Σάββατο 15 Αυγούστου 2020

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΤΗΤΑ: Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΦΟΒΗΤΡΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ


Λουμπάση Γεωργίου
Φιλολόγου-Γλωσσολόγου

Σήμερα γίνεται εὐρύτατα λόγος γιὰ ἕνα διεθνὲς περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο οἱ λαοὶ τῆς γῆς προσεγγίζουν ὁλοένα καὶ περισσότερο ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἀποβάλλοντας συστατικὰ καὶ γνωρίσματα ποὺ κληροδότησε τὸ παρελθὸν γιὰ τὸν καθένα ξεχωριστά. Μέσα ἀπὸ ἀλλαγὲς οἱ ὁποῖες συντελοῦνται σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς, δημόσιας καὶ ἰδιωτικῆς, προκύπτει βαθμηδὸν ἕνα νέο κράμα κοινωνίας: εἶναι κοινωνία ἀπρόσωπη, χωρὶς συγκεκριμένους προσανατολισμοὺς διαχρονικῆς ἀξίας, δίχως τὴ σφραγίδα τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὄντος λογικοῦ μὲ συνειδητὲς ἐπιλογὲς οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ τῆς ἰδιοσυστασίας λαῶν καὶ ἀτόμων. Εἶναι ὅμως ἡ παγκοσμιοποίηση δεδομένο ἢ μήπως ἐνδεχόμενο;
Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσει κάποιος μὲ διάφορους τρόπους χρησιμοποιώντας μάλιστα πειστικὰ ἐπιχειρήματα. Αὐτὴ ἡ δυνατότητα αἴρεται μόνον ὅταν θελήσουμε νὰ εἰσδύσουμε στὴν οὐσία τοῦ προβλήματος. Μποροῦμε π. χ. νὰ περιγράψουμε μὲ τρόπο ἀκριβῆ ὅσο καὶ γλαφυρὸ τὴ σημερινὴ παγκόσμια κοινωνία ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει πλῆθος ἀγαθῶν, ἔχει στὴν ὑπηρεσία της ἐπιστημονικὰ καὶ τεχνολογικὰ ἐπιτεύγματα ἀσύλληπτα γιὰ τὸν κοινὸ νοῦ μέχρι καὶ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ὁραματίζεται ἕνα κοντινὸ μέλλον στὸ ὁποῖο τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀκατόρθωτο. Εἴμαστε συγχρόνως σὲ θέση νὰ διαπιστώσουμε πὼς στὶς μέρες μας ἔχουν ἀναπτυχθεῖ καὶ διαμορφωθεῖ πάνω στὸν πλανήτη μας δυνάμεις καὶ σχηματισμοὶ ποὺ μποροῦν νὰ ἐπιβάλλουν μιὰ ἄποψη καὶ νὰ παγιώνουν καταστάσεις, νὰ ἀντιμετωπίζουν ἀπειλὲς καὶ νὰ κονιορτοποιοῦν ἀντιπάλους, νὰ περιφρονοῦν κινδύνους καὶ νὰ ὑψώνουν τρόπαια. Ἔχουμε ὅμως πείρα καὶ τῶν δεινῶν ποὺ σωρεύονται: ἀποξένωση τῶν ἀνθρώπων μὲ παράλληλη διάρρηξη τῶν μεταξύ τους σχέσεων, ἀπομάκρυνση ἀπὸ ἀξίες οἱ ὁποῖες ἦταν ἀνέκαθεν σταθερὸς ὁδοδείκτης τῆς ἀνθρωπότητας, καταστροφὴ τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ἐξ αἰτίας τῆς βουλιμίας μὰ καὶ τῆς ἀφροσύνης τῆς ἐποχῆς μας.
Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἀκόμη ποὺ θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ θυμηθεῖ εἶναι πτυχὲς τῆς σημερινῆς παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Ὅμως, ὁ πυρήνας τοῦ θέματος βρίσκεται σὲ ἄλλο σημεῖο: στὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος τείνει νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τὰ ὑπόλοιπα ὄντα, καθὼς χάνει τὰ γνωρίσματά του ὡς ἄνθρωπος, ὡς ὂν μὲ ἀξία ἀνεκτίμητη. Πρόκειται γιὰ πορεία πτώσης καὶ κατάπτωσης, τὴν ὁποία δὲν ἐπιλέγει αὐτοβούλως καὶ ἀσμένως τὸ ἄτομο – θὰ ἦταν παράδοξο νὰ συνέβαινε αὐτό. Σχεδιάζεται, ἐξυφαίνεται καὶ ἐπιβάλλεται ὡς ὁ μόνος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του πάνω στὴ γῆ. Εἶναι ἔργο ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καὶ συμφέρον ἔχουν καὶ τὴν ἀπαιτούμενη δύναμη διαθέτουν γιὰ τὴν ἐπιβολή της. Οἱ ὑπόλοιποι, τὸ μέγα πλῆθος, εἴτε ὡς ἄτομα εἴτε ὡς σύνολα (λαῶν, κοινωνιῶν) πειθαναγκάζονται, ὑποκύπτουν καὶ ἀκολουθοῦν. Παρηγοροῦνται μὲ τὴ σκέψη ἢ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ νέα κατάσταση ποὺ τὴν ὀνόμασαν παγκοσμιοποίηση θὰ φέρει καλύτερες ἡμέρες στὴ ζωή τους. Νιώθουν νὰ εἶναι ἐγκλωβισμένοι, δεσμῶτες χωρὶς δυνατότητα διαφυγῆς ἢ ἄλλης ἐπιλογῆς.
Μιὰ ἁπλῆ ὅμως ὅσο καὶ εὔκολη κίνηση θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἀλλάξει τὴν πορεία τῶν πραγμάτων. Ἐπιστροφὴ στὸ παρελθὸν καὶ ἀναδίφησή του διδάσκει ὅτι στὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄλλοτε εἶχε διαμορφωθεῖ μιὰ κοινωνία παγκόσμια, μὲ χαρακτηριστικὰ τὰ ὁποῖα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, δὲν διέφεραν πολύ ἀπὸ αὐτὰ τῆς ἐποχῆς μας. Ἦταν τότε ποὺ ἡ Ρώμη εἶχε κυριαρχήσει καὶ εἶχε ἐπιβάλει στοὺς κατακτημένους λαοὺς τὸ πρότυπο τῆς ρωμαϊκῆς ζωῆς. Ἦταν ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ ὁ Θεὸς ἐξαπέστειλε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν Μονογενῆ.
Ἡ Ρώμη τότε εἶχε κυριαρχήσει σὲ ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν οἰκουμένη. Η αυτοκρατορία τὴν ὁποία εἶχε συστήσει παρεῖχε στοὺς ὑπηκόυς της τὴν αἴσθηση πλήρους κρατικῆς εὐημερίας. Ἡ ρωμαϊκὴ εἰρήνη (pax romana), ὰποδιδόμενη στὸν αὐτοκράτορα, εἶχε περίπου θεοποιηθεῖ, ἀφοῦ βωμός της στὴν πρωτεύουσα τῆς  αὐτοκρατορίας ὑπενθύμιζε σὲ ὅλους τὸ ἱερὸ χρέος ποὺ εἶχαν. Σὲ ἄλλες πόλεις τοῦ ἀχανοῦς κράτους κυρίαρχα στοιχεῖα ἦταν ἡ μεγαλοπρέπεια καὶ ἡ λαμπρότητα, τὰ ἐπιβλητικὰ σὲ ὄγκο κτήρια, ἡ ρυμοτομία καὶ ὁ φωτισμός, τὰ κέντρα διασκεδάσεως, ἡ ἔντονη πνευματικὴ κίνηση. Ἡ εἰκόνα αὺτὴ τῆς συνολικῆς ὑλικῆς εὐημερίας συμπληρωνόταν μὲ τὴν εὐχαρίστηση τὴν ὁποία αἰσθάνονταν ὡς ἄτομα οἱ ὑπήκοοι τῆς Ρώμης λόγω τῆς εἰρήνης ποὺ εἶχε παγιωθεῖ καὶ τῆς ἀρραγοῦς ἑνότητας τῆς αὐτοκρατορίας.
Κάτω ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐξαιρετικὰ εὐνοϊκὲς συνθῆκες πλοῦτος πολὺς εἶχε κάμει τὴν ἐμφάνισή του. Ὅμως οἱ φτωχοὶ καὶ πολλοὶ ἦσαν καὶ σὲ μεγάλη δυστυχία ζοῦσαν. Ἡ ἀντίθεση μεταξὺ πλουσίων καὶ φτωχῶν ἦταν μεγάλη. Οἱ πρῶτοι ζοῦσαν σὲ πολυτελεῖς κατοικίες, οἱ δεύτεροι ἀντιμετώπιζαν ὀξύτατο πρόβλημα στέγης. Ἡ ἀφθονία τοῦ πλούτου ὁδήγησε στὴν ἐπικράτηση ὑλιστικῶν τάσεων καὶ στὴν ὲπιδίωξη πλουτισμοῦ μὲ κάθε τρόπο – ἀκόμα καὶ μὲ προσευχές. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ οἰκογενειακὸς βίος βρίσκονταν σὲ μεγάλη δοκιμασία. Ὁ γάμος ἦταν κάτι τὸ ἐντελῶς ἀνθρώπινο, χωρὶς ἱερὸ χαρακτήρα, δίχως ἠθικὴ διάσταση. Γιὰ τὴ σύναψή του πρωτεῦον κριτήριο ἦταν τὸ οἰκονομικὸ μέρος καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ ὑπολογισμοί. Ἡ γυναίκα ἦταν σχεδὸν πλήρως χειραφετημένη, εὐρύτατα δὲ κυκλοφοροῦσαν ἑταῖρες. Νομοτελειακὴ συνέπεια εἶχαν ὅλα αὐτὰ τὴν πολυγαμία, τοὺς οἰκογενειακοὺς φόνους, τὴν εὔκολη διάλυση τοῦ γάμου, τὴν ἀνοχὴ πρὸς τὴ μοιχεία, τὴν ἔξαρση τῆς πορνείας, γενικὰ τὴν ἔκλυση τῶν ἠθῶν καὶ τὴ διαφθορά.
Πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἔβλεπαν τὴν κατάσταση καὶ τὴν ἀποδοκίμαζαν. Ἐπεσήμαιναν τοὺς κινδύνους, στηλίτευαν τὴν κατάπτωση, προσπαθοῦσαν νὰ συμβουλεύσουν καὶ νὰ νουθετήσουν. Καὶ ἀξίζει νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ ὅτι ἡ ἐξαχρείωση γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσαν ἦταν τὸ ἄλλο πρόσωπο, ἡ ὀδυνηρὴ πραγματικότητα στὴν ὁποία εἶχε ἐγκλωβίσει τοὺς ἀνθρώπους ἡ παγκόσμια κοινωνία τῆς αὐτοκρατορίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, παρὰ τὸ ὅτι σημαντικοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς καὶ ἀξιωματοῦχοι μὲ κορυφαῖες θέσεις ἦσαν μεταξὺ τῶν ἀνησυχούντων καὶ διαμαρτυρομένων, ἡ φωνή τους ἔμενε ἀσθενικὴ καὶ πάντως ἀναποτελεσματική: ἦταν πολὺ δύσκολο νὰ ἀντισταθοῦν στὴν ἰσοπέδωση ποὺ ἐπιβαλλόταν παντοῦ. Ἡ ἐξάπλωση τῆς ἠθικῆς ἀποσύνθεσης ἦταν ἀδύνατον νὰ ἀνακοπεῖ, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν νὰ προτείνουν μιὰ πορεία διαφορετική, δὲν μποροῦσαν νὰ ὁραματισθοῦν μιὰ κοινωνία ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ  ποὺ ἐπέσειε τὸ παγκόσμιο κράτος τῆς Ρώμης. Δυστυχῶς γιὰ τὴν ἐποχὴ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο γενικότερα, τὸ παράδειγμα τοῦ ἑλληνισμοῦ δὲν εἶχε ἀξιοποιηθεῖ. Δὲν εἶχαν, δηλαδή, συνειδητοποιήσει ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ παγκόσμια κυριαρχία εἶχε λάβει χώρα κυριαρχία τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὄχι ὅμως διὰ τοῦ ξίφους, καθὼς ἐπρόκειτο γιὰ πνευματικοῦ περιεχομένου γεγονός: ἡ ἀκτινοβολία ποὺ ἐξέπεμπαν ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καὶ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ὑπῆρξε καὶ τὸ ὄργανο μέσω τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ ἡ κοινωνία εἶχε γίνει παγκόσμια.
Ὁ λόγος, βεβαίως, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ρωμαϊκὸς κόσμος εἶχε πάρει αὐτὸν τὸ δρόμο δὲν ἦταν τὸ ὅτι οἱ κρατοῦντες τῆς ἐποχῆς ἦσαν ἄλλοι ἀπὸ τοὺς ὁμολόγους των κάποιων ἄλλων ἐποχῶν. Συνοψίζοντας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουμε τὴν κατάπτωση τῆς κοινωνίας στὴν ἔλλειψη πνευματικότητας, στὴν ἀνυπαρξία ἠθικῶν κανόνων καὶ φραγμῶν, στὴν ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων νὰ ἀρθοῦν πάνω ἀπὸ τὰ γήινα καὶ τὰ πρόσκαιρα, στὴν τύφλωση ποὺ τοὺς ἐμπόδιζε νὰ στρέψουν τὸ βλέμμα πρὸς τὸ ἐπέκεινα καὶ νὰ δοῦν ἐκεῖ τὸ φῶς ποὺ θὰ φώτιζε τὴ ζωή τους καὶ τὴν πορεία τους.
Αὐτὸ τὸ φῶς ἦρθε νὰ φέρει στὸν κόσμο μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του ὁ Χριστός. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐπὶ γῆς ἐνσάρκου παρουσίας του δηλώθηκε συμβολικῶς ἡ σχέση του μὲ τὸ φῶς, ἀφοῦ ἄστρο φωτεινὸ ἔλαμψε πάνω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τῆς Βηθλεὲμ καὶ κατηύθυνε τὰ  βήματα τῶν μάγων. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἀργότερα διδάσκοντας τὸ ὑπενθύμισε: φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα. Φῶς ὅμως ποὺ προοριζόταν ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς χώρας στὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ Χριστὸς ἤ, ἔστω, γιὰ τοὺς λαοὺς τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Προοριζόταν γιὰ κάθε ἄνθρωπο ὅπου γῆς – καὶ κάθε ἐποχῆς. Ἡ ἱστορία ἔκτοτε, ὅπως ὁ ἀνθρώπινος νοῦς τὴν ἀντιλαμβάνεται, ἔχει μερισθεῖ σὲ δύο περιοχές, στὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ στὴν μετὰ Χριστόν. Ἐπισημαίνεται ὅμως ὅτι τὸ φῶς τοῦ Κυρίου φωτίζει ὄχι μόνο τὴν μεταχριστιανικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν πρὸ Χριστοῦ περίοδο, ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται ἀσφαλέστερα ὅταν θεωρηθεῖ μέρος τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ.
Σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, γνωρίζουμε καὶ εἴμαστε σὲ θέση νὰ περιγράψουμε τὶς συνέπειες τὶς ὁποῖες εἶχε γιὰ τὴν παγκόσμια ἱστορία τὸ γεγονὸς αὐτό. Τὸ πλαίσιο τὸ εἶχε κατ’  ἀρχὴν ὁρίσει ὁ Συμεών, ὅταν διεμήνυε ὅτι τὸ βρέφος τότε Ἰησοῦς κεῖται … εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Μαζί του ἢ ἐναντίον του συνασπίζονται ἀπὸ τότε οἱ ἄνθρωποι εἴτε γιὰ νὰ τὸν πολεμήσουν, οἱ δεύτεροι, εἴτε γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ἰδεώδη του οἱ πρῶτοι. Εἶναι τῶν ἀνθρώπων ἡ στάση αὐτὴ καὶ ἀντιστοίχως ἡ πρόσληψη τῆς διδασκαλίας του. Διότι ὁ ἴδιος δὲν ἔκαμε ποτὲ καὶ δὲν κάνει μέσω τῆς Ἐκκλησίας του διαχωρισμοὺς μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια. Ὁ λόγος ποὺ εἶπε οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν ὄχι μόνον ἐπαληθεύτηκε πλήρως, ἀλλὰ συντελέσθηκε τάχιστα μὲ τρόπο ποὺ καταπλήσσει, γι’  αὐτὸ καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μὲ δέος παρατηρεῖ: «Σκέψου ὅλα τὰ ἔθνη, Σύρους Κίλικες, Καππαδόκες, Βιθυνούς, ἐκείνους ποὺ κατοικοῦν στὸν Εὔξεινο πόντο, στὴ Θράκη, στὴ Μακεδονία, σ’  ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα, αὐτοὺς ποὺ μένουν σὲ νησιά, ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὴν Ἰταλία, στὶς πρὸς βορρᾶν τοῦ τόπου μας περιοχές, ὅσους βρίσκονται στὰ βρεταννικὰ νησιά, τοὺς Σαυρομάτες, τοὺς Ἰνδούς, ὅσους κατοικοῦν τὴ χώρα τῶν Περσῶν, τὰ ἀμέτρητα ἄλλα γένη καὶ τὶς φυλές, τῶν ὁποίων οὔτε τὰ ὀνόματα γνωρίζουμε. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος σὲ σύντομο χρόνο νὰ περιοδεύσει σὲ τόσο μεγάλο κομμάτι κατοικούμενης γῆς. Καὶ ὅμως μπόρεσε νὰ ἐλευθερώσει ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνο τοὺς Ρωμαίους ἀλλὰ καὶ τοὺς Πέρσες καὶ γενικὰ τοὺς βαρβαρικοὺς λαούς … καὶ σκέψου πόσο μεγάλο ἔργο εἶναι σὲ βραχὺ χρόνο τὴν ὑπὸ τὸν ἥλιο γῆ νὰ γεμίσει μὲ τόσες Ἐκκλησίες, νὰ μεταθέσει τόσων εθνῶν τὴν  πίστη, νὰ μεταπείσει λαούς, νὰ καταλύσει πατροπαράδοτα ἔθιμα, νὰ ξερριζώσει ριζωμένη συνήθεια, τῆς ἡδονῆς τὴν τυραννία καὶ τῆς κακίας τὴ δύναμη σὰν σκόνη νὰ ἀπομακρύνει, καὶ βωμοὺς καὶ ναοὺς καὶ ἀγάλματα καὶ τελετὲς καὶ τὶς ἀσεβεῖς ἑορτὲς καὶ τὴν ἀκάθαρτη κνίσσα σὰν καπνὸ νὰ ἀφανίσει καὶ παντοῦ θυσιαστήρια νὰ ἐγκαθιδρύσει στῶν Ρωμαίων τὴ χώρα καὶ στῶν Περσῶν καὶ στῶν Σκυθῶν, στῶν Μαύρων, στῶν Ἰνδῶν. Ἀλλὰ τί λέγω; Σὲ ὅλες τὶς πρὸς βορρᾶν μας χῶρες, ἀφοῦ τὰ βρεταννικὰ νησιὰ, τὰ νησιὰ μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴ Μεσόγειο, ἀκόμα κι αὐτὰ ποὺ βρίσκονται στὸν ὠκεανὸ ἔνιωσαν τὴ δύναμη τοῦ λόγου του, ἀφοῦ ἀκόμη καὶ ἐκεῖ χτίστηκαν θυσιαστήρια».
Αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ ἦσαν ἀποτέλεσμα τῆς ἐντολῆς πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη. Ἄλλοτε μὲ εἰρηνικὴ διείσδυση, ἄλλοτε μὲ πολεμικὴ τακτική, ὁ Χριστιανισμὸς ἐξαπλώθηκε πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ἀληθεύει πλήρως ὁ λόγος εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. Ἡ διακήρυξη τοῦ Ἰησοῦ οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος καὶ Ἕλλην ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστᾶ κατὰ τρόπο πανηγυρικό. Ἀπὸ τότε, ἐξ ἄλλου, εἶχε ἀρχίσει ἡ πορεία πρὸς τὴ δημιουργία μιᾶς παγκόσμιας κοινότητας, μιᾶς οἰκογένειας ἡ ὁποία μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ἰησοῦ θὰ περιελάμβανε συνδεδεμένους μὲ δεσμοὺς πνευματικοὺς τοὺς πιστούς του, ἕνα μέγα πλῆθος ἀδελφῶν συνηγμένων ὅλων σὲ μία ποίμνη. Ἔξαιρέσεις δὲν ὑπῆρξαν, ἀφοῦ ὁ Θεὸς θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἀποστροφὴ τοῦ λόγου του καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης – καὶ τὰ πρόβατα αὐτὰ ἦσαν οἱ ἐξωχριστιανικοὶ λαοί.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία θεμελιώνεται καὶ ἡ παγκόσμια ἀποστολὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι μνημονεύονται σὲ πλῆθος σημείων στὶς Γραφὲς πάντα τὰ ἔθνη καὶ πάντες οἱ λαοὶ. Προδιαγράφεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ ἡ παγκοσμιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ: κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι. Καὶ ἀπὸ τὸν Ἠσαΐα προσδιορίζεται τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας: ἐπ’  αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσιν (10, 11). Καὶ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ τῶν ἐθνῶν ὁ Χριστιανισμὸς μετουσίωσε σὲ ὑπαρκτὴ καὶ ζῶσα πραγματικότητα στὸ πλαίσιο τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου. Καθὼς δηλαδὴ ἐμφανίστηκε σὲ συγκυρία σὰν αὐτὴ στὴν ὁποία βρισκόταν ἡ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, δὲν περιορίσθηκε στὸ κυρίως ἔργο του ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ ἀφ’  ἑνὸς ἐδήλωσε ρητῶς τὴ διάκριση μεταξὺ ὑλικῶν καὶ πνευματικῶν ἀγαθῶν, προσέδωσε στὸ θεσμὸ τοῦ γάμου κύρος διὰ τῆς εὐλογίας ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξύψωσε τὴ θέση τῆς γυναίκας καὶ τοῦ παιδιοῦ, ἔθεσε ἐπὶ ἄλλης βάσεως τὴ δουλεία καὶ τὴν ἐργασία, ἐστηλίτευσε τὴν ἠθικὴ κατάπτωση, ἀφ’  ἑτέρου συνέδεσε τὴν πορεία του μὲ τὸν Ἑλληνισμὸ τόσο διὰ τῆς ἀποδοχῆς στοιχείων ποὺ δὲν ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὴ διδασκαλία του ὅσο καὶ διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἦταν ἡ παγκόσμια γλώσσα τῆς ἐποχῆς.
Ἐξ ἀρχῆς, δηλαδή, ὁ Χριστιανισμός εἶχε τὸ γνώρισμα τῆς παγκοσμιότητας. Οἱ προφῆτες εἶχαν προαναγγείλει τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ὅμως ὡς ἄρχοντος ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ὁ ὁποῖος θὰ κυριαρχήσει κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν καὶ τὴν ἔρημον(Ζαχαρ. 14, 10). Εἶχαν προεξαγγείλει καὶ τὴν παγκοσμιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ: καὶ ἀποκαλύψει Κύριος τὸν βραχίονα τὸν ἅγιον αὐτοῦ ἐνώπιον πάντων τῶν ἐθνῶν, καὶ ὄψονται πάντα τὰ ἄκρα τῆς γῆς τὴν σωτηρίαν τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν (Ἠσ. 52, 10). ἔρχομαι συναγαγεῖν πάντα τὰ ἔθνη καὶ τὰς γλώσσας, καὶ ἥξουσι καὶ ὄψονται τὴν δόξαν μου (Ἠσ. 66, 18). Ἡ πολυθεΐα θὰ καταπέσει, εἶχαν γράψει,  παραχωρώντας τὴ θέση της στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό: ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ θυμίαμα προσάγεται τῷ ὀνόματί μου καὶ θυσία καθαρά, διότι μέγα τὸ ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσι (Μαλαχ. 1, 11). Ὁ Ἰησοῦς ἐκάλεσε σὲ σωτηρία ὅλους τοὺς ἀνθρώπους: οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’  ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον (Ἰωάν. 3, 16). Ὁ Πέτρος ἀπεκάλυψε ὅτι ἡ σωτηρία ὡς προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ θὰ ἐπεκταθεῖ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅτι τὸ περιεχόμενό της εἶναι ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι τελικὸς σκοπός της εἶναι ἡ καθολικὴ πίστη καὶ ὅτι ὁ Θεὸς πρὸς τοῦτο παρεσκεύασε τὰ ἔθνη. Ὁ δὲ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψη ἐπιτέμνει παρελθὸν καὶ μέλλον λέγοντας: καὶ ἔτεκεν υἱὸν ἄῤῥενα ὃς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τὰ ἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ· καὶ ἡρπάσθη τὸ τέκνον αὐτοῦ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τὸν θρόνον αὐτοῦ (12, 5).
Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀπὸ τὸν θρόνον αὐτοῦ, ὁ ἱδρυτὴς τῆς πίστεώς μας καλεῖ καὶ σήμερα, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, ὅπως θὰ συμβαίνει καὶ στὸ μέλλον, ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι θρησκεία παγκόσμια, ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν ἀποστολή του. Ὑπενθυμίζει τὴ φυσικὴ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπινου γένους, τὸ ὁποῖο δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό. Ὑπενθυμίζει τὴ φυσικὴ ἐπικυριαρχία τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ πάνω σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ δημιουργία μέχρι τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων. Ὑπενθυμίζει καὶ τὸ προαιώνιο σχέδιο τοῦ Πατρὸς Δημιουργοῦ γιὰ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὴν παρακοὴ καὶ τὴν πτώση. Εἶναι δὲ καὶ ὰπόδειξη τῆς υἱοθεσίας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κατ’  αὐτὸν τὸν τρόπο ἔγιναν ἀδελφοί, μέλη τοῦ ἴδιου σώματος, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, φύλου, θρησκεύματος, κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως.
Κατὰ τὴ διαδρομή του μέσα στὸ χρόνο ὁ Χριστιανισμὸς οὐδέποτε ἀπώλεσε τὸ στοιχεῖο τῆς παγκοσμιότητας. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸ παραβλέπουν, ἀκόμη καὶ σήμερα. Ὅσοι ὅμως δὲν ἀρκοῦνται στὰ φαινόμενα ἀλλὰ συνηθίζουν νὰ εἰσδύουν στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων γνωρίζουν ὅτι οἱ δεσμοὶ ποὺ παραμένουν ἰσχυροὶ καὶ ἄθραυστοι εἶναι ὅσοι ἔχουν χαρακτήρα πνευματικό. Ἡ παγκοσμιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι αὐτῆς τῆς τάξεως ἀγαθό. Ὁ παγκόσμιος ἑορτασμὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι μιὰ εὐκαιρία, ἕνα ἐρέθισμα, γιὰ νὰ κάμουν τὸ πρῶτο βῆμα οἱ δύσπιστοι. Διότι, γιὰ νὰ πεισθοῦν, πρέπει ὁ ἑορτασμὸς αὐτὸς νὰ ἀποκτήσει τὸ βάθος ποὺ τοῦ ἁρμόζει καὶ νὰ ἀπαλλαγεῖ  ἀπὸ τὴν κοσμικότητα μὲ τὴν ὁποία τὸν ἔχει περιβάλει ἡ ματαιοδοξία πολλῶν ἀνθρώπων. Τότε, καὶ μόνο τότε, θὰ μπορέσουν ὅλοι νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν ὅτι ἡ παγκοσμιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἀποκλειστικὴ ἀπάντηση στὴν παγκοσμιοποίηση καὶ τῆς ἐποχῆς μας, σ’  αὐτὸ τὸ τεχνητό, ψευδεπίγραφο καὶ ἑπομένως ἐπικίνδυνο κατασκεύασμα ποὺ μάλιστα προβάλλεται συχνὰ καὶ ὡς κατάκτηση τῆς ἀνθρωπότητας. Νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι δὲν εἶναι μιὰ προγραμματικὴ πολιτικὴ ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὴ διαχείριση τῆς ἐπίγειας ζωῆς – κάτι ποὺ ἐπαγγέλλονται ἢ ἐπιδιώκουν ἄλλες παγκόσμιες λεγόμενες θρησκεῖες. Νὰ συνειδητοποιήσουν δηλαδὴ ἐν τέλει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει προσέγγιση ἀνθρώπων καὶ λαῶν μέσω τῆς ἐγκαθιδρύσεως ἑνὸς παγκοσμίου οἰκονομικοῦ συστήματος (τὸ ὁποῖο, πέραν τῶν ἄλλων, θὰ ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῶν ὀλίγων) ἢ διὰ τῆς ἰσχύος τῶν ὅπλων. Καὶ ἀκόμη ὅτι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι προδιαγεγραμμένη, ὅπως ὁ Παῦλος προανήγγειλε: γνωστὸν οὖν ἔστω ὑμῖν ὅτι τοῖς ἔθνεσιν ἀπεστάλη τοῦτο τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ καὶ ἀκούσονται (Πράξ. 28,28) .

ΜΕ ΤΟ «ΑΡΝΙΟΝ» Ή ΜΕ ΤΟ «ΘΗΡΙΟΝ» Μέ τήν Ἀποκάλυψη τῆς Ἀληθείας ἤ τήν συγκάλυψή της; Τοῦ πρωτ. Ἰωάννου Κ. Φωτοπούλου ἐφημερίου Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ἀττικῆς



Ἀπάντηση στίς ἀπορίες καί στίς συγκεχυμένες τοποθετήσεις
τοῦ  π. Βασιλείου Βολουδάκη
σχετικά μέ τήν ἐσχατολογική διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς,
τῶν Ἁγίων Πατέρων καί τή στάση τοῦ «ὄχλου τῶν θρησκευομένων ἀνθρώπων».

Δημοσίευσε ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Βολουδάκης στό φύλλο τῆς 14 Ἰανουαρίου 2011 τῆς ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος» κείμενο μέ τίτλο : «Σύ εἶ ὀ ἐρχόμενος ἤ ἕτερον προσδοκῶμεν;» καί ὑπότιτλο : «Ἐμεῖς περιμένουμε τόν Χριστόν ἤ τόν Ἀντίχριστον;» Γιά τούς καλούς ἀναγνῶστες πρέπει νά ποῦμε ὅτι ἀνέκαθεν ὁ π. Βασίλειος μαζί μέ μερικούς ἄλλους κληρικούς ἀντιδροῦν κατά τῆς διδασκαλίας τῆς Ἱερᾶς ἀποκαλύψεως τῆς διδασκαλίας τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῆς διδαχῆς τοῦ π. Παΐσίου περί τοῦ Ἀντιχρίστου, τοῦ ἀριθμοῦ καί τῆς σφραγίδας του. Ἀκολουθοῦν τό δικό τους δρόμο ξέχωρα ἀπό τή συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.  Ἐπειδή στό ἐν λόγῳ κείμενο ὁ π. Βασίλειος ἐκφράζει ἀπορίες καί ἐμφανίζει μιά σχετική σύγχυση σχετικά μέ τήν ἐσχατολογική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀπαντοῦμε στά ἐρωτήματα καί τίς ἐνστάσεις του.
.  Στό πρῶτο ζήτημα (ἄν περιμένουμε τόν Χριστό ἤ τόν Ἀντίχριστο) ἀπαντοῦμε ἐκ μέρους τοῦ «ὄχλου τῶν θρησκευομένων ἀνθρώπων», ὅπως ἀποκαλεῖ τούς ἀνησυχοῦντας χριστιανούς, ὅτι βεβαίως τόν Χριστό ἀναμένουμε. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ ἐλπίδα μας. Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή, ὅπως ὁμιλεῖ περί τοῦ Διαβόλου καί τῆς πονηρίας του· ὅπως μᾶς προετοιμάζει καί μᾶς προειδοποιεῖ γιά τά τεχνάσματά του, ἔτσι μᾶς ὁμιλεῖ καί περί τοῦ Ἀντιχρίστου.  Ὁ Ἀπ. Παῦλος στήν ἀνησυχία τῶν χριστιανῶν γιά τήν ἔλευση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου δέν ἀπαντᾶ καθησυχαστικά, οὔτε «φασκιώνει τά πνευματικά του παιδιά» (π. Παΐσιος) μέ ψευδοπνευματικές συμβουλές ἀλλά τί τούς λέει ;  «μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατά μηδένα τρόπον·  ὅτι ἐάν μή ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καί ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καί ὑπεραιρόμενος ἐπί πάντα θεόν ἤ σέβασμα, ὥστε αὐτόν εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ καθίσαι ἀποδεικνύντα ἑαυτόν ὅτι ἐστί Θεός…» (Β΄Θεσ. β΄3 – 4).  Μετάφραση : «Ἄς μή σᾶς ἐξαπατήσει κανείς κατά κανένα τρόπο, διότι δέν θά ἔλθει ἡ Ἡμέρα ἐκείνη [τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου], ἐάν δέν ἔλθει πρῶτα ἡ ἀποστασία καί φανερωθεῖ ὀ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ ὁποῖος ἐπαναστατεῖ καί σηκώνει τό κεφάλι ἐναντίον κάθε ὄντος πού λέγεται Θεός ἤ λατρεύεται, ὥστε νά καθίσει σάν Θεός εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἀξίωση ὅτι εἶναι αὐτός Θεός».  Δηλαδή ἀνησυχοῦν οἱ χριστιανοί γιά τή Δευτέρα Παρουσία καί ὁ Ἀπόστολος τούς ὁμιλεῖ περί τοῦ Ἀντιχρίστου!   Καί βέβαια δέν τούς τρομοκρατεῖ ἀλλά τούς προετοιμάζει- μ ᾶ ς προετοιμάζει – γι’ αὐτή τή δυσάρεστη κατάσταση.
. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὁμιλεῖ στό Εὐαγγέλιο  γιά τόν Ἀντίχριστο, «τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, ἑστώς ἐν τόπῳ ἁγίῳ» (Ματθ. κδ΄15, Μαρκ. ιγ΄14 ) γιά Κάποιον Ἄλλο πού θά ἔλθει καί θά τόν πιστεύσουν οἱ ἄνθρωποι: «ἐάν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε»(Ἰω. ε΄43).   Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁμιλεῖ ρητῶς περί τοῦ Ἀντιχρίστου : «Παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καί καθώς ἀκούσατε (αὐτό σημαίνει τήν «ἄνωθεν πληροφορία» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος) ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται» (Α΄ Ἰω. β΄ 18) καί βεβαίως ἡ Ἱερά Ἀποκάλυψις συνεχῶς ὁμιλεῖ γιά τό «θηρίον» (π.χ. Ἀποκ. ια΄ 7, ιγ΄ 1 ,2,4 , 14 -18) γιά τόν «ἀριθμόν» καί τό «χάραγμα (ιγ΄18, ιδ΄9-11, ιϛ΄2 , ιθ΄20, κ΄4). Ὅλα αὐτά γράφονται γιά νά προειδοποιήσουν τούς χριστιανούς γιά τά ἐπερχόμενα δεινά καί νά τούς κρατοῦν σέ ἐγρήγορση καί «καλή ἀνησυχία» γιά νά μήν πλανηθοῦν ἀπό κάποιον πολύ ὄμορφο, γλυκό, ἤμερο καί ταπεινό ἀπατεῶνα πού θά ζητήσει νά πάρει τή θέση τοῦ Χριστοῦ . Ὁ π. Παΐσιος μέ τόν ἀποφατικό αὐτό ὅρο τά λέει ὅλα. Καί «ἀνησυχία» πρέπει νά ἔχουμε καί «καλή» πρέπει νά εἶναι αὐτή. Δηλαδή καί γνώση τῆς πνευματικῆς ἀναρχίας καί ἀποστασίας νά ἔχουμε- νά μή ζοῦμε στή «γυάλα» μιᾶς δῆθεν πνευματικῆς ζωῆς κλεισμένοι σέ ψευδαισθήσεις- καί τό ἐνδεχόμενο τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἀντιχρίστου νά μᾶς κάμει νά ζοῦμε πνευματικά, προσεκτικά, μέ νήψη, ὀρθή πίστη καί κατά Χριστόν ζωή.
. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ὁμιλώντας περί ἀντιχρίστου δημιουργοῦν φόβο, πανικό καί ἀπελπισία.  Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή ὑπάρχουν ὑπερβολές θά πρέπει νά κλείνουμε στρουθοκαμηλικά τά μάτια μας μπροστά στό Εὐαγγέλιο καί στά συνεχῶς ἐξαπλούμενα «σημεῖα τῶν καιρῶν» γιά νά ζοῦμε βολικά καί εὐχάριστα.  Εἶναι βλάσφημο νά χλευάζουμε εὐθέως ἤ νά περιφρονοῦμε πλαγίως τήν Ἱερά Ἀποκάλυψη – ὁ π. Βασίλειος δέν κάνει οὔτε μιά ἀναφορά στά ἐσχατολογικά χωρία τῆς ἁγίας Γραφῆς. Δέν θά ἐφαρμόσουμε τό λαϊκό ρητό …«πονάει κεφάλι-κόψε κεφάλι».  Θά διδάξουμε τόν λαό μας τήν ἀλήθεια καί θά ἐμπνεύσουμε τήν πίστη, τήν προσκόλληση στόν Κύριο καί τήν ἀδιάλειπτη προσευχή.
.  Ἄρα: α΄ ἀπάντηση-συμπέρασμα. Τόν Χριστόν προσδοκοῦμε καί προσέχοντας τήν Ἁγία Γραφή ὁπλιζόμαστε πνευματικά ὥστε μπροστά στίς ἀντίχριστες προκλήσεις νά ἐπιμείνουμε «τῇ πίστει τεθεμελιωμένοι καί ἑδραῖοι καί μή μετακινούμενοι ἀπό τῆς ἐλπίδος τοῦ Εὐαγγελίου» ( Κολ. Α΄23).
. Στό δεύτερο ζήτημα («Ποτέ στό παρελθόν της ἡ Ἐκκλησία δέν ἀσχολήθηκε μέ τόν Ἀντίχριστο») ἀπαντοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία διά τῶν ἁγίων Πατέρων ἀσχολήθηκε μέ τόν Ἀντίχριστο καί μάλιστα μερικοί ἐκ τῶν Πατέρων στίς συγγραφές τους ἀσχολήθηκαν ἐκτενῶς.  Καί βέβαια δέν θά μποροῦσαν νά κάμουν ἀλλιῶς, ἀφοῦ ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός καί οἱ Ἅγιοι ἀπόστολοι «ἀσχολήθηκαν».  Ἔχουμε και λέμε : Ἅγιος Ἱππόλυτος Ρώμης, («Περί Χριστοῦ καί Ἀντιχρίστου»,), Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων( ἐκτενῶς στήν «ΙΕ΄ Κατήχηση Φωτιζομένων»), Ἅγιος Ἀνδρέας Καισαρείας («Ἑρμηνεία εἰς τήν Ἀποκάλυψιν»), Ἀρέθας Καισαρείας («Ὑπόμνημα εἰς τήν Ἀποκάλυψιν»), ἅγιος Εἰρηναῖος («Ἐλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως»), ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος (στήν ἑρμηνεία τῆς Β΄ ἐπιστολῆς πρός Θεσσαλονικεῖς), «Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος (Λόγος εἰς τήν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου καί περί συντελείας καί εἰς τήν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου»), ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός («Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως), ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στίς Διδαχές του.  Νομίζω, αὐτοί οἱ Πατέρες εἶναι ἀρκετοί γιά νά δώσουμε τή β΄ ἀπάντηση-συμπέρασμα: Ἡ Ἐκκλησία μας διά τῶν Ἁγίων Θεοφόρων Πατέρων της, ὡς φιλόστοργη μητέρα μέσα στά πλαίσια τῆς ποιμαντικῆς της φροντίδας ἀσχολήθηκε ἐπαρκῶς μέ τόν Ἀντίχριστο καί δίδαξε τούς πιστούς γιά νά προφυλαχθοῦν ἀπό τίς παγίδες του καί νά μήν τόν δεχθοῦν ἀντί τοῦ Χριστοῦ.
.  Στό τρίτο ζήτημα-τοποθέτηση  τοῦ π. Βασιλείου, ὁ ὀποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι «ποτέ ἄλλοτε οἱ χριστιανοί δέν εἶχαν στραμμένη τήν προσοχή τους σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου, στό πῶς θά προστατευθοῦν ἀπό τόν Ἀντίχριστο» ἀπαντοῦμε ὅτι κατ’ ἀρχάς οἱ χριστιανοί δέν ἔχουν σάν ἀποκλειστικό τους ἐνδιαφέρον τήν προστασία τους ἀπό τόν Ἀντίχριστο.  Ζοῦν τό κατά δύναμη τήν ἐν Χριστῷ ζωή, ἀλλά εἶναι γεγονός ὅτι τούς ἀπασχολεῖ τό θέμα τοῦ Ἀντιχρίστου περισσότερο ἀπό παλιά.  Κι αὐτό γιατί α) βλέπουν τήν πρωτοφανῆ ἀποστασία ὡς σημεῖο τῶν ἐσχάτων: π.χ. πλῆθος ἱερέων ἀμνηστεύει ὡς «παρωνυχίδες»τά σαρκικά ἁμαρτήματα·  Πατριάρχες καί ἐπίσκοποι συναγελάζονται συμπροσεύχονται καί συλλειτουργοῦν μέ κάθε αἱρετικό ·  φωτογραφίζονται καί ἀπολαμβάνουν τήν ἐπικοινωνία μέ παπαδίνες δηλωμένες λεσβίες καί κληρικούς ἐγνωσμένους γκέϊ· ἀνάβουν καντήλια καί κεριά σέ διαθρησκειακές φατρίες· ἠ ὁμοφυλοφιλία, γιά μοναδική φορά στήν παγκόσμια ἱστορία ἀνακηρύσσεται μιά καλή ἐπιλογή, γίνονται «γάμοι» ὁμοφυλοφίλων.   β) ὅπως ἐπεσήμανε φίλος μου ἱερεύς μέχρι πρίν 40 χρόνια δέν ἀκουγόταν καί δέν βλεπόταν πουθενά ὁ δυσώνυμος ἀριθμός 666. Ξαφνικά ἄρχισε ὁ ἀριθμός αὐτός νά ἁπλώνεται παντοῦ.
.  γ΄ ἀπάντηση-συμπέρασμα : Οἱ χριστιανοί ἀνησυχοῦν καί ἀγρυπνοῦν μέ τήν «καλή ἀνησυχία» σχετικά μέ τόν ἀντίχριστο α) γιατί αὐξάνουν τά σημεῖα τῶν καιρῶν, δηλ. ἡ ἀποστασία ἀπό τήν πίστη, τήν ἐν Χριστῷ ζωή καί τή στοιχειώδη ἠθική καί β) γιατί προκλητικά καί καταιγιστικά ἐμφανίζεται παντοῦ ὁ δυσώνυμος ἀριθμός 666.
.  Στήν τετάρτη τοποθέτηση- ἐρώτηση  τοῦ π. Βασιλείου, σχετικά μέ τόν δυσώνυμο ἀριθμό 666 ὑπάρχει  μιά σύγχυση πού ἐκφράζεται μέ τίς φράσεις : «Ὁ Ἀντίχριστος δέν εἶναι ἕνας ἀριθμός. Ἄν ἦταν, τότε καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος …καί οἱ μαθητές του θά κυνηγοῦσαν ἕναν ἀριθμό….. Δέν θά ἦταν ..φυσικό ἄν ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νά ἀνησυχήσουμε γιά τόν ἀριθμό – φόβητρο καί τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου, νά ἀνησυχήσουν πρῶτα οἱ Χριστιανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης;».
. Ἀπαντοῦμε στήν ἀπορία του. α) Ἀσφαλῶς ποτέ δέν ἰσχυρίσθηκε κανείς ὅτι ὁ Ἀντίχριστος  εἶναι ἕνας ἀριθμός -τί φοβερή σύγχυση! – ἀλλά, ὅπως γράφει ἡ Ἀποκάλυψις, ὁ δυσώνυμος 666 εἶναι ὁ ἀριθμός τοῦ ὀνόματός του τόν ὁποῖο ὁ Ἀντίχριστος, τό «θηρίον», θέλει νά χρησιμοποιήσουμε σέ ἔνδειξη ὑποταγῆς σ’αὐτόν κατά τίς συναλλαγές μας  καί τόν ὁποῖο θέλει νά χαράξει στό μέτωπο ἤ στο χέρι μας. Προσθέτοντας τούς ἀριθμούς πού ἀντιστοιχοῦν σέ κάθε γράμμα τοῦ ὀνόματός του, σύμφωνα μέ τήν ἀρχαιοελληνική ἀρίθμηση, σχηματίζεται ὁ ἀριθμός 666.  Εἶναι ὁ «ἀριθμός τοῦ θηρίου»(Ἀποκ. 13, 18). Π.χ.  ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ :  Β=2, Ε=5, Ν=50, Ε=5, Δ=4, Ι=10, Κ=20, Τ==300, Ο=70 Σ=200 , Ἄθροιση :  2+5+50+5+4+10+20+300+70+200= 666.  Αὐτός λοιπόν ὁ ἀριθμός, ὄχι ὅταν εἶναι τυχαῖα βαλμένος στίς σελίδες τῶν βιβλίων, στίς πινακίδες τῶν αὐτοκινήτων, ἤ σάν ἀριθμός καταχωρίσεως στά πρωτόκολλα τῶν ὑπηρεσιῶν κλπ., ἀλλά σκοπίμως πάνω στά πράγματα πού ἀγοράζουμε ἤ -Θεός φυλάξοι ! – στό μέτωπο ἤ τό χέρι μας δηλώνει τήν ἐξουσία τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶναι τό σύμβολο τῆς δύναμής του, ἡ σφραγίδα πάνω σέ ὅ, τι ἐξουσιάζει ἤ νομίζει ὅτι ἐξουσιάζει.    Τά πράγματα ἐν προκειμένῳ εἶναι ἁπλᾶ. Γι’ αὐτό καί οἱ κατά καιρούς σοφιστεῖες καί ἀλχημεῖες, οἱ στρουθοκαμηλικές φοβίες τῶν σημερινῶν παραχαρακτῶν τῆς Ἱερᾶς Ἀποκαλύψεως εἶναι ἀνίσχυρες μπροστά στήν προφανῆ , ἀκόμη καί γιά τά μικρά παιδιά, ἀλήθεια τῆς Ἀποκαλύψεως. β)  Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί δέν ἀνησυχοῦσαν γιά τόν δυσώνυμο ἀριθμό, διότι δέν τόν ἔβλεπαν στήν καθημερινότητά τους. Γράφει ὁ Ἀρέθας Καισαρείας (10ς αἰώνας) γιά τούς ἐσχάτους καιρούς-ἐκπληκτικό!: «καί ἔγινε ἀντικείμενο φροντίδας νά διαδοθεῖ παντοῦ ὁ ἀριθμός τοῦ ὀνόματος τοῦ θηρίου, καί στίς πωλήσεις καί στίς ἀγορές γιά νά πεθάνει ἀπό ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων αὐτός πού δέν φέρει πάνω του τόν ἀριθμό».  Αὐτό λοιπόν, ἡ ὐπερβολική διάδοση τοῦ ἀριθμοῦ,  γίνεται στίς μέρες μας. Πάνω σέ προϊόντα, πάνω στά ροῦχα, στούς δίσκους Ρόκ μουσικῆς, μέσα στήν αἴθουσα τοῦ ΟΗΕ, στόν λογότυπο, τό σῆμα τοῦ πείραματος CERN.  Ἀκόμη καί κατά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα ἦταν σαφής ἡ παρουσία τοῦ δυσωνύμου ἀριθμοῦ.  Συναντήθηκαν 6 ἐπίσκοποι ὀρθόδοξοι, 6 καρδινάλιοι καί 6 πολιτικοί.  Μπορεῖ κανείς λογικός ἄνθρωπος σ’αὐτή τήν πρόκληση νά μένει ἀδιάφορος, ὅταν ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ  Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου ρητῶς ἀναφέρεται σ’ αὐτόν τόν ἀριθμό;  Δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά μένει ἀδιάφορος, ὅπως ἀκριβῶς προτρέπει τούς χριστιανούς ἡ ὑπ’ἀριθ. 2626 /7- 4 -/97 Ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος : «… ὁ ἀριθμός 666, ἀπό τήν ἀναφορά του στήν Ἀποκάλυψη, εἶναι καθιερωμένος σάν ὁ ἀριθμός τοῦ Ἀντιχρίστου.  Καί συνεπῶς δέν εἶναι δυνατό ὁ Χριστιανός νά ἀδιαφορεῖ γιά τήν ἠθελημένη  καί συστηματική εἰσαγωγή αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ στή ζωή του· καί ἐν προκειμένῳ στή ζωή τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους…».
. Μετά τίς ἀνωτέρω ἐξηγήσεις νομίζουμε ὅτι τό «κυνηγητό» τοῦ ἀριθμοῦ δέν τό κάμουν οἱ χριστιανοί.  Ἀντιθέτως τά ἀντίχριστα ὄργανα τῆς Νέας Τάξεως Πραγμάτων πού τόν ὑπηρετοῦν, κυνηγοῦν καί ἀπειλοῦν τούς Χριστιανούς γιά νά ἐπιβάλλουν στήν καθημερινότητα καί, εἰ δυνατόν στό σῶμα τους τόν δυσώνυμο ἀριθμό.
. Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀμφισβήτηση τοῦ π. Βασιλείου κατά πόσον στό γραμμωτό κώδικα ὑπάρχει ὁ δυσώνυμος 666, καί ἄν γενικά ἡ  ἠλεκτρονική διακυβέρνηση σχετίζεται μέ τόν ἀριθμό αὐτό θά ἀρκοῦσε ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα – ἄν ὁ 666 ὑπάρχει στό γραμμωτό κώδικα- πού ἔγινε στόν ἴδιο τόν ἐφευρέτη τοῦ barcode  George Laurer, ὅπως εἶναι καταγεγραμμένη στό διαδίκτυο: «ναί, ὑπάρχει, ἀλλά εἶναι μιά σύμπτωση»!  Ὑπάρχει ἐπίσης ἡ σχετική ἀποδεικτική μελέτη τοῦ μοναχοῦ Προδρόμου Γρηγοριάτου, ἠλεκτρολόγου μηχανικοῦ.
.  δ΄ ἀπάντηση-συμπέρασμα: Ὁ Ἀντίχριστος δέν εἶναι ἀριθμός.  Ὁ ἀριθμός 666 εἶναι ὁ ἀριθμός τοῦ «θηρίου», σύμβολο τῆς ἐξουσίας του καί σφραγίδα πάνω στούς δούλους του. Δέν κυνηγοῦμε τόν ἀριθμό, δέν τόν ἀναζητοῦμε, ἀλλά δέν μποροῦμε καί νά μένουμε ἀδιάφοροι στήν προσπάθεια νά ἐπιβληθεῖ στή ζωή μας.  Ἡ ἀναγραφή του στό barcode εἶναι ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένη.
. Πέμπτη συγκεχυμένη τοποθέτηση τοῦ π. Βασιλείου : Λέει ὅτι εἶναι λάθος «νά πιστεύουμε πώς αὐτός [ ὁ Σατανᾶς] πού δέν ἔχει ἐξουσία οὔτε στά γουρούνια νά εἰσέλθη χωρίς τήν ἄδεια τοῦ Χριστοῦ, ὅτι μπορεῖ νά κυριαρχήσει πάνω στούς ἀνθρώπους-χωρίς αὐτοί νά γίνουν ψυχικά γουρούνια- καί νά τούς κάνει δικούς του (αὐτό εἶναι τό Χαραγμα) μόνο καί μόνο ἐπειδή αὐτοί ἔλαβαν ἀπό τήν Πολιτεία τά κρατικά ἔγγραφα, ὅπως ἔκαναν μέχρι σήμερα, ἐνῷ μέσα στά ἔγγραφα αὐτά ὑπάρχει κρυμμένος ἀριθμός…» κλπ. κλπ.
. Ἀπαντοῦμε καί ἐξηγοῦμε: Ὁ Χριστός δίνει ἄδεια νά κυριαρχήσει ὁ Σατανᾶς- ἄν καί ἐδῶ ὁμιλοῦμε περί τοῦ Χαράγματος τοῦ Ἀντιχρίστου, ὄχι τοῦ Σατανᾶ- στόν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο ἄν παραδοθεῖ στήν ἁμαρτία, ἀλλά καί ἄν παραδοθεῖ σ΄αὐτόν (δηλ. τόν Σατανᾶ) ἤ ἐν προκειμένῳ στό καλλίτερο «παιδί»του, τόν Ἀντίχριστο, ἀρνούμενος τόν Χριστό καί προσκυνώντας καί ἀποδεχόμενος τό σύμβολό Του.
. Ἰδού τί γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψη : «Καί ἄλλος ἄγγελος τρίτος ἠκολούθησεν αὐτοῖς λέγων ἐν φωνῇ μεγάλῃ · εἴ τις προσκυνεῖ τό θηρίον καί τήν εἰκόνα αὐτοῦ καί λαμβάνει χάραγμα ἐπί τοῦ μετώπου αὐτοῦ ἤ ἐπί τήν χεῖρα αὐτοῦ καί αὐτός…βασανισθήσεται ἐν πυρί καί θείῳ ἐνώπιον τῶν ἁγίων ἀγγέλων καί ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου…καί οὐκ ἔχουσιν ἀνάπαυσιν ἡμέρας καί νύκτας οἱ προσκυνοῦντες τό θηρίον καί τήν εἰκόνα αὐτοῦ καί εἴ τις λαμβάνει τό χάραγμα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ» (Ἀποκ. ιδ´, 9-12). Μετάφραση : «καί ἄλλος ἄγγελος, τρίτος τούς ἀκολούθησε καί ἔλεγε μέ φωνήν δυνατήν, ʺὅποιος προσκυνεῖ τό θηρίον καί τήν εἰκόνα του καί ἔχει τό σημάδι χαραγμένο εἰς τό μέτωπόν του ἤ στό χέρι του…θά βασανισθεῖ μέ φωτιά καί θειάφι ἐμπρός στούς ἁγίους ἀγγέλους καί ἐμπρός στό Ἀρνίο…καί δέν θά ἔχουν ἀνάπαυση ἡμέρα καί νύχτα, ὅσοι προσκυνοῦν τό θηρίο καί τήν εἰκόνα του  καί ὅποιος ἔχει τό χαραγμένο σημάδι τοῦ ὀνόματός του». Λοιπόν μέ τήν ἄδεια τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά κυριαρχήσει ὀ ἀντίχριστος σέ ὅποιον τό προσκυνεῖ καί σέ ὅποιον δέχεται τό χάραγμά του.
. Ὅσον ἀφορᾶ στά «κρατικά ἔγγραφα», τί θά ἔλεγε ὁ π. Βασίλειος -γιά νά θυμηθοῦμε τόν π. Παΐσιο- γιά τούς ἀρνητές τῶν πρώτων αἰώνων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι χωρίς νά προσκυνήσουν τά εἴδωλα ἐξασφάλιζαν, ἔναντι χρημάτων, ἕνα χαρτί – «κρατικό ἔγγραφο» πού βεβαίωνε ὅτι τά προσκύνησαν κι ἔτσι ἔμεναν ἀνενόχλητοι;  Πουθενά δέν ἐμφανίζονταν, δέν προσκυνοῦσαν τά εἴδωλα, δέν θυσίαζαν, δέν ἀρνοῦνταν τόν Χριστό, καί ὅμως ἡ Ἐκκλησία αὐτό τό… «χαρτάκι» τό θεώρησε ἄρνηση. Ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τήν Καρτα τοῦ Πολίτη.  Μέ τό δυσώνυμο ἀριθμό τοῦ βδελυκτοῦ «θηρίου» ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη δέν εἶναι ἁπλό κρατικό ἔγγραφο, ἀλλά δεῖγμα ὑποταγῆς στόν ἀντίχριστο, σημεῖο ἀποδοχῆς τῆς ἐξουσίας του.  Καί γι’ αὐτό συνιστᾶ «πτώση», κατά τόν γέροντα Παΐσιο.
. ε΄  ἀπάντηση – συμπέρασμα:  Ὁ σατανᾶς καί ὁ ἀντίχριστος ἔχουν ἐξουσία, κατά θεία παραχώρηση, νά κυριαρχοῦν πάνω στούς ἀνθρώπους, ὄχι μόνο ἄν ἁμαρτάνουν, ἀλλά κι ἄν δειλιάσουν καί δεχθοῦν τό χάραγμα, δηλ. τό ὄνομα ἤ τόν ἀριθμό τοῦ ὀνόματός τοῦ ἀντιχρίστου. Ὁ ίσχυρισμός ὅτι ἡ ἀναγραφή τοῦ δυσώνυμου ἀριθμοῦ σέ ἕνα ἔγγραφο μέ τό ὁποῖο ταυτοποιοῦμαι καί ρυθμίζω ὅλη τήν καθημερινότητά μου (συναλλαγές, εἴσπραξη μισθῶν, παροχές ὑγείας, διαβατήριο, ἐκλ. βιβλιάριο, διόδια κλπ. κλπ.) δέν ἀποτελεῖ πρόβλημα, ἀποτελεῖ εὐτελῆ σοφιστεία. Ὅποιος  χρησιμοποιεῖ αὐτό τό ἔγγραφο-ἠλεκτρονική ταυτότητα καί μάλιστα ἐν γνώσει του, σέ κάθε χρήση τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ κάμει μιά…μετάνοια καί προσκυνεῖ τό «θηρίο», στό ὁποῖο ἀπό δειλία  παραχωρεῖ τήν ἐλευθερία του καί δέχεται τόν ἀριθμό του γιά νά ἐπιβιώσει.  Δείχνει ἀπιστία στήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί βέβαια γιά νά μιλήσουμε μέ τά λόγια τοῦ π. Βασιλείου, στήν περίπτωση αὐτή  «δέν ζοῦμε τόν Χριστό, δέν προσδοκοῦμε τήν Βασιλεία Του καί γι’ αὐτό δέν ρυθμίζουμε τή ζωή μας σύμφωνα μ΄Αὐτόν».  Ἄν προσδοκοῦμε τή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δέν ὑποτασσόμαστε στόν ἐχθρό μας, τόν ἀντίχριστο, δέν ρυθμίζουμε τή ζωή μας μέ τά κριτήρια τῆς ἐπιβιώσεως, δέν παίρνουμε τόν ἀριθμό τοῦ θηρίου, οὔτε στό χέρι, οὔτε στό μέτωπο οὔτε στήν ταυτότητά μας, ἀλλά τόν ἀρνούμαστε καί ὑπομένουμε ὅλα τά παθήματα γιά νά συνδοξασθοῦμε μέ τόν Χριστό.
.  Ἕκτη συγκεχυμένη τοποθέτηση τοῦ π. Βασιλείου.  Γράφει :  «Τό θέμα δέν πρέπει νά εἶναι οἱ πωλήσεις καί οἱ ἀγορές, ἀλλά τό τί εἴδους πνεῦμα ʺ πουλᾶμε ʺ καί τό τί εἴδους πνεῦμα ʺἀγοράζουμεʺ (sic). Ὁ Θεός μᾶς εἶπε μέ τόν ἅγιο Παῦλο νά δοκιμάζουμε τά πνεύματα ἄν εἶναι ἀπό τόν Θεό ἤ ἀπό τόν Διάβολο».  Ἐδῶ ἀπαντοῦμε ὡς ἐξῆς. Ὁ π. Βασίλειος κάνει μιά φανερά ἀτυχῆ ἀλληγορική ἑρμηνεία  τῶν στίχων 16-17 τοῦ 13ου κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως, πού γράφει σέ μετάφραση: «καί ὑποχρέωσε ὅλους, μικρούς καί μεγάλους, πλούσιους καί πτωχούς, ἐλεύθερους καί δούλους, νά ἔχουν ἕνα σημάδι χαραγμένο στό δεξί τους χέρι ἤ στό μέτωπό τους, ὥστε νά μήν μπορεῖ κανείς νά ἀγοράσει ἤ νά πωλήσει παρά ἐκεῖνος πού ἔχει τό χαραγμένο σημάδι, δηλ. τό ὄνομα τοῦ θηρίου, ἤ τόν ἀριθμό τοῦ ὀνόματός του».
. Εἶναι σαφές ἀπό τό κείμενο ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής ὁμιλεῖ κυριολεκτικά γιά ἀγορές καί πωλήσεις. Δηλ. τά ὄργανα τοῦ Ἀντιχρίστου θά προσπαθήσουν μέ τήν ἀπειλή τοῦ ἀποκλεισμοῦ καί τῆς πείνας, νά ὑποτάξουν στόν Ἀντίχριστο κάθε ἄνθρωπο καί νά τόν ἀναγκάσουν νά δεχθεῖ τή ρυπαρή σφραγίδα του.  Γράφει καί ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρο: «προσέχετε ἀδελφοί μου, τήν ὑπερβολή τοῦ θηρίου· διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας.  Ἄρχεται ἀπό τήν γαστέρα · ἵνα ὅταν τις  στενοχωρηθεῖ μή ἔχων φαγητά, ἀναγκασθεῖ νά λάβει τήν σφραγίδα ἐκείνου» (Ἐφραίμ τοῦ Σύρου Ἀσκητικά σ. 328). Λοιπόν οὔτε ἀγοράζουμε, οὔτε πουλᾶμε πνεῦμα ! Τά ἀνωτέρω ἀποτελοῦν, τό λιγότερο, ἐξεζητημένες παραδοξολογίες, πού ἐκφράζουν ἀγωνία καί φυγή ἀπό τό πνεῦμα τῆς Ἀποκαλύψεως.
. ϛ΄ ἀπάντηση- συμπέρασμα: Οἱ στίχοι 16-17 τοῦ 13ου κεφαλαίου τῆς Ἀποκαλύψεως μέ τή σαφήνεια καί τήν ἁπλότητά τους, ἀποτελοῦν ἕνα ἀσφαλές σῆμα προειδοποιήσεως τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ὥστε ὅταν δοῦν τόν δυσώνυμο 666 καί τήν ἀπειλή  ἀποκλεισμοῦ τους ἀπό τή ζωή νά εἶναι, ὄχι σέ ταραχή, ἀλλά σέ πνευματική ἐγρήγορση καί νά ἀντιληφθοῦντήν ἔστω ἀπό μακριά ἐρχόμενη δυσωδία τοῦ ἀντιχρίστου καί νά προφυλαχθοῦν, ἀρνούμενοι τό χάραγμα ἤ τόν ἀριθμό τοῦ θηρίου.
. Ἑβδόμη ἐσφαλμένη τοποθέτηση, ἀποτελεῖ α) ἡ ἀπαράδεκτα κολοβωμένη παράθεσις ἐκ μέρους τοῦ π. Βασιλείου τῆς γνώμης τοῦ Γέροντος Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου περί Ἀντιχρίστου καί χαράγματος καί β)  ἡ γνώμη του γιά τό πρόσωπο τοῦ γέροντος Παϊσίου.
. Α) Παραθέτουμε  τί γράφει ὁ π. Βασίλειος σχετικά μέ τή γνώμη τοῦ π. Ἐπιφανίου: « Καί βεβαίως ἄν κάποτε οἱ κυβερνῆτες μας συσχετίσουν τήν παράδοση τῶν κρατικῶν ἐγγράφων μέ τήν ἀποδοχή καί τήν προσκύνηση τοῦ Διαβόλου, τότε-ὅπως ἔγραψε καί ὁ μακαριστός π. Ἐπιφάνιος-ʺ ὄχι μόνον δέν θά λάβωμεν τά ʺδιαβολόχαρταʺ , ἀλλ΄οὔτε κἄν θά τά ἐγγίσωμενʺ».    Ὅσα γράφει ἐδῶ ὁ π. Βασίλειος εἶναι μόνον τά εἰσαγωγικά τῆς γνώμης τοῦ Γεροντος Ἐπιφανίου, ὅπως ἔχει δημοσιευθεῖ στήν ἐφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ  ΤΥΠΟΣ.  Ίδού τί γράφει στή συνέχεια ὁ π. Ἐπιφάνιος : «Τό αὐτό θά συμβῇ καί ἄν τά δελτία φέρουν τόν ἀριθμόν 666.  Ἐάν μέν ὁ ἀριθμός αὐτός ἐτέθη ἐπίτηδες, ὡς σχετιζόμενος μέ τόν ἀντίχριστον, θά ἦταν ἀδιανόητον νά φέρωμεν ἐπάνω μας τά σύμβολα τοῦ ἀντιχρίστου!  Ἀλλά καί ἐάν ὁ ἀριθμός αὐτός δέν ἐπελέγη σκοπίμως, δηλαδή ὡς σύμβολον τοῦ ἀντιχρίστου, ἀλλ’ἁπλῶς ὡς ἕνας ἀριθμός μεταξύ τῶν πολλῶν, ἴσως διότι παρουσιάζει ὡρισμένα μαθηματικά πλεονεκτήματα..ἔναντι τῶν λοιπῶν…καί πάλιν τά δελτία ταυτότητος, ὡς προκαλοῦντα τήν θρησκευτικήν μας εὐαισθησίαν μέ τήν χρῆσιν ἑνός ὑπόπτου καί διαβλητοῦ ἀριθμοῦ, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτα. ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΑΛΑΒΩΜΕΝ!» [ τά κεφαλαῖα εἶναι τοῦ π. Ἐπιφανίου].  Καί καταλήγει ὁ μακαριστός Γέροντας : «ἐάν τά διαδιδόμενα εἶναι ἀληθῆ καί τά νέα δελτία ταυτότητος θά φέρουν ἐμφανῶς ἤ ἀφανῶς, εἴτε τήν μορφήν τοῦ Βεελζεβούλ εἴτε τόν ἀριθμόν 666 εἴτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἀντιχριστιανικόν σὐμβολον, ἤ ἀκόμη καί ἄν θά ἔχουν μόνον τόν Ε.Κ.Α.Μ. [ ἦταν ὁ τότε προβλεπόμενος γιά τίς ἠλεκτρονικές ταυτότητες ἑνιαῖος κωδικός ἀριθμός] ἄνευ προηγουμένης διασφαλίσεως τῶν δημοκρατικῶν δικαιωμάτων καί ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου θά εἴπωμεν ΟΧΙ καί πάλιν ΟΧΙ καί μυριάκις ΟΧΙ εἰς τά νέα δελτία ὁ,τιδήποτε καί ἐάν ἀντιμετωπίσωμεν».Δέν χρειάζονται σχόλια γιά τήν ξεκάθαρη, κρυστάλλινη γνώμη τοῦ γέροντος Ἐπιφανίου καί γιά τήν μεταχείρισή της ἐκ μέρους τοῦ π. Βασιλείου.  Τό μόνο πού θά ἀπαιτούσαμε ἐκ μέρους του θά ἦταν περισσότερος σεβασμός  σέ ὅσα ἔγραψε ὁ μακαριστός γέροντας.
. Β) Ὁ ἴδιος καί περισσότερος σεβασμός ἀπαιτεῖται γιά τό πρόσωπο τοῦ ἁγίου γέροντος Παϊσίου.  Νά τί γράφει ὁ π. Βασίλειος :  «Ὁ π. Παΐσιος ἐνεπλάκη στήν ἱστορία αὐτή (ἐννοεῖ στά περί  τοῦ ἀντιχρίστου καί 666) ἐκ τῶν ὑστέρων, παρακινούμενος φορτικά ἀπό τάχα θεολογικά κατηρτισμένους, τούς ὁποίους ὑπήκουσε-κατά τό ʺἄκακος ἀνήρ πιστεύει παντί λόγῳʺ …».  Ἀλήθεια, τί σημαίνει αὐτός ὁ στίχος 14, 15 τῶν Παροιμιῶν, ʺ ἄκακος ἀνήρ, πιστεύει παντί λόγῳʺ;  Ὁ ἑρμηνευτής τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης π. Ἰωήλ Γιαννακόπουλος ἑρμηνεύει : « Ὁ ἀφελής πιστεύει ἀνεξετάστως εἰς πάντα λόγον», καί προσθέτει σέ ὑποσημείωση:  « Ὁ ἀδαής τῶν τοῦ κόσμου πιστεύει μετ΄ ἀφελείας πᾶν ὅ, τι ἀκούει καί γίνεται θῦμα, παίγνιον τοῦ τυχόντος».  Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύει ἔτσι τόν ἴδιο στίχο: «ὁ ἐπιπολαίως τήν ἀκοήν ἀδιάκριτος· ἀνοίας γάρ τό παντί πιστεύειν ἁπλῶς» (P.G. 64, 700D) δηλ. «ἐκεῖνος πού ἀκούει ἐπιπόλαια εἶναι ἀπερίσκεπτος, γιατί εἶναι ἀνοησία νά πιστεύει κάποιος ἄκριτα». Τό λοιπόν ὁ π. Παΐσιος, κατά τόν π. Βασίλειο εἶναι κάποιος ἀφελής, πού ἄκουγε τά πάντα ἐπιπόλαια καί ἄκριτα καί ἔγινε θῦμα καί παιχνίδι τοῦ κάθε τυχόντος, ἐν προκειμένῳ κάποιων ʺτάχα κατηρτισμένων θεολογικάʺ καί βέβαια μιᾶς προτεστάντισσας!!! Λυπούμαστε γιά αὐτές τίς βλασφημίες καί γιά τήν περιφρόνηση τοῦ ἁγίου Γεροντος. Ὑπάρχουν βέβαια ἐνστάσεις κατά τῆς ἁγιότητος τοῦ π. Παϊσίου. Ἀπό ποιούς; Ἀπ’ αὐτούς πού φοβοῦνται τήν Ἱερά Ἀποκάλυψη καί ἀπό κάποιους σοφούς καθηγητάδες πού περιμένουν νά δοῦν τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του γιά νά βεβαιωθοῦν!  Ὅμως τά θαύματα στόν τάφο τοῦ ἁγίου Γέροντος εἶναι πάμπολλα καί εἰς πεῖσμα ἁγιομάχων τινῶν, στόν τάφο του ἀκουμπᾶ ὅλη ἡ Ὀρθοδοξία.  Ὅσα ἔγραψε καί εἶπε γίνονται τροφή πνευματική γιά τούς πιστούς.
.  Σάν ζ΄ ἀπάντηση-συμπέρασμα ἕνα μποροῦμε νά ποῦμε : «Οὐαί οἱ λέγοντες τό πονηρόν καλόν καί τό καλόν πονηρόν, οἱ τιθέντες τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τό πικρόν γλυκύ καί τό γλυκύ πικρόν. – Οὐαί οἱ συνετοί ἐν ἐαυτοῖς καί ἐνώπιον ἑαυτῶν ἐπιστήμονες» ( Ἠσ. 5, 20-21).
. Ὀγδόη καί τελευταία ἐσφαλμένη τοποθέτηση τοῦ π. Βασιλείου. Γράφει ὁ π. Βασίλειος ὅτι γιά νά διεκδικήσουμε τά δικαιώματά μας ἀπό τήν πολιτεία πρέπει  «νά ὁδηγήσουμε καί νά προτρέψουμε πιστούς ἀνθρώπους νά γίνουν πολιτικοί».  Λέει ἀκόμη ὅτι εἶναι «δικαίωμα καί ὑποχρέωσή μας νά ἐπιλέγουμε παντοῦ καί πάντοτε χριστιανούς[πολιτικούς]». Βλέπει λοιπόν τή σημερινή κατάσταση ἀντιμετωπίσιμη διά τῆς πολιτικῆς.  Παρά ταῦτα δέν βλέπουμε νά τόν ἀνησυχεῖ οὔτε σάν πολίτη ἡ σημερινή παγκόσμια ἀντίχριστη κατάσταση.  Δέν ἀνησυχεῖ ὄχι μόνο ὡς χριστιανός, ἀλλά οὔτε σάν πολίτης. Ὁ π. Βασίλειος φανερώνει φοβερή, ἑκούσια ἤ ἀκούσια, ἄγνοια γιά τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη.  Περιορίζοντας τήν ἀνάλυσή του στήν παρουσία ἤ μή τοῦ 666, μοιάζει νά μήν ἀντιλαμβάνεται τήν τρέχουσα τραγική κατάσταση.  Ἀπειλεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό τό πολύτιμο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐφιαλτική παρακολούθηση, τό ἠλεκτρονικό φακέλλωμα,  γιά τό ὁποῖο ἀνησυχοῦσε καί στό ὁποῖο ἐναντιωνόταν σφοδρά ὁ π. Ἐπιφάνιος, τό οἰκονομικό «στράγγισμα» ὁλοκλήρων λαῶν, ἡ προσπάθεια ἐλέγχου καί καθορισμοῦ τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς πού μηχανεύεται ἡ Νέα Τάξη Πραγμάτων καί πού πραγματώνεται σέ μεγάλο βαθμό μέσῳ τοῦ «ἐργαλείου»τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη – ἠλεκτρονικῆς ταυτότητας, φαίνεται πώς τόν ἀφήνει ἀδιάφορο. Δέν βλέπει ὅτι ἡ παγκόσμια ἠλεκτρονική διακυβέρνηση εἶναι ἀντίχριστη καί προοίμιο τῆς τυραννίας τοῦ ἀντιχρίστου. Δέν βλέπει ὅτι ἀφοῦ ὁλοκληρωθεῖ σέ μεγάλο βαθμό ἡ τυραννική ἐξουσία θά βάλει τήν τελική σφραγίδα του, σέ ὅσους ὑποκύψουν. Λοιπόν μέ τί θά ἀσχοληθοῦν οἱ «χριστιανοί πολιτικοί» πού ὀνειρεύεται ὁ π. Βασίλειος; Ἀγνωστο. Γι’ αὐτό  παρά πολλοί χριστιανοί-ὀρθόδοξοι πολίτες ἀπό αὐτό τόν «ὄχλο τῶν θρησκευομένων ἀνθρώπων» δέν εἴμαστε διατεθειμένοι νά ἐπιλέξουμε τέτοιους «χριστιανούς» πολιτικούς πού ἀδιαφοροῦν γιά τήν προσωπική, ἐθνική καί παγκόσμια τυραννία πού μεθοδεύεται εἴτε μέ, εἴτε χωρίς 666.
. η΄ καί τελευταία ἀπάντηση-συμπέρασμα : Δέν μποροῦν οἱ χριστιανοί νά ὑποστηρίξουν ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν ἀληθινή εὐαισθησία γιά τήν θεόσδοτη ἐλευθερία καί τά ἀνθρώπινα δικαιώματα.
. Τελειώσαμε μέ τίς ἀπαντήσεις μας στά σπουδαιότερα θέματα καί τίς ἀπορίες τοῦ π. Βασιλείου Βολουδάκη.
. Δυό λόγια γιά τούς ἀναγνῶστες.
. Θά θέλαμε νά προτρέψουμε ὅσους διαβάζουν αὐτές τίς γραμμές νά μή δίνουν καμμιά σημασία καί προσοχή σέ σοφιστικές ἐρμηνεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς τήν ὁποία παρουσιάζουν κληρικοί καί λαϊκοί.  Νά ἀδιαφοροῦν γιά τή γνώμη ἀνθρώπων πού φοβοῦνται νά διαβάσουν ταπεινά ὅλη τήν Ἁγία Γραφή· πού φοβοῦνται νά χρησιμοποιήσουν χωρία τῆς Ἀγίας Γραφῆς πού «καῖνε»·  πού φοβοῦνται νά ἀναφέρουν τά χωρία αὐτά· πού φοβοῦνται ἀποκρύπτουν καί διαστρέφουν τή διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων· πού χλευάζουν τούς ἀγίους Γέροντες· πού ὑβρίζουν τούς πιστούς ἀνθρώπους ἀποκαλώντας τους «ὄχλο θρησκευομένων ἀνθρώπων».  Σ᾽ αὐτούς ἀπευθύνεται μέ πόνο ὁ π. Παΐσιος : «Ἀπορῶ! Δέν τούς προβληματίζουν ὅλα αὐτά τά γεγονότα; Γιατί δέν βάζουν ἔστω ἕνα ἐρωτηματικό γιά τίς ἑρμηνεῖες τοῦ μυαλοῦ τους; Κι ἄν ἐπιβοηθοῦν τόν ἀντίχριστο γιά τό σφράγισμα, πῶς παρασύρουν καί ἄλλες ψυχές στήν ἀπώλεια; Αὐτό ἐννοεῖ· “…τό ἀποπλανᾶν εἰ δυνατόν καί τούς ἐκλεκτούς”». (Μαρκ. ιγ΄ 22).
. Σέ αὐτούς καί σέ ὅλους μας, ὅσοι ἔχουμε σαρκικά ἤ πνευματικά παιδιά, ἀπευθύνεται καί ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ὁ ὀποῖος ἀφοῦ παρουσίασε στή 15η  Κατήχησή του τήν διδασκαλία του περί ἀντιχρίστου καταλήγει:  «Ἀσφάλιζε τοίνυν σεαυτόν, ἄνθρωπε·  ἔχεις τά σημεῖα τοῦ Ἀντιχρίστου· καί μή μόνος μνημόνευε τούτων, ἀλλά καί ἀφθόνως πᾶσι μεταδίδου. Εἰ τέκνον ἔχεις κατά σάρκα, τοῦτο ἤδη νουθέτει· καί εἰ διά κατηχήσεως ἐγέννησάς τινα, καί τοῦτον προασφαλίζου, ἵνα μή τόν ψευδῆ δέξηται ὡς ἀληθῆ». (Κατηχ. Φωτιζομένων, ὁμ. ΙΕ΄ ).  Μετάφραση : «Ἀσφάλιζε λοιπόν τόν ἑαυτό του, ἄνθρωπε. Ἔχεις τά σημεῖα τοῦ Ἀντιχρίστου. Νά μήν τά φέρεις στή μνήμη σου μόνο γιά τόν ἑαυτό σου, ἀλλά νά τά μεταδίδεις ἄφθονα καί στούς ἄλλους. Ἄν ἔχεις παιδί δικό σου, σαρκικό, νά το συμβουλεύεις.  Ἄν πάλι μέ τήν Κατήχηση γέννησες κάποιο πνευματικό παιδί, καί αὐτό νά τό προφυλάξεις μέ τίς συμβουλές σου, ὥστε νά μή δεχθῆ τόν ψευδῆ [τόν ἀντίχριστο] γιά ἀληθινό [γιά τόν Χριστό]».
ΠΗΓΗ: klision.blogspot.com, orthodox–watch.blogspot.com

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Τοῦ Φω­τί­ου Κα­τσά­ρου, θε­ο­λό­γου
Ἡ Ἁ­γί­α καὶ Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να « πνευ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι» ποὺ προ­ο­ρι­σμὸς του εἶ­ναι τὸ Πά­σχα. Ἡ λει­τουρ­γι­κὴ αὐ­τὴ πε­ρί­ο­δος ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν κο­ρύ­φω­ση καὶ τὴν ἔν­τα­ση τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας τῶν πι­στῶν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἄ­σκη­σης  καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.
Στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἡ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν εἶ­ναι κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὔ­τε κά­τι ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ λο­γι­κή, τὸ συ­ναί­σθη­μα, τὴν αἰ­σθη­τι­κή, ἀλ­λὰ ἡ ἑ­νό­τη­τα τοῦ Χρι­στια­νοῦ μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ ἡ κοι­νω­νί­α του μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι συ­νώ­νυ­μη μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή. Ἡ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν εἶ­ναι κά­τι ποὺ πα­ρεμ­βάλ­λε­ται με­τα­ξύ του Χρι­στια­νοῦ καὶ τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση τῆς ἕ­νω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό, δὲν εἶ­ναι κά­τι ποὺ γί­νε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λὰ ἡ ζω­ὴ μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α.
Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ταυ­τί­ζε­ται καὶ ἐκ­φρά­ζε­ται μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση. Ἡ αὐ­θεν­τι­κὴ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι κά­ποια πα­θη­τι­κὴ – ψυ­χο­λο­γι­κὴ κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ πρό­ο­δος πνευ­μα­τι­κὴ καὶ ἀ­γώ­νας γιὰ τὴν ἐρ­γα­σί­α ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν. Ἡ ἄ­σκη­ση συ­νι­στᾶ τὸ ἐμ­πει­ρι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἄ­σκη­ση καὶ τὴ χά­ρη τῶν Μυ­στη­ρί­ων ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ βρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν προ­ο­ρι­σμό του, νὰ γί­νει «εἰ­κό­να» τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς ὡς ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος καὶ δόγ­μα εἶ­ναι ἡ κλή­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὴν ἄ­σκη­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς, ποὺ ἐκ­φρά­ζε­ται κυ­ρί­ως μὲ τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἄ­σκη­ση ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν πλη­ρό­τη­τα τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς καὶ χά­ρης, στὸ πλή­ρω­μα τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης, στὴν εὐ­αγ­γε­λι­κὴ κλή­ση, γε­γο­νὸς ποὺ ἀ­παι­τεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας πλευ­ρὰ αὐ­το­γνω­σί­α καὶ ἐ­πί­γνω­ση, ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ εὐ­θύ­νη.
Ἡ ἄ­σκη­ση ὅ­πως ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δὲν εἶ­ναι ἕ­να σύ­στη­μα ἀ­πὸ ἀρ­χὲς ἢ ἠ­θι­κὴ φι­λο­σο­φί­α. Μὲ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὑ­πο­μο­νὴ ὁ ἄν­θρω­πος στρέ­φε­ται πρὸς τὸν Θε­ό, πα­ρὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης φύ­σης του, γιὰ νὰ βι­ώ­σει τὴν ἀ­πό­λυ­τη με­τα­βο­λὴ τῆς ὕ­παρ­ξής του μὲ τὴ χά­ρη καὶ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ θε­οῦ.
Αὐ­τὸ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ὄ­χι μὲ βί­α τῶν «ἠ­θι­κῶν ἀρ­χῶν», ποὺ μὲ ἀ­πρό­σω­πο καὶ δύ­σκαμ­πτο τρό­πο ὁ­δη­γοῦν πολ­λὲς φο­ρὲς στὴν ὑ­πο­κρι­σί­α, στὴ δου­λεία τοῦ κα­θή­κον­τος καὶ στὴν ἀ­το­μι­κὴ ἠ­θι­κή.
Ὁ ἄν­θρω­πος προ­κει­μέ­νου νὰ ξα­να­βρεῖ μὲ τὴν ἄ­σκη­ση τὸν ἑ­αυ­τὸ του μέ­σα στὸν κό­σμο τοῦ Θε­οῦ, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σχέ­ση του μὲ τὸν Θε­ὸ δὲν ἀρ­κεῖ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­νει ἁ­πλῶς ὁ­ρι­σμέ­να ἠ­θι­κὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα καὶ νὰ συμ­μορ­φώ­νε­ται μὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς ἠ­θι­κοὺς κα­νό­νες. Ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τὴν με­τα­μορ­φω­τι­κὴ καὶ ζω­ο­ποι­ὸ δύ­να­μη τῆς θεί­ας χά­ρης, τὴν καρ­πο­φο­ρί­α τῶν χα­ρι­σμά­των τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δας. Μέ­τρο καὶ κρι­τή­ρι­ο τῆς ἄ­σκη­σης δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­το­μι­κὴ δι­ά­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λὰ ἡ θέ­λη­ση καὶ ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως δι­α­σώ­ζε­ται καὶ ἐκ­φρά­ζε­ται στὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­λή­θει­α καὶ στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ πράτ­τει ὡς κα­θο­λι­κὸς ἄν­θρω­πος, ὡς ἄν­θρω­πος ποὺ ἡ ἀ­το­μι­κή του συ­νεί­δη­ση ἔ­χει ἀ­φο­μοι­ω­θεῖ στὴν κα­θο­λι­κὴ συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.  Ἡ ἄ­σκη­ση δὲν ἀ­πο­σκο­πεῖ ἁ­πλὰ στὴν βελ­τί­ω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λὰ στὴν προ­σω­πι­κὴ με­το­χὴ στὴ χά­ρη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ στὴν ἔμ­πρα­κτη κοι­νω­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Ἡ ἄ­σκη­ση εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μὲ τὴν ἴ­δια τὴ ζω­ὴ καὶ τὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἂν χω­ρί­σου­με τὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση, τό­τε ἡ ζω­ὴ ἐκ­πί­πτει σ’ ἕ­να κα­θα­ρὰ βι­ο­λο­γι­κὸ ἢ ἐν­στι­κτῶ­δες ἢ στα­τι­κὸ φαι­νό­με­νο. Ἀλ­λὰ κι ἂν χω­ρί­σου­με  τὴν ἄ­σκη­ση ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, τό­τε ἡ ἄ­σκη­ση γί­νε­ται ἕ­νας κα­θα­ρὰ ἀν­τι­κει­με­νι­κὸς καὶ τυ­ραν­νι­κὸς κα­νό­νας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη χρι­στια­νι­κὴ ἄ­σκη­ση δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ τὴ με­τα­μορ­φώ­νει  καὶ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει μέ­σα στὴ χά­ρη τῆς μυ­στη­ρι­α­κῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Στὴν σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ τῶν τέ­λει­ων μέ­σων καὶ τῶν συγ­κε­χυ­μέ­νων σκο­πῶν, μέ­σα στοὺς θο­ρύ­βους, στὸν εὐ­δαι­μο­νι­σμὸ καὶ τὴν κρί­ση, ὅ­που ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ἡ ἐν Χρι­στῷ ἀ­γά­πη, ἡ χρι­στια­νι­κὴ ἄ­σκη­ση μπο­ρεῖ νὰ ξα­να­δώ­σει νό­η­μα στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ στὴν ἀ­γά­πη. Ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος μὲ τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ ποὺ ἀν­τλεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ἐ­πι­στή­μης καὶ τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ἐγ­κλω­βί­ζε­ται στὸν ἀ­το­μι­κι­σμὸ καὶ τὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α του. Οἱ ἀ­νάγ­κες του καὶ τὰ προ­βλή­μα­τα πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται σὲ τέ­τοιο ση­μεῖ­ο, ὥ­στε νὰ ὑ­πάρ­χει ὁ­ρα­τὸς κίν­δυ­νος γιὰ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ἐ­πι­τεύγ­μα­τα καὶ φό­βος γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α καὶ ἡ φρε­νί­τι­δα χα­ρα­κτη­ρί­ζουν κά­θε πτυ­χὴ καὶ κά­θε δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που σή­με­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ποιὸς εἶ­ναι καὶ ποῦ πη­γαί­νει. Ἡ σω­τη­ρί­α ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δό τοῦ σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ἔρ­θει ὑ­πὸ τὴν ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση μὲ τὴν ὑ­πεύ­θυ­νη καὶ ὥ­ρι­μη στά­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι στὸν πο­λι­τι­σμὸ τοῦ ὑ­πε­ραν­θρώ­που, τῆς ἐκ­με­τάλ­λευ­σης, τῆς ἀ­δι­κί­ας, ποὺ ὑ­πο­δου­λώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο στὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του.
Ἡ ἄ­σκη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἔκ­φρα­ση τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης ἀ­πό­φα­σης καὶ ἐ­κλο­γῆς τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴν ὁ­δὸ πρὸς τὴν τε­λει­ό­τη­τα. Μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, στὴν ἐν­σω­μά­τω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὸ μυ­στι­κὸ καὶ μυ­στη­ρι­α­κὸ σῶ­μα της, δί­νε­ται τὸ μέ­τρο καὶ τε­λει­ώ­νε­ται ὁ σκο­πὸς τῆς ἄ­σκη­σης, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἕ­νω­ση τοῦ ἀ­σκού­με­νου πι­στοῦ μὲ τὴν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα ἐν Χρι­στῷ.
Ἡ ἄ­σκη­ση εἶ­ναι ἀ­γώ­νας ποὺ γί­νε­ται συ­νει­δη­τὰ καὶ ἀ­δι­ά­λει­πτα. Ἂν ἡ ἐ­νέρ­γει­α τῆς χά­ρης δὲν ἔρ­θει μὲ τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νὰ σφρα­γί­σει τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­να, νὰ τὸν ὑ­ψώ­σει στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νου σκο­ποῦ, δη­λα­δὴ στὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν ἁ­γι­α­σμό, τό­τε ὁ ἀ­γώ­νας αὐ­τὸς εἶ­ναι δί­χως ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­γώ­νας πα­ρα­μέ­νει στὸ χῶ­ρο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πε­ρι­ο­ρι­σμῶν καὶ δυ­να­το­τή­των, τῶν πό­νων καὶ τῶν κό­πων, γε­γο­νό­τα ποὺ μαρ­τυ­ροῦν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη πε­ρι­πέ­τει­α καὶ ἀ­πο­τυ­χί­α. Ἀ­κό­μα κι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τορ­θώ­σει τὴ νη­στεί­α, τὴν ἐγ­κρά­τει­α, τὴν ἀ­γρυ­πνί­α καὶ ὅ­λη τὴν ἄ­σκη­ση καὶ κά­θε ἀ­ρε­τή, ἀλ­λὰ ἡ μυ­στι­κὴ ἐ­νέρ­γει­α τοῦ πνεύ­μα­τος στὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο τῆς καρ­διᾶς του δὲν θὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­σε αἰ­σθη­τὰ μὲ τὴ χά­ρη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­νά­παυ­ση, τό­τε ὅ­λοι αὐ­τὴ ἡ συ­νο­δεί­α τῆς ἄ­σκη­σης  θὰ ἦ­ταν ἀ­τε­λὴς καὶ σχε­δὸν ἀρ­γή, για­τί δὲν ἔ­χει τὴν ἀ­γαλ­λί­α­ση τοῦ πνεύ­μα­τος, ποὺ ἐ­νερ­γεῖ­ται μυ­στι­κὰ στὴν καρ­διά. Εἶ­ναι κα­λὸ πράγ­μα ἡ νη­στεί­α, ἡ ἀ­γρυ­πνί­α, ἡ ἄ­σκη­ση καὶ ἡ ἀ­να­χώ­ρη­ση. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι κά­ποια ἀρ­χὴ καὶ τὸ προ­οί­μι­ο μί­ας πο­λι­τεί­ας ποὺ ἀ­γα­πᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ὥ­στε νὰ μὴ θε­ω­ρεῖ­ται ἐμ­φυ­ὲς τὸ νὰ στη­ρι­ζό­μα­στε ἁ­πλῶς σ’ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χὴ τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ εἶ­ναι ὅ­τι,  κι ἂν ἀ­κό­μη κά­ποιος ἐρ­γα­σθεῖ ὅ­λα τὰ ἔρ­γα τῆς δι­και­ο­σύ­νης, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀρκεῖται  σ’ αὐ­τά, οὔ­τε νὰ ἐλ­πί­ζει οὔ­τε νὰ θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἔ­κα­με κά­τι με­γά­λο. Ὁ δυ­να­μι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τῆς χρι­στια­νι­κῆς τε­λεί­ω­σης βρί­σκε­ται κυ­ρί­ως στὴν τε­λει­ω­τι­κὴ καὶ θε­ο­ποι­ὸ ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὰ ἔρ­γα ἢ τὰ μέ­σα τῆς ἄ­σκη­σης. Τὸ τέ­λος τῆς ἄ­σκη­σης δὲν εἶ­ναι τὸ ἀν­θρώ­πι­νο ἐ­πί­τευγ­μα, ἀλ­λὰ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φυ­σι­κή, ὀρ­γα­νι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ καὶ σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ό. Ἡ πρό­σκλη­ση ποὺ ἀ­πευ­θύ­νει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στὴ θύ­ρα τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τὴν ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α καὶ τὸ σκο­πὸ τῆς ἄ­σκη­σης: «τὸν τῆς νη­στεί­ας και­ρόν, φαι­δρῶς ἀ­παρ­ξώ­με­θα, πρὸς ἀ­γώ­νας πνευ­μα­τι­κοὺς ἑ­αυ­τοὺς ὑ­πο­βάλ­λον­τες/ἁγνί­σω­μεν τὴν ψυ­χήν, τὴν σάρ­κα κα­θά­ρω­μεν/ νη­στεύ­σω­μεν ὥ­σπερ ἐν τοῖς βρώ­μα­σιν ἐκ παν­τὸς πά­θους, τὰς ἀ­ρε­τὰς τρυ­φῶν­τες  τοῦ πνεύ­μα­τος/ ἐν αἷς δι­α­τε­λοῦν­τες πό­θω, ἀ­ξι­ω­θεί­η­μεν πάν­τες, κα­τι­δεῖν τὸ πάν­σε­πτον  πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ, καὶ τὸ Ἅ­γι­ον Πά­σχα, πνευ­μα­τι­κῶς ἀ­γαλ­λι­ώ­με­νοι». (Κα­τα­νυ­κτι­κὸ στι­χη­ρὸ ἑ­σπε­ρι­νοῦ Κυ­ρι­α­κῆς τῆς Τυ­ρινῆς ).
Ἡ ἄ­σκη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴν τι­μω­ρί­α καὶ τὸν βα­σα­νι­σμό, δὲν ἀ­περ­γά­ζε­ται τὴν ἄρ­νη­ση καὶ τὴν κα­τά­λυ­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, ἀλ­λὰ τὴ θε­ρα­πεί­α καὶ τὴν κά­θαρ­σή της, τὴν ἀ­πο­δέ­σμευ­ση καὶ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή της, ἀ­πὸ κά­θε πρᾶγ­μα ποὺ ἐμ­πο­δί­ζει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή, ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὰ πά­θη. Εἶ­ναι ὁ προ­σα­να­το­λι­σμὸς τῆς ζω­ῆς, ποὺ ἀ­παι­τεῖ δι­αρ­κῆ ἀ­πάρ­νη­ση καὶ συ­νε­χῆ ὑ­πέρ­βα­ση, ὁ εὐ­αγ­γε­λι­κὸς δρό­μος τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­σης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Εἶ­ναι ἡ πο­ρεί­α μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στό, γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει τὶς ἀ­ρε­τές, νὰ οἰ­κει­ω­θεῖ τὶς με­γά­λες δω­ρε­ὲς τοῦ Θε­οῦ, νὰ γί­νει τὸ ἄ­φθαρ­το δο­χεῖ­ο τῶν πνευ­μα­τι­κῶν χα­ρι­σμά­των, νὰ πλη­ρω­θεῖ μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα.
Ἡ ἄ­σκη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι μαρ­τυ­ρι­κή, ἀλ­λὰ καὶ χα­ρο­ποι­ὸς πο­ρεί­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ πι­στοῦ μέ­σα στὴν ἐ­σχα­το­λο­γι­κὴ πλη­ρό­τη­τα τῆς χά­ρης, μὲ τὴν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ πραγ­μα­τι­κὲς σχέ­σεις μὲ τὸν Θε­ό. Ἡ ἄ­σκη­ση κα­τα­ξι­ώ­νε­ται καὶ κο­ρυ­φώ­νε­ται στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Θε­ό. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γα­πη­τι­κὴ ἕ­νω­ση μὲ τὸν Θε­ὸ ση­μαί­νε­ται μὲ τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Θε­ὸ  καὶ ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ροῦν­ται  καὶ συ­νι­στοῦν ταυ­τό­χρο­να ἀ­νο­δι­κὴ καὶ κα­θο­δι­κὴ κί­νη­ση. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας συμ­φω­νοῦν ὅ­τι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ἄ­σκη­ση δὲν ἀλ­λο­τρι­ώ­νει καὶ δὲν ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, για­τί ἔρ­γο της δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό, ἀλ­λὰ καὶ νὰ κα­ταλ­λάσ­σει καὶ νὰ ἑ­νώ­νει τοὺς ἀν­θρώ­πους με­τα­ξύ τους. Σκο­πὸς τῆς ἄ­σκη­σης εἶ­ναι νὰ ὑ­περ­βοῦ­με τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀ­το­μι­σμοῦ καὶ τὰ ὅ­ρι­α τῆς μο­να­ξιᾶς, τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ αὐ­θαι­ρε­σί­α καὶ νὰ φθά­σου­με στὸ ἐ­πί­πε­δο, ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος δὲν κά­νει θε­ω­ρί­ες, ἀλ­λὰ με­τα­βάλ­λε­ται καὶ γί­νε­ται ἡ πρά­ξη τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς ἀ­γά­πης. Αὐ­τὸς ὁ ὀ­ξυ­δερ­κὴς ρε­α­λι­σμὸς τῆς ἄ­σκη­σης μαρ­τυ­ρεῖ ὅ­τι κα­μί­α ἄ­σκη­ση χω­ρὶς τὴν ἀ­γά­πη δὲ φέρ­νει κον­τὰ στὸν Θε­ό. Θὰ κρι­θοῦ­με γιὰ τὸ κα­κὸ ποὺ κά­να­με, ἀλ­λὰ προ­παν­τὸς, για­τί ἀ­με­λή­σα­με τὸ κα­λὸ καὶ δὲν ἀ­γα­πή­σα­με τὸν πλη­σί­ον μας.
Κά­θε ἄ­σκη­ση εἶ­ναι προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς κα­τὰ Θε­ὸν ἀ­γά­πης καὶ αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ κί­νη­τρο καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἄ­σκη­σης, ὅ­πως τὴ συ­ναν­τᾶ­με στοὺς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων καὶ τῶν με­γά­λων ἐ­ρη­μι­τῶν καὶ ἀ­να­χω­ρη­τῶν. Ο Μ. Βα­σί­λει­ος δι­δά­σκει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι, κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα τη­ροῦν­ται τὰ προ­στάγ­μα­τα καὶ οἱ ἀ­παι­τή­σεις καὶ φυ­λάσ­σον­ται οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦν­ται τὰ με­γά­λα χα­ρί­σμα­τα, χω­ρὶς τὴν ἀ­γά­πη, ὅ­λα αὐ­τὰ λο­γί­ζον­ται ὡς ἔρ­γα ἀ­νο­μί­ας. Για­τί προ­σπα­θοῦ­με νὰ δι­α­στρέ­ψου­με τὸ νό­η­μα καὶ τὸ σκο­πό τους καὶ νὰ τὰ ταυ­τί­σου­με μὲ τὴν ἀ­το­μι­κή μας θέ­λη­ση καὶ τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λει­α, ἀλ­λο­τρι­ώ­νον­τὰς τα ἀ­πὸ τὴν μο­να­δι­κό­τη­τα καὶ τὴ τε­λεί­ω­σή τους, ὅ­πως ἐκ­φρά­ζε­ται στὴν ἀ­γά­πη γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή τους δι­ά­στα­ση καὶ προ­ο­πτι­κή. (PG. 31,1568B).
Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη δὲν κα­τα­πι­έ­ζε­ται τὸ σῶ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ εἶ­ναι «εἰς δό­ξαν καὶ εὐ­χα­ρι­στί­αν Θε­οῦ». Ὁ ἄν­θρω­πος κα­λεῖ­ται νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ ὄ­χι τὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ τὸ «ἐν σαρ­κὶ πε­ρι­πα­τεῖν καὶ ζῆν καὶ ἐρ­γά­ζε­σθαι τὰ ἔρ­γα τῆς σαρ­κός», ποὺ εἶ­ναι ση­μεῖ­α θα­νά­του, για­τί ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση δὲν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ  ἢ μα­νι­χα­ϊ­κὴ πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος. Ἡ ἄ­σκη­ση ἔ­χει ἄ­με­ση ἀ­να­φο­ρὰ στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, ἀ­πο­βλέ­πει στὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ σώ­μα­τος, στὴν ἄ­σκη­ση τοῦ πνεύ­μα­τος, γιὰ νὰ γί­νει ἁ­γνὴ « ἁ­γνὴ ἡ γῆ τοῦ σώ­μα­τος». Ἡ σω­μα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ὁ­ρί­ζει καὶ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἄ­με­ση καὶ ἔμ­πρα­κτη ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ σώ­μα­τος στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμὸ τῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης φυ­σι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας, μί­α φά­ση τῆς κα­θο­λι­κῆς με­το­χῆς τοῦ ἀν­θρώ­που στὴν και­νὴ ζω­ὴ ἐν Χρι­στῷ. Σκο­πὸς τῆς σω­μα­τι­κῆς ἄ­σκη­σης εἶ­ναι νὰ κα­τα­στεί­λει τὴν ἀν­ταρ­σί­α τοῦ σώ­μα­τος, νὰ ὑ­ψώ­σει ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀλ­λο­τρί­ω­σή του καὶ νὰ τὸ κά­νει συ­νερ­γὸ στὴν κα­τὰ χά­ρη με­τα­μόρ­φω­ση καὶ θέ­ω­σή του. Νὰ βο­η­θή­σει τὸ σῶ­μα νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στὴ θεί­α κλή­ση καὶ νὰ φα­νε­ρω­θεῖ οἶ­κος τῆς δό­ξας τοῦ Θε­οῦ καὶ να­ὸς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τὸ ὀρ­θό­δο­ξο νό­η­μα τῆς σω­μα­τι­κῆς ἄ­σκη­σης συ­νο­ψί­ζει ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς λό­γος: «ἡ­μεῖς οὐκ ἐ­δι­δά­χθη­μεν σω­μα­το­κτό­νοι, ἀλ­λὰ πα­θο­κτό­νοι» (Ἀβ­βὰς Ποι­μήν, Γε­ρον­τι­κόν).
Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς κλα­σι­κὲς μορ­φὲς τῆς ἄ­σκη­σης καὶ ἡ κύ­ρι­α ἔκ­φρα­ση τῆς σω­μα­τι­κῆς ἄ­σκη­σης. Σκο­πὸς τῆς νη­στεί­ας εἶ­ναι ἡ ἔμ­πρα­κτη ἄρ­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­το­σκο­πό, αὐ­τὸ καὶ οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες του, ἡ ἄ­με­ση σχέ­ση τοῦ σώ­μα­τος μὲ τὸν Θε­ό, ἡ με­το­χή του στὴν κα­θο­λι­κὴ ὑ­πα­κο­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ἡ προ­σω­πι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ τῆς προ­σπά­θει­ας τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὴν ἄ­με­ση ὑ­πο­τα­γή της στὸν Θε­ό.  Ἡ νη­στεί­α, ποὺ γί­νε­ται μὲ δι­ά­κρι­ση, εἶ­ναι θαυ­μά­σι­α οἰ­κο­δο­μὴ σὲ κά­θε ἀ­γα­θό. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γι’ αὐ­τὴν εἶ­ναι νω­θρὸς καὶ στὰ ἄλ­λα ἀ­γω­νί­σμα­τα καὶ ἀ­με­λής. Ἀν­τί­θε­τα, ἐ­κεῖ­νος, ποὺ ἀ­σκεῖ­ται δι­αρ­κῶς σ’ αὐ­τήν, ἀ­πο­κτᾶ ἀ­σά­λευ­τη δι­ά­νοι­α, ἕ­τοι­μη γιὰ ἀ­πάν­τη­ση καὶ ἱ­κα­νὴ γιὰ τὴν ἀ­πο­τρο­πὴ ὅ­λων τῶν δυ­σχε­ρῶν πα­θῶν.
Σή­με­ρα ἡ νη­στεί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄρ­νη­ση τοῦ πε­ριτ­τοῦ, τῆς πλη­σμο­νῆς καὶ τῆς σπα­τά­λης τῶν κα­τα­να­λω­τι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το της γα­στρι­μαρ­γί­ας καὶ τῆς μέ­θης, ποὺ ἀ­πο­βλέ­πουν στὴν ἀ­πο­λυ­το­ποί­η­ση τῆς φύ­σης καὶ στὴν ἀλ­λο­τρί­ω­σή της μέ­σα στὴν αἰ­σθη­σι­α­κὴ ἡ­δο­νὴ καὶ στὸ φρό­νη­μα τῆς σάρ­κας. Ἔ­τσι ἡ νη­στεί­α γί­νε­ται εὐ­ερ­γε­σί­α καὶ με­τά­δο­ση ἀ­γά­πης.

Περ. «Ἅγιος Σε­ρα­φείμ»

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Επιστημονικό ήθος και γνώσεις του αγ. Νικοδήμου Αγιορείτη


Χαρακτηριστικό είναι το επιστημονικό ήθος που επιδεικνύει ο Άγιος. Αναφέρει τις πηγές του, καθώς και την οποιαδήποτε συνεισφορά άλλων προσώπων, στα έργα του υποτιμώντας ή αποσιωπώντας την δική του συνεισφορά! Στο έργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, αναφέρει ποίος «εστάθη», ο συγγραφεύς για κάθε μάρτυρα, ενώ όπου αυτός αποσιωπάται, όπως αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου ο Π. Β. Πάσχος η γλώσσα και το ύφος μαρτυρούν και βεβαιώνουν ότι είναι ο Άγιος Νικόδημος. [35] Ομοίως για το ίδιο θέμα ο μ. Νικόδημος Μπιλάλης, αναφέρεται στην «ευαισθησία-ευσυνειδησία και ακριβολογία του Αγίου Νικοδήμου σε περιπτώσεις δανείων, με σχετικές σημειώσεις και παραπομπές, που κυριολεκτικά καταπλήσσουν και τους ειδικούς ερευνητές-μελετητές. [36]
st-nikodim2
Όλα αυτά παρά τις συνήθειες της εποχής και τις δυσπρόσιτες πηγές, όπως αναφέρει ο προαναφερθείς μελετητής του Αγίου (σελ.90). Η επιστημονική ευσυνειδησία και δεοντολογία παραμένουν ζητούμενα και στην εποχή μας, αρκετούς αιώνες μετά την επιστημονική επανάσταση! [37]
            Ο επιστημονικός τρόπος με τον οποίο εργάζεται ο Άγιος καταδεικνύεται στις εκδόσεις πατερικών έργων, βίων των αγίων και των μαρτύρων λειτουργικών κειμένων, καθώς και των σχετικών περί τους ιερούς κανόνες. Χρησιμοποιεί την αποδελτίωση των στοιχείων από τις μελέτες του. [38] Η κριτική έκδοση των κειμένων καθώς και ο φιλολογικός σχολιασμός τους δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τη σοβαρή εργασία μιας σύγχρονης σοβαρής φιλολογικής μεθόδου.
            Άξια αναφοράς είναι και η μεγάλη εργατικότητα του Αγίου, είτε επρόκειτο για χειρωνακτική ή πνευματική εργασία. Για παράδειγμα κατά την παραμονή του στη Σκυροπούλα (1777-78) εργάζεται σκληρά χειρονακτικά «…τον εργατικόν δε και χειρωνακτικόν βίον ειλόμην, δικελλίτης γεγονώς, και σκαπανεύς, σπείρων, θερίζων, και καθ’ εκάστην αλέθων, και τ’ άλλα πάντα ποιών, οις η πολύμοχθος χαρακτηρίζεται των ερημονήσων ζωή, και πολυειδής περιπέτεια…», [39] αλλά και διανοητικά αφού «…κάνοντας, λοιπόν, μικρή διακοπή από την σκάφη και τον χειρόμυλο το Συμβουλευτικό έγραψα και αποστέλλω μικρή προσφορά, σε αντάλλαγμα των πολλών χαρίτων που έκανες σε μένα…». [40]
Ο βιογράφος του Αγίου, ιερομόναχος Ευθύμιος, συχνά αναφέρεται στην εργατικότητα του. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που μας μεταφέρει κατά την συγγραφή του Πηδαλίου. «…Και όντως θαύμα ήτον να τον βλέπη τινάς τον ευλογημένον οπού εκάθητο εις το σκαμνίον και τριγύρου του είχεν τα βιβλία, άλλα ανοικτά και άλλα κλεισμένα, και με το κονδύλιον εις την δεξιάν εθεωρούσε πότε το ένα και πότε το άλλο. Εσυντάχθη με υπερβολικούς κόπους και ιδρώτας…». [41] Ο έτερος των βιογράφων του ο μ. Ονούφριος αναφέρει: «…Επί πάσι δε συναθροίσας τα του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά συγγράμματα, μετά κόπου πολλού και εν τρισίν όλοις τεύχεσιν απαρτίσας και πλείστοις σημειώμασιν, ως έθος αυτώ, προσεπαυξήσας και κατακαλλύνας, απέστειλεν εις Βιέννην διά να τυπωθώσιν, όπου και παρέπεσον διά τινάς περιστάσεις…». [42]
            Τέλος ο Άγιος Νικόδημος δε διστάζει να χρησιμοποιήσει κείμενα και γνώμες συγγραφέων και εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας ευρισκομένων: «…Και το να διαλέγη τινάς τα καλά και ορθά από τους εναντίους, τούτο δεν κατηγορείται˙ αλλ’ όχι και να δανείζεται τα σαθρά και τα κακόδοξα…». [43]
δ΄ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
            Ο Άγιος Νικόδημος δεν παρακολούθησε μαθήματα θετικών επιστημών σε κάποια ανώτερη σχολή της εποχής του στον τουρκοκρατούμενο χώρο ή αλλού. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος γράφει σε ανέκδοτο επιστολή του στις 20 Ιουνίου του 1803 προς τον Νικόδημο, για το έργο του Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, ειρωνευόμενος τρόπον τινά τον Άγιο: «…αλλά πότε και που εσπούδαξας την θαυμασίαν ταύτην ανατομικήν; Τάχα εις το κολλέγιον της Σκυροπούλας ότε εκείσε μετέβης μετά του αλήστου εκείνου Αρσενίου; ή εις την Ουνιβερσιτάν του Άθωνος;…». [44]
Όπως ανεφέρθη προηγουμένως το πρόγραμμα των μαθημάτων της Ευαγγελικής σχολής δεν περιείχε αντικείμενα των θετικών επιστημών. Η μαθητεία του στον Χρύσανθο τον Αιτωλό και οι βιβλιοθήκες του Άθω ως φαίνεται είναι οι μοναδικές πηγές των γνώσεών του και μάλιστα μόνο η ελληνική βιβλιογραφία, αφού δεν φαίνεται να γνώριζε ξένες γλώσσες. [45] Η αναφορά του σε επιστημονικά θέματα με την οποία συμπληρώνει την επιχειρηματολογία του σε όλο σχεδόν το έργο του δείχνει μια άνεση γνώσεων, αλλά και ανυπαρξία φόβου στη διαχείριση της θύραθεν παιδείας και γνώσης.
[Συνεχίζεται]

[35] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Νέον Μαρτυρολόγιον, ε.α., σελ.6.
[36]  Μ. Νικοδήμου Μπιλάλη, ε.α. σελ.43.
[37] Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εξαπάτησης της επιστημονικής κοινότητας είναι εκείνες του Jan Hendrik Shön και του Woo Suk Hwang. Για τις δύο αυτές περιπτώσεις όχι μοναδικές τουναντίον, έγινε πολύς θόρυβος, λόγω των επιπτώσεων που θα είχαν στην επιστημονική έρευνα αλλά και στην τεχνολογία, αν δεν επρόκειτο για απάτη. Ο Shön ισχυρίστηκε (ψευδώς) σε επιστημονική εργασία ότι χρησιμοποίησε μόρια οργανικής ουσίας για να δημιουργήσει ένα ηλεκτρικό κύκλωμα, το οποίο συμπεριφέρετο ως τρανζίστορ όταν διήρχετο από αυτό ηλεκτρικό ρεύμα. Για μια σύντομη ενημέρωση στο θέμα ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο διαδίκτυο στην παρακάτω διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Jan_Hendrik_Sch%C3%B6n (9-9-09), όπου υπάρχει και σχετική βιβλιογραφία.
Ο Woo Suk Hwang δημοσίευσε δύο άρθρα στο περιοδικό Science το 2004 και το 2005, όπου ψευδόμενος  ανέφερε ότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει ανθρώπινο εμβρυϊκό κύτταρο με κλωνοποίηση. Αργότερα και τα δύο άρθρα αποσύρθηκαν από την διεύθυνση του περιοδικού, όταν διαπιστώθηκε ότι περιείχαν ένα μεγάλο πλήθος αναληθών (κατασκευασμένων) στοιχείων. (Βλέπε πληροφορίες στην διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Hwang_Woo-Suk (9-9-09).
Υπάρχουν όμως και χαμηλότερου βαθμού απάτες, οι οποίες είναι και πιο δύσκολο να ελεγχθούν, που αφορούν πλαστογραφήσεις δεδομένων για παράδειγμα σημεία που επινοούνται ή σβήνονται, για να καταστήσουν ένα γράφημα αποδεκτό, φωτογραφίες που «διορθώνονται» κλπ. Πόσο συχνά συμβαίνουν όλα αυτά είναι δύσκολο να ειπωθεί. Ο Daniele Fanelli του πανεπιστημίου του Ενδιβούργου προσπάθησε να δώσει απάντηση στο ερώτημα χρησιμοποιώντας την στατιστική μέθοδο της μετα-αναλύσεως. Τα αποτελέσματά του δημοσιεύθηκαν τον Μάιο του 2009 στο Public Library of Science, http://www.plosone.org/article/info:doi/10.1371/journal. pone.0005738 (8-9-09), αναφορά στο άρθρο έκανε και το περιοδικό The Economist v.391, n.8634, 6-12 June 2009, p. 75, με τον τίτλο Fraud in science, Liar! Liar! (Απάτη στην επιστήμη, Ψεύτης! Ψεύτης!).
[38] Νικοδήμου Βαληνδρά, Μητρ. Πατρών, «Η απέραντος μνήμη του Αγίου Νικοδήμου του Ναξίου», στην
Επετηρίδα Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος ιθ΄, 2004-2005, σελ. 82.
[39] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου , Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, ε.α., σελ. 25.
[40] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, ε.α., σελ. 17.
[41] Ευθυμίου ιερομονάχου, ε.α. σελ.16.
[42] Ονουφρίου Ιβηρίτ ου, ε.α. σελ.29.
[43] Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Εξομολογητάριον, εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον ο ΦΟΙΝΙΞ, Αντωνίου Στ. Γεωργίου, 1895, σελ. 76.
[44] Αικατερίνης Κουμαριανού, «Ο Νέος Ραψάκης», περ. Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ, τεύχος 31-33 (1968), σελ.1-4. Σημειωτέον ότι η Κουμαριανού δεν αναφέρει πού βρίσκεται αυτή η επιστολή!
[45] Εμμ. Ν. Φραγκίσκου, «Το ζήτημα της γλωσσομάθειας του Νικοδήμου Αγιορείτη», περ. Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ, τεύχος 23 (2001), σελ. 173-190.

Κύπρου Κυπριανού: Δογματική συνείδησις και εκκλησιαστικό ήθος Επίσκοπος Λήδρας Επιφάνιος, Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Μαχαιρά


Του θεοφιλεστάτου Επισκόπου Λήδρας κ. Επιφανίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Μαχαιρά
Εκφωνήθηκε στο Η´ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο
της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος
«Οι μεγάλες προσωπικότητες της Ελληνικής Επαναστάσεως.
Ομοψυχία και διχόνοια κατά την Επανάσταση»,
το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 18-19 Οκτωβρίου 2019
————————————
Μακαριώτατε αρχιεπίσκοπε,
Σεβασμιώτατοι άγιοι αρχιερείς,
Ευσεβέστατον Ιερατείον,
Ελλόγιμοι κύριοι καθηγητές,
Ευλαβέστατε λαέ του Κυρίου.
Κατ᾽ αρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω εκ βάθους καρδίας τόσον εσάς, Μακαριώτατε μετά της περί Υμάς Ιεράς Συνόδου των Αρχιερέων της Εκκλησίας εν Ελλάδι, όσον και την διοργανωτικήν επιτροπή, για την πρόσκληση και την τιμή να συμμετάσχω στο εν λόγω συνέδριον.
Το θέμα το οποίο θα διαπραγματευτεί η ταπεινότητά μου σε αυτό, αφορά τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό, και επιδιώκει να εξιχνιάσει μέσα από τις αρχειακές πρωτογενείς πηγές την δογματική συνείδηση και το συνεπακόλουθο εκκλησιαστικό του ήθος, στο κορυφαίο γεγονός της επιγείου ζωής του, και όχι μόνον.
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός είναι μία εκ των σημαντικοτέρων προσωπικοτήτων της Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τα γνωστά σ᾽ εμάς ιστορικά βιογραφικά στοιχεία του ανδρός συμπυκνώνονται σε πολύ λίγες γραμμές, και είναι τα ακόλουθα:

Γεννήθηκε στον Στρόβολο το 1756· εκ της «βαλβίδος του βίου», δηλ. από πολύ μικρή ηλικία, εισήλθε στην Μονή Μαχαιρά ως μοναχός· μαθήτευσε στο σχολείο της Μονής, και το 1769 στο Ελληνομουσείο της Αρχιεπισκοπής· χειροτονήθηκε διάκονος από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο· απεστάλη στην Μολδοβλαχία το 1785 με τον θείό του ιερομόναχο Χαράλαμπο, για να βοηθήσουν οικονομικά την Μονή τους που βρισκόταν σε αθλία κατάσταση· επέστρεψε το 1802 στην Κύπρο, και από το 1804 ανέλαβε ως οικονόμος παρά τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο· το 1810 χειροτονήθηκε αρχιερέας και προβιβάσθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο· ήγειρε εκ θεμελίων την Ελληνική Σχολή, το μετέπειτα Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1812· δι᾽ εγκυκλίου του στις αρχές του 1815 κατεδίκασε ευθαρσώς την Μασωνία ως αίρεση, καταδίκη η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, είναι η πρώτη για την Μασωνία σε εκκλησιαστικό επίπεδο· συνέδραμε δυναμικά και οικονομικά στην δημιουργία Ελληνικής Σχολής στην Λεμεσό το 1819, ως επίσης και σε άλλες περιοχές της Κύπρου· το 1820 απέστειλε εκατοντάδες εικόνες του αγίου Τρύφωνα σε όλη την Κύπρο για την καταπολέμηση της ακρίδας· οδηγήθηκε στο μαρτύριο την 9ην Ιουλίου 1821 μαζί με άλλους διακοσίους και πλέον επισήμους έλληνες της Κύπρου. Είναι γνωστός ως εθνομάρτυρας.
Τα παραπάνω διαγράφουν εν συντομία την ζωή του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, πλην όμως δεν περιγράφουν ούτε καταγράφουν την σπουδαία αυτή προσωπικότητα εις βάθος, ούτε καταθέτουν το στίγμα του κάλλους της αρετής του ψυχικού του ανδριάντα. Η ταπεινή μας προσπάθεια, η οποία προέρχεται εκ του υιικού οφειλήματος προς τον άγιον αυτόν πατέρα μας, καθότι και αυτός είναι μαχαιριώτης και το μαρτυρεί στα γραπτά του , αποσκοπεί στην παρουσίαση της κεντρικής πτυχής της προσωπικότητας του Κυπριανού που είναι η αρετή. Η έρευνα, η ανακάλυψη και η συρραφή όσων πρωτογενών πηγών εντοπίστηκαν και απετέλεσαν τον τόμο «Αρχείον Κειμένων», έκδοσις Ιεράς Μονής Μαχαιρά, εις τιμήν και μνήμην του Κυπριανού, μας δίνει τα πολύτιμα στοιχεία, την δύναμη, την έμπνευση και το θάρρος, προτρέποντάς μας αφόβως και πεπαρρησιασμένως να εισέλθουμε στο ενδότερον του καταπετάσματος της σαρκός, και να ατενίσουμε ιδίοις όμμασιν και να ψηλαφήσουμε ιδίαις χερσί το άγιον και ενάρετον της δογματικής συνειδήσεως του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού. Ακολούθως, διαμεμενηκότες μετ᾽ αυτού εν τοις πειρασμοίς της ζωής του και συμπαραμένοντες μετ᾽ αυτού εν τω μαρτυρίω, ανιχνεύσωμεν το εκκλησιαστικόν ήθος της καρδίας του. Τότε, περιχαρείς γενόμενοι, τιμήσωμεν αξίως και πρεπόντως τον άνθρωπον του Θεού.
Εν πρώτοις, οφείλουμε να εξηγήσουμε τους δύο όρους , δογματική συνείδηση και εκκλησιαστικό ήθος, που θα εξιχνιάσουμε στον βίο και στους λόγους του Κυπριανού.
Ο πρώτος όρος, η δογματική συνείδηση, υπάρχει σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Αντικατοπτρίζει το εσωτερικόν τους «πιστεύω» και αποτελεί την απόλυτην εκείνη εσωτερικήν θέση που παγιώνεται μέσα στην καρδίαν του ανθρώπου και εκφράζεται ως η άποψή του. Αυτή προέρχεται από την γνώση που του έχει δοθεί μέσω της παιδείας, είτε αυτή η παιδεία είναι η εκκλησιαστική, είτε είναι η θύραθεν, είτε είναι η παιδεία Κυρίου μέσα από την εμπειρία της ζωής. Προιούσης της ηλικίας και της επακολουθούσης ωρίμανσης, η γνώση αυτή αποκρυσταλλώνεται, μορφοποιείται, σχηματοποιείται στο βάθος του έσω ανθρώπου, στην βαθείά του καρδία , απαρτίζουσα το «πιστεύω» του. Η τελική αποδοχή αυτής της γνώσης και η εγκατάστασή της μέσα στην καρδίαν, εφαρμόζει στάσιν ζωής. Αυτή η εφαρμογή της στάσης ζωής εκφαίνει στον έξω κόσμο του ανθρώπου το εκκλησιαστικό του ήθος.
Τα δύο μεγέθη, δογματική συνείδηση και εκκλησιαστικό ήθος, είναι αλληλένδετα και αλληλοεπηρεαζόμενα. Αναλόγως του πρώτου εκφράζεται το δεύτερο, και η ποικιλία διάφορη στα έθνη, στους λαούς και στον καθένα ξεχωριστά . Ειδικά σήμερα, με τα νομικά δικαιώματα και τα προσωπικά θελήματα, το φαινόμενο βρίσκεται σε πολύ μεγαλύτερη έξαρση παρά ποτέ άλλοτε.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δρ. Θεολογίας Οι βωμολοχίες


Η ατμόσφαιρα των γηπέδων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ακουστική ρύπανση των βωμολοχιών. Κυρίως νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι, αντί να απολαύσουν το όποιο θέαμα το οποίο έχουν επιλέξει να παρακολουθήσουν, έχοντας μετατραπεί σε οπαδούς της με κάθε τρόπο νίκης της αγαπημένης τους ομάδας, φροντίζουν να εκτονώνονται είτε τραγουδώντας ομαδικά συνθήματα τα οποία έχουν αισχρό περιεχόμενο εις βάρος των παικτών της αντίπαλης ομάδας, των συγγενών τους, κυρίως του γυναικείου φύλου, των διαιτητών, είτε σε ατομικό επίπεδο εκφράζοντας την χαρά, την ανακούφιση, την οργή τους, το πάθος τους για την ομάδα τους με τρόπο που δεν θυμίζει ούτε το ποιοι είναι στην καθημερινή ζωή ούτε το πώς θα ήθελαν οι άλλοι να τους θυμούνται.
Κρυμμένοι στην ανωνυμία του πλήθους, αισθάνονται ελεύθεροι να εκφράσουν όσα το συνειδητό ή και το ασυνείδητό τους έχουν. Η βλασφημία κατά των θείων, αλλά και η σεξουαλική διάσταση των συνθημάτων κάνει τους βωμολόχους να αισθάνονται δυνατοί. Όταν μάλιστα δεν υπάρχουν οπαδοί της αντίπαλης ομάδας στο γήπεδο, η παντοδυναμία της έκφρασης δίνει ένα αίσθημα απέραντης ηδονής. Νίκη ή ήττα είναι αδιάφορο. Σημασία έχει η εκτόνωση! Σε άσχετους με την αντίπαλη ομάδα αγώνες, όπως είναι τα παιχνίδια με ξένες ομάδες, αντί τα συνθήματα να αποσκοπούν στην ενίσχυση της ψυχολογίας των παικτών που υποστηρίζουν, η μνήμη του αντιπάλου δεσπόζει.

Είναι κοινωνικό το φαινόμενο μόνο ή έχει και πνευματικές διαστάσεις;
Για την πίστη τίποτε δεν στερείται πνευματικού νοήματος. Φανατισμός, επικράτηση, πάθος, αχαλίνωτο στόμα αποτελούν σημάδια ενός εαυτού που δεν εμφορείται από αγάπη για το συγκεκριμένο άθλημα ή την συγκεκριμένη ομάδα, αλλά από ανάγκη για επιβεβαίωση ότι ανήκουμε στην σωστή κοινότητα, ότι το πάθος μας για την ομάδα γίνεται αφορμή συνάντησης με τους άλλους, ότι το πνεύμα της εξουσίας συνδυάζεται με την λογική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Κυρίως όμως ένα αίσθημα ότι δεν τρέχει τίποτα που βρίζουμε, που εκτονωνόμαστε, που αισθανόμαστε όχλος, αλλά είναι ένα ξέχασμα της καθημερινότητας και των προβλημάτων μας, καθώς δεν έχουμε κάποτε άλλη ελπίδα προς την οποία να στραφούμε, ενώ το στόμα μας βγάζει ό,τι ρυπαρό, χωρίς να αισθανόμαστε ότι ρυπαινόμαστε.
Τα ιερά μας έχουν πάψει να είναι ιερά. Θρησκεία και οικογένεια, όπως και ο πλησίον στην διαφορετικότητά του δεν είναι αφορμή συνάντησης, σεβασμού, κάποτε και χαράς και κεφιού, αλλά υπενθύμιση ότι το παν είναι η επικράτηση του εγώ μας και ό,τι αυτό υποστηρίζει. Το «ευ αγωνίζεσθαι» και η υπεράσπισή του έχει μετατραπεί σε «με κάθε τρόπο επικρατείν», σε μία εποχή εμπορευματοποίησης των πάντων, ακόμη και των ιδεών, των συμβόλων, των κοινοτήτων στις οποίες ανήκουμε. Στην καθημερινότητά μας μία άνεση έκφρασης, ένα αίσθημα μαγκιάς και επίδειξης που γίνεται συνήθεια, μίμηση κάποιων μεγαλυτέρων που δεν ξέρουν τι σημαίνει ποιότητα λόγου και έκφρασης, μία χύδην λαϊκότητα, η οποία μετατρέπεται σε λαϊκισμό λόγου, καθιστούν την βωμολοχία αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Το χειρότερο είναι ότι δεν τιμωρείται από την πολιτεία, ακριβώς λόγω της ανοχής όλων.
Το σταμάτημα της βωμολοχίας προϋποθέτει πρωτίστως προσωπική απόφαση. Προϋποθέτει αυτοσεβασμό και στην συνέχεια σεβασμό στο πρόσωπο του άλλου. Προϋποθέτει εγκράτεια γλώσσης, δηλαδή πνευματική ζωή. Προϋποθέτει την συνειδητή αντίσταση στην ακρόαση της αισχρολογίας. Τελικά, την χαρά ο λόγος να είναι «άλατι ηρτυμένος» για να μεταδίδει νόημα ζωής, αυτό που συνήθως απουσιάζει στους κάθε μορφής όχλους.

themistoklismourtzanos.blogspot.com

Άγιος Ανδρόνικος της Μονής Γκλινσκ Εκτός του εαυτού σου


Εάν συμπεριφερθούμε προσεκτικά ως προς τον εξωτερικό μας άνθρωπο, τότε θα μπορέσουμε να φυλάξουμε και τον εσωτερικό μας. Οποιαδήποτε θλίψη κι αν σου συμβεί, μην κατηγορήσεις γι’ αυτήν κανέναν εκτός του εαυτού σου και πες ότι αυτό μου συνέβη για τις αμαρτίες μου.
Άγιος Ανδρόνικος της Μονής Γκλινσκ