Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Τὶ νὰ ξέρουμε γιὰ τὴν ψυχρότητα στὴ προσευχή Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος



Εικόνα

Ἡ ψυχρότητα στήν προσευχή ὀφείλεται εἴτε σέ ψυχική κόπωση εἴτε σέ πνευματικό κορεσμό εἴτε σέ σωματικές ἀπολαύσεις καί ἀναπαύσεις εἴτε σέ πάθη, πού κυριεύουν τήν ψυχή, προπαντός στήν ἔπαρση. Ὅλα αὐτά εἶναι ἐνάντια στήν πνευματική ζωή, μέσα στήν ὁποία κεντρική θέση κατέχει ἡ προσευχή. Ἔτσι, πρῶτα καί κύρια προκαλοῦν τό στέρεμα τῆς πηγῆς τῆς προσευχῆς μέσα μας. Αὐτό, ὅμως, μπορεῖ νά oφείλεται καί σέ ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος, πού συμβαίνει μέ θεία παραχώρηση. Καί νά γιατί: Ὅταν ἡ ψυχή μας φλέγεται ἀπό τόν πόθο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν καρδιά μας ξεχύνεται ὁλόθερμη προσευχή, δέν ἔχουμε παρά ἐλεητική ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἐμεῖς ὅμως, ὅταν ἡ εὐλογημένη αὐτή κατάσταση παρατείνεται γιά πολύ, νομίζουμε ὅτι κατορθώσαμε κάτι σπουδαῖο μέ τό δικό μας ἀγώνα καί κυριευόμαστε ἀπό τήν κενοδοξία. Γιά λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, ἀπομακρύνεται ἡ χάρη καί μένει ἡ ψυχή μας μόνη της, γυμνή καί ἀδύναμη, ἀνίκανη νά ζήσει πνευματικά, ψυχρή καί ἀπρόθυμη νά προσευχηθεῖ…

Τί θά κάνουμε, λοιπόν, γιά νά ξεφύγουμε ἀπ’ αὐτή τήν κατάσταση; Πρῶτα-πρῶτα θά φροντίσουμε νά ἐξουδετερώσουμε τίς αἰτίες της. Καί ὕστερα, παρ’ ὅλη τήν ψυχρότητα τῆς ψυχῆς μας, θά κάνουμε μέ ἐπιμονή καί ὑπομονή τόν καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας ἀφ’ ἑνός νά συγκεντρώνουμε τό νοῦ μας στά λόγια τῶν εὐχῶν καί ἀφετέρου νά ξεσηκώνουμε μέσα στήν καρδιά μας αἰσθήματα φιλόθεα. Μέ τόν καιρό ὁ Θεός, βλέποντας τήν ταπείνωση καί τήν καρτερία μας, θά μᾶς ξαναστείλει τή χάρη Του, πού θά διώξει τό πνεῦμα τῆς ψυχρότητος, ὅπως ὁ ἄνεμος διώχνει τήν ὁμίχλη.

Πῶς θ’ ἀποκτήσουμε θερμότητα στήν Προσευxή;

Μέ ἀγώνα καί ὑπομονή, μ’ αὐτά τά δυό θά ζωντανέψει μέσα μας ἡ φλογερή προσευχή. Ἀπαιτοῦνται χρόνος καί κόπος πολύς. Ὅμως, ἄς μή λιποψυχήσουμε, ἄς μήν ἀποκάνουμε, ἄς μή βαρεθοῦμε. Ἡ προσπάθειά μας, ἄν εἶναι συστηματική καί ἐπίμονη, θά στεφανωθεῖ ὁπωσδήποτε, ἀργά ἤ γρήγορα, μέ ἐπιτυχία. Θά στεφανωθεῖ ὄχι χάρη σ’ ἐμᾶς, ἀλλά χάρη στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι καλό νά συνηθίσει ἡ γλώσσα σας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”, ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη σύντομη προσευχή μέ τό νοῦ συγκεντρωμένο στήν καρδιά. Ἀγωνιστεῖτε νά προξενήσετε στήν καρδιά σας, ἄς τό πῶ ἔτσι, μία μικρή πληγή. Ὁ συστηματικός κόπος σας σύντομα θά δημιουργήσει τήν πληγή αὐτή. Καί τότε ὁ Κύριος θά σᾶς ἐπιβραβεύσει μέ τή δική Του χαρισματική προσευχή.

Ἡ βιασύνη στήν προσευχή

Σᾶς ἐλέγχει ἡ συνείδηση, ἐπειδή κάνετε πολύ βιαστικά τήν προσευχή σας. Καί εἶναι εὔλογο. Γιατί ὑπακοῦτε στόν ἐχθρό; Ἐκεῖνος εἶναι πού σᾶς παρακινεῖ: “Γρήγορα… πιό γρήγορα…”. Ἡ βιαστική προσευχή δέν ἔχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στόν ἑαυτό σας νά μή βιάζεστε. Νά προσεύχεστε ἔτσι, ὥστε οὔτε μία λέξη νά μήν προφέρουν τά χείλη σας, πού νά μήν τήν κατανοεῖ ὁ νοῦς σας καί νά μήν τή βιώνει ἡ καρδιά σας. Πρέπει νά ριχθεῖτε σ’ αὐτόν τόν ἀγώνα μέ ἀποφασιστικότητα στρατιωτική. Καί ὅταν ὁ ἐχθρός σᾶς ψιθυρίζει, «Κάνε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο”, ἐσεῖς νά τοῦ ἀποκρίνεστε: “Ξέρω τί θά κάνω. Δέν σέ χρειάζομαι. Φύγε ἀπό δῶ!». Τήν ψυχή τήν τρέφει μόνο ἡ προσευχή. Ἡ δική σας προσευχή, ὅμως, εἶναι ἐπιφανειακή, ὄχι οὐσιαστική. Γι ’αὐτό ἡ ψυχή σας μένει ἀνικανοποίητη, πεινασμένη …


Πηγή: http://www.agiazoni.gr
Δρόμος για τη γνώση είναι η απάθεια και η ταπείνωση. Χωρίς αυτά κανείς δε θα δει τον Κύριο. (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης για τις συμπροσευχές και το Βάπτισμα των ετεροδόξων

Αναδημοσιεύουμε από το Ιστολόγιο "Αναβάσεις" την παρούσα ανάρτηση για να βοηθήσουμε τους πλανεμένους οικουμενιστές να σφαλίσουν τα βλάσφημά τους στόματα.

Θέματα ανάρτησης: Το ιερό Μυστήριο του Βαπτίσματος, Αντιοικουμενιστικά, Συμπροσευχές

Διηγείται ο Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: «Κάποτε επισκέφθηκε το Μοναστήρι μας ένας Προτεστάντης πάστορας. Όταν με ενημέρωσαν ότι αυτός ο κύριος είναι ιερέας των Προτεσταντών, τον πλησιάσαμε και τον ξεναγήσαμε στο Μοναστήρι μας. Μετά, είπα να ετοιμάσουν για τον άνθρωπο φαγητό. Εγώ δεν κάθησα μαζί του στο τραπέζι, αλλά αποσύρθηκα στο κελί μου. Διότι αυτό απαιτεί η τάξις. Οι Πατέρες απαγορεύουν τη συμπροσευχή που προηγείται της κοινής τραπέζης».

Σε άλλη περίπτωση επισκέφθηκαν το Μοναστήρι δύο αγιορείτες ιερομόναχοι και μια ηλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικής καταγωγής, που είχε αποφασίσει να γίνει Ορθόδοξη.

Όταν στο Γέροντα αναφέρθηκε ότι, κατόπιν αποφάσεως της Ιεράς Συνόδου, στα άτομα αυτά είναι αρκετό το μυστήριο του Χρίσματος, χωρίς το Βάπτισμα, ο Γέροντας είπε:

-Δεν γνωρίζω τι αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι το Ευαγγέλιο λέει: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Γι’ αυτό πρέπει να γίνεται κανονικά το μυστήριο του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.
Και σε ένα τρίτο περιστατικό ενός Καθολικού, που θέλησε να βαπτισθεί, αφού ο Γέροντας τον προέτρεψε να επισκεφθεί τον επίσκοπο της περιοχής του, απ’ όπου επέστρεψε με τη σύσταση ότι δεν χρειάζεται βάπτισμα άλλα μόνο χρίσμα, χωρίς να σχολιάσει την παραπάνω αντιμετώπιση, έφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στο Μοναστήρι και, βοηθούμενος από ένα αρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικά τον εν λόγω άνθρωπο στο παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπη.
Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Αρχιμ. Ιωάννη Κωστώφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, όχι να εκτρέφουμε, αλλά να εκτρέπουμε την αίρεσι», σελ. 55-56

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Νά στρέφετε τήν κάθε θλίψη στή γνώση τοῦ Χριστοῦ, στήν ἀγάπη Του, στή λατρεία Του. ( Ἅγιος Πορφύριος )

 Η ψυχή σας να δίδεται στην ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», για όλες σας τις έγνοιες, για όλα και για όλους.
Η ευαισθησία δεν έχει διόρθωση.
Μπορεί μόνο να μετασχηματισθεί, να μεταποιηθεί, να μετατραπεί, να μεταμορφωθεί, να μεταστοιχειωθεί, να γίνει αγάπη, χαρά, θεία λατρεία.

Πώς; Με τη στροφή προς τα άνω. Να στρέφετε την κάθε θλίψη στη γνώση του Χριστού, στην αγάπη Του, στη λατρεία Του.
Κι ο Χριστός που συνεχώς περιμένει με λαχτάρα να μας βοηθήσει, θα σας δώσει την χάρη Του και τη δύναμή Του και θα μεταστρέφει τη θλίψη σε χαρά, σε αγάπη για τούς αδελφούς, σε λατρεία προς τον ίδιο.Έτσι θα φύγει το σκοτάδι..

Να θυμάστε τον Απόστολο Παύλο. Τί έλεγε; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου»
Η ψυχή σας να δίδεται στην ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ,ελέησον με», για όλες σας τις έγνοιες, για όλα και για όλους.
Μην κοιτάζετε αυτό πού σας συμβαίνει, αλλά να κοιτάζετε το φως, τον Χριστό, όπως το παιδί κοιτάζει την μητέρα του, όταν κάτι του συμβεί. Όλα να τα βλέπετε χωρίς άγχος, χωρίς στενοχώρια, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο. Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεστε.

Όλη σας ή προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε προς το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, θα δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.
Αγιος Πορφύριος
  Πηγή: agapienxristou.blogspot.gr

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ηλίας Α. Βουλγαράκης - Καθηγητής Θεολογίας ΕΚΠΑ Συμβιβάζεται η πρόγνωση του Θεού με την ελευθερία του ανθρώπου;

Το επίκεντρο της ερώτησης βρίσκεται στο έξης σημείο: Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει κάτι άλλο από αυτό που προβλέπει ο Θεός γι’ αυτόν; Ασφαλώς όχι. Άρα η πρόγνωση του Θεού λειτουργεί για τον άνθρωπο ως προορισμός. Επομένως ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος μια και η υποτιθέμενη ελευθερία του ορίζεται από τη βούληση ενός άλλου.
α. Κάνοντας κανείς μια πρώτη και γενική παρατήρηση πάνω στο ερώτημα πρέπει να πει ότι αυτό είναι αποτέλεσμα περισσότερο φιλοσοφικής εκζήτησης παρά ανθρώπινης εμπειρίας. Ο άνθρωπος βασικά δεν αισθάνεται ότι η βούλησή του, δηλαδή η εσωτερική του ελευθερία, δεσμεύεται από άλλη δύναμη. Με άλλα λόγια το ερώτημα είναι κατηγορίας συλλογιστικής και όχι βιωματικής, δηλαδή ανυπόστατο, με την οντολογική έννοια του όρου.
Το ερώτημα έχει στη διατύπωσή του ένα κρίσιμο σφάλμα, γιατί αντικρύζει τη συμπεριφορά του Θεού από την οπτική γωνία του ανθρώπου. Για τον άνθρωπο που υπόκειται στο χρόνο η από τώρα γνώση ενός μελλοντικού γεγονότος σημαίνει πρόγνωση. Η πρόγνωση προσδιορίζει αναγκαστικά τη διαδικασία του χρόνου να καταλήξει στο προγιγνωσκόμενο. Έτσι η πρόγνωση αποτελεί προορισμό.
Ο Θεός δεν υπάγεται στο χρόνο. Ως δημιουργός του κόσμου είναι πριν από τον κόσμο. Έτσι όμως είναι και πριν από το χρόνο μια και ο χρόνος είναι η μέτρηση των μεταβολών του χώρου, με άλλα λόγια δεν είναι ανεξάρτητος από το χώρο. Έτσι ο Θεός δεν έχει πρόγνωση αλλά γνώση. Αν τώρα στο ερώτημα αντικατασταθεί η λέξη «πρόγνωση» από τη λέξη «γνώση» δεν δημιουργείται αντίφαση. Και δεν δημιουργείται γιατί κάθε μορφή γνώσης δεν είναι βουλητικά δεσμευτική για τον άλλο. Π.χ. η γνώση του παρελθόντος μου ή, η γνώση του παρελθόντος ενός άλλου δεν με δέσμευσε ή τον δέσμευσε να πάρει τη μορφή που πήρε. Η γνώση του γιατρού για την έκβαση της αρρώστιας του ασθενούς του δεν είναι προσδιοριστική της εξέλιξής της, αλλά αποτελεί διαπίστωση πείρας, δηλαδή συναρίθμηση πολλών ομόλογων αποτελεσμάτων και, όχι βέβαια, προορισμών. Τη γνώση μου ότι ο εαυτός μου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση θα αντιδράσει με αυτό ή τον άλλο τρόπο δεν τη θεωρώ ποτέ ως δεσμευτική, αλλά ως προϊόν συγκερασμού πολλών δικών μου ομοταγών συμπεριφορών. Και στις δύο τελευταίες περιπτώσεις (γιατρού και εαυτού μου) η γνώση, που έχει την επίφαση της πρόγνωσης, δεν προσδιορίζει το αποτέλεσμα, αλλά προσδιορίζεται από αυτό (έστω κι αν αυτό ακόμη δεν έχει συντελεστεί), εφόσον μεσολαβεί η πείρα ανάλογων προηγούμενων περιστατικών. Με λίγα λόγια η γνώση όσο κι αν μπορεί να θεωρηθεί ως δεσμευτική (π.χ. η γνώση των νόμων της φύσης) δεν είναι ποτέ αιτία αλλά αιτιατόν. Δηλαδή δεν είναι δημιουργός των γεγονότων (με την πλατιά έννοια του όρου), αλλά δημιούργημα αυτών. Κατά τον ίδιο τρόπο και η γνώση του Θεού για κάθε συγκεκριμένο άνθρωπο δεν ορίζει τη συμπεριφορά του ανθρώπου αλλά προκύπτει από αυτή.
β. Ωστόσο το θέμα δεν πρέπει να το δούμε μόνο στο χώρο της καθαρής λογικής, αλλά και πιο πραγματικά, δηλαδή στην περιοχή της διδασκαλίας του Χριστιανισμού. Από τη διδασκαλία του Χριστιανισμού βγαίνει σαφώς το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και ότι η ελευθερία του άνθρωπου αποτελεί θέλημα και επιδίωξη του Θεού:
Ο Χριστιανισμός καταπολέμησε με αποφασιστικότητα την αρχαιοελληνική αντίληψη για την ειμαρμένη, που οι τότε άνθρωποι τη θεωρούσαν ανώτερη όχι μόνο από τη βούληση των ανθρώπων, αλλά και από τη βούληση των θεών.
Η αντίληψη για την ειμαρμένη αντιστρατευόταν στο Χριστιανισμό σε πολλά σημεία, ιδιαίτερα μάλιστα στη διδασκαλία του για την αμοιβή των δικαίων, για την τιμωρία των αμαρτωλών. Η μέλλουσα κρίση δεν μπορούσε να έχει λόγο ύπαρξης, αν δεν συνέτρεχε ως προϋπόθεση η ελευθερία του ανθρώπου.
Η ηθική του Χριστιανισμού δεν στηρίζεται στην πράξη αλλά στην πρόθεση. Τα πράγματα από μόνα τους είναι ηθικά αδιάφορα. Παίρνουν αξία ή απαξία από τη στάση του ανθρώπου απέναντι σ’’ αυτά. Επομένως βάση και προϋπόθεση της χριστιανικής ηθικής είναι η ελευθερία.
Ο Θεός ήρθε στον κόσμο για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την κατάσταση της δουλείας που είχε πέσει με το προπατορικό αμάρτημα. Η σημασία που απέδωσε ο Θεός στην ελευθερία του ανθρώπου αποδεικνύεται από το μεγάλο τίμημα που κατέβαλε γι’ αυτή, με το να γίνει άνθρωπος και να σταυρωθεί.
Η κατάφαση από μέρους του Θεού της αξίας της ελευθερίας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αγαπά το διάβολο. Πράγματι τον αγαπά γιατί ο διάβολος είναι δημιούργημα του Θεού «καλό λίαν». Από τη φύση του δεν είναι κακός. Κακός είναι από την πρόθεσή του. Πέρα από αυτό η αγάπη του Θεού για το διάβολο (που γι’ αυτόν είναι κόλαση) μαρτυρείται και από το γεγονός ότι ο Θεός τον συντηρεί στην ύπαρξη. Αν ο Θεός δεν αγαπούσε το διάβολο, ο διάβολος θα είχε εκλείψει.
Όλα τα παραπάνω κατανοούνται από το γεγονός ότι ο Θεός των χριστιανών είναι προσωπικός: και το πρόσωπο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη σχέση. Γι’ αυτό ο Θεός είναι Τριαδικός. Αλλά και η σχέση με τη σειρά της δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ελευθερία. Ακριβώς γι’ αυτό δεν λέμε ότι ο Θεός είναι ουσία, ούτε ότι η ουσία προϋπάρχει του Θεού. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις δίδεται μια προτεραιότητα στην ουσία από το πρόσωπο με τον κίνδυνο να έχουμε ορισμό του προσώπου από κάτι που είναι έξω από αυτό. Τούτο όμως θα σημαίνει ένα είδος προσδιορισμού, κάτι δηλαδή, που θα έθιγε την ελευθερία του προσώπου.
Από όλα τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι για το Χριστιανισμό η ελευθερία του ανθρώπου είναι απόλυτα σεβαστή. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι η ελευθερία είναι αυταξία. Η ελευθερία από μόνη της δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Γίνεται καλό ή κακό από τη χρήση της. Γι’ αυτό το σωστό νόημα της ελευθερίας δεν βρίσκεται στο «ελευθερία από κάτι», αλλά στο «ελευθερία για κάτι». Και ακριβώς αυτή η επιλογή του «για» είναι το κρίσιμο σημείο της ελευθερίας. Μπορεί φιλοσοφικά το «για» να είναι μια δούλωση της ελευθερίας, στα πράγματα όμως η σωστή «δούλωση» της ελευθερίας ελευθερώνει την ελευθερία από μια αυτοΰπαρξη δίχως νόημα. Δηλαδή από το: ελευθερία για ελευθερία.
Η πιο σωστή επιλογή του «για» της ελευθερίας είναι η αγάπη, δηλαδή η πρώτη και μοναδική αυταξία, με άλλα λόγια ο Θεός.
(Ηλία Αντ. Βουλγαράκη, «Χριστιανισμός και κόσμος», εκδ. Αρμός, σ. 168-171)

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Ο έλεγχος της αιρέσεως και ο έλεγχος του εαυτού μας.

 
Αρχ. Παύλου Δημητρακόπουλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς.
                                                     

{Εν Πειραιεί τη 5η Ιουνίου 2014}

Η προ ολίγων ημερών εορτή των αγίων και θεοφόρων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, έφερε και πάλι στη μνήμη μας μεγάλα πατερικά αναστήματα,όπως τον μέγα Αθανάσιο, τον άγιο Σπυρίδωνα, τον άγιο Νικόλαο κ.λ.π., που συμμετείχαν στην εν λόγω Σύνοδο, τους πολλούς και μεγάλους αγώνες των, το ομολογιακό τους φρόνημα, τους διωγμούς και τις εξορίες, τις οποίες υπέμειναν, για να μας παραδώσουν τον θησαυρό της πίστεως ανόθευτο και απαραχάρακτο από την πλάνη της αιρέσεως. 

Δεν είναι δε τυχαίο το γεγονός, ότι παρόμοιες εορτές έχει καθιερώσει η Εκκλησία εκτός από την παρούσα και άλλες τρείς φορές κατά την διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, την δευτέρα Κυριακή του Ιουλίου και την δευτέρα Κυριακή του Οκτωβρίου.

Με τις εορτές αυτές επιδιώκει να προβάλλει τους αγώνες των, να προτρέψει τον κλήρο και τον πιστό λαό του Θεού στην κατά δύναμη μίμηση της αγίας ζωής των, αλλά και του ομολογιακού και αγωνιστικού των φρονήματος....

Παράλληλα δε να επιστήσει την προσοχή προ του κινδύνου της αιρέσεως, η οποία από μόνη της έχει την δύναμη να οδηγήσει τον άνθρωπο στην απώλεια.

Ωστόσο σήμερα στην εποχή μας, εποχή γενικής αποστασίας και θρησκευτικού συγκρητισμού, οι αντιαιρετικοί αγώνες των αγίων Πατέρων μας κατανοούνται και ερμηνεύονται δυστυχώς με ένα τρόπο διαφορετικό, μ’ ένα τρόπο ξένο προς την παράδοση της Εκκλησίας μας.

Καλλιεργείται σήμερα, ιδίως από κάποιους μοναστικούς και οργανωσιακούς κύκλους, ακόμη και από επισκόπους, η ιδέα και η αντίληψη,ότι οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας αγωνίστηκαν εναντίον των αιρετικών επειδή ακριβώς ήταν άγιοι. Είχαν φθάσει σε μεγάλα μέτρα αρετής και αγιότητος και είχαν βιώσει τα δόγματα της πίστεως και ως εκ τούτου αυτοί και μόνοι ήταν άξιοι και ικανοί να διεξάγουν αντιαιρετικούς αγώνες. 

Εμείς σήμερα, ως αμαρτωλοί και εμπαθείς,μη έχοντες τα μέτρα τηςαγιότητος των αγίων, δεν είμαστε οι αρμόδιοι να ασκήσουμε έλεγχο προς την αίρεση και τους αιρετικούς, αλλά οφείλουμε να στρέψουμε τον έλεγχο προς τους εαυτούς μας και να μετανοήσουμε για το έλλειμμα της βιωμένης πίστεως και μαρτυρίας μας.

Έτσι ο έλεγχος της αιρέσεως και των αιρετικών θεωρείται ως υβριστική συμπεριφορά και φανατισμός, ως έλλειψις αγάπης, ως ένα είδος κατακρίσεως.

Και επομένως όσοι ελέγχουν τους αιρετικούς πέφτουν στο αμάρτημα της κατακρίσεως, το οποίο επισημαίνει ο Κύριος με τους λόγους «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» (Ματθ.7,1). Οφείλουν δε, προκειμένου να θεραπεύσουν το πάθος αυτό, να παύσουν τον έλεγχο της αιρέσεως και των αιρετικών και να ασκήσουν την αυτομεμψία και την αυτοκατάκριση. Λέγουν επίσης, ότι είναι υπεραρκετή για την καταπολέμηση της αιρέσεως η έργω και λόγω προβολή της Ορθοδοξίας,ώστε να είναι περιττή η ανατροπή της αιρέσεως με μαρτυρίες από την αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες.

Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Κατ’ αρχήν εάν ο έλεγχος της αιρέσεως και των αιρετικών αποτελούσε αμαρτία και κατάκριση, τότε οι πρώτοι που επιμελώς θα απέφευγαν αυτό το είδος της αμαρτίας, θα ήταν οι άγιοι Πατέρες μας, αυτοί δηλαδή που κατ’ εξοχήν καταπολέμησαν τις αιρέσεις και τους αιρετικούς.

Αυτοί που σε Τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους όχι μόνον ανέτρεψαν τις πλάνες των, αλλά και τους απέκοψαν από την Εκκλησία και τους αναθεμάτισαν, επειδή έβλεπαν την πεισματώδη επιμονή τους στην πλάνη.

 Ο έλεγχος της αιρέσεως, όχι μόνον αμαρτία και κατάκριση δεν είναι, αλλά το ακριβώς αντίθετο. 
 Είναι καθήκον επιβεβλημένο, ομολογία πίστεως, εντολή του Κυρίου, σύμφωνα με τον λόγον του: «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς…» (Ματθ.10,32). 

Συνήθως όταν ακούμε τον λόγο αυτό του Κυρίου, ο νούς μας συνειρμικά ανατρέχει στους αγίους μάρτυρες της Εκκλησίας, οι οποίοι στους τρείς πρώτους αιώνες των διωγμών ήλεγξαν την πλάνη της ειδωλολατρείας και αυτούς που την εκπροσωπούσαν και αφού έδωσαν την καλήν ομολογία της πίστεως, αξιώθηκαν του μαρτυρικού στεφάνου. Ο λόγος όμως αυτός του Κυρίου δεν εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση των αγίων μαρτύρων και στην πλάνη των ειδώλων της εποχής των διωγμών, αλλά και στην πλάνη της αιρέσεως, διότι και η αίρεση δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο, παρά ένα είδος αθεΐας και ειδωλολατρείας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην προς Διονύσιον επιστολή του ονομάζει την αίρεση δεύτερο γένος αθεΐας: «Δεύτερον δε γένος αθεΐας εστίν η πολυσχιδής και πολύμορφος απάτη των αιρετικών, ών οι μεν πατέρα λέγουσι άπαιδα τον Θεόν…οι δε κτιστού Υιού και Πνεύματος άκτιστον Πατέρα…Πάντες δε ούτοι και οι τοιούτοι ουδέν των αθέων διενηνόχασιν… (Όλοι αυτοί και οι όμοιοι μ’ αυτούς σε τίποτε δεν διαφέρουν από τους αθέους)».[1]

Την ίδια αλήθεια επισημαίνει και ο Μέγας Αθανάσιος στην επιστολή του προς Σεραπίωνα: «Ούτως ο διαιρών τον Υιόν από του Πατρός, ή το Πνεύμα κατάγων εις τα κτίσματα (=ο αιρετικός), ούτε τον Υιόν έχει ούτε τον Πατέρα, αλλ’ έστιν άθεος και απίστου χείρων, και πάντα μάλλον, ή χριστιανός»[2].Όπως λοιπόν ο άγιοι μάρτυρες έλαβαν το στεφάνι της ομολογίας, έτσι και εκείνοι που ξεσκεπάζουν και ελέγχουν την αίρεση και τους αιρετικούς, θα λάβουν παρόμοιο στεφάνι ομολογίας και αθλήσεως εν Χριστώ. 

Και όπως εκείνοι υπέμειναν φρικτά μαρτύρια, έτσι και αυτοί αξιώνονται για την αγάπη του Χριστού να υπομένουν διωγμούς και θλίψεις, όπως οι παρά πάνω αναφερθέντες άγιοι, εκ των οποίων ο μεν πρώτος αξιώθηκε να υβρισθή, να συκοφαντηθή και να φυλακισθή επί τετραετία από τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Καλέκα, ο δε δεύτερος να εξορισθή πέντε φορές, να καταδιωχθή μέχρι θανάτου από τους αρειανούς και να καθαιρεθή από αρειανικές Συνόδους. 

Αντιθέτως, όπως εκείνοι που αρνήθηκαν τον Χριστό στα χρόνια των διωγμών για να σώσουν την ζωή τους, θα τους αρνηθή και ο Χριστός σύμφωνα με τον φρικτό λόγο του «Όστις δ’ αν αρνήσηταίμε έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ.10,33). 

Έτσι και εκείνοι που αντί να ελέγξουν, κουκουλώνουν και σκεπάζουν την αίρεση και συμπορεύονται με τους αιρετικούς...

Από φόβο και δειλία μήπως χάσουν ηγουμενικούς και μητροπολιτικούς θρόνους, ή υποστούν άλλους διωγμούς, ουσιαστικά αρνούνται τον Χριστό.

Οπότε θα τους αρνηθή και αυτούς ο Χριστός εν ημέρα κρίσεως. Μάλιστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στην ίδια ως άνω αναφερθείσα επιστολή του ονομάζει τρίτο είδος αθεΐας «το παραιτείσθαι τι λέγειν των δεδογμένων περί Θεού»[3].Δηλαδή το να σιωπά κανείς και να παραιτείται από φόβο και δειλία, να αναφέρει τις δογματικές αλήθειες της πίστεως, αντιδιαστέλλοντας αυτές προφανώς από τις κακοδοξίες και πλάνες των αιρετικών. 

Κατά παρόμοιο τρόπο και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης καταδικάζει την σιωπή απέναντι στην αίρεση: 

«Εντολή γάρ Κυρίου μή σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης Πίστεως. Ώστε ότε περί Πίστεως ο λόγος, ουκ έστιν ειπείν, εγώ τις ειμί; Ιερεύς; αλλ' ουδαμού. Άρχων; και ου δ’ ούτως. Στρατιώτης; καί που; Γεωργός; και ου δ' αυτό τούτο. Πένης, μόνον την εφήμεροντροφήνποριζόμενος, ουδείς μοι λόγος και φροντίς περί του προκειμένου. Ουά, οι λίθοι κράξουσι, και συ σιωπηλός καί άφροντις;».[4]

Κατά τον άγιο κανένας δεν δικαιούται να σιωπά εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως, όπως συμβαίνει στην εποχή μας, που η αίρεση του Οικουμενισμού έχει σαρώσει τα πάντα, έστω και αν είναι ο πιο άσημος λαϊκός π.χ. Γεωργός. 

Οι πάντες λοιπόν, κληρικοί και λαϊκοί, (αυτό σημαίνει το «Πας ουν όστις…»), καλούνται να τηρήσουν την παρά πάνω εντολή του Κυρίου, είτε είναι άγιοι, είτε δεν είναι, αλλά αγωνίζονται να φθάσουν την αγιότητα. Είτε έχουν πολλή αυτομεμψία, είτε δεν έχουν, όσο θα έπρεπε να έχουν. Είτε εβίωσαν τα δόγματα της πίστεως, είτε δεν τα εβίωσαν ακόμη, όσο θα έπρεπε να τα βιώσουν.

Πρέπει ακόμη να επισημανθή η μέθοδος και ο τρόπος με τον οποίον αγωνίσθηκαν οι άγιοι Πατέρες κατά των αιρετικών. Στον αγώνα τους δεν περιορίζοντο μόνον να αναπτύξουν τα Ορθόδοξα δόγματα, αλλά επί πλέον να ανατρέψουν και τα κακόδοξα και να ελέγξουν ονομαστικά τους αιρετικούς, όχι από κάποια εμπάθεια απέναντί τους, αλλά για να προφυλάξουν τον πιστό λαό του Θεού από την φθοροποιό και καταστρεπτική δράση τους. Και δεν σταματούσαν μέχρις εδώ, αλλά προχωρούσαν ακόμη περισσότερο. 

Συνοδικώς τους απέκοπταν και αναθεμάτιζαν, όταν έβλεπαν ότι επιμένουν πεισματικά στις πλάνες των. Η τακτική τους αυτή θεωρείται σήμερα από πολλούς Οικουμενιστές τελείως απαράδεκτη. Και τούτο διότι τα αναθέματα σήμερα θεωρούνται ως ένα είδος κατάρας, ως καρπός ελλείψεως αγάπης και επομένως δεν μπορεί να έχουν θέση στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή. Σήμερα έχουν θέση μόνον η συγχώρηση και η συμφιλίωση με τους αιρετικούς, έστω και αν αυτοί επιμένουν στις πλάνες των. 

Άραγε οι άγιοι Πατέρες μας εστερούντο αγάπης, όταν αναθεμάτιζαν τους αιρετικούς;
 Δεν νομίζω. 
Ή μήπως εμείς οι εμπαθείς και αμαρτωλοί, που πόρω απέχουμε από τα μέτρα της αγιότητος εκείνων, έχουμε περισσότερη αγάπη από εκείνους; Ασφαλώς όχι βέβαια. Άρα λοιπόν εμείς βρισκόμαστε σε λάθος δρόμο και όχι εκείνοι, εάν καλλιεργούμε αλλότριο φρόνημα απ’ ότι εκείνοι σε σχέση με τα αναθέματα. Ισχυρίζονται μερικοί, ότι σε τίποτε δεν θα βοηθούσε να συντηρούνται τα αναθέματα του 1054, αναθέματα μιάς περίπου χιλιετίας, που στέρησαν την κοινωνία από το ιερό σώμα της Εκκλησίας εκατομμύρια πιστούς από τον παπικό και τον προτεσταντικό κόσμο. 

Ωστόσο δεν μας εξηγούν, πώς θα ήταν δυνατόν αυτά τα εκατομμύρια, (απαλλαγμένοι βέβαια από τα αναθέματα), να γίνουν μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κρατώντας και συντηρώντας τις παπικές πλάνες.

Εάν καλώς ήρθησαν τα αναθέματα του 1054 επί Πατριάρχου Αθηναγόρα, (χωρίς βέβαια οι παπικοί να έχουν αποβάλει τις πλάνες των), τότε αυτό σημαίνει, ότι κακώς συντηρήθηκαν επί δέκα περίπου αιώνες από μιά πλειάδα Ορθοδόξων Συνόδων, που όλες τους καταδίκαζαν την αίρεση του Παπισμού και έτσι ανανέωναν τα αναθέματα του 1054.

Αναφέρω τις εν Κωνσταντινουπόλει γενόμενες Οικουμενικές Συνόδους του 1170, του 1450, του 1722, του 1838, του 1848, του 1895, όπως επίσης και τις Τοπικές Ορθόδοξες Συνόδους του 1089, του 1233, του 1273, του 1274, του 1282, του 1285, του 1341, του 1351, του 1441, του 1443, του 1484, του 1642, του 1672, του 1727, του 1755 κ.α. 

Εάν καλώς ήρθησαν τα αναθέματα εναντίον των Παπικών, τότε γιατί να μην αρθούν και τα αναθέματα εναντίον των Μονοφυσιτών, των Μονοθελητών, των Αρειανών, των Εικονομάχων; 


Στην περίπτωση αυτή μάλιστα θα έπρεπε να παύσουμε να τιμούμε και να εορτάζουμε τις μνήμες των αγίων Πατέρων, οι οποίοι κακώς αναθεμάτισαν τους παρά πάνω αιρετικούς, τους οποίους εμείς, ως έχοντες περισσότερη αγάπη αυτούς, καλώς τους απαλάξαμε από τα αναθέματα! 

Γιατί επίσης να μην αρθούν και τα αναθέματα του αποστόλου Παύλου, ο οποίος αναθεμάτισε τους ιουδαΐζοντες ψευδαποστόλους που εκήρυττον την περιτομή ως αναγκαία για την σωτηρία;: «Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηταιυμίν παρ’ ό ευηγγελισάμεθαυμίν ανάθεμα έστω» (Γαλ.1,8), «ει τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν, ήτω ανάθεμα» (Α΄Κορ.16,22).

Είναι λοιπόν φανερό, ότι ο παράπάνω ισχυρισμός σχετικά με τα αναθέματα δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική, αλλά μαρτυρεί άγνοια, ή διαστρέβλωση της Κανονικής και Πατερικής Παραδόσεως της Εκκλησίας μας.

Αλήθεια σκεφθήκαμε ποτέ τον λόγο του Κυρίου «ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν» (Ιω.15,20) και τι σημαίνει αυτός ο λόγος για την χριστιανική μας ζωή; Ο λόγος αυτός σημαίνει, ότι εκείνοι που θέλουν πραγματικά να βιώσουν τηνεν Χριστώ ζωή, θα υποστούν οπωσδήποτε διωγμούς και θλίψεις. Ο λόγος αυτός είναι νόμος πνευματικός,από τον οποίον κανένας δεν εξαιρείται. Όλοι θα περάσουν υποχρεωτικά μέσα από το καμίνι των διωγμών, είτε αυτοί προέρχονται από τους ειδωλολάτρες, όπως στα ένδοξα χρόνια των αγίων μαρτύρων, είτε από αιρετικούς και αθέους. Ο διωγμός αυτός σημαίνει στην ουσία άρση του σταυρού, τον οποίο καλούμεθα να σηκώσουμε. 

Η δε άρση του σταυρού φέρνει μαζί της και την βίωση του μυστηρίου της πίστεως. Και όσο περισσότερο αίρει κανείς τον σταυρό του με υπομονή, τόσο καθαρώτερα βιώνει την Χάρη του Θεού μέσα του.

Τόσο περισσότερο νοιώθει να έρχεται μέσα του η ζωή του Χριστού και να γίνεται δική του ζωή. Και αντιθέτως όσο περισσότερο αποφεύγει κανείς τον διωγμό, που συνεπάγεται ο έλεγχος της αιρέσεως και των αιρετικών, τόσο λιγότερο βιώνει το μυστήριο της πίστεως, τόσο λιγότερο αισθάνεται την Χάρη του Θεού μέσα του, τόσο περισσότερο είναι το έλλειμμα της πίστεώς του. Επομένως θα πρέπει ο καθένας μας να καθίσει και να κάνει έναν αυτοέλεγχο και να σκεφθεί κατά πόσον ο παρά πάνω λόγος του Κυρίου βρίσκει εφαρμογή στη ζωή του. Κατά πόσον δηλαδή υφίσταται διωγμούς και θλίψεις από αιρετικούς και αθέους. Και αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε κάτι δεν πάει καλά στην πνευματική του ζωή. 

Εάν δηλαδή, ενώ βλέπει σήμερα να οργιάζει η αίρεση του Οικουμενισμού, αυτός από φόβο και δειλία σιωπά...

Επικαλούμενος δήθεν έλλειμμα βιωμένης πίστεως, τότε βρίσκεται σε λάθος δρόμο και πρέπει να αναθεωρήσει την όλη πορεία του.

Ιδιαίτερα αυτό πρέπει να το προσέξουν οι επίσκοποί μας, οι οποίοι είναι οι κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι για την διαφύλαξη της πίστεως και την καταπολέμηση των αιρέσεων, σύμφωνα με τους φρικτούς όρκους, που έδωσανκατά την ώρα της χειροτονίας των, να κρατήσουν ανόθευτη την πίστη.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι το έλλειμμα βιωμένης πίστεως οφείλεται στο έλλειμμα βιωμένης ομολογίας, στο έλλειμμα ελέγχου της αιρέσεως και των αιρετικών, στο έλλειμμα διωγμών και θλίψεων, που συνεπάγεται αυτός ο έλεγχος, όπως αποδείξαμε με όσα αναφέραμε παρά πάνω.

[1] Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Προς τον ευλαβέστατον εν μοναχοίς κυρ Διονύσιον, Ε.Π.Ε. τομ. 4, σελ. 408.
[2] Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, Επιστολή προς ΣεραπίωναΘμουέωςεπίσκοπον, 30, PG 26, 597 C.
[3]Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Προς τον ευλαβέστατον…ο.π. σελ.410.
[4]PG. 99,1321B
                                                                              
Πηγή: aktines.blogspot.gr

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η Ευχή του Χερουβικού



Ευχή ην ποιεί ο Ιερεύς καθ’ εαυτόν του Χερουβικού αδομένου. 

(Ευχή που κάνει ο ιερέας μόνος του για τον εαυτό του, όταν ψάλλεται το Χερουβικό.) 

Όταν αρχίσει να ψάλλεται ο Χερουβικός Ύμνος, αρχίζει κι ο λειτουργός ιερέας, μπροστά στην αγία Τράπεζα, να διαβάζει «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτού» την ευχή, όπως λέγεται, του Χερουβικοί Ύμνου.
Είναι μια προσωπική και εξομολογητική ευχή του ιερέα, από τις πιο δυνατές και θεόπνευστες ευχές της θείας Λειτουργίας. Στις δύο ευχές των πιστών πιο πρώτα πάλι ο λειτουργός ιερέας παρακάλεσε για τον εαυτό του, μα τώρα πιο πολύ αισθάνεται την ανάγκη να εξομολογηθεί και να μιλήσει «ενώπιος ενωπίω» προς τον Ιησού Χριστό, τον αιώνιο και μέγα Αρχιερέα της Εκκλησίας. Είναι από τις λίγες ευχές της θείας Λειτουργίας, που λέγονται προς τον Ιησού Χριστό, και είναι η μόνη απ’ όλες τις ευχές που πρέπει να λέγεται μυστικά, όσο που να ακούνε μόνο οι συλλειτουργοί ιερείς. Θα εξηγήσουμε και θα αναλύσουμε όσο μπορέσουμε την ευχή, που καθώς όλες οι ευχές χωρίζεται σε δυο μέρη, έτσι όπως την χωρίζομε κι εμείς στη σημερινή ομιλία. 



Ο λειτουργός αρχίζει με μια συντριπτική ομολογία, με την οποία κάθε ιερέας τοποθετείται ενώπιον του Θεού. Το να υπηρετεί κανένας το Θεό και να τελεί τη θεία Λειτουργία είναι μεγάλο και φοβερό όχι μόνο σε κάθε άνθρωπο, αλλά και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν σοι, Βασιλεύ της δόξης· το γαρ διακονείν σοι μέ­γα και φοβερόν και αυταίς ταις επουρανίαις δυνάμεσιν». Κανένας, από εκείνους που είναι δεμένοι με τις σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, δεν είναι άξιος να έρχεται και να πλησιάζει και να σε λειτουργεί, ένδοξε Βασιλέα. Γιατί να σε υπηρετεί κανένας είναι μεγάλο και φοβερό και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. Κανένας ιερέας ποτέ δεν πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, για να κάνει τη θεία Λειτουργία, πιστεύοντας στην αγιότητά του. Αν γελαστεί και το πιστέψει πως είναι άγιος, δεν πρέπει να λειτουργεί. Αλλά εδώ δεν κάνει να λέμε πολλά, γιατί όσο περισσότερα λέμε, τόσο χειρότερα για μας. Εδώ κάνουμε το σταυρό μας, σιωπούμε και ζητούμε το έλεος του Θεού. 

Γιατί ο Θεός, γνωρίζοντας την αξία του ανθρώπου, κι όταν ο άνθρωπος πέφτει και αμαρτάνει, και άνθρωπος έγινε καί αρχιερέας υπήρξε και το θείο μυστήριο της Ευχαριστίας σύστησε, και αντί για Αγγέλους εδώ στη γη ανθρώπους έβαλε για να τον υπηρετούν. «Αλλ’ όμως διά την άφατον και αμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν ατρέπτως και αναλλοιώτως γέγονας άνθρωπος και αρχιερεύς ημών εχρημάτισας και της λειτουργικής ταύτης και αναιμάκτου θυσίας την ιερουργίαν παρέδωκας ημίν, ως Δεσπότης των απάντων». Αλλ’ όμως για την ανέκφραστη και αμέτρητη φιλανθρωπία σου, χωρίς να πάψεις να είσαι Θεός και χωρίς να αλλάξεις, έγινες άνθρωπος και υπήρξες αρχιερέας μας και μας ἄφησες αυτήν εδώ τη λειτουργία και την ιερουργία της αναίμακτης θυσίας, σαν Δεσπότης που είσαι των όλων. Μέσα σε ό,τι κάνει ο Θεός για το ανθρώπινο γένος, αν τίποτε άλλο δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, όμως ένα καταλαβαίνουμε, την αξία του ανθρώπου, για την οποία η αγάπη του Θεού κάνει τα πάντα. 

Ο Θεός είναι πραγματικά ο Δεσπότης και κυρίαρχος όλων όσα υπάρχουν στον ουρανό και στη γη. Όχι σαν δυνάστης, αλλά η δύναμη που κρατάει τα πάντα· η πρόνοια που συντηρεί και κυβερνάει τον κόσμο, ο Βασιλέας του λαού του, που είναι η Εκκλησία, ο μόνος άγιος και μακάριος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση. Όταν οι άνθρωποι επιτελούν αγιοσύνη μέσα στο σωτήριο φόβο του. «Συ γαρ μόνος, Κύριε ο Θεός ημών, δεσπόζεις των επουρανίων και των επιγείων, ο επί θρόνου χερουβικού εποχούμενος, ο των Σεραφείμ Κύριος και βασιλεύς του Ισραήλ, ο μόνος άγιος και εν αγίοις αναπαυόμενος». Γιατί εσύ μόνος, Κύριε και Θεέ μας, εξουσιάζεις τα επουράνια και τα επίγεια, εσύ που έχεις το θρόνο σου επάνω στα Χερουβείμ, που είσαι ο Κύριος των Σεραφείμ κι ο Βασιλέας του Ισραήλ, ο μόνος άγιος, που βρίσκεις ανάπαυση μέσα στους αγίους, Τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και ο Ισραήλ και οι άγιοι ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται ο Θεός, είναι η ουράνια και η επίγεια Εκκλησία στη λειτουργική της τώρα σύναξη. 



Στο σημείο αυτό, να πούμε έτσι, γίνεται η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο μέρος της ευχής. «Σε τοίνυν δυσωπώ τον μόνον αγαθόν και ευήκοον επίβλεψον επ’ εμέ τον αμαρτωλόν και αχρείον δούλον σου, και καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς· και ικάνωσόν με τη δυνάμει του Αγίου σου Πνεύματος, ενδεδυμένον την της ιερατείας χά­ριν, παραστήναι τη αγία σου ταύτη τραπέζη και ιερουργήσαι το άγιον και άχραντον σώμα σου και το τίμιον αίμα». Εσένα λοιπόν θερμά παρακαλώ, που εσύ μόνο είσαι όλο καλωσύνη και πρόθυμος να ακούσεις· ρίξε τη ματιά σου επάνω σε μένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο δούλο σου, και καθάρισε την ψυχή και την καρδιά μου από κάθε πονηρία μέσα μου, και κάνε με ικανό, ντυμένο με τη χάρη της ιερωσύνης, να σταθώ μπροστά σε τούτη την αγία σου Τράπεζα και να ιερουργήσω το άγιο και άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα. 

Αυτά τα λόγια είναι μόνο για τον ιερέα και μόνο ο ιερέας τα ζει και τα καταλαβαίνει. Αυτός, που με τη χάρη του Θεού και με την εντολή του λαού πλησιάζει, τώρα ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στην αγία Τράπεζα. «Σοι γαρ προσέρχομαι κλίνας τον εμαυτόν αυχένα και δέομαι σου μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, μηδέ αποδοκιμάσεις με εκ παίδων σου, αλλ’ αξίωσον προσενεχθήναί σοι υπ’ εμού του αμαρτωλού και αναξίου δούλου σου τα δώρα ταύτα». Γιατί σε σένα έρχομαι, σκύβω την κεφαλή μου και σε παρακαλώ· μη μου γυρίσεις το πρόσωπό σου και μη με ξεχωρίσεις από τα παιδιά σου, αλλά αξίωσέ με τον αμαρτωλό και ανάξιο δούλο σου να σου προσφέρω αυτά τα δώρα. Κάπου στα προηγούμενα είπαμε για τα λειτουργικά βιβλία, που κάποιοι κρατάνε στα χέρια τους, όταν γίνεται η θεία Λειτουργία. Άραγε τί διαβάζουν τώρα και τί σκέφτονται, όταν ο ιερέας «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτόν» κάνει μπροστά στο Θεό αυτή την εξομολόγηση; 

Τα τελευταία λόγια, με τα οποία κλείνει η ευχή, είναι η εκφώνηση, που κι αύτη λέγεται μυστικά· «Συ γαρ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος, Χριστέ ο Θεός ημών, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνευματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Γιατί εσύ είσαι εκείνος που προσφέρεις και προσφέρεσαι, εκείνος που δέχεσαι τα δώρα και ο ίδιος που μοιράζεσαι Χριστέ Θεέ μας, κι εμείς εσένα δοξάζομε μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες Αμήν. Στην εκφώνηση αυτή κλείνεται όλη η θεολογία για την ιερωσύνη του Ιησού Χριστού, που είναι η ιερωσύνη της Εκκλησίας. Ο Ιησούς Χριστός στη θεία Λειτουργία είναι και ο ιερέας που λειτουργεί και ο αμνός που προσφέρεται· και εκείνος που δέχεται τα δώρα και εκείνος που διανέμεται στο λαό. 



Η ευχή του Χερουβικού Ύμνου είναι μια από τις τέσσερις ευχές της θείας Λειτουργίας, που αναφέρονται στον Ιησού Χριστό. Η μία είναι η ευχή πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου, οι άλλες δύο είναι προς το τέλος της θείας Λειτουργίας. Όπως είπαμε, είναι προπαρασκευαστική ευχή του ιερέα, μια ταπεινή δηλαδή εξομολόγηση του λειτουργού, που πολλές φορές κι όταν δεν θα ήθελε, πρέπει να λειτουργήσει, γιατί πρέπει να κοινωνήσουν οι πιστοί. Εδώ δεν μπορεί να καταλάβει κανείς την αγωνία του ανθρώπου ενώπιον του χρέους του παρά μόνο αν είναι ιερέας. Θα ξαναθυμηθούμε εδώ τα λόγια της πρώτης ευχής των πιστών, ότι δηλαδή οι ιερείς λειτουργούμε «υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων». Αυτό θα πει πως ο ιερέας κρίνεται κι ο λαός σώζεται. Μα αυτή είναι η πίστη ενός καλού και ταπεινού ιερέα, πως θα σωθεί κι αυτός μαζί μ’ εκείνους, για τη σωτηρία των οποίων, μαζί με τους οποίους και με την εντολή τους λειτουργεί. Και κάθε φορά που στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα κι ετοιμάζεται για να προσφέρει τα τίμια δώρα με αληθινή ταπείνωση και συντριβή εξομολογείται «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτόν»· «επίβλεψον επ’ εμέ τον αμαρτωλόν και αχρείον δούλον σου και καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς». Αμήν. 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)