδικάζεις την αμαρτία και να σπλαχνίζεσαι τον αμαρτωλό.

*Ή αγιότητα αποτελεί την φυσική κατάσταση για την θεοειδή ανθρώπινη ψυχή και γι' αυτό η αγιό­τητα μας θέλημα του Θεού εστί (Α' Θεσ. 4, 3). Αυτό θέλει από εμάς ό Θεός, αυτό απαιτεί, σε αυτό συνίστα­ται όλο το θέλημα Του προς εμάς. Και εμείς ικανο­ποιούμε το θέλημα Του όταν πράττουμε αυτό πού εί­ναι άγιο, αυτό πού αγιάζει και φωτίζει.

*   Τί είναι οι Πράξεις των Αποστόλων; Είναι οι πράξεις του Χριστού τις όποιες επιτελούν οι Απόστο­λοι με την δύναμη Εκείνου ή καλύτερα, διά του Χριστού που είναι μέσα τους και ενεργεί δι' αυτών. Και τί είναι οι Βίοι των Αγίων; Τίποτα περισσότερο από την προέκταση των Πράξεων των Αποστόλων. Μέσα τους έχουμε το ίδιο Ευαγγέλιο, την ίδια βιωτή, την ί­δια αλήθεια, την ίδια δικαιοσύνη, την ίδια αγάπη, την ίδια πίστη, την ίδια αιωνιότητα, την ίδια δύναμιν εξ ύψους, τον ίδιο Θεό και τον ίδιο Κύριο. Αυτή η προέ­κταση των ζωοποιών θείων δυνάμεων στην Εκκλησία του Χριστού διά των αιώνων και από γενεά σε γενεά αποτελεί την ζώσα Ιερά Παράδοση.

*Η διάνοια πού ζει και εκφράζεται μέσα από την αμαρτία, το κακό και τον θάνατο είναι κατάρα Θεού. Μεγάλη διάνοια - μεγάλη κατάρα. Με μια διάνοια δί­χως καλοσύνη και ευγένεια ό άνθρωπος είναι σωστός διάβολος γιατί ό διάβολος είναι μεγάλη διάνοια δί­χως ίχνος καλοσύνης και αγάπης. Άνθρωπος έξυπνος μα δίχως καλοσύνη και συμπόνια είναι κόλαση για την ψυχή και την καρδιά, κόλαση για όλη την ανθρω­πότητα.

Κάθε λογισμός και κάθε αίσθηση οδηγούν στα­διακά την ψυχή είτε προς τον παράδεισο είτε προς την κόλαση. Αν ό λογισμός είναι έλλογος, τότε συν­δέει τον άνθρωπο με τον Θεό Λόγο, με τον ύψιστο Λογισμό, με την Παναξία, πράγμα πού είναι ήδη ό παράδεισος. Εάν πάλι είναι άλογος ό λογισμός ή και παράλογος, τότε συνδέει αναπόφευκτα τον άνθρωπο με τον Παράλογο, τον Ανόητο, με τον διάβολο, πράγ­μα πού είναι ήδη ή κόλαση. Όσα ισχύουν για τον λο­γισμό ισχύουν και για τις αισθήσεις. Όλα αρχίζουν εδώ, από την γη: και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου.

Η επιλογή και μετάφραση των κειμένων έγινε αφιλοκερδώς από τον σερβομαθή θεολόγο κ. Γεώργιο Κ., από τα εξής δύο βιβλία:

α) ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ - Βελιγράδι 1980, Ι. Μονή Τσέλιε.

β) ΘΕΟΦΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ - Άγ. Όρος 2007, Ι. Μονή Χελανδαρίου.

Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη Θεσσαλονίκη

ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ

Αββά Ιουστίνου - Ασκητικά και Θεολογικά κεφάλαια


Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ
*Που είναι ό Χριστός της Ευρώπης; Που θα γεννηθή ό Χριστός; Μήπως στην ατσαλένια κονίστρα πού γεννήθηκε το γερμανικό βρέφος, ό ευρωπαϊκός πόλεμος; Χριστιανισμοί εδώ, χριστιανισμοί εκεί, στην έρημο και στις πόλεις, στα κανόνια και στους φόνους, μα ό Χριστός πουθενά: «Ότι ήραν τον Κύριον μου και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν» (Ίω. 20, 13). Ήρθαν πολλοί με το ένδυμα του Χριστού επάνω τους και τον λύκο μέσα τους. Ήρθαν πολλοί με το ό­νομα του Χριστού λέγοντας: «Εγώ ειμί ό Χριστός», μα διέκρινα πώς αγάπη Χριστού δεν είχαν μέσα τους....

*Τροφή μου είναι τα βιβλία, γράμματα τρώω - με τα γράμματα τρέφομαι. Βιβλιοφάγος και γραμματοφάγος, για αυτό είμαι μονίμως πεινασμένος και διψασμέ­νος. Σαν να μου έχουν πέσει τα αυτιά και δεν ακούω τούς λόγους Εκείνου: «Εμόν βρώμα έστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με» (Ίω. 4, 34). Το γράμμα αποκτείνει, το πνεύμα ζωοποιεί. Όλη ή σοφία του αν­θρώπου και όλη ή επιστήμη δεν είναι τάχα ένα κομποσκοίνι από γράμματα; Ό άνθρωπος έγινε γραμματισμένος, έγινε όλος ένα αλφάβητο και νομίζει πώς έ­γινε το αλφάβητο όλου του κόσμου και του Θεού. Ό πολιτισμός μας γεννήθηκε μέσα στα τυπογραφεία, και κάθε τί το πολιτισμένο υποκλίνεται μπροστά στα γράμματα, σε αυτά τα λεπτεπίλεπτα είδωλα. Έτσι, τα γράμματα έγιναν ό θησαυρός και οι εκτιμητές κάθε α­ξίας. Ακόμα και ό Θεός άρχισε να εκτυπώνεται αφού έπαψε να βιώνεται και να επιβιώνει. Τα τυπογραφεία μεταμορφώθηκαν σε ναούς, σε βασίλεια των γραμμά­των, αυτός είναι ό πολιτισμός μας. Βασίλευσε το γράμμα και σήμερα σκοτώνει την Ευρώπη, αφού «το γράμμα αποκτέννει, το δε πνεύμα ζωοποιεί» (Β' Κορ. 3,6).

*Όταν μπαίνω σε αίθουσα δίχως εικόνα, μου μοιάζει τυφλή, απρόσωπη, δίχως παράθυρο στον ου­ρανό.

*Ή προσευχή είναι πρόσφορο ζυμωμένο από δά­κρυα και καρδιά.

*Για ποιό λόγο υπάρχει ό χρόνος; Ποιό το νόημα του χρόνου; Μα για να σαρκώσει την αιωνιότητα, διά της σαρκώσεως του Θεού σε άνθρωπο. Για να επιτελέ­σει την θέωση του ανθρώπου, διά του Θεανθρώπου, και διά μέσου του ανθρώπου την θέωση του χρόνου και του χώρου, δηλ. του κόσμου (Ρμ. 8, Έφ. 1 και 4, Κολ. 2). Η σάρκωση του Θεού Λόγου, η ενανθρώπηση Του αποτελεί το κέντρο του χρόνου και της ύλης, του ανθρώπου ως ψυχοφυσικής υπάρξεως.

*Από τότε πού εμφανίστηκαν σε μας οι εφημερί­δες, ή ανάγνωση δηλαδή των εφημερίδων, έγιναν ή «πρωινή προσευχή του μοντέρνου ανθρώπου». Αυτός ό «μοντέρνος» άνθρωπος μεταλλάσσεται γοργά σε «υπάνθρωπο» του οποίου ό πρόγονος μα και ό έσχα­τος απόγονος είναι ό «απάνθρωπος».

*Στον Οικουμενισμό, όλες οι αδυναμίες, οι απο­κλίσεις, τα λάθη, προέρχονται από την κατάχρηση του Αγίου Πνεύματος. Στην περίπτωση αυτή απαιτού­νται οι αυστηρότατοι περιορισμοί και ή διορατικότη­τα των Πατέρων: το Άγιο Πνεύμα δίδεται μονάχα στην Εκκλησία του Θεανθρώπου, ως ανταμοιβή της πίστεως στον Θεάνθρωπο. Απόδειξη αυτού είναι ή Πεντηκοστή. Δεν δίδεται εκτός Εκκλησίας, εκτός Θε­ανθρώπου. Όλες οι αποκλίσεις δεν είναι παρά ανθρω­πιστικές πλάνες. Αυτή είναι η αποστολική παράδοση και κληρονομιά.

*Εξάλλου, έτσι δικαιολογούνται όλες οι δυτικές «εκκλησίες» και αιρέσεις, τα φορτώνουν όλα στο Πνεύμα το Άγιο. Πορεύονται «κατ' άνθρωπον» με τον ακόλουθο τρόπο: αντί της μεθόδου του Σωτήρος -της αναγεννήσεως του έσω άνθρωπου- οδεύουν την οδό του ευρωπαϊκού ουμανισμού πασχίζοντας να με­ταμορφώσουν το πρόσωπο, διά της κοινωνίας και όχι διά της οδού του Σωτήρος ή οποία συνίσταται στη σωτηρία του άνθρωπου, διά του Θεού και όχι διά της κοινωνίας.

*Μην πορεύεσαι μονάχος κανένα δρόμο του κό­σμου αυτού παρά μονάχα έχοντας μπροστά σου τον Κύριο Ιησού ή με την ευχή του Ιησού εμπρός σου, με την πίστη σε Εκείνον εμπρός σου, με την αγάπη προς Εκείνον εμπρός σου, με την ανάσα, το δάκρυ και την κραυγή προς Εκείνον εμπρός σου. Τότε θα φεύγει από μπροστά σου κάθε θάνατος και κάθε πει­ρασμός, μα όχι εξαιτίας σου αλλά εξαιτίας Εκείνου πού στέκει μπροστά σου.

*Ό Κύριος χάριν της νηστείας δίδει την προσευ­χή σε αυτόν πού νηστεύει. Για χάρη πάλι της προσευ­χής, δίδει την νηστεία.

*«Ου γάρ έστιν ή βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Αγίω Πνεύματι» (Ρμ. 14, 17). Ό χριστιανοσοσιαλισμός ή ό κομμουνισμός υπερτονίζει το αντίστροφο ρητό: ή βα­σιλεία του Θεού είναι βρώσις και πόσις!

*Δία του Βαπτίσματος, ό καθένας μας καθίσταται ένας πιθανός άγιος. Οι Άγιοι εφάρμοσαν στην ζωή τους όλο το πρόγραμμα της ζωής, προδιαγεγραμμένο διά του αγίου Βαπτίσματος, σπερματικώς δοσμένο.

*Εκείνο πού δεν μπορεί να συνθλίψει ή μυλόπε­τρα της λογικής θα το συνθλίψει ή μυλόπετρα της Χάριτος... Ή προσευχή λεπτύνει σταδιακά την ψυχή, εξαλείφει ακάθαρτους λογισμούς και αισθήματα, με­ταπλάθει ατέλειες. Το σώμα στο τέλος καθίσταται να­ός του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι ό δρόμος του Χριστιανού: από τον εαυτό του προς τον Θεό, πού ση­μαίνει από τον διάβολο προς τον Θεό. Και αν ακόμη ό Θεός απέσυρε όλα τα θαυμάσια Του από αυτό τον σκοτισμένο πλανήτη, δεν έχει αποσύρει όμως το πιο αγαπητό Του θαύμα: τούς οικτιρμούς και το έλεος. Αυτά θα τα αποσύρει τελευταία, κατά την ήμερα της Φοβέρας Κρίσεως.

*Τι είναι οι Βίοι των Αγίων; Είναι τα δόγματα μεταφρασμένα σε ζωή. Και τι είναι τα δόγματα; Είναι οι βίοι των Αγίων στην πράξη.

*Με την προσευχή να ξηραίνεις τα πάθη της δια­νοίας σου, με την νηστεία τα πάθη του σώματος. Για­τί μέσα από αυτές τις δύο αρετές ενεργούν όλες οι υ­πόλοιπες.

*Την αμαρτία και το κακό θα πρέπει να τα εκλά­βουμε ως ασθένεια της ανθρώπινης φύσης και όχι σαν φυσική αναγκαιότητα, σαν ένα ατύχημα, αρρώστια, σαν τον ορμαθό όλων των ασθενειών: τον θάνατο, τον όποιο καλούμαστε να θεραπεύσουμε.

*Ούτε ό θάνατος είναι αναγκαιότητα, ούτε ή δου­λεία στην αμαρτία και το κακό, ούτε και ή υπηρεσία στο διάβολο. Όποιος με αυτό τον τρόπο σκέφτεται ή έτσι διδάσκει ή το ισχυρίζεται, δεν είναι Χριστιανός. Αντίθετα, είναι χριστιανομάχος αφού απορρίπτει την ουσία του Χριστιανισμού και όλο τον αγώνα του Χριστού, την σωτηρία. Επειδή Εκείνος ήρθε για να μας σώσει: από τον θάνατο, την αμαρτία, τον διάβολο. Έτσι για πολλούς ό Χριστιανισμός έπαψε να είναι ά­σκηση και αναγκαιότητα και κατήντησε: κόσμημα ή εθνικό έθιμο, λαϊκή παράδοση, μνημείο, ηθικισμός, φιλοσόφημα, όλα έκτος από ριζοσπαστική μεταμόρ­φωση του ανθρώπου, από θνητό σε αθάνατο, από αμαρτωλό σε αναμάρτητο, από διαβολεμένο σε άνθρω­πο του Θεού. Ο Χριστιανισμός έγινε ρηχός, τόσο ρη­χός πού καταστράφηκε πλήρως. Έτσι, ό υλικός πολι­τισμός έγινε το πάν. Χάθηκε ή αίσθηση της αθανα­σίας και κατά συνέπεια της ευλάβειας; του ουρανού, της ουρανίου καταγωγής του ανθρώπου, της θεοειδείας του.

*Ή διάνοια του ανθρώπου αποσυντίθεται επειδή δεν έχει μέσα του Θεό, δεν έχει εντός του τίποτε το θεϊκό, είναι σαν το κρέας δίχως το αλάτι. Ή διάνοια σαπίζει, φθείρεται, εξαιτίας της αθεΐας και της απι­στίας και διαχέεται, «και ο μη συνάγων μετ' εμού σκορπίζει» (Μτ. 12, 30).

*Μετάνοια! Μόλις ό Πανοικτίρμων Κύριος αφυ­πνίσει μέσα στον άνθρωπο την συναίσθηση της αμαρτωλότητος, τον εισάγει ήδη στον αγώνα κατά της α­μαρτίας.

*Ή αλήθεια της Εκκλησίας δεν είναι ένα αξίω­μα, δεν είναι μία διδασκαλία, δεν είναι ένα συλλογιστικό συμπέρασμα, δεν είναι μία λογική έννοια, αλλά Πρόσωπο Ζωντανό, ό Θεάνθρωπος Χριστός, πάντοτε παρών, ως σώμα και Κεφαλή της Εκκλησίας.

*Ή Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται αλλά επιδει­κνύεται: «έρχου και ίδε», πρώτιστα τον Θεάνθρωπο Χριστό, τούς Αγίους, τούς Μάρτυρες....

*Εκκλησιολογία, είναι ή καθολική, γενικευμένη Χριστολογία, ή Χριστοποίηση. Είναι ή εφαρμοσμένη Χριστολογία ή οποία περικλείει ολόκληρη την σωτηριολογία. Μια εμπειρική Χριστολογία, αυτό είναι ή Εκκλησιολογία.

*Να μελετάς την Αγία Γραφή, διά μέσου των Α­γίων Πατέρων και ταυτόχρονα να μιμείσαι την βιοτή τους.

*Ό ναός είναι ένα κομμάτι του ουρανού επί της γης, μια εξουράνωση της γης, μια όαση αθανασίας.... μια όαση παραδείσου μέσα στο πέλαγος της επιγείου κολάσεως.

* Είθε ή ζωή μας έξω από τον ναό να γίνει προέ­κταση της ακολουθίας του ναού: προέκταση της προ­σευχής μας, της κατάνυξης και της ταπείνωσης μας.

*Ή γνώση δεν είναι απαραίτητη για την αιώνια ζωή. Για την αιώνια μακαριότητα δεν είναι απαραίτη­τη ή εμπειρική γνώση του κακού.

*Κύριε, το σώμα μου δεν είναι δικό μου εφόσον διά της νηστείας και της προσευχής δεν το καταστή­σω, δικό Σου. Ή ψυχή μου, ή συνείδηση μου, δεν εί­ναι δικά μου εφόσον διά της ευαγγελικής ασκήσεως δεν τα καταστήσω δικά Σου. Τα μάτια μου δεν είναι δικά μου και τα αυτιά μου το ίδιο, εφόσον διά της χα­ριτωμένης βιοτής δεν τα καταστήσω δικά Σου.

*Ή σκέψη είναι πάντοτε μια καρφίτσα: πάνω της δεν μπορείς ποτέ σου να σταθής. Μονάχα ή προσευχή είναι βράχος ακλόνητος επάνω στον όποιο μπορώ ολόκληρος να στέκομαι και να επιβιώνω.

*Ή αθεΐα έγινε συστατικό μέρος της κρατικής ι­δεολογίας, της πολιτικής ιδεολογίας και κατά συνέπειαν ένα καθήκον του πολίτη, του υπηκόου. Ότι δεν είναι στην ιδία γραμμή, είναι άντιεξουσιαστικό, ενά­ντιο στους υπηκόους. Αυτή είναι ή πολιτική νομιμο­φροσύνη: όποιος αντιτίθεται στην αθεΐα είναι προδό­της του κράτους. Ό αντίθεος είναι το θεμέλιο των αθεϊστικών και ολοκληρωτικών κυβερνήσεων. Αποτε­λεί όμως το θρησκευτικό, θεοκρατικό και αντιθεοκρατικό θεμέλιο του κράτους, τον τύπο του. Ή αθεΐα έγι­νε η πίστη του ουτοπικού σοσιαλισμού.

*Αγώνας με τα πάθη. Ή γνώση είναι σαν ένα μι­κρό νησάκι στον ωκεανό της ανθρωπινής υπάρξεως. Για μια στιγμή το πλημμυρίζει κάποιο πάθος με τα οργισμένα του κύματα. Τότε είναι πού ό άνθρωπος κα­τανοεί πόσο λίγο έχει εμπεδώσει, έχει εμβαθύνει, έχει ριζώσει την γνώση του στον Κύριο και Χριστό. Για παράδειγμα το πάθος του θύμου, προς στιγμήν θολώ­νει αυτή την ελάχιστη γνώση μέσα στον άνθρωπο, το ίδιο και το πάθος της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, του φθόνου, της γαστριμαργίας. Ποιό είναι το καινό στους Αγίους; Το ότι διεύρυναν αυτή τους την γνώ­ση, την εμβάθυναν και την ρίζωσαν στον Χριστό. Έτσι, δεν μπορεί να τούς καταπιεί το πάθος, μπορεί μο­νάχα να τούς πειράξει. Βρίσκονται σε μια συνεχή νήψη ψυχής και καρδίας και γι' αυτό ποτέ δεν έχουν α­νάπαυση στον αγώνα τους.

*Στον σύγχρονο Οικουμενισμό, όλα βασίζονται στην ακόλουθη θέση, στο ουμανιστικό αξίωμα: ή Εκ­κλησία δεν είναι μία αλλά πολλές. Είναι σαν ή Εκ­κλησία να κομματιάστηκε. Ή Εκκλησία όμως δεν μπορεί να διαιρεθεί. Από αυτήν μπορεί κανείς μονά­χα να εκπέσει και όχι να αποκοπεί. Στην ουσία της ή Εκκλησία είναι Θεανθρώπινος οργανισμός, Θεανθρώπινο σώμα, το Πρόσωπο του Θεανθρώπου και για αυτό είναι πάντοτε μία, σε όλους τούς κόσμους μία. Σε αυτό έγκειται ή οικουμενικότητα της, ή καθολικό­τητα. Ό σύγχρονος Οικουμενισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από ψεύτικους χριστούς, ψεύτικους μεσ­σίες, ψεύτικους προφήτες, γεμάτος από ποικιλότητα πίστεων, ολιγοπιστίας και τέλος παντελούς απουσίας. Ή προβληματική του συγχρόνου Οικουμενισμού εί­ναι καθαρά κοσμική, πολιτικάντικη και στην ουσία της κομμουνιστική - παπιστική. Τα πάντα ανάγονται σε «κοινωνικές» αξίες και μάλιστα γήινες και παροδι­κές. Δεν υπάρχει το Θεανθρώπινο επίκεντρο, ή προ­βληματική του Ευαγγελίου: δεν επιζητείται «πρώτον ή Βασιλεία του Θεού» και ή δικαιοσύνη Του αλλά το βασίλειο του κόσμου αυτού και όλα όσα είναι εξ αυτού.

*Το ζήτημα της ενότητος δεν μπορεί να επιλυθεί με κανέναν «διάλογο» παρά μονάχα διά της μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου, ό όποιος είναι ή Εκκλη­σία: «μνημόνευε ουν πόθεν πέπτωκας και μετανόησον» (Αποκ. 2, 5). Δίχως τον Θεάνθρωπο, οι δήθεν εκκλησίες δεν είναι τίποτε περισσότερο από «συνα­γωγές του Σατανά» (Αποκ. 2, 9). Ή έξοδος από την αίρεση είναι: «μετανόησον...» (Αποκ. 2, 16). Αυτό ι­σχύει για κάθε αίρεση, για όλες τις «232» αιρέσεις -εκκλησίες. «Μνημόνευε ουν πώς είληφας και ήκουσας (την Ιερά Παράδοση της Αληθείας) και τήρει και μετανόησον...» (Αποκ. 3, 3). Διά του οικουμενισμού εισέβαλε στην Εκκλησία και επεβλήθη ή καθα­ρώς κοσμική και διεθνής αθεϊστική, κομμουνιστική προβληματική. Σήμερα είναι αδύνατον για την γνή­σια Εκκλησία να εκφραστεί γιατί, που είναι οι γνή­σιοι μάρτυρες της - οι Μάρτυρες, μα και οι πρώτοι της θεολόγοι; Έτσι επλήθυναν οι ρηχοί, ουμανίζοντες, παπίζοντες, αιρετίζοντες και προτεσταντίζοντες θεολόγοι....

*Κάθε στιγμή της ζωής μου είναι του Θεού. Τότε για ποιό λόγο να φοβούμαι οτιδήποτε ή οποιονδήπο­τε πλην του Θεού;

*Ό Κύριος κυριαρχεί, ό διάβολος διαβάλλει και ό Θεός Θεώνει. Είναι όμως το ίδιο φοβερό, όταν ό άν­θρωπος θεώνει ή διαβάλλει, πάντοτε γίνεται εκτός εαυτού. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος θεώνει. Βάραθρο, όταν ό άνθρωπος διαβάλλει. Στη δεύτερη περίπτωση, θρίαμβος του σατανισμού, στη πρώτη φαρισαϊσμός: «έχοντες μόρφωσιν ευσέβειας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β'Τιμ. 3, 5).

*Διά της εκβιομηχάνισης ανατέλλει ή εποχή του λίθου. Λιθολατρεία, αυτή είναι ή ευρωπαϊκή κουλτού­ρα μαζί με τα υποκατάστατα της. Κατασκευαστές ει­δώλων οι πετρωμένες ψυχές φτιάχνουν πέτρινα είδω­λα και ιδανικά. Τα πάντα ξηραίνονται, μαραίνονται και πετρώνουν σε αυτό το πολιτιστικό μίγμα της λα­τρείας των κτισμάτων στην Ευρώπη. Οι αρχιτέκτονες της εποχής του λίθου: όλες οι ουμανιστικές δυνάμεις της Ευρώπης.

*Κανόνας: να προσεύχεσαι στον Θεό για κάθε άνθρωπο πού επισκέφτηκες, συνάντησες ή αποχαιρέ­τησες. Ας σε αποχαιρετά με την ευχή σου, είναι ό κα­λύτερος συνοδοιπόρος.

*Αλίμονο στην κάθε σκέψη που δεν εξελίσσεται, δεν μεταμορφώνεται σε προσευχή.

*Αυτό είναι πού επιζητεί συνεχώς ό διάβολος: να εμφανίσει την αμαρτία ως αναπόφευκτη, να δείξει πώς ή αμαρτία είναι κάτι το φυσικό για να δικαιολογήσει έτσι τον εαυτό του. Ή αμαρτία είναι κατά τον Άγιο Μακάριο της Αιγύπτου, ή λογική του Σατανά. Έχει ή αμαρτία την δική της λογική, την δική της απολογη­τική για να μπορεί να δικαιολογηθεί η ίδια, για να μπορεί να αναδειχθεί ως αναγκαία, ως κάτι το φυσικό. Αυτό κάνει συνεχώς ό διάβολος. Ο Χριστός όμως εί­ναι ο μόνος αληθινός Λόγος του κόσμου, ή Θεία  Λο­γική του κόσμου, είναι ή λογική του αγαθού, ή Θεία λογική του αγαθού. Ή Λογοποίηση είναι ή ουσία του κόσμου.

*Αυτός πού θα συναντηθεί ειλικρινώς με τον Κύ­ριο και Χριστό, βιώνει να αλλάζουν όλα μέσα του. Θυμηθείτε ότι συναντήθηκε μαζί Του ένας χωρικός ψαράς και από εκείνη την συνάντηση προέκυψε ένας Απόστολος Πέτρος. Συναντήθηκε μαζί Του ό Σαύλος, ο πιο μορφωμένος άνθρωπος της εποχής του, συνά­ντησε τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού και έγινε ο πιο φημισμένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιατί, ποιος του έδωσε όλη εκείνη την δύναμη πού είχε αν όχι ο ίδιος ό Χριστός; Συναντήθηκε με τον Κύριο και ο Ζακχαίος, ο τυφλός και αμαρτωλός τελώνης και ό­λη του ή ψυχή μεταμορφώθηκε. Το ίδιο και ή δαιμο­νισμένη Μαγδαληνή με τα επτά της δαιμόνια, συνα­ντώντας τον Κύριο μεταβάλλεται σε Μυροφόρα. Μα και ό κακούργος επάνω στο σταυρό, συναντήθηκε με τον Θεό και αμέσως εισήλθε στον Παράδεισο. Με τον Κύριο συναντήθηκε και ό Ιουστίνος ό Φιλόσοφος και κατέστη Μάρτυρας του Χριστού. Το ίδιο και ό Μέγας Βασίλειος και ό Επίσκοπος Νικόλαος Αχρίδος και ό Ράστκο - Άγιος Σάββας ό Σέρβος. Έτσι, ή συνάντηση με τον Κύριο αποτελούσε πάντα το σημα­ντικότερο γεγονός για τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός κινείται προς τον Κύριο Ιησού είτε εναντίον Εκεί­νου.

*Όταν ό άνθρωπος ζει μονάχα για τον εαυτό του και διά του εαυτού του, όταν δηλαδή δεν χρειάζεται τίποτε από τον Θεό, τότε δεν είναι άνθρωπος. Ό γνή­σιος ουμανισμός ή ανθρωπισμός, είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα γιατί αποτελεί την πλήρη απόρριψη του Θεού και όλων όσων προέρχονται από Θεού. Το αμάρτημα του Αδάμ δεν συνίσταται στην διάπραξη κά­ποιου εγκλήματος αλλά στην επιθυμία και κίνηση προς την αποδέσμευση του ανθρώπου από τον Θεό, δηλαδή στον ουμανισμό. Δεν μπορεί το πνεύμα του ανθρώπου να υπάρχει και να ενεργεί αφ' εαυτού. Του είναι απαραίτητη ή συνεχής άρδευση εξ ουρανού, εκ του Πνεύματος του Θεού. Ό Αδάμ, με την παρακοή του, έπαψε να δέχεται αυτή την πληρότητα από το Πνεύμα του Θεού, γι' αυτό και ένιωσε την γύμνια του.

Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος επάνω στους Α­ποστόλους, ανανεώθηκε αυτή ή πλήρωση και επεκτεί­νεται διαρκώς μέσα στην Εκκλησία. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι αφ' εαυτού σαν ένας κενός δοκιμαστι­κός σωλήνας ό όποιος πρέπει να πληρωθεί, με το Πνεύμα του Θεού για να είναι ακέραιος και πλήρης. Δεν υπάρχει πλήρης ανθρώπινη σκέψη. Ό άνθρωπος σκέφτεται είτε εν Θεώ είτε, εν διαβόλω. Αυτό φανερώ­νει και ό Ντοστογιέβσκι στον Ιβάν Καραμαζώφ ό ό­ποιος χτυπά τον διάβολο με το μελανοδοχείο επειδή εκείνος τον βεβαιώνει πώς του έχει ψιθυρίσει κάποιαν ιδέα.

*Οι Άγιοι Πατέρες είναι οι ιεροί και αθάνατοι ο­δηγοί και διδάσκαλοι της αιωνίου ζωής. Οι αθάνατοι στρατηγοί στην αθάνατη στρατιά του Κυρίου. Μόνο σαν τούς ακολουθούμε και συμπορευόμαστε με τούς Αγίους και Οικουμενικούς Πατέρες, μπορούμε εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί να είμαστε γνήσιοι Χριστια­νοί, να νικήσουμε και να διαφυλάξουμε την πίστη μας. Είμαστε Χριστιανοί και μάλιστα γνήσιοι εφόσον φυλάττουμε την πίστη των Αγίων Πατέρων. Δίχως ετούτη την πίστη σωτηρία δεν έχουμε, μα μήτε και αιώνια ζωή. Μόνον έτσι μπορούμε να έχουμε την χα­ριτωμένη συναίσθηση του ορθοδοξείν ή όποια δίδεται μέσω της προσευχητικής κοινωνίας μετά των Αγίων.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"


ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Ανθρωπιστικός Οικουμενισμός † Αρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, 1894-1979


Ανθρωπιστικός Οικουμενισμός
† Αρχιμ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, 1894-1979
 
...Ας μη απατώμεθα. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους», όταν οι διαλεγόμενοι συνειδητώς ή ασυνειδήτως ψεύδονται ο εις εις τον άλλον. Τοιούτος διάλογος είναι οικείος εις τον «πατέρα του ψεύδους», τον Διάβολον, «ότι ψεύστης εστίν και ο πατήρ αυτού» (Ιω. 8, 44). Οικείος είναι και εις όλους τους εκουσίους ή ακουσίους συνεργάτας του, όταν αυτοί θελήσουν να πραγματοποιήσουν το καλόν των διά του κακού, να φθάσουν εις την «αλήθειάν» των με την βοήθειαν του ψεύδους. Δεν υπάρχει «διάλογος της αγάπης» άνευ του διαλόγου της αληθείας. Άλλως τοιούτος διάλογος είναι αφύσικος και ψευδής. Όθεν και η εντολή του Αποστόλου ζητεί να είναι «η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12, 9)....

Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι το αγιοπατερικόν μέτρον της αγάπης προς τους ανθρώπους και της σχέσεως προς τους αιρετικούς, από των Αποστόλων κληρονομηθέν, έχει ολοτελώς θεανθρώπινον χαρακτήρα. Τούτο εκφράζουν θεοπνεύστως οι εξής λόγοι του Α­γίου Μαξίμου: «Ου θέλων δε τους αιρετικούς θλίβεσθαι, ουδέ χαίρων τη κακώσει αυτών γράφω ταύτα, μη γένοιτο, αλλά τη επιστροφή μάλλον χαίρων και συναγαλλόμενος. Τί γαρ τοις πιστοίς τερπνότερον του θεάσθαι τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγόμενα εις εν; Ούτε υμίν του φιλανθρώπου το απηνές παραινών προτιθέναι. μη ούτω μανείην. αλλά μετά προσεχείας και δοκιμασίας ποιείν τε και ενεργείν τα καλά εις πάντας ανθρώπους, και πάσι πάντα γινομένους, καθώς έκαστος επιδείται υμών, παρακαλών. προς μόνον το καθοτιούν αιρετικοίς συνάρασθαι εις σύστασιν της φρενοβλαβούς αυτών δόξης, σκληρούς παντελώς είναι υμάς και αμειλίκτους βούλομαί τε και εύχομαι. Μισανθρωπίαν γαρ ορίζομαι έγωγε και αγάπης θείας χωρισμόν το τη πλάνη πειράσθαι διδόναι ισχύν εις περισσοτέραν των αυτή προκατειλημμένων φθοράν» (Αγ. Μαξίμου Ομ. PG 91).

...Μόνον μέσα εις την Εκκλησίαν, εις το μοναδικόν τούτο Παμμυστήριον του Χριστού, δύναται να γίνη λόγος περί των Μυστηρίων. Διότι η Εκκλησία η Ορθόδοξος, ως το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κρι­τήριον των Μυστηρίων και όχι το αντίθετον. Τα Μυστήρια δεν δύνανται να αναβιβάζωνται υπεράνω της Εκκλησίας ούτε να θεωρώνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.   
 

Ένεκα τούτου, συμφώνως προς το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και συμφώνως προς ολόκληρον την ορθόδοξον Παράδοσιν, η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξιν άλλων μυστηρίων έξω απ' αυτήν, ούτε θεωρεί αυτά ως μυστήρια, έως ότου προσέλθη τις διά της μετανοίας εκ της αιρετικής «εκκλησίας», δηλαδή ψευδοεκκλησίας, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Χριστού. Μέχρις ότου δε μένει τις έξω από την Εκκλησίαν, μη ηνωμένος μετ' αυτής διά της μετανοίας, μέχρι τότε είναι αυτός διά την Εκκλησίαν αιρετικός και αναποφεύκτως ευρίσκεται εκτός της σωτηριώδους Κοινωνίας. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β' Κορ. 6, 14).

Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσίαν την οποίαν έλαβεν από τον Θεάνθρωπον, δίδει εντολήν: «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνον δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον», αλλά δίδει εις τούτον και Αυτόν τον Κύριον εν τη θεία Ευχαριστία, αυτός ευρίσκεται εις την αποστολικήν και θεανθρωπίνην αγίαν πίστιν; Επί πλέον ο ηγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, ο Απόστολος της αγάπης, δίδει εντολήν: άνθρωπον ο οποίος δεν πιστεύει εις την σάρκωσιν του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελικήν περί Αυτού ως Θεανθρώπου διδασκαλίαν «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» (Β' Ιω. 1, 10).

Ο Κανών ME' των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω. ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Η εντολή αύτη είναι σαφής, ακόμη και διά την συνείδησιν του κώ­νωπος. Δεν είναι έτσι;

Ο Κανών ΞΔ' των αγίων Αποστόλων διατάσσει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατον και διά την πλέον πρωτόγονον συνείδησιν.

Ο Κανών MS' των Αγίων Αποστόλων: «Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τις γαρ συμφώνησις Χρι­στώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και διά τους αομμάτους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικώς ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζωμεν εις τους αιρετικούς ουδέν άγιον Μυστήριον και ότι πρέπει να θεωρώμεν αυτά ως άκυρα και άνευ θείας Χάριτος.

Ο θεόπνευστος φορεύς της αποστολικής και αγιοπατερικής καθολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ευαγγελίζεται εκ της καρδίας όλων των αγίων Πατέρων, όλων των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας την εξής θεανθρωπίνην αλήθειαν: «Ουκ έστι τύπος ο άρτος και ο οίνος του Σώματος και Αίματος του Χριστού (μη γένοιτο), αλλ' αυτό το Σώμα του Κυρίου τεθεωμένον... Δι' αυτού καθαιρόμενοι ενούμεθα τω Σώματι Κυρίου και τω Πνεύματι Αυτού, και γινόμεθα Σώμα Χριστού (= η Εκκλησία)... Μετάληψις δε λέγεται. δι' αυτής γάρ της Ιησού θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία δε λέγεταί τε και εστιν αληθώς, διά το κοινωνείν ημάς δι' αυτής τω Χριστώ και μετέχειν Αυτού της σαρκός τε και της θεότητος. κοινωνείν δε και ενούσθαι αλλήλοις δι' αυτής. επεί γαρ εξ ενός άρτου μεταλαμβάνομεν, οι πάντες εν Σώμα Χριστού και εν Αίμα, και αλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστού χρηματίζοντες. Πάση δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα μη λαμβάνειν μετάληψιν αιρετικών μήτε διδόναι. «Μη δώτε γαρ τα άγια τοις κυσίν, ο Κύριός φησι, μηδέ ρίπτετε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων» (Ματθ. 7, 6), ίνα μη μέτοχοι της κακοδοξίας και της αυτών γενώμεθα κατακρίσεως. Ει γαρ πάντως ένωσίς εστι προς Χριστόν και προς αλλήλους, πάντως και πάσι τοις συμμεταλαμβάνουσιν ημίν κατά προαίρεσιν ενούμεθα. Εκ προαιρέσεως γαρ η ένωσις αυτή γίνεται, ου χωρίς της ημών γνώμης. Πάντες γαρ εν σώμα εσμεν, ότι εκ του ενός άρτου μεταλαμβάνομεν, καθώς φησιν ο θείος Απόστολος»1.

Ο ατρόμητος ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών αναγγέλλει εις όλους τους ανθρώπους όλων των κόσμων: «Το γαρ κοινωνείν παρά αιρετικού ή προφανώς διαβεβλημένου κατά τον βίον αλλοτριά Θεού και προσοικειοί τω Διαβόλω»2. Κατά τον ίδιον ο άρτος των αιρετικών δεν είναι «σώμα Χριστού»3. Διά τούτο, «Ως ουν ο θείος άρτος υπό των Ορθοδόξων μετεχόμενος, πάντας τους μετόχους εν σώμα αποτελεί. ούτω δη και ο αιρετικός κοινωνούς τους ούτω αυτού μετέχοντας αλλήλων απεργαζόμενος, εν σώμα αντίθετον Χριστώ παρίστησι»4. Επί πλέον, «Η παρά των αιρετικών κοινωνία ου κοινός άρτος αλλά φάρμακον (= δηλητήριον), ου σώμα βλάπτον, αλλά ψυχήν μελαίνον και σκοτίζον»5....

(Από το βιβλίον ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ).

1.   Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδ. Ορθ. πίστεως 4, 13, PG 94, c. 1149. 1152. 1153. Πρεβ. Α' Κορ. 10, 17.
2.    Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99, c. 1668C.
3.    Αυτόθι, c. 1597Α.
4.    Αυτόθι, c. 1480CD.
5.    Αυτόθι, c. 1189C

«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 10. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ανθρωπιστική και Θεανθρώπινη πρόοδος ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, 1894-1979



Ανθρωπιστική και Θεανθρώπινη πρόοδος
ΑΓΙΟΥ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, 1894-1979

«Έσεσθε ουν ημείς τέλειοι, ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν» (Ματθ. 5, 48).

Ο άνθρωπος του Χριστού κινείται εις την οδόν της θείας τελειότητος, νικών διά μέσου των ευαγγελικών αρετών το κακόν και την αμαρτίαν μέσα του και μέσα εις τον περιβάλλοντα αυτόν κόσμον. Πορεύεται πάντοτε από το εν καλόν εις το άλλον, από το μικρότερον προς το μεγαλύτερον, από το μεγαλύτερον προς το μέγιστον. Ακόμη, ποτέ δεν σταματά, δεν βραδυπορεί, διότι κάθε σταμάτημα σημαίνει πνευματικήν παράλυσιν, νέκρωσιν, θά­νατον. Δι' εκάστης καθαράς σκέψεως, δι' εκάστου αγίου αισθήματος, δι' εκάστης αγαθής επιθυμίας και καλού λόγου, αυτός οδεύει προς την ανάστασιν, προς την αθανασίαν, προς την αιώνιον ζωήν.

Νικών την αμαρτίαν και τον θάνατον ο άνθρωπος του Χριστού διέρχεται εις αυτήν την ζωήν τρία κύρια στάδια χριστιανικής «εξελίξεως»:

την εν Χριστώ γέννησιν,

την εν Χριστώ μεταμόρφωσιν,

την εν Χριστώ ανάστασιν.

Ο τελικός σκοπός του αγώνος του είναι το συν τω Χριστώ αναστήναι. Τούτο δε σημαίνει την νίκην του θανάτου. Ιδού, συ ενίκησες ήδη τον θάνατον, εάν ολοψύχως επίστευσες εις την ανάστασιν του Θεανθρώπου, διότι Αυτός είπεν: «ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώ­νιον»... «μετεβέβηκεν εκ του Θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 6, 47. 5, 24).

Ευθύς ως πιστεύση και μόνον όταν πιστεύση εις τον αναστάντα Θεάνθρωπον αρχίζει ο άνθρωπος να γίνεται άνθρωπος, διότι ελευθερούται της αμαρτίας και του θανάτου και αποκτά την αίσθησιν της αθανασίας. Η αμαρτία είναι αρρώστια, η οποία αμβλύνει, αφήνει υπανάπτυκτον, παραλύει εν τω ανθρώπω την αίσθησιν της αθανασίας, ώστε ο άνθρωπος να μη φθάνη μέχρι του Θεού του ζώντος και αληθινού ούτε με την σκέψιν ούτε με την αί­σθησιν. Τοιούτος άνθρωπος είναι ανάπηρος, ημιάνθρωπος, υπάνθρωπος. Ο Θεάνθρωπος ενίκησε την αμαρτίαν και τον θάνατον διά της αναστάσεως, διά να εγείρη τον άνθρωπον εις την αθανασίαν και την αιώνιον ζωήν, να ζωοποιήση μέσα του την υπανάπτυκτον και νεκρωθείσαν αίσθησιν της αθανασίας και να την ανακαινίση, ώστε να αισθανθή ο άνθρωπος τον Θεόν και την αιώνιον ζωήν ως το νόημα της ανθρωπίνης ζωής και επί της γης και εν ουρανώ.

Εις την πραγματικότητα η Εκκλησία του Θεανθρώπου δεν είναι άλλο παρά το θείον εργαστήριον, μέσα εις το οποίον ακαταπαύστως ανανεούται, ενδυναμούται και αναζωογονείται η ανθρωπίνη αίσθησις και συνείδησις της προσωπικής αθανασίας και του απείρου. Η προσευχή δεν καθιστά άπειρον την ψυχήν, όταν την ενώνη με τον Θεόν; Η αγάπη δεν αποθανατίζει την ψυχήν όταν την ανυψώνη έως του Θεού; Η ευσπλαγχνία, η καλωσύνη, η ταπείνωσις, η δικαιοσύνη, δεν αποθανατίζουν άρα γε τον άνθρωπον, μεταφέροντας το είναι του εις την βασιλείαν της αληθείας του Χριστού; Είναι απολύτως βέ­βαιον ότι δι' εκάστης ευαγγελικής αληθείας ο άνθρωπος νικά μέσα του ολίγον από τον θάνατον, έως ότου τον νικήση οριστικώς και εξασφαλίση εις τον εαυτόν του την αθανασίαν και την αιώνιον ζωήν.

Εις την θεανθρωπίνην πρόοδον ο άνθρωπος οδεύει ακαταπαύστως διά του Χριστού ως διά της οδού του Θεού, δηλαδή διά της θείας Αληθείας εις την ζωήν την αιώνιον και αθάνατον. Όλα δε αυτά τα εχάρισεν ο Θεάν­θρωπος Χριστός εις το ανθρώπινον γένος διά της ανα­στάσεώς Του. Όλη η αλήθεια όλων των κόσμων, όλον το νόημα όλων των κτισμάτων, όλη η χαρά όλων των όντων εδόθησαν εις το ανθρώπινον γένος διά της αναστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού. Διά τούτο η ανάστασις του Χριστού είναι το πλέον αποφασιστικόν γεγονός εις την ιστορίαν του κόσμου. από αυτήν πηγάζει η αιώνιος και θεία αξία όχι μόνον του κάθε ανθρώπου ως μεμονωμένου προσώπου, αλλά και όλων των ανθρώπων μαζί.

Αρχιμ. Ιουστίνος Πόποβιτς

«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 10. ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2004. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ο Θεός ως κριτής ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ


Ο Θεός ως κριτής
ΑΓΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ
 ΠΕΡΙ TOY ΘΕΟΥ ΩΣ ΚΡΙΤΟΥ
Η αιωνία ευαγγελική αλήθεια περί του Θεού ως Κριτού δεν είναι βιαίως επιβεβλημένη εις την ανθρωπίνην συνείδησιν ούτε είναι αφύσικη η θέσις της μεταξύ των αποκεκαλυμμένων αληθειών. Είναι φυσικόν και συστατικόν μέρος της θείας Αποκαλύψεως εν τω Θεανθρωπίνω σώματι της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν η λογική της Αποκαλύψεως δεν θα ήτο θεία και η θεανθρωπίνη Οικονομία της σωτηρίας δεν θα ήτο ολοκληρωμένη. Χωρίς αυτήν η θεία Αποκάλυψις θα ήτο παρομοία με τον κόσμον χωρίς τον ουρανόν επάνω του. Αυτή είναι η στέγη η καλύπτουσα και ολοκληρούσα τον μαργαρίτινον ναόν των θεανθρωπίνων αληθειών περί του ανθρώπου και του κόσμου. Η φύσις των άλλων αγίων δογμάτων και αληθειών είναι και η ιδική της φύσις. είναι ομοούσιος με αυτάς. ευρίσκεται μέσα τους όπως και αυταί εντός αυτής. έχει την αυτήν αξίαν και ζωτικήν δύναμιν με αυτάς, δεν δύναται να χωρισθή απ' αυτάς, επειδή όλαι μαζί αποτελούν ένα αχώριστον θεανθρώπινον οργανισμόν. Είναι φυσικόν, ο Θεός ο οποίος είναι Δημιουργός, Σωτήρ και Αγιασμός, να είναι ταυτοχρόνως και Κριτής. Διότι ως Κτίστης μας εισήγαγεν από το μη είναι εις το είναι, ορίσας ως σκοπόν της υπάρξεώς μας την εξομοίωσιν με τον Θεόν δια του θεοειδούς της ψυχής μας, ληφθέντος ως δώρου, και δια της αυξήσεως εις την αύξησιν του Θεού «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (πρβλ. Κολ. 2, 19. Εφ. 4, 13). ως Σωτήρ, μας έσωσε από την αμαρτίαν, από τον θάνατον και από τον διάβολον, εισαγαγών εις την φύσιν του ανθρώπου, θνητοποιημένου δια της αμαρτίας, την αρχήν και την δύναμιν της αναστάσεως και της αθανασίας. ως Αγιασμός, μας έδωσε μέσα εις το θεανθρώπινον Σώμα Του όλα τα μέσα της χάριτος και όλας τας θείας δυνάμεις, δια την οικείωσιν του θεανθρωπίνου έργου Του της σωτηρίας και την επίτευξιν του σκοπού της υπάρξεώς μας. ως Κριτής, σταθμίζει, κρίνει και λαμβάνει απόφασιν περί της συμπεριφοράς μας προς Εκείνον ως τον Κτίστην και προς τον εαυτόν μας ως το θεοειδές κτίσμα, προς Εκείνον ως τον Σωτήρα και προς τον εαυτόν μας ως αντικείμενον της σωτηρίας, προς Εκείνον ως τον Θεάνθρωπον - την Εκκλησίαν - τον Αγιασμόν, και προς τον εαυτόν μας ως αντικείμενον αγιασμού, θεώσεως και θεανθρωποποιήσεως. Εις αυτό το τετραπλούν έργον Του ο Θεός πάντα ενεργεί «κατά την βουλήν του θελήματος αυτού» (Εφ. 1, 11), δηλαδή κατά το προαιώνιον σχέδιόν Του περί του κόσμου και του ανθρώπου, με τον σκοπόν «ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ, τα τε εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης» (Εφ. 1, 10. Πρβλ. Κολ. 1, 16-17 και 20).
Ο Θεός έβαλε εις το φύραμα του ανθρωπίνου είναι την ζύμην του έρωτος προς τον Χριστόν, ώστε ο άνθρωπος, και μαζί του και όπισθέν του όλη η κτίσις, να ποθή και να τείνη προς τον Χριστόν. Όθεν όλη η κτίσις είναι εις τον πυρήνα της Χριστοκεντρική και τείνει και φέρεται προς τον Χριστόν ως προς το φυσικόν κέντρον της και σκοπόν (πρβλ. Ρωμ. 8, 19-23. Κολ. 1, 16-17. Εφ. 1, 4-5). Ενώ εις το δημιουργικόν, σωτηριώδες και αγιαστικόν έργον Του ο Θεός εμφανίζεται ως ο αροτριών, ο σπορεύς και ο καλλιεργητής, εις το δικαστικόν έργον Του εμφανίζεται ως ο θεριστής και ο αλωνιστής. Είναι εντελώς φυ­σικόν ο ουράνιος Σπορεύς, ο πλουσιοπαρόχως σπείρας το σπέρμα των αιωνίων θείων αληθειών εις την γην των ανθρωπίνων ψυχών, να έλθη και να ιδή πόσον από το σπέρμα αυτό έχει σαπίσει εις την λάσπην των ηδονών, πόσον έχει πνιγεί εις τα αγκάθια των παθών, πόσον έχει μαρανθή εις την φωτιάν της φιλαμαρτησίας, και πόσον έχει καρποφορήσει και φέρει τον θείον καρπόν, και να θερίση και αλωνίση τους ώριμους βλαστούς του επιγείου σίτου. Επειδή είναι, ακριβώς, ο αροτριών, ο σπορεύς και ο καλλιεργητής, έχει το δικαίωμα να είναι και ο θεριστής και ο αλωνιστής. επειδή έχει δωρήσει εις τους ανθρώπους όλα τα μέσα τα αναγκαία διά την επίτευξιν του από τον Θεόν οριζομένου σκοπού της ζωής, έχει δικαίωμα να είναι και ο Κριτής. Θα ήτο ασυγχώρητος αδικία και προσβολή και τυραννία, εάν επαρουσιάζετο ο Θεός ως Κριτής, χωρίς να έχη προηγουμένως εμφανισθή ως η Σωτηρία και ο Αγιασμός. Δεν έχει δικαίωμα να κρίνη τον άνθρωπον και την ανθρωπότητα ο Θεός ο οποίος δεν θα ήθελε να αποκαλύψη εις τους ανθρώπους την οδόν προς την αιώνιον ζωήν, να ειπή εις αυτούς την αιώνιον Αλήθειαν, να τους δώση τα μέσα διά την σωτηρίαν από την αμαρτίαν, τον θάνατον και τον διάβολον, με μίαν λέξιν, ο Θεός ο οποίος δεν θα ήθελε να γίνη ο Σωτήρ των. Εις ένα τοιούτον Θεόν εκβιαστήν η ανθρωπότης θα είχε δικαίωμα ομοψύχως και ομοφώνως να πετάξη κατά πρόσωπον εκείνο το οποίον είπεν ο κακός δούλος της παραβολής των ταλάντων (Ματθ. 25, 24-25).
Εάν ο Χριστός θα ήτο τοιούτου είδους Θεός, δεν θα έπρεπε να πιστεύη τις εις Αυτόν, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει Αυτός δεν θα ήτο αληθινός Θεός, αλλ' εις μεταξύ πολλών άλλων ανισχύρων και αυτοκλήτων θεών μέσα εις το άθλιον πάνθεον των ανθρωπίνων ειδώλων. Επειδή όμως ο Θεάνθρωπος Κύριος Χριστός εφάνη ως ο Σωτήρ του ανθρώπου και της ανθρωπότητος και κατά την άρρητον φιλανθρωπίαν Του ετέλεσε το βαρύτατον έργον της σωτηρίας και επειδή έδωκεν εις τους ανθρώπους όλα τα δώρα του ουρανού, τα οποία μόνον ο Θεός της αγάπης δύναται να δώση. Αυτός έχει δικαίωμα να κρίνη τον κόσμον και τον άνθρωπον.
Ασφαλώς, καθ' όσον ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Θεόν Πατέρα και τον Θεόν Άγιον Πνεύμα, τόσον είναι και η κρίσις επί της ανθρωπότητος, έργον ολοκλήρου της Αγίας Τριάδος. Αλλά διά να μη διαμαρτυρηθή ο επαναστατημένος άνθρωπος, κατά την θεομάχον αμαρτωλότητά του, και να μη είπη ότι ο Θεός ο οποίος δεν έζησε εις την ανθρώπινην σάρκα, δεν έπαθε τα πάθη του ανθρώπου, ο οποίος δεν διήλθε διά της επιγείου φωλεάς των εχιδνών, δεν έχει δικαίωμα να κρίνη τους ανθρώπους, διά τούτο ο Θεός Πατήρ «την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ» (Ιω. 5, 22), και «έστησεν ημέραν εν η μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη εν ανδρί ω ώρισε, πίστιν παρασχών πάσιν, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών» (Πράξ. 17, 31).
Ωρίσας τον άνθρωπον Ιησούν, τον σαρκωθέντα Θεόν Λόγον, να κρίνη τον κόσμον, ο Θεός εποίησε την τελικήν δικαιοσύνην εις την ανθρωπότητα, φιλανθρώπως κλείσας τον κύκλον της ουρανίου Δικαιοσύνης Του επί της γης και ως εκ τούτου οι άνθρωποι δεν δύνανται να έχουν δικαίωσιν της διαμαρτυρίας και ανταρσίας εναντίον της κρίσεως του Θεού. Ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς είναι όχι μόνον ο «της πίστεως αρχηγός», αλλά και «τελειωτής» της πίστεώς μας, η αρχή και το τέλος ολοκλήρου του σχεδίου του Θεού περί του κόσμου και του ανθρώπου (Εβρ. 12, 2. πρβλ. 2, 10).
Διά μέσου όλων των αλλαγών και αλλοιώσεών της όλη η κτίσις τρέχει προς το τέλος της. Διά μέσου όλων των ημερών και όλων των νυκτών όλοι οι άνθρωποι, μαζί τους και οπίσω αυτών και ολόκληρος η κτίσις, τρέχουν προς την τελευταίαν ημέραν εις την οποίαν θα τελειώση το μυστήριον του κόσμου τούτου και της ανθρωπίνης ιστορίας. Όλαι αι ημέραι, ωσάν λευκοί ποταμοί, και όλαι αι νύκται, ωσάν μαύροι ποταμοί συντρίβονται και διασχίζουν τους γκρεμούς και τας αβύσσους της υπάρξεως, συμπαρασύροντες όλα τα όντα και όλην την κτίσιν προς την τελευταίαν ημέραν εις την οποίαν δεν είναι δυνατόν να μη καταλήξουν και να μη αποπερατώσουν τον ρουν των. Παν ό,τι έζησε και ζη εις το κλουβί του χρόνου, υποχρεωτικώς θα εισέλθη εις την εσχάτην αυτήν ημέραν και θα αποβιβασθή εις την όχθην της. Δεν υπάρχει ον ούτε κτίσμα το οποίον ο ποταμός του χρόνου δεν θα μεταφέρη εις την εσχάτην αυτήν ημέραν. Με την ημέραν αυτήν ο χρόνος θα τελειώ­ση την ύπαρξίν του, διά τούτο και ονομάζεται αυτή εις την Aπoκάλυψιv «η εσχάτη ημέρα» (Ιω. 6,39. 40. 44· 11, 24· 12, 48), «η μεγάλη ημέρα» (Πραξ. Απ. 2, 20. Ιουδ. 6). Επειδή δε αυτή είναι η ημέρα από τον Θεόν ορισθείσα, εις την οποίαν Αυτός θα κρίνη την οικουμένην (Πράξ. Απ. 17, 13), διά τούτο λέγεται ακόμη και «ημέρα κρίσεως» (Ματθ. 10, 15· 11, 22. 24· 12, 36· Β' Πέτρ. 2, 9· 3, 7. Α' Ιω. 4, 17), «ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισίας του Θεού» (Ρωμ. 2, 5). Αλλ' εφ' όσον εδόθη πάσα η κρίσις εις τον Υιόν (Ιω. 5, 22) και επειδή Αυτός θα φανή εις την εσχάτην ημέραν ως ο Κριτής εν δόξη, ένεκα τούτου η ημέρα αυτή ονομάζεται και ημέρα του Υιού του ανθρώπου (Λουκ. 17, 22. 24. 26), ημέρα Κυρίου (Β' Πέτρ. 3, 10. Α' Θεσσ. 5, 2. Πρβλ. Ιεζεκ. 15, 5. Ησ. 2, 12. Ιωήλ 2, 31. Σοφ. 1,14. Μαλαχ. 4, 1), ημέρα του Χριστού (Β' Θεσσ. 2, 2· Φιλ. 1, 10· 2, 16), ημέρα του Κυρίου Ιησού (Β' Κορ. 1, 14. Α' Κορ. 1, 8· 5, 5), ημέρα κρίσεως και απωλείας των ασεβών ανθρώπων (Β' Πετρ. 3, 7· 2, 9).
Εις αυτήν την πολυσήμαντον ημέραν ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς θα διατυπώση την εσχάτην, την τελεσίδικον κρίσιν Του περί ολοκλήρου της ιστορίας του κόσμου και του ανθρώπου, περί όλων των ανθρώπων μαζί και περί εκάστου προσωπικώς. Και όπως εις το τέλος της δημιουργίας επεσκόπησεν όλα τα δημιουργηθέντα όντα και κτίσματα και εξέφρασεν περί πάντων την κρίσιν Του, ότι είναι «λίαν καλά» (Γεν. 1, 31), ούτως, ο Τρισήλιος Κύριος θα επιθεωρήση και εις την εσχάτην ημέραν όλα τα όντα και κτίσματα, εις το τέλος της πορείας των διά μέσου της ιστορίας, και θα εκφράση την κρίσιν Του περί πάντων. Τότε θα χωρίση τελικώς τους καλούς και τους κακούς, και θα ορίση ανυπέρβατον και αδιάβατον όρον μεταξύ των. Τότε θα διατυπώση την τελικήν Του αλάθητον κρί­σιν περί όλων των ανθρωπίνων αξιών. τότε θα ζυγίση εις τον τέλειον και ακριβή ζυγόν της Δικαιοσύνης και της Αγάπης Του όλα τα έργα των ανθρώπων, όλας τας σκέψεις και λογισμούς των ανθρώπων, όλα τα αισθήματα των ανθρώπων, όλας τας επιθυμίας των ανθρώπων, όλας τας λέξεις και λογισμούς των ανθρώπων. τότε θα τελειώση «το μυστήριον του Θεού» (Αποκ. 10, 7) περί του ανθρώπου, περί της κτίσεως, περί του κόσμου, περί του σύμπαντος. τότε όλοι οι αγαθοί και παν το αγαθόν θα κληρονομήση την αιώνιον Μακαριότητα, τον αιώνιον Παράδεισον, την γλυκυτάτην Βασιλείαν των Ουρανών του Γλυκυτάτου Κυρίου Ιησού, όλοι δε οι κακοί και παν το κακόν την αιώ­νιον βάσανον, την αιώνιον Κόλασιν εις το πάμπικρον βασίλειον των παγκάκων πεσόντων αγγέλων. 
 
"Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ"
ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙΟΥ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1974   

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός


Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός
ΑΓΙΟΣ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ (ΠΟΠΟΒΙΤΣ) ΚΑΙ  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Διαπρύσιος κήρυκας της οικουμενικότητας  
της «θεανθρώπινης» Ορθοδοξίας
Άσπονδος εχθρός του «ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού οικουμενισμού

[Η κάτωθι θεολογική γνωμοδότηση του Οσίου και θεοφόρου Πατρός Ιουστίνου (Πόποβιτς) προκλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί να συμμετάσχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν η ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία τα 18 (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.
π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος]

*****
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
(του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς)

Πανιερώτατοι Πατέρες,
Την στάσιν της έναντι των αιρετικών - και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι - η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.
Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυ­τός ο ι­ε­ρός Κα­νών των α­γί­ων Α­πο­στό­λων δεν προσ­δι­ο­ρί­ζει ποί­α α­κρι­βώς προ­σευ­χή η α­κο­λου­θί­α α­πα­γο­ρεύ­ε­ται, αλ­λά α­πα­γο­ρεύ­ει κά­θε κοι­νήν με­θ’ αι­ρε­τι­κών προ­σευ­χήν, έ­στω και την κα­τ’ ι­δί­αν (“συ­νευ­ξά­με­νος”­). Εις δε τας οι­κου­με­νι­στι­κάς κοι­νάς προ­σευ­χάς μή­πως δεν γί­νων­ται και α­δρό­τε­ρα και ευ­ρύ­τε­ρα τού­των; Ο 32ος  κα­νών της εν Λα­ο­δι­κεί­α Συ­νό­δου ο­ρί­ζει· «Ό­τι ου δεί αι­ρε­τι­κών ευ­λο­γί­ας λαμ­βά­νειν, αί­τι­νές ει­σιν α­λο­γί­αι μάλ­λον η ευ­λο­γί­αι». Μή­πως ό­μως δεν συμ­βαί­νει εις τας κοι­νάς οι­κου­με­νι­στι­κάς συ­ναν­τή­σεις και συμ­προ­σευ­χάς να ευ­λο­γούν αι­ρε­τι­κοί ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ε­πί­σκο­ποι και ι­ε­ρείς, προ­τε­στάν­ται πά­στο­ρες, α­κό­μη δε και γυ­ναίκ­ες; (­!­).
Αυ­τοί και ό­λοι οι άλ­λοι σχε­τι­κοί κα­νό­νες των α­γί­ων Α­πο­στό­λων και των α­γί­ων Πα­τέ­ρων ί­σχυ­ον ό­χι μό­νον κα­τά την πα­λαι­άν ε­πο­χήν, αλ­λ’ ε­ξα­κο­λου­θούν να εί­ναι εν α­πο­λύ­τω ι­σχύ­ϊ και σή­με­ρον, δι’ ό­λους η­μάς τους συγ­χρό­νους ορ­θο­δό­ξους Χρι­στι­α­νούς.  Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν;  Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε ! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.
Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.
Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα,  του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού : εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.

Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,
Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλιου Εκκλησιών; Εντροπή καταλαμβάνει πάντα ειλικρινή Ορθόδοξον, ανατραφέντα υπό την καθοδήγησιν των Αγίων Πατέρων, όταν αναγιγνώσκη, ότι οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι της 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Γενεύης (8-16 Ιουνίου 1968) σχετικώς προς την συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το έργον του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», έλαβον τότε την απόφασιν «όπως εκφρασθή η κοινή επίγνωσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αύτη αποτελεί οργανικόν μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».
Αυτή η απόφασις είναι κατά την ανορθοδοξίαν και αντιορθοδοξίαν της αποκαλυπτικώς φρικαλέα. Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί  της θεολογοι, ακόμα δε και Ιεράρχαι, μεταξύ των οποίων και Σέρβοι, να επιζητούν την «οργανικήν» μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών, το οποίον, κατ’  αυτόν τον τρόπον γίνεται εις νέος εκκλησιαστικός «οργανισμός», μία «νέα Εκκλησία» υπεράνω των Εκκλησιών, της οποίας οι Ορθόδοξοι και μη Ορθόδοξοι εκκλησίαι αποτελούν μόνο «μέλη» («οργανικώς μεταξύ των συνδεδεμένα»!) ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία !
Απορρίπτομεν την ορθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αυτόν τον οργανικόν δεσμόν μετά του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού και του παναχράντου  Του Σώματος – της Ορθοδόξου Εκκλησίας των αγίων Αποστόλων και Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων – και θέλομεν να γίνωμεν «οργανικά μέλη» του αιρετικού, ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού συλλόγου, ο οποίος αποτελείται από 263 αιρέσεις, η δε κάθε μία από αυτάς πνευματικός θάνατος !
Ως Ορθόδοξοι, είμεθα «μέλη Χριστού». «Άρα ουν τα μέλη του Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Και ημείς τούτο πράττομεν δια της «οργανικής» συνδέσεώς μας μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, το οποίον ουδέν άλλο είναι ειμή αναβίωσις της αθέου ανθρωπολατρείας – ειδωλολατρείας.
Είναι πλέον έσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, όπως η Ορθόδοξος Αγιοπατερική και Αγιοσαββίτικη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, των αγίων Ομολογητών, Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, παύση να αναμιγνύεται εκκλησιαστικώς, ιεραρχικώς και λατρευτικώς μετά του ούτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπως αρνηθεί δια παντός την οιανδήποτε συμμετοχήν εις τας κοινάς προσευχάς και την λατρείαν (η οποία λατρεία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι όλη οργανικώς συνδεδεμένη εις μίαν ολότητα και συγκεφαλαιούται εις την θείαν Ευχαριστίαν), και γενικώς την συμμετοχήν εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν πράξιν, η οποία ως τοιαύτη, φέρει εν εαυτή και εκφράζει τον μοναδικόν και ανεπανάληπτον χαρακτήρα της Μίας, Αγία, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της πάντοτε Μιας και Μοναδικής.
Μη σμίγουσα εκκλησιαστικώς μετά των αιρετικών, είτε αν είναι αυτοί  συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, είτε πέριξ της Ρώμης, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, κατά πάντα πιστή προς τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρας, δεν θα αρνηθή δια τούτο την Χριστιανικήν της αποστολήν  και το ευαγγελικόν της χρέος:  όπως ενώπιον του συγχρόνου κόσμου, όσον του μη ορθοδόξου, τόσον και του απίστου, ταπεινώς αλλά ευθαρσώς μαρτυρή περί της Αληθείας, της Παναληθείας, περί του ζώντος και αληθινού Θεανθρώπου και περί της πανσωστικής και παμμεταμορφωτικής δυνάμεως της Ορθοδοξίας. Οδηγουμένη υπό του Χριστού η Εκκλησία μας, δια του αγιοπατερικού πνεύματος και χαρακτήρος των θεολόγων της, πάντοτε θα είναι «έτοιμη προς απολογίαν  παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Και η Ελπίς ημών νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων και εις όλην την αιωνιότητα είναι μία και μοναδική:  Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός εν τω Θεανθρωπίνω του σώματι, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι οφείλουν να συμμετέχουν όχι εις «οικουμενικάς κοινάς προσευχάς», αλλ’ εις θεολογικούς διαλόγους εν τη Αληθεία και περί της Αληθείας, όπως δια μέσου των αιώνων έπραττον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας και της Ορθοπιστίας είναι «μερίς» μόνον των σωζομένων» (πρβλ 7ος κανών Β΄ Οικουμ. Συνόδου).
Παναληθές είναι το Ευαγγέλιον του αγίου Αποστόλου: «σωτηρία εν αγιασμώ και πίστει αληθείας» (Β΄ Θες. 2,13). Η θεανθρωπίνη πίστις  είναι η πίστις της Αληθείας. Η Ουσία αυτής της πίστεως είναι η Αλήθεια, είναι η μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η δε θεανθρωπίνη αγάπη είναι «η αγάπη της Αληθείας»(Β΄Θες. 2,10). Η ουσία αυτής της αγάπης είναι η Παναλήθεια, δηλ. ο Θεάνθρωπο Χριστός. Και αυτή η Πίστις και αυτή η Αγάπη είναι η καρδία και η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πάντα ταύτα διεφυλάχθησαν αλώβητα  μόνον εν τη αγιοπατερική Ορθοδοξία, περί της οποίας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι κεκλημένοι να μαρτυρούν αφόβως ενώπιον της Δύσεως και της ψευδοπίστεώς της και της ψευδοαγάπης της.
Ιερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974
Συνιστά εαυτόν ταις αγίαις αποστολικαίς προσευχαίς
της Υμετέρας Πανιερότητος και των αγίων Πατέρων
της Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων, ο ανάξιος
Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος (Πόποβιτς)

Αποστολικότης της Εκκλησίας Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


Αποστολικότης της Εκκλησίας
 
Αποστολικότης της Εκκλησίας
Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
 Οι άγιοι Απόστολοι είναι οι πρώτοι θεάνθρωποι κατά χάριν. Δι' όλης της ζωής των έκαστος εξ αυτών, κατά τον Απόστολον Παύλον, λέγει περί εαυτού: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). Έκαστος εξ αυτών είναι ο επαναληφθείς Χριστός, ή ακριβέστερον ο παρατεινόμενος Χριστός. Εις αυτούς τα πάντα είναι θεανθρώπινα, διότι τα πάντα είναι εκ του Θεανθρώπου. Η αποστολικότης δεν είναι άλλο τι παρά ο Θεάνθρωπος Χριστός εκουσίως οικειοποιηθείς διά της αγίας ασκήσεως των θείων αρετών: της πίστεως, της αγάπης, της ελπίδος, της προσευχής, της νηστείας, και των λοιπών αγίων αρετών. Τούτο δε σημαίνει ότι παν το ανθρώπινον εις αυτούς ζη εκουσίως διά του Θεανθρώπου, σκέπτεται διά του Θεανθρώπου, αισθάνεται, θέλει και ενεργεί διά του Θεανθρώπου. Διά τους αγίους Αποστόλους ο ιστορικός Ιησούς Χριστός ο Θεάνθρωπος, τον Οποίον αυτοί κηρύττουν, είναι η υψίστη αξία και το έσχατον παν-κριτήριον. Ό,τι έχουν μέσα τους και ό,τι πράττουν ή κηρύτ­τουν ή παραδίδουν είναι από τον Θεάνθρωπον, εν τω Θεανθρώπω και διά τον Θεάνθρωπον.
*.... Διά τούτο τόσος τονισμός της Παραδόσεως εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, όπως π.χ. όταν λέγη ο Απόστολος Παύλος: «παρέδωκα υμίν, ο και παρέλαβον» (Α' Κορ. 15, 3. πρβλ. 11, 2) ή όταν λέγη ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Εμόν μεν ουδέν ερώ παντελώς. ο δε παρά των Πατέρων εδιδάχθην, φημί» (Μαξίμου Ομολογητού, Επ. 15, PG 91, c. 544D). Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εκφράζει την καθολικήν συνείδησιν των Πατέρων λέγων τα εξής: «Πάντα τοίνυν τα παραδεδομένα ημίν διά τε νόμου, και προφητών, και αποστόλων, και ευαγγελι­στών δεχόμεθα, και γινώσκομεν, και σέβομεν, ουδέν πε­ραιτέρω τούτων επιζητούντες... Ταύτα ημείς στέρξωμεν, και εν αυτοίς μείνωμεν, μη μεταίροντες όρια αιώνια, μηδέ υπερβαίνοντες την θείαν Παράδοσιν» (Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκθ. Ορθ. πίστεως, PG 94, c. 792Α). Ο αυτός Πατήρ, απευθυνόμενος προς όλους τους ορθοδόξους, λέγει: «Διό, αδελφοί, στώμεν εν τη πέτρα της πίστεως, και τη παραδόσει της Εκκλησίας, μη μεταίροντες όρια, α έθεντο οι άγιοι Πατέρες ημών μη διδόντες τόπον τοις βουλομένοις καινοτομείν, και καταλύειν την οικοδομήν της αγίας του Θεού καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Ει γαρ δοθή άδεια παντί βουλομένω κατά μικρόν όλον το σώμα της Εκκλησίας καταλυθήσεται».
 Η αγία Παράδοσις είναι όλη εκ του Θεανθρώπου, όλη διά των αγίων Αποστόλων και των Πατέρων, όλη εν τη Εκκλησία. Οι άγιοι Πατέρες δεν είναι άλλο, παρά «φύλακες των Αποστολικών Παραδόσεων» δηλαδή θεηγόροι κήρυκες εκείνης της Αληθείας, την οποίαν οι Απόστολοι παρέλαβον υπό του Θεού Λόγου. Διά τούτο η Ορθόδοξος Εκκλησία γεραίρει τους Πατέρας ως τα «πάγχρυσα στόματα του Λόγου» (Κυριακή των Αγ. Πάντων).
 Η αποστολική διαδοχή από την αρχήν μέχρι τέλους έχει θεανθρώπινον χαρακτήρα. Εις την πραγματικότητα, τί είναι αυτό το οποίον οι Απόστολοι παραδίδουν εις τους διαδόχους των ως παρακαταθήκην; Είναι ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός με όλην την Θεανθρωπίνην «περιουσίαν» Του και «κληρονομίαν» Του. Εάν η αποστολική διαδοχή δεν θα παρέδιδε τον Χριστόν ως κεφαλήν της Εκκλησίας με όλον το Θεανθρώπινον πλήρωμά Του, θα έπαυε να είναι αποστολική και ως εκ τούτου δεν θα υπήρχεν αποστολική Παράδοσις, αποστολική ιεραρχία, αποστολική Εκκλησία.
 Η ιερά Παράδοσις είναι το Ευαγγέλιον του Χριστού, το οποίον δεν είναι άλλο, παρά ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος, τον Οποίον η χάρις και η δύναμις του Αγίου Πνεύματος μεταφυτεύει εις κάθε πιστεύουσαν ψυχήν και εις ολόκληρον την Εκκλησίαν. Διότι ακριβώς το Άγιον Πνεύμα, ως ψυχή της Εκκλησίας, καθιστά τα του Χριστού ιδικά μας και ημάς ενσωματώνει εις το Σώμα του Χριστού και καθιστά συσσώμους Χριστού. Η ζωή των πιστών εις την Εκκλησίαν δεν είναι άλλο παρά η κατά την χάριν του Αγίου Πνεύματος θεανθρωποποίησις αυτών, ήτοι εν-χρίστωσις και χριστοποίησις αυτών. Όλη η ζωή των Χριστιανών είναι μια διαρκής χριστοκεντρική Πεντηκοστή, διότι το Άγιον Πνεύμα διά των μυστηρίων και των αρετών παραδίδει τον Χριστόν ως Σωτήρα εις έκαστον πιστόν κάνοντας έτσι να γίνη ο Χριστός «η ζωή μας» (Κολ. 3, 4), η ζώσα παράδοσις της αιωνίου ζωής μας.
 Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ως Παράδοσις εις την Εκκλησίαν παραδίδεται και φανερούται κατά τον πληρέστερον τρόπον εις την θείαν Ευχαριστίαν, η οποία αποτελεί την εκδήλωσιν και συνέχισιν της όλης Θεανθρωπίνης Οικονομίας του Χριστού δι' ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν. Εις την θείαν Ευχαριστίαν εκδηλούται και βιούται η ενεργός και πραγματική παρουσία του Χριστού εις την Εκκλησίαν Του. Κατά την επαγγελίαν Του «ιδού εγώ μεθ' υμών ειμι πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20). Η θεία Ευχαριστία ως κοινωνία του Χριστού και δι' Αυτού κοινωνία και ζωή μετά της Αγίας Τριάδος είναι ακριβώς το «Σώμα» και το πλήρωμα της Αποστολικής Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πράγματι, εις την Αποστολικήν, Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Χριστού, την ζώσαν και ζωοποιόν Παράδοσιν αποτελούν ακριβώς η Θεία Λειτουργία με όλην την άλλην λατρείαν, με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τας αρετάς της.
 Η αποστολικότης λοιπόν της Εκκλησίας και η ιερά Παράδοσίς της είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός ως Εκκλησία και εν τη Εκκλησία, εν τη Θεία Ευχαριστία, εν τη Λατρεία, εν τη Διδασκαλία, εν τη κεχαριτωμένη ζωή. Η Παράδοσις αυτή και η αποστολικότης διαφυλάττεται διά της προσευχής και της όλης ευσεβείας, όπως ακριβώς την ωμολογούσαν, εκήρυττον, επροστάτευον και διεφύλαττον οι Πατέρες και αι Οικουμενικαί Σύνοδοι.
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)»
Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001. Θεσ/νίκη
Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»