Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ο Πόνος στην Ζωή μας

Ο Πόνος στην Ζωή μας


 Αν φιλοσοφήσουμε λίγο την επίγεια πορεία μας μέσα στην ιστορία θα διαπιστώσουμε ότι κανένας μας δεν μπορεί να αποφύγει σε αυτήν την ζωή τον πόνο.
Μας κατέχει σωματικά αλλά και ψυχικά. Με πόνο μας γεννά η μητέρα μας και συνήθως με πόνο αφήνουμε αυτήν την ζωή. Ο πόνος δεν κάνει καμία διάκριση σε κανέναν, όσο εύκολα μπαίνει στο σπιτάκι, στην ζωή του πτωχού, τόσο εύκολα μπαίνει και στο αρχοντικό του πλουσίου.
Αρρώστιες, φτώχειες, αποτυχίες, δυστυχίες, πειρασμοί, κατατρεγμοί, όλα αυτά κουβαλάνε μέσα τους τον πόνο. Και θα ρωτούσε κανείς αναλογιζόμενος όλα αυτά…
.. ότι γεννηθήκαμε τελικά για να πονάμε;;
Πονάμε για να βρούμε και να ζήσουμε την αλήθεια. Πονάμε για να κατακτήσουμε και να διατηρήσουμε την δικαιοσύνη και την ελευθερία μας, πονάμε όταν αγαπούμε αληθινά, όσο περισσότερο ποθούμε το τέλειο τόσο πιο βαθιά πονάμε. Οι πιο προχωρημένοι πνευματικά πονούν πιο βαθιά αλλά δεν το δείχνουν. Για αυτό όσοι φωνάζουν στον πόνο τους δεν σημαίνει ότι είναι και οι πιο πονεμένοι, διότι οι μεγάλοι σταυροί, οι μεγάλες δοκιμασίες μένουν συνήθως κρυφοί. Μοιάζουν  σαν τα θαλάσσια υπόγεια ρεύματα, που συνήθως κρύβονται κάτω από μία επιφανειακή γαλήνη.
 Η Εκκλησία όμως αδελφοί μου δεν φοβάται τον πόνο. Τον αντιμετωπίζει κατάματα διότι ξέρει τις ρίζες του , ξέρει και τα αποτελέσματά του. Ο πόνος λοιπόν δεν ήταν φυσικό του ανθρώπου, αλλά είναι αποτέλεσμα της διακοπής της κοινωνίας μας με τον Θεό, είναι αποτέλεσμα της διάσπασής μας με τον Δημιουργό μας.
Ο ερχομός όμως του Χριστού στην γη, δεν κατήργησε απλά τον πόνο αλλά τί τον έκανε;…..τον μεταμόρφωσε. Τον έκανε ωριμότητα και αγιότητα. Για αυτό όπως το σιτάρι χρειάζεται νερό για να αναπτυχθεί, έτσι και ο άνθρωπος με τον πόνο καλλιεργείται πνευματικά.
Ο πόνος βέβαια χωρίς τον Χριστό είναι ένας φοβερός τύραννος του ανθρώπου,  για αυτό η Εκκλησία τον αντιμετωπίζει με τα μυστήριά της, τον εντάσσει μέσα στο όλο μυστήριο του πάθους του Χριστού και την αγιοπνευματική ζωή που προσφέρει στον κάθε πιστό, και έτσι τον μεταμορφώνει συνέχεια.
Πολλές φορές αν σκεφτούμε υποβαλλόμαστε σε ορισμένους πόνους για να αποφύγουμε άλλους χειρότερους. Υποβαλλόμαστε στον πόνο της εργασίας για να αποφύγουμε τον πόνο της φτώχειας και της δυστυχίας, υποβαλλόμαστε στον πόνο της υπομονής για να αποφύγουμε τον πόνο της αδημονίας, ή υποβαλλόμαστε στον πόνο του ασκητισμού για να αποφύγουμε τον πόνο της εμπάθειας και της αμαρτίας.
Βεβαίως ο χριστιανός δεν επιζητεί τον πόνο, ούτε ηδονίζεται με αυτόν, πόσο μάλλον δεν πρέπει να τον θεωρεί σκοπό της ζωής του. Ο πόνος δεν είναι σκοπός της ζωής μας, αλλά είναι το μέσο μεταμόρφωσής μας.
Με αυτή την έννοια λέγει ο απόστολος Παύλος το «χαίρω εν τοις παθήμασί μου» και ο αδελφόθεος Ιάκωβος το «χαίρετε αδελφοί μου όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις». Ο πόνος λοιπόν γίνεται δι’ αυτού του τρόπου από εχθρός μας….φίλος μας και αδελφός μας. Δεν πρέπει να τον επιζητούμε, αλλά όταν έρθει, τότε να τον δεχόμαστε και το κυριότερο να τον εκμεταλλευόμαστε.
Να τον εκμεταλλευόμαστε όπως ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, ο οποίος πέρασε τόσα πολλά στην ζωή του, διωγμούς, εξορίες, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, βασανισμούς, φτώχεια, κρύο και άλλα πόσα….όμως όλα αυτά τα δέχτηκε και τα εκμεταλλεύτηκε ώστε να ωριμάσει πνευματικά και να αγιάσει.
 Όποιος αδελφοί μου θέλει να αποφύγει τον πόνο είναι σαν να θέλει να αποφύγει την αλήθεια και την τελειότητα, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας είτε είναι όσιοι, είτε είναι μάρτυρες όλοι πέρασαν από αυτό το καμίνι του πόνου ώστε να αναδειχθούν λαμπρότεροι και ενδοξότεροι, πάντα όμως έχοντας βοηθό και συμπαραστάτη τους τον ίδιο τον Κύριο, διότι χωρίς την χάρη του Κυρίου ακόμα και ο πιο μικρός πειρασμός γίνεται μέγας τύραννος και άρχοντας της ύπαρξής μας με αποτέλεσμα να λιγοψυχούμε, να τα χάνουμε και να πέφτουμε στην καταστροφική απελπισία.
Μόνο όποιος πόνεσε πολύ μπορεί και να καταλάβει καλύτερα τον πονεμένο, και σίγουρα αδελφοί μου κανείς δεν πόνεσε περισσότερο πάνω στην γη από τον ίδιο τον Χριστό μας πάνω στον Σταυρό. Για αυτό και μας λέγει, μας παροτρύνει να καταθέσουμε τους πόνους και τα βάσανά μας σε Αυτόν ώστε να τα μεταμορφώσει σε αρετές και αγιότητα.
Για αυτό κάνουμε και τις παρακλήσεις, διότι οι άγιοί μας πέρασαν πολλά, πόνεσαν πολύ και ξέρουν πώς είναι κάποιος να πονά. Έτσι θέλοντας λόγω της αγάπης τους να μας απαλύνουν τον πόνο μας, μας λένε και αυτοί μαζί με τον Κύριο, «ζητείτε και δοθήσεται», «κρούεται και ανοιγήσεται», πείτε μας τον πόνο σας να τον απαλύνουμε, πείτε μας τον καημό σας να σας παρηγορήσουμε, προσευχηθείτε για την δοκιμασία σας και θα μας έχετε συμπαραστάτες.
Αδελφοί μου οι άγιοι της Εκκλησίας μας, είναι η απόδειξη ότι ο πόνος μπορεί από τύραννος να γίνει ευεργέτης, από εχθρός, να γίνει φίλος και από φθορά…. αθανασία, αρκεί ο άνθρωπος να πάψει επιτέλους να πονά εγωιστικά, αρκεί ο άνθρωπος να πάψει να μοιρολογά συνεχώς για τους πειρασμούς της ζωής του, αρκεί ο άνθρωπος να αποκτήσει επιτέλους τον Θείο πόνο της μετανοίας ο οποίος θα του προσφέρει αντί για θάνατο, αιώνια ζωή και ανάπαυση.
Μετάνοια λοιπόν και ασκητικό φρόνημα είναι αυτά που μας προτρέπουν να αποκτήσουμε οι άγιοί μας. Διότι χωρίς αυτά τι να το κάνουμε αδελφοί μου και αν δεν πονέσουμε καθόλου σε αυτήν την ζωή;; τουλάχιστον ο πόνος, μας κάνει να συνερχόμαστε από την λήθη που έχουμε περιπέσει, παίζοντας ο πόνος το ρόλο ενός πνευματικού ξυπνητηριού το οποίο μας υπενθυμίζει τελικά ότι δεν είμαστε αθάνατοι για αυτή την επίγεια ζωή αλλά για την αιώνια, εκεί που όντως δεν υπάρχει ούτε λύπη ,ούτε πόνος, ούτε στεναγμός αλλά ζωή και κοινωνία μετα του Θεού. Ας μιμηθούμε λοιπόν αδελφοί μου τους Αγίους μας, τους οσίους και ασκητές οι οποίοι πέρασαν, σχεδόν όλοι τους, μία ζωή γεμάτη πόνο, θλίψεις και κακουχίες, χωρίς όμως να απελπιστούν, διότι είχαν παραδοθεί στην Πρόνοια του Θεού η οποία πάντοτε στις δύσκολες στιγμές τους παρηγορούσε και τους προστάτευε.
Ας πιστέψουμε λοιπόν, ας εμπιστευτούμε τον Κύριό μας, ας καταθέσουμε ταπεινά κάθε πόνο και πειρασμό μας στην φιλάνθρωπη καρδιά Του και με λίγο φιλότιμο και πνευματικό αγώνα από μέρους μας να μεταμορφώσουμε και εμείς με την χάρη του Θεού την κάθε μας δοκιμασία την δήθεν φαινομενική κατάρα μας…. σε ευλογία και τον πειρασμό μας σε αρετή, ώστε στο τέλος της επίγειας ζωής μας να εισέλθουμε νικητές στην όντως ζωή μαζί με τους αγίους μας.

Δεν φτάνει δυστυχώς μόνο η καλή διάθεση και ο συναισθηματισμός μας για να αγαπούμε

Δεν φτάνει δυστυχώς μόνο η καλή διάθεση και ο συναισθηματισμός μας για να αγαπούμε


Υπάρχουν αγάπες εγωιστικές, αγάπες τυφλές, αγάπες, που διαφθείρουν και καταστρέφουν, γιατί στο βάθος τους κρύβουν το στοιχείο της φθοράς και της ανθρώπινης ανεπάρκειας, όσο κι αν προβάλλονται ως αγνές και καθαρές κρινόμενες με ανθρώπινα μέτρα. Δεν φτάνει δυστυχώς μόνο η καλή διάθεση και ο συναισθηματισμός μας να αγαπούμε. Στην απόλυτη εκτίμηση της ανθρώπινης αυτάρκειας πέφτουν πολλοί στηριζόμενοι στην αγνότητα των προθέσεών τους, όπως υποστηρίζουν.


Παίρνουμε το παράδειγμα του ισχυρισμού δύο νέων, που έχουν ισχυρότατο το αίσθημα αμοιβαίας αγάπης. Αφού αγαπούμε, λένε, ο ένας τον άλλο, γιατί να ζητήσουμε άλλη βοήθεια; Αυτή η αγάπη μας καθαγιάζει τον δεσμό μας. Η προαίρεσή μας είναι τόσο καθαρή και τόσο αμοιβαία! Το ίδιο περίπου λένε και άλλοι αναφερόμενοι σε άλλους δεσμούς ή σχετικές δραστηριότητες.
Όμως δεν συμφωνεί η πραγματικότητα με αυτούς τους ισχυρισμούς, τους οποίους σύντομα διαψεύδει. Όσο αγνές και αν είναι οι προθέσεις μας, όσο ανιδιοτελής και αν είναι η θέλησή μας για την επιτυχία κάποιου ωραίου και ευγενικού σκοπού, και δεν αμφιβάλλουμε γι’ αυτό, δεν είναι αρκετές αυτές οι διαβεβαιώσεις να προφυλάξουν από την εκλογή λανθασμένου δρόμου, από την υπερεκτίμηση των ανθρώπινων δυνατοτήτων, από τυχόν εκτροχιασμό και κατάληξη από αγάπη σε μη-αγάπη ή, σε αδιαφορία ή ακόμα και μίσος! Πού πήγε η προηγουμένως υποστηριζόμενη αυτάρκειά της; Αυτό δεν καταβοά η θλιβερή πραγματικότητα; Αναφέρω ενδεικτικά τον τρομακτικό αριθμό διαζυγίων και το δράμα των ζευγαριών, που για διάφορους λόγους δεν πραγματοποιούν το διαζύγιο, αλλά έχουν μεταβάλει την οικογένεια σε ξενοδοχείο παραμονής κάτω από κοινή στέγη, ενώ οι καρδιές απέχουν μίλια μακρυά μεταξύ τους. 
Κάποτε όμως αυτά τα ζεύγη ξεκίνησαν με ωραίες προοπτικές και ελπίδες, αλλά με μόνα τα δικά τους εφόδια, για να καταλήξουν πολύ σύντομα ή και με παρέλευση κάποιου χρόνου στο δράμα, που λέγεται καταστροφή μιας οικογένειας με όλες τις τραγικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται. 
Σκοντάφτουν όλες αυτές οι περιπτώσεις στην ανθρώπινη ατέλεια και ανεπάρκεια. Αγάπη αληθινή και διαρκή και ανθεκτική στα χτυπήματα των περιστάσεων, μόνον ο Θεός, που είναι η πηγή της αγάπης, μπορεί και να την εμπνέη διαρκώς, να την τροφοδοτή και να ανανεώνη τη φρεσκάδα της και να την κάνη ικανή να νικάη τον χρόνο και την γήρανση του εξωτερικού άνθρωπου.

Αποσπάσματα από το κείμενο:
 Εμείς και η Αγάπη μας -π. Ευσεβίου Βίττη
πηγή:εδώ

Από αγάπη...

Από αγάπη...


Κάποτε ο αββάς Σιλουανός με τον υποτακτικό του Ζαχαρία έφθασαν σε ένα μοναστήρι. Οι αδελφοί του μοναστηριού, πριν οι δύο επισκέπτες συνεχίσουν το δρόμο τους, από αγάπη και μόνο θέλησαν να τους προσφέρουν λίγο φαγητό.
Αφού έφαγαν, ξεκίνησαν πάλι για τον προορισμό τους. Βαδίζοντας μέσα στην έρημο, ο υποτακτικό είδε μία πηγή με νερό και ρωτάει τον γέροντά του:
-Γέροντα, είναι ευλογημένο να πιω λίγο νερό;
-Παιδί μου Ζαχαρία, σήμερα νηστεύουμε, του απαντά ο γέροντας.
Ο υποτακτικός, σαστισμένος κάπως από την απάντηση του γέροντας , ξαναρωτάει:
-Μα, γέροντα, πριν λίγο δεν φάγαμε στο μοναστήρι;
-Ναι, φάγαμε. Αλλ’ εκεί φάγαμε από αγάπη για τους αδελφούς. Τώρα εμείς θα συνεχίσουμε την νηστεία μας.

Ανιδιοτελής Αγάπη

Ανιδιοτελής Αγάπη


 
Ένας γέροντας έστειλε τον υποτακτικό του στην Αίγυπτο για να φέρει μία καμήλα και μ’ αυτή να μεταφέρουν τα εργόχειρά τους από την σκήτη τους στην Αίγυπτο.
Όταν ο αδελφός έφερε την καμήλα, τον συναντά ένας άλλος γέροντας ασκητής και του λέε:
-Αν ήξερα ότι θα πήγαινες στην Αίγυπτο θα σου έλεγα να φέρεις και για μένα μία καμήλα.
Ο υποτακτικός πηγαίνει στο γέροντά του και λέει τι του είπε ο ασκητής. Ο γέροντας αφού τον άκουσε του είπε:
-Πάρε την καμήλα, πήγαινέ την στον ασκητή και πες του: «Εμείς τακτοποιήσαμε τα πράγματά μας. Πάρε την καμήλα και κάνε και εσύ τη δουλεία σου». Κι ακολούθησέ του  στην Αίγυπτο. Κατόπιν πάρε την καμήλα και φέρε την πάλι πίσω, για να στείλουμε κ’ εμείς στην Αίγυπτο τα δικά μας πράγματα.
Ο υποτακτικός πράγματι έκανε ότι του είπε ο γέροντάς του. Αφού φόρτωσε την καμήλα με τα εργόχειρα του ασκητού, ξεκίνησε μαζί του για την Αίγυπτο. Φτάνοντας στον προορισμό τους ξεφόρτωσαν το ζώο και αφού η αποστολή ολοκληρώθηκε λέει ο υποτακτικός στον ασκητή:
-Εύξαι υπέρ εμού, πάτερ.
-Που πηγαίνεις; τον ρωτάει ο ασκητής.
-Στη σκήτη, για να μεταφέρω και τα δικά μας εργόχειρα, απαντά με ειλικρίνεια ο υποτακτικός.
Τότε ο ασκητής, όταν άκουσε αυτά, κατανύχθηκε και με δάκρυα στα μάτια έβαλε μετάνοια στον υποτακτικό λέγοντας:
-Να με συγχωρέσετε, γιατί η πολύ σας αγάπη έλαβε τον καρπό μου.

Ο γέροντας που σωφρονίστηκε!

Ο γέροντας που σωφρονίστηκε!



Κάποιος από τους γέροντες διηγήθηκε για ένα μέθυσο γέροντα το εξής:
Αυτός ο γέροντας εργαζόταν όλη την ημέρα φτιάχνοντας ψάθες. Το βράδυ πήγαινε στο χωριό, τις πουλούσε και με τα χρήματα αυτά αγόραζε κρασί και έπινε. Ύστερα από καιρό ήρθε κοντά του σαν υποτακτικός ένας αδελφός και έμεινε μαζί του.
Ο υποτακτικός έπλεκε κι αυτός όλη μέρα ψάθες, τις οποίες πουλούσε ο γέροντας. Με τα χρήματα που εισέπρατε κι από τα δύο εργόχειρα, ο γέροντας αγόραζε κρασί και έπινε, φέρνοντας στον υποτακτικό του αργά το βράδυ μόνο λίγο ψωμί. Επί τρία χρόνια συνέβαινε αυτό, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ο υποτακτικός.
 Κάποτε όμως ο υποτακτικός είπε μέσα του: «Να, είμαι εδώ γυμνός και το ψωμί μου το τρώω με μεγάλη στέρηση. Λοιπόν, θα σηκωθώ να φύγω από εδώ». Αλλά πάλι σκέφτηκε: «Και που μπορώ να πάω; Ας καθήσω εδώ που βρίσκομαι, γιατί εγώ για τον Θεό κοινοβιάζω». Αμέσως μετά απ’ αυτές τις σκέψεις εμφανίζεται μπροστά του ένας άγγελος και του λέει:
-Να μην πας πουθενά. Γιατί αύριο θα σε επισκεφθώ.
Την άλλη μέρα ο υποτακτικός παρακάλεσε τον γέροντά του λέγοντας:
-Πάτερ, σήμερα μην πας πουθενά. Γιατί έρχονται οι δικοί μου να με πάρουν.
Όταν όμως ήθρε η ώρα που συνήθιζε ο γέροντας να φεύγει, είπε στον υποτακτικό του:
-Παιδί μου, δεν βλέπω να έρχονται σήμερα οι δικοί σου, έχουν αργήσει...
-Ναι γέροντα, αλλά θα έρθουν οπωσδήποτε.
Και ενώ συζητούσε με το γέροντά του, κοιμήθηκε (αναπαύθηκε στην αιώνια μακαριότητα). Βλέποντας ο γέροντας αυτό το πράγμα άρχισε να κλαίει και να λέει:
-Αλλοίμονο, παιδί μου, γιατί τόσα χρόνια ζω με αμέλεια; Ενώ εσύ, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, έσωσες την ψυχή σου με την υπομονή σου.
Από τότε ο γέροντας σωφρονίστηκε και έγινε δόκιμος.

Πράξη και Προσευχή

Πράξη και Προσευχή


Είπε ο αββάς Μωυσής:
"Εάν δεν συμφωνήσει η πράξη με την προσευχή, είναι χαμένος ο κόπος σου".
Και τον ρώτησε άλλος αδελφός:
"Και τι σημαίνει να συμφωνεί πράξη και προσευχή;"

"Σημαίνει -είπε ο Γέροντας- αυτά για τα οποία προσευχόμαστε να μας απαλλάξει ο Θεός, να μην τα κάνουμε πια.
Γιατί όταν ο άνθρωπος παραιτείται από τα θελήματά του, τότε ο Θεός γίνεται φίλος του και δέχεται την προσευχή του".
Είπε πάλι:
"Για κάθε τι πού θα το υπομείνεις με φιλόσοφη διάθεση, θα βρεις τον καρπό του στην ώρα της προσευχής".
Είπε επίσης:
"Εάν επιθυμείς να προσευχηθείς, όπως πρέπει, μη λυπήσεις καμιά ψυχή, αλλιώς, χαμένος ο κόπος σου".
"Να μη θέλεις οι υποθέσεις σου να προχωρούν, όπως εσύ νομίζεις, αλλά όπως αρέσει στον Θεό. Έτσι θα είσαι ατάραχος και θα ευχαριστείς στην προσευχή σου τον Θεό".
Είπε Γέροντας:
"Όταν ο άνθρωπος προσέχει να μην βλάψει τον πλησίον, τότε ενθαρρύνεται ο λογισμός του ότι η προσευχή του έγινε δεκτή από τον Θεό.
Αν όμως βλάψει τον πλησίον, η προσευχή του γίνεται σιχαμερή και είναι απαράδεκτη.
Γιατί ο στεναγμός του αδικημένου δεν πρόκειται να αφήσει την προσευχή του άδικου ανθρώπου να φθάσει ενώπιον του Θεού".

Υπομονή και ταπείνωση

Υπομονή και ταπείνωση

Κάποιος νέος, που ήταν παιδί ενδόξων γονέων , σπουδαίος κατά κόσμον, πλούσιος και πολύ μορφωμένος, αφού εγκατέλειψε τους γονείς του κι όλη την κοσμική δόξα, αφοσιώθηκε στη μοναχική ζωή.
Μία μέρα, για να δοκιμαστή η πίστη και η ταπεινοφροσύνη του, ο γέροντάς του τον προστάζει, να σηκώσει στον ώμο του δέκα ζεμπίλια και να πάει να τα πουλήσει στη δική του πόλη. Μάλιστα όχι όλα μαζί, αλλά ένα-ένα ξεχωριστά.
Πράγματι, εκείνος με όλη την υπομονή και την ταπείνωση, έκανε ότι τον πρόσταξε ο γέροντάς του. Πήρε στον ώμο τα ζεμπίλια και τα πούλησε ένα-ένα, χωρίς καθόλου να λογαριάσει την ένδοξη καταγωγή του, ούτε την προσβολή που θα του γινόταν από την ταπεινωτική αυτή εργασία. Γιατί φρόντιζε να κάνει τον εαυτό του μιμητή της ταπεινώσεως του Χριστού.