«Φωτίζου, φωτίζου Ιερουσαλήμ. Ήκει γαρ
σου το φως και η δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλεν». Σήμερα το μεγαλήγορον
στόμα του προφήτου Ησαϊου προσκομίζει στην εξ εθνών Εκκλησία τα
χαρμόσυνα ευαγγέλια.
Και ακριβώς επειδή προέρχονται από γλώσσα
πυρωμένην από την βρώση του θεοϋποστάτου άνθρακος, είναι λαμπρά και
μεγαλειώδη, αλλά ταυτοχρόνως διαβόητα και βροντοηχή, επειδή κατέρχονται
από το ουράνιον ύψος του Αγίου Πνεύματος. Διότι πράγματι τοιαύτη είναι η
φωνή του Προφήτου, ώστε να διατρέχη τον ουρανόν και να περικυκλώνη την
γήν.
«Άκου γαρ, λέγει, ουρανέ, και ενωτίζου η
γη». Και όταν αρχίζει ο Προφήτης το θεόπνευστον κήρυγμά του, εκδηλώνεται
αμέσως το βροντώδες του λόγου του. Όμως εδώ δεν κηρύττει μόνον, αλλά
απαστράπτει φως υπέρλαμπρον και διαυγές, και προσκαλεί στον λιμένα της
παρακλήσεως όσους πλέουν μέσα στο πέλαγος της νηστείας.
Προευαγγελίζομαι, βροντοφωνάζει ο
Προφήτης, ότι ήδη έφθασε το φως της Αναστάσεως, προς την οποία σπεύδετε
να καταπαύσετε, και για την οποία τρέχετε εναγωνίως. Και από πού
καθίσταται φανερόν αυτό; Η δόξα Κυρίου ήδη ανέτειλε στην νέαν
Ιερουσαλήμ. Και δόξα Κυρίου, αναντιρρήτως, είναι ο Θείος Σταυρός, ο
οποίος ως φαεινός όρθρος εμφανίζεται σήμερα, και εξακοντίζει τις πρώτες
ακτίνες του Ηλίου της δικαιοσύνης. Πράγματι, στην παρούσα εορτήν έχουμε
μνήμην φωτός, και μάλιστα φωτός ανεσπέρου, που φωτίζει όσους ευρίσκονται
στο σκότος της ακηδίας. Εκεί όμως, κατά την εορτήν της Αναστάσεως,
πρόκειται για την μεγίστη πανήγυρη, για την εορτή των εορτών.
Ας μη σκυθρωπάζη κανείς από τους
τροφίμους της νηστείας, ούτε να ανταλλάσση την ημερότητα του προσώπου
του με την σκοτεινήν έκφρασιν της κατηφείας. Ας προσέλθωμε στην ανατολήν
του τιμίου Σταυρού, και ας φωτισθούμε, και τα πρόσωπά μας δεν θα
καταισχυνθούν. «Σημειωθήτω εφ' ημάς το φως του προσώπου Κυρίου», θα
λάμψουν τα πρόσωπά μας όπως ο Ήλιος, και τότε οι σκοτεινόμορφοι δαίμονες
θα φύγουν μακρυά μας, μή δυνάμενοι να μας ατενίσουν κατά πρόσωπον. Και
εγώ με την σειρά μου, ο πρώτος της εκκλησιαστικής αυτής συναθροίσεως και
χοράρχης της χάριτος, παρακαλώ να με καταυγάση πλουσίως αυτό το θείον
φως του Σταυρού και εύχομαι να αναφλέξη την θρυαλλίδα της γλώσσης μου
και να ανάψη εντός μου άσβεστον θείον πυρ. Αλλά με πληροφορεί και με
πείθει συγχρόνως η θέρμη της πίστεως που κινείται μέσα μου, πως ήδη φέρω
αυτό το άγιον πυρ. Και ιδού! Το πυρ και τα ξύλα του Σταυρού ευρίσκονται
εμπρός στην γλώσσα μου για να χρησιμεύσουν ως υλικόν των επαίνων της
σημερινής εορτής. Πού είναι λοιπόν το πρόβατον που θα θυσιάσωμε σήμερα
προς δόξαν Θεού, για να παρατεθή στην συνέχεια προς βρώση σε όλους εσάς
τους πνευματικούς συνδαιτυμόνες;
Ο Θεός θα χορηγήση αυτό το άθυτον θύμα
και ζων σφάγιον, όπως εχορήγησε προς χάριν της ψυχικής ωφελείας μας
γονιμότητα στην άκαρπο διάνοιά μου. Αυτός που δύναται να αναστήση από
τους λίθους γνήσια τέκνα του πατριάρχου Αβραάμ, καθώς κάποτε ανέστησε
τον Ισαάκ από την λιθώδη μήτρα της Σάρρας.
Πράγματι «εσημειώθη εφ' ημάς το φως του
προσώπου Κυρίου» με την εμφάνιση και προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού.
Αγιάζονται τα χείλη και οι οφθαλμοί μας, καθώς ατενίζουμε και ασπαζόμεθα
το θεότευκτον όργανον της σωτηρίας μας. Εν τω μεταξύ, ας τολμήσωμε να
μεταφερθούμε νοερώς στον πολυθρύλλητον Παράδεισον της Εδέμ. Είμαι
βέβαιος ότι η φλογίνη ρομφαία θα υποχωρήση, αφού έχει σημειωθή επάνω μας
η σφραγίς του Χριστού, επειδή ευλαβείται απολύτως το φως του Δεσποτικού
προσώπου. Μάλιστα θα μεταστρέψη για λίγο το φλογερόν και απειλητικόν
της φύσεώς της σε φωτεινόν και ήμερον.
Διότι πράγματι ο Δεσπότης Χριστός δεν
ανέβη στoν Σταυρόν για να κρίνη τoν κόσμον, αλλά για να προσηλώση στο
ξύλον το χειρόγραφον των αμαρτιών μας, και να σβήση τα παλαιά οφειλήματά
μας με το πανυπέρτιμον Αίμα του. Και η φλογίνη ρομφαία θα στρέψη τα
νώτα ενώπιόν μας, εφ’ όσον προς χάριν μας ο Δεσπότης Χριστός εδέχθη στα
νώτα του μαστιγώσεις. Ούτε πάλι θα μας αποπέμψη ως βδελυκτούς και
αχρήστους δούλους. Επειδή γνωρίζει πως όλοι ιατρευθήκαμε από τις πληγές
του Χριστού, και ότι όσα στίγματα μας προξένησε ο εχθρός τα ανέλαβε όλα
επάνω Του, ο μόνος αναμάρτητος. Αλλά ούτε καν θα μας εμποδίση στο
ελάχιστο. Και αυτό για πολλούς λόγους. Κυρίως όμως, διότι τα στόματα των
πιστών είναι πεπληρωμένα από την χάρη της υμνολογίας του Σταυρού και
την δόξα του Εσταυρωμένου. Αντιθέτως μάλιστα θα μας ασπασθή με άγιον
φίλημα, εξ αιτίας της πίστεως και αφοσιώσεώς μας στoν κοινόν Δεσπότη μας
Ιησούν Χριστόν.
Εξ άλλου είναι φιλάνθρωπες οι τάξεις των
αγγέλων, και έχουν ως αφορμήν εορτής την μετάνοια των αμαρτωλών. Και αν
ακόμη αναδίδουν δυσοσμία τα στόματα από την ασιτίαν, εν τούτοις
προσφέρονται ως θυμίαμα εύοσμον, ευάρεστον ενώπιον του Θεού. Άλλωστε
τούτο γίνεται φανερόν και από τα αντίθετα. Διότι, όταν οι προπάτορές μας
εμασούσαν ακόμη τον καρπόν της παρακοής, και ενώ ο καρπός ήταν ευώδης,
εν τούτοις το στόμα τους ήταν δύσοσμο και βρωμερόν, αφού περιείχε μέσα
τους αρραβώνες της διαφθοράς μας. Όταν λοιπόν ετρυγήθη και κατεβροχθίσθη
ο καρπός του ξύλου του Παραδείσου, τότε απεδείχθη πικρότερος και από
την χολήν, και προεκάλεσε σ' εμέ τον άνθρωπον τέτοια σκοτοδίνη, ώστε να
θεωρώ πως όλα περιστρέφονται. Και ενώ ευρισκόμουν στο μέσον του
Παραδείσου, να νομίζω ότι ημπορώ να κρυφθώ, επειδή αντιλαμβανόμουν το
θρόισμα των φύλλων ως βήματα ποδών.
Από τότε όμως που ο Χριστός εταπείνωσε
τον εαυτόν του και έγινε υπήκοος στoν Θεόν Πατέρα «μέχρι θανάτου,
θανάτου δε σταυρού», τότε μετετράπη ο Σταυρός σε ξύλον υπακοής και
φωτίζει την διάνοιά μας, αρωματίζει το στόμα, στηρίζει την καρδία μας,
και μεταδίδει τον καρπόν της αιωνίου ζωής. Αναιρείται έτσι ο καρπός της
παρακοής από τον καρπόν της υπακοής. Εκεί συμβαίνει απομάκρυνσις από τον
Θεόν, και εξορία από το ξύλον της ζωής και το «επιστρέψεις εις γην, εξ
ης ελήφθης». Εδώ πραγματοποιείται οικείωσις με τον Θεόν και η υπόσχεσις:
«όταν υψωθώ, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν». Η πολυπόθητος όντως αυτή
υπόσχεσις! Εκεί προηγήθη η ηδονή και ηκολούθησε η οδύνη. Αντιθέτως, εδώ
την οδύνην, το εκούσιον Πάθος και την πικράν γεύση της χολής ακολουθεί η
κατοικία των ευφραινομένων πρωτοτόκων στους ουρανούς, κατάπαυσις και
άχραντος ηδονή. Εκεί επραγματοποιήθη κατάβασις από το ύψος στην κοιλάδα
του κλαυθμώνος. Η φύσις εξέπεσε τόσο που δεν εσταμάτησε παρά μόνον αφού
εστάθη και ανεκόπη η ορμή της επάνω στην αρραγή πέτρα του Χριστού και
στο ξύλον του Σταυρού, σε αυτά τα δύο τόσο στερεά και ακράδαντα
στηρίγματα. Και τα μεν παλαιά έτσι έχουν.
Όσον όμως για τα νέα και ιδικά μας, ή
καλύτερα για την κατά Χριστόν οδό, την οποίαν ο ίδιος ως άνθρωπος
εχάραξε, πρόκειται για πολύ απότομον και ανηφορικόν δρόμο. Διότι οδεύει
τον τραχύν ανήφορο του Σταυρού, ταλαιπωρεί τα πόδια με την συνεχή
ορθοστασία στην προσευχή, τα χέρια εντέλλεται να υψώνωνται ικετευτικώς
όλην την ημέρα προς τον Θεόν, και το στόμα πάλι το καταξηραίνει με την
νηστεία. Όλες αυτές οι φαινομενικές οδύνες έχουν γράψει το βιβλίο του
Σταυρού. οποιος δεν αναλαμβάνει στα χέρια του το βιβλίον αυτό και δεν
ακολουθεί οπίσω από τον διδάσκαλο, και διδάσκαλος βεβαίως είναι ο
Χριστός, τότε ως ράθυμος και οκνηρός μαθητής, θα διαγραφή από τον χορόν
των υπολοίπων μαθητών. Όταν λοιπόν έτσι συμμορφωθούμε με το φρόνημα του
Σταυρού, τότε κανένα εμπόδιο δεν θα μας παρουσιάση η φλογίνη ρομφαία,
αλλά θα ημπορέσωμε να εισέλθωμε στο αρχαίον ενδιαίτημα των προπατόρων
μας, τον Παράδεισον. Εκεί θα συλλέξωμε τα καταλληλότερα για την
περίσταση, και αφού πλέξωμε στέφανον εγκωμίων, θα καταστέψωμε με αυτόν
τον Τίμιον Σταυρόν. Ούτως ευρισκόμεθα κάποτε σε χώραν μακάρων και
κατοικούσαμε τον θεοφύτευτον Παράδεισο, τόπον ατελευτήτου τρυφής. Εδώ
ήσαν οι δοξολογικές φωνές και ο ήχος των εορταζόντων, και υμνολογίες
ουρανίων αγγέλων οι οποίοι επευφημούσαν τον Θεόν. Ο άνθρωπος,
ευρισκόμενος στον Παράδεισον, έψαλλε κατά αντιφωνία με τα αγγελικά
τάγματα, και ολόκληρος η κτίσις εβοούσε δοξολογικώς: «δόξα εν υψίστοις
Θεώ και επί γης ειρήνη». Πράγματι, η αγαθότης του Θεού είχε πλουσίως
υπερεκχυθή σε εμάς. Διότι χωρίς να έχη προσφέρει τίποτε ο άνθρωπος,
εχειροτονήθη από τον Θεόν βασιλεύς όλων των επιγείων κτισμάτων Του. Γι'
αυτό λέγει ο ψαλμωδός «Συ γαρ έπλασάς με, και έθηκας επ' εμέ την χείρα
Σου». Γιατί όμως να παρασιωπώ τα θαυμαστότερα; Προτού να σχηματισθώ στην
κοιλία της μητρός μου, και εννοώ την μεγάλη μητέρα όλων μας, την γην,
συσκέπτεται ο Άγιος Θεός πώς να με πλάση. Και μόνον εμένα από όλα τα
κτίσματά του με έπλασε «κατ' εικόνα» του, μου έδωσε την μοναδικήν αυτήν
δυνατότητα γνώσεως της εν μιά Θεότητι μοναρχικής Τριάδος των προσώπων.
Αυτός που συνέστησε τα πάντα με μόνον το
θέλημά του, για εμένα τον τρίπηχυ, τον βραχυδιάστατον, τον πεζόν, τον
γυμνόν από οποιαδήποτε φυσικήν περιβολή, συσκέπτεται και προμελετά σε
ποίον θα είναι όμοιος αυτός που πρόκειται να πλασθή, ποία κτίσματα θα
εξουσιάζη και μέχρι πού θα φθάνη η εξουσία του. Τον καθιστά κεφαλήν όσων
ίπτανται επάνω από την κεφαλή του. Υποτάσσει στον δίποδα τα τετράποδα.
Όσα πλέουν στον βυθό της θαλάσσης υποδουλώνει στον πεζόν άνθρωπο. Και
δεν είναι μεγάλα αυτά, μολονότι είναι τοιούτου είδους. Ας έλθω στο
μεγαλύτερο. Τοποθετούμαι πλησίον του Θεού του Υψίστου, εγώ που είμαι
πλήρης ακανθών και συνεχώς ρέπω προς τα κάτω, εγώ ο πήλινος γίνομαι
συμμέτοχος στον δήμο των πυρίνων λειτουργών. Ιδικό μου ενδιαίτημα
γίνεται ο Παράδεισος. Στα αμέτρητα αγαθά του Παραδείσου καθίσταμαι εγώ
κύριος και δεσπότης.
Μου δίδεται λύχνος λαμπρός, για να βλέπω
και να προστατεύω όλα αυτά τα καλά πράγματα, και παραλλήλως λαμβάνω την
εντολή να επαγρυπνώ για την φύλαξη όλων αυτών των αγαθών. Εγώ όμως δεν
γνωρίζω τι έπαθα και ενύσταξα στη φύλαξη των αγαθών. Τότε ο
σκοτεινόμορφος Σατάν βλέπει με βλέμμα φθονερό τα αγαθά μου και με
πλησιάζει πλήρης υποκρισίας, με το προσωπείον κάποιου από τους πολύ
οικείους μου. Με πλησιάζει με ημερότητα, ενώ αποδεικνύεται δολιότατος,
και καταφέρνει ο κακομήχανος με ευλογοφανείς λόγους να με ξεγελάση και
να σβήση τον λύχνον μου. Διότι λύχνος είναι ο θείος νόμος, όπως ο
Προφήτης Δαυίδ τον ονομάζει. Και αφού μου κατέστρεψε κάθε θεόσδοτον
δωρεά, με συνέλαβε και απεμακρύνθη γελώντας με αναίδεια για την αφέλειά
μου.
|