Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


Επιστολές του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς


ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
Η χριστοειδής καρδία του κόσμου

Και δω σε μας δουλεύουν σκληρά μα δουλεύουν δίχως προσευχή. Και σε μας υπάρχει σκέψη μα σκέ­ψη δίχως προσευχή. Φαίνεται πώς όλοι, συνειδητά και ασυνείδητα, πασχίζουν να αλλάξουν την από Χριστού δοσμένη οικονομία της εκκλησιαστικής ζωής, να την φτιάξουν κατ' εικόνα και ομοίωση δική τους. Στην θέση της εικόνος του Χριστού ν' αποτυπώσουν την δική τους εικόνα, να καταλάβουν το μέρος της ει­κόνος. Όλα αυτά όμως, λίγο ή πολύ, αγγίζουν τα όρια της ανταρσίας: απέρριψαν τον από Χριστού ορισμένο οικονόμο, την προσευχή, από τον οίκο της προσευ­χής και νευρικά εισήγαγαν τούς νομικούς και συνταγ­ματικούς και τούς επιστημοφιλοσοφικούς οικονό­μους, αυτούς τούς στερημένους από χάρη και προσευ­χή·

Είναι φοβερά και απελπιστικά πολλοί, πάμπολλοι εκείνοι πού εξυμνούν (θεοποιούν) το «πνεύμα των και­ρών», το ενθρονίζουν στην καθέδρα της διανοίας τους, το προσκυνούν ως βασιλέα και θεό τους, του προσφέρουν θυσίες νομίζοντας ότι προσφέρουν υπη­ρεσία στον Χριστό. Γι' αυτούς δεν είναι το Αιώνιο κριτήριο για τον χρόνο, αλλά ό χρόνος για την αιωνιότητα. Δεν νιώθουν πώς ό χρόνος δίχως την Αιω­νιότητα είναι το πιο φρικιαστικό μεταφυσικό τέρας το όποιο σχεδιάζει κακοποιημένες φιγούρες της ζωής παρμένες από το φυσικό χώρο, πλάθει την ύλη σαν άλλο ζυμάρι και την καταβροχθίζει με λαιμαργία. Και ό Χριστός; Αυτός ό περίεργος Χριστός; - Για την χριστομάχο υψηλοφροσύνη δεν είναι παρά μία τελειωμέ­νη ιστορία στα μεθυσμένα στόματα της τραγωδίας πού έχει μεθύσει τον πλανήτη.

* Ό Χριστός, ή απτή Του παρουσία, το θελκτικό Του πρόσωπο, είναι για μένα ή αναγκαιότερη των α­ναγκαιοτήτων. Ποθώντας συνεχώς Εκείνον, πώς να μην αποκάμει ή ψυχή μου στην προσευχή; Μα μήπως μπορώ να Τον προσεγγίσω και αλλιώς παρά μονάχα με την προσευχή; Ποιος είμαι εγώ για να φιλοσοφή­σω, για να φιλοσοφώ περί Εκείνου δίχως προσευχή;


Ανθρωποφάγοι ή η αγάπη της αυτοθυσίας

* Σήμερα, λίγοι είναι οι άνθρωποι πού έχουν υγιή φιλοσοφική αίσθηση. Συνήθως, τα γεγονότα εκτιμώ­νται αποσπασματικά και πολύ σπάνια, μέσα στην ορ­γανική τους πληρότητα. Ή εγωιστική αυτοτύφλωση, ατομικού, εθνικού ή και ταξικού χαρακτήρα, φράζει τον νου του άνθρωπου προς κάθε κριτική προοπτική και έτσι αυτός βασανίζεται μέσα στην προσωπική του κόλαση. Δεν υπάρχει διέξοδος αφού δεν υπάρχει φι­λανθρωπία. Οι Ευρωπαίοι μεταλλάσσονται ραγδαία σε ανθρωποφάγους επειδή με την αυτάρκεια τους στέ­ρησαν από τον εαυτό τους την ικανότητα για μια ζώ­σα αίσθηση της ευαγγελικής αγάπης. Γιατί μονάχα ή ευαγγελική και Χριστοειδής αγάπη υποτάσσει κάθε μορφή ανθρωπίνου εγωισμού και αυτάρκειας. Μια τέ­τοια αγάπη σημαίνει πάντοτε την αυτοθυσία. Δεν μπο­ρεί ό άνθρωπος να εξέλθει από αυτήν την δαιμονική τάση προς αμαρτία αν δεν μεταδώσει την ψυχή του στους άλλους μέσα από την άσκηση της αυτοθυσιαζομένης αγάπης, υπηρετώντας τους με ευαγγελική αφο­σίωση και ειλικρίνεια.

Μεγάλη χαρά μου προξενεί πάντοτε, όταν ανάμε­σα στους διανοούμενους συναντήσω κάποιαν ανθρώ­πινη ύπαρξη ή οποία κατά την ιστοριοσοφία της δεν εμπίπτει στο χώρο της ζωολογίας. Συγχωρήστε μου το παράδοξο της διαπίστωσης μα μου το επιβάλλει ή εμπειρία μου.

Το πιο εμφανές σημείο της χριστιανικής φιλίας είναι το ακόλουθο: να θυμάσαι τον φίλο σου στις κα­θημερινές σου προσευχές.


Ορθόδοξη πίστη - ό μέγιστος πλούτος

Αγαπητή αδελφή,

Ο μέγιστος των πλουσίων γράφει προς την μεγί­στη των πλουσίων, εγώ προς Εσάς. Αυτός ό αμέτρη­τος και ατελείωτος πλούτος μας είναι ή ορθόδοξη πί­στη μας. Μέσω αυτής, όλοι οι ουρανοί είναι δικοί μας, όλοι οι κόσμοι του Θεού δικοί μας. Και αυτό πού είναι το πολυτιμότερο όλων: ό ίδιος ό Πανηδύτατος Κύριος και Χριστός είναι δικός μας και μαζί Του δι­κά μας, ή κάθε αιώνια μακαριότητα και ή κάθε αιώνια χαρά....

Από τότε πού ό Κύριος και Χριστός φάνηκε στην γη, δεν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη γη και τον ουρα­νό, ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Ενώθηκε το Θείο με το ανθρώπινο, το ουράνιο με το γήινο, το αιώνιο με το πρόσκαιρο.

Ή Εκκλησία ως το Θεανθρώπινο Σώμα του Χρι­στού, είναι το ουρανογήινο παλάτι όπου βιώνεται ή αιώνιος ζωή μέσω της ορθής, αληθούς, αποστολικής, θεανθρώπινης και αγιοπατερικής ορθοδόξου πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν υπάρχουν νεκροί στην Εκκλησία του Χριστού: όλοι είναι ζώντες και μάλιστα ζώντες αθανάτως, ήδη από την γη ζώντες την αθανασία. Και ύστερα από την μετάβαση στον άλλο κόσμο, είμαστε ακόμα πληρέστερα, ακόμα πιο έντονα, ακόμα πιο χειροπιαστά, ακόμα πιο αθάνατα αθάνατοι.

*  Εδώ (στην Εκκλησία), σμίγουν οι Άγγελοι με τούς ανθρώπους, εδώ ή Χαρά αγκαλιάζει την Αλή­θεια, εδώ ό χρόνος περιβάλλει την Αιωνιότητα, εδώ ή πίστη αγκαλιάζει την Αθανασία και ό άνθρωπος βρί­σκεται ανάμεσα σε όλο αυτό το αγαλλίαμα, αθανατίζων και αιωνίζων, ζώντας διά των ιερών μυστηρίων του Χριστού και των αρετών Του. Επιστέγασμα όλων και πιο αθάνατη και από την ίδια την αθανασία είναι ή αγία ορθόδοξη, αποστολική και αγιοπατερική πί­στη. Το να πλουτίσει από την πίστη αυτή, είναι για την ανθρώπινη ύπαρξη ό μεγαλύτερος και αδιάφθορος πλούτος όλων των κόσμων.


Ο τύπος του γνήσιου ιερέα

*  ...τον γνήσιο ιερέα δεν θα πρέπει να σκανδαλί­ζουν μήτε οι κακοί ιερείς μα μήτε και οι κακοί αρχιε­ρείς. Αυτός πάντοτε ατενίζει πάνω από αυτούς, πάντο­τε προσβλέπει προς τούς αγίους ιερείς και αρχιερείς. Βλέπει τον ιερό Χρυσόστομο, τον άγιο Σάββα, τον ιερομάρτυρα διάκονο Αββακούμ και πλήθος άλλων α­γίων. Προς αυτούς αναφέρεται ολόψυχα, αυτούς θαυ­μάζει και από αυτούς χειραγωγείται. Και εκείνοι; Ε­κείνοι όλοι τους είναι ολοζώντανοι και σήμερα μέσα στην Εκκλησία, όπως ήταν χθες μα και πριν από χί­λια χρόνια.

Ζώντες όλοι οι άγιοι Απόστολοι, ζώντες όλοι οι άγιοι Μάρτυρες, ζώντες όλοι οι άγιοι Πατέρες, οι ά­γιοι Ομολογητές και καθημερινά συλλειτουργούν μα­ζί με μας τούς αναξίους λειτουργούς του Θεού στη Θεία Λειτουργία. Δεν είμαστε λοιπόν ισχυρότεροι και πιο δυνατοί από κάθε θάνατο, από κάθε κακό και από κάθε αμαρτία; Μπορούμε τάχα να βρούμε αφορμή για απογοήτευση μέσα στην ιερατική μας κλήση; Ακόμα και εκείνη ή διακονία των Αγγέλων, δεν είναι ανώτε­ρη από την διακονία των ιερέων! Ό ιερέας έχει θεϊκή εξουσία επί παραδείσου και κολάσεως, επί ζωής και θανάτου, επί αθανασίας και αιωνιότητος.

Εσύ, αγαπητέ μου, σαν να αμφέβαλες προς στιγ­μήν για όλα αυτά και το πνεύμα σου κλονίστηκε. Ψη­λά το κεφάλι! Γιατί κανένας μέσα στο ανθρώπινο γέ­νος δεν έχει αυτό πού ό ιερέας του Χριστού κατέχει. Το σημαντικό είναι: στερεώσου με πίστη, προσευχή και αγάπη στον θαυμαστό Κύριο, στον γλυκύτατο Κύριο και κάθε θάνατος θα φύγει μακριά σου, πολύ δε περισσότερο, ή απόγνωση και τα τέκνα εκείνης.

* Ή αιωνιότητα είναι φρικιαστική δίχως Θεάν­θρωπο, γιατί και ό άνθρωπος είναι φοβερός δίχως τον Θεάνθρωπο. Καθετί το ανθρώπινο, μονάχα στον Θεάν­θρωπο έχει την τελική και λογική του ερμηνεία. Δί­χως τον θαυμαστό Κύριο Ιησού Χριστό, όλα τα αν­θρώπινα μεταβάλλονται αναπόφευκτα σε χάος, σε φρί­κη, σε θάνατο, σε κόλαση: ή φρόνηση σε αφροσύνη, ή αίσθηση σε απόγνωση, ή επιθυμία σε αυτοδιάσπαση μέσα από την αυτοθέωση ή την αυτοεξουθένωση.

*  Ή στάση μας έναντι των μη ορθοδόξων χριστια­νών: πρώτον, να μείνουμε ακλόνητοι, με την καρδιά, με την διάνοια και με την ζωή μας, στην Ορθοδοξία, στα ιερά της Μυστήρια και τις ιερές της αρετές. Με τον τρόπο αυτό θα καταστήσουμε τον εαυτό μας καθο­λικό, τον νου, την καρδιά και την ζωή μας. Να ζούμε συνεχώς «συν πάσι τοις αγίοις» (Έφ. 3, 18), επειδή μονάχα έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε τα θεανθρώπινα βάθη, ύψη και πλάτη του Χριστού. Να ζούμε «συν πά­σι τοις αγίοις» θα πει να σκεφτόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», πού θα πει να αισθανόμαστε «συν πάσι τοις αγίοις», δηλαδή να προσευχόμαστε «συν πάσι τοις α­γίοις» και τέλος, να αγαπάμε «συν πάσι τοις αγίοις».

 Μονάχα με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται το ιερό και αλάνθαστο μέτρο της Αληθείας, δηλ. της Εκκλη­σίας του Χριστού ή οποία πάντοτε αποτελεί την Υπο­στατική Αλήθεια του Θεανθρώπου Χριστού και όχι κάποιου άλλου προσώπου ή πράγματος.

 Η Θεανθρώπινη εξέλιξη

*  Ζητάς να σου απαντήσω στο ερώτημα, αν μπο­ρεί ή επιστημονική αντίληψη περί της εξελίξεως του κόσμου και του ανθρώπου να συνυπάρξει με την πα­ραδοσιακή ορθόδοξη αίσθηση και γνώση. Ακόμη, ρωτάς ποιά, το ποιά είναι στην περίπτωση αυτή ή στάση των Πατέρων και για το αν υπάρχει γενικώς ή ανάγκη για μια τέτοια συνύπαρξη. Με πολλή συντο­μία λοιπόν γράφω τα έξης:

Ή ανθρωπολογία της Καινής Διαθήκης στήκει και πίπτει επάνω στην ανθρωπολογία της Παλαιάς. Ό­λο το Ευαγγέλιο της Παλαιάς Διαθήκης: ό άνθρωπος - εικόνα του Θεού! Όλο το Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης: ό Θεάνθρωπος - εικόνα του άνθρωπου. Ότι ουράνιο, θείο, αιώνιο, αθάνατο και αμετάβλητο στον άνθρωπο αποτελεί μέσα του την εικόνα του Θεού, το θεοειδές του ανθρώπου.

Αυτό το θεοειδές στον άνθρωπο κακοποιήθηκε με την εθελούσια αμαρτία εκείνου, με την σύμπραξη με τον διάβολο, μέσω της αμαρτίας και του θανάτου ως απόρροιας της παραβάσεως. Γι' αυτό και ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να ανακαινίσει την εφθαρμένη από την αμαρτία εικόνα Του. Γι' αυτό ενηνθρώπησε και έμεινε στον κόσμο των ανθρώπων ως Θεάνθρωπος, ως Εκκλησία, για να προσφέρει στην εικόνα του Θεού - τον άνθρωπο - όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε αυτός ο παραμορφωμένος θεόμορφος άνθρωπος να μπορέσει μέσα στο Θεανθρώπινο σώμα της Εκκλησίας, με την βοήθεια των ιερών μυστηρίων και των αρετών, να ωριμάσει: «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4, 13). Αυτή είναι η θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρώπου, αυτή και η θεανθρώπινη ανθρωπολογία. Ο σκοπός του θεοειδούς όντος που λέγεται άνθρωπος είναι ένας: να γίνει σταδιακά τέλειος όπως ο Θεός Πατήρ, να γίνει θεός κατά χάριν, να επιτύχει την θέωση, την θεοποίηση, την Χριστοποίηση, την Τριαδοποίηση. Κατά τους Αγίους Πατέρες, «Θεός ενηνθρώπησε, ίνα ο άνθρωπος Θεός γένηται» (Μέγας Αθανάσιος).

 Όμως, οι αποκαλούμενες «επιστημονικές» ανθρω­πολογίες διόλου δεν αναγνωρίζουν το θεοειδές της ανθρώπινης υπάρξεως. Με αυτό, αρνούνται προκατα­βολικά την Θεανθρώπινη εξέλιξη του ανθρωπίνου όντος.

Αν ό άνθρωπος δεν αποτελεί την εικόνα του Θεού, τότε ό Θεάνθρωπος και το Ευαγγέλιο Του αποτελούν κάτι το αφύσικο για έναν τέτοιον άνθρωπο, κάτι το μηχανικό και απραγματοποίητο. Τότε, ο Θεάνθρω­πος Χριστός είναι ένα ρομπότ πού κατασκευάζει άλλα ρομπότ. Ό Θεάνθρωπος γίνεται ένας δυνάστης αφού θέλει από τον άνθρωπο, διά της βίας, να πλάσει ένα όν τέλειο όπως ό Θεός. Στην ουσία μιλάμε για μία δι­κανική ουτοπία, μια αυταπάτη και ένα απραγματοποί­ητο «ιδανικό». Στο τέλος - τέλος, πρόκειται για ένα μύθο, για μία αφήγηση.

Αν ό άνθρωπος λοιπόν, δεν είναι μια θεοειδής ύ­παρξη, τότε και ό ίδιος ό Θεάνθρωπος είναι περιττός αφού οι επιστημονικές θεωρίες περί εξέλιξης δεν δέ­χονται ούτε την αμαρτία αλλά ούτε και τον Σωτήρα της αμαρτίας. Στον επίγειο κόσμο της «εξέλιξης» τα πάντα είναι φυσικά και χώρος για αμαρτία δεν υπάρ­χει. Γι' αυτό και είναι κωμικό να γίνεται λόγος περί Σωτήρος και σωτηρίας από την αμαρτία. Σε τελική α­νάλυση τα πάντα είναι φυσικά: ή αμαρτία, το κακό και ό θάνατος. Γιατί, αν όλα στον άνθρωπο συμβαί­νουν και δίδονται ως αποτέλεσμα της εξέλιξης, τότε δεν υπάρχει κάτι το όποιο χρειάζεται να σωθεί σε αυ­τόν αφού τίποτε αθάνατο και αμετάβλητο δεν έχει μέ­σα του παρά όλα του είναι γήινα και χοϊκά και σαν τέτοια είναι παροδικά, φθαρτά και θνητά.

Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο της «εξέλιξης» δεν έ­χει θέση ούτε ή Εκκλησία ή οποία είναι το σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Ή θεολογία πάλι ή οποία θε­μελιώνει την ανθρωπολογία της επάνω στην «επι­στημονική» θεωρία της εξέλιξης δεν είναι τίποτε πε­ρισσότερο από μια αυτοαναίρεση. Πρόκειται στην ου­σία για θεολογία δίχως Θεό και ανθρωπολογία δίχως άνθρωπο. Αν ο άνθρωπος δεν είναι η αθάνατη, αιώνια και θεανθρώπινη εικόνα του Θεού, τότε όλες οι θεο­λογίες και όλες οι ανθρωπολογίες δεν είναι παρά μια ανόητη φάρσα, μια τραγική κωμωδία.

*   Ή ορθόδοξη θεολογία και ή σχέση πού έχουμε με τούς Αγίους Πατέρες, είναι ή οδός και η ανάβαση μας προς την Θεανθρώπινη, την ορθόδοξη Παναλήθεια. Αυτό είναι κάτι πού θέλει ανάλυση, είναι για ό­σους ασχολούνται με τα ευαγγελικά ζητήματα επάνω στον πλανήτη. Όλα πάλι τα ευαγγελικά προβλήματα επικεντρώνονται ουσιαστικά στο πρόβλημα του αν­θρώπου. Και όλα τα προβλήματα του ανθρώπου επικε­ντρώνονται σε ένα μόνο πρόβλημα, εκείνο του Θεαν­θρώπου. Μονάχα ο Θεάνθρωπος αποτελεί την λύση στο καθολικό αίνιγμα που λέγεται άνθρωπος. Δίχως Θεάνθρωπο και έξω από τον Θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα -συνειδητά ή όχι- μεταλλάσσεται σε υπάνθρωπο, σε ομοίωμα ανθρώπου, σε υπεράνθρωπο, σε διαβολάνθρωπο. Απόδειξη και αποδείξεις για τούτο; Όλη ή ιστορία του ανθρωπίνου γένους.

*   Εγώ πασχίζω πάντοτε να επιβεβαιώνω τις σκέ­ψεις μου στα γραπτά των Αγίων Πατέρων. Παρακαλώ λοιπόν και εσάς, όσα λαμβάνετε από έμενα, να τα επα­ληθεύετε με αυστηρότητα επάνω στους Άγιους Πατέ­ρες. Μην τυχόν και ή ψυχή μου αμαρτήσει με την διάνοια, μην προσκολληθή ή διάνοια μου σε κάποιο αμάρτημα και αμαρτήσει στο ιερό μυστήριο της Α­γίας Τριάδος. Γι' αυτό, μην πάψετε να εύχεστε για μέ­να ώστε πάντοτε ό νους μου να είναι ένας χαρούμενος δούλος της αγίας ταπεινοφροσύνης και της ιερής προ­σευχής, της αδιάλειπτης και ακούραστης.

*  Τί σημαίνει το να είσαι Χριστιανός; Είμαι Χρι­στιανός σημαίνει είμαι αναμάρτητος. Αυτό σημαίνει, ότι είμαι όλος του Χριστού, εξ' όλης της ψυχής, εξ' ό­λης της καρδίας, εξ' όλης της διανοίας και εξ' όλης της βουλήσεως. Αυτό πάλι επιτυγχάνεται όταν με πίστη, αγάπη, προσευχή, ελπίδα και όλες τις ιερές αρετές πα­ραδώσουμε στον γλυκύτατο Κύριο και τον νου και την ψυχή και την καρδιά και την βούληση. Τότε Εκεί­νος τις επεξεργάζεται και τις μεταπλάθει σε καινή ψυ­χή, καινή καρδιά, καινό νου και καινή βούληση....

*  Το μεγαλύτερο μυστήριο είναι αυτό πού βρίσκε­ται μέσα στον άνθρωπο παρά στους κόσμους πού πε­ριβάλλουν τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι άνθρωποι κατα­φεύγουν με μεγαλύτερη ευκολία στα πράγματα, σκαλί­ζουν ανάμεσα τους, ανακατεύονται με αυτά, τα ερω­τεύονται, τα λατρεύουν και τα θεοποιούν, και όλα αυ­τά τα είδωλα τους τα ονομάζουν με ένα συλλογικό ό­νομα κουλτούρα και πολιτισμό. Φεύγοντας μακριά από το εσωτερικό τους μυστικό, οι άνθρωποι καταφεύ­γουν στα πράγματα, αναμιγνύονται μαζί τους, μετα­μορφώνονται ακόμη σε αυτά. Σε αυτό συνίσταται ή μεγάλη τους πτώση και έκπτωση, σε αυτό και ή ουσία της ανθρώπινης τραγωδίας, ανέκαθεν και εις τούς αιώ­νες. Όλη ή αλήθεια περί αυτού εκφράζεται στην Α­γία Γραφή: «και εκρύβησαν ο τε Αδάμ και ή γυνή αυτού από προσώπου Κυρίου του Θεού εν μέσω του ξύ­λου του παραδείσου» (Γεν. 3, 8). Αυτό είναι κάτι πού συμβαίνει αδιάλειπτα: κρύβονται οι άνθρωποι ανάμε­σα στα πράγματα, φεύγοντας από τον Θεό, από τον ε­αυτό τους και τον κόσμο πού τούς περιβάλλει.

 *  Όταν ό άνθρωπος αποκολληθεί από την λατρεία των πραγμάτων και κοιτάξει με θάρρος μέσα του, βρί­σκει εντός του ένα τόσο ενδιαφέρον, ασυνήθιστο και θαυμαστό μυστήριο ώστε με χαρά πετάει στο χώμα ό­λα τα εξωτερικά είδωλα και με αποφασιστικότητα στρέφεται προς το μυστήριο του προσώπου του σαν σε κάτι το όποιο αξίζει περισσότερο και απ' όλα τα πράγματα του κόσμου αυτού. Ένας τέτοιος άνθρωπος γίνεται μάρτυρας ενός μεγάλου και ιερού μυστηρίου. Για ένα τέτοιο μαρτύριο είναι που αξίζει να ζει κανείς σε αυτό το πολύπαθο κόσμο.

*  Όταν ό άνθρωπος με ειλικρίνεια και υπομονή υ­ποφέρει το ιερό μυστήριο του προσώπου του, τότε του δίδονται ξεχωριστές στιγμές διόρασης. Σε αυτές τις στιγμές αγγίζει τα κατώτερα βάθη της προσωπικότη­τας του και ανακαλύπτει την πηγή της: το έλλογο. Από την πηγή εκείνη ρέει ύδωρ ζων το όποιο αρδεύει με αθανασία την ανθρώπινη ύπαρξη.

*  Το να φονεύσεις άνθρωπο σημαίνει να του αρπά­ξεις τον χρόνο πού του έδωσε ό Θεός ώστε, με την ε­πίγειο ζωή του μέσα στον χρόνο, να αποκτήσει την αιώνια ζωή. Σημαίνει ακόμη ότι απλώνεις το χέρι σου επάνω στο πολυτιμότερο δημιούργημα του Θεού μέσα στον ορατό κόσμο. Στο τέλος - τέλος σημαίνει ότι στρέφεσαι ενάντια σε αυτόν τον ίδιο τον Θεό αφού, ότι έχει ό άνθρωπος, από το Θεό προέρχεται, ή ψυχή και το σώμα.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

ΑΒΒΑ  ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ  ΠΟΠΟΒΙΤΣ  (1894-1979)

ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΑΣΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ

ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ

Άνθρωπος και Θεάνθρωπος,

Ο άγιος πανεπιστημιακός Ιουστίνος Πόποβιτς



Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, του οποίου την μνήμη τιμούμε στις 14 του Ιούνη, είναι μια σύγχρονη οσιακή μορφή, από αυτές που τόσο έχει ανάγκη η Εκκλησία μας σήμερα. 
Ανεβάζουμε το παρακάτω βιογραφικό του από το Vatopaidi.
Η βιογραφία του στα αγγλικά εδώ

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


IoustinosPopovits


Γέροντος Μωϋσέως Αγιορείτου

Ο π. Ιουστίνος γεννήθηκε στήν πόλη Βράνιε τής Ν. Σερβίας στίς 25.3.1884 καί αναπαύθηκε οσιακά στίς 25.3.1979 στή μονή Τσέλιε. Η Ευαγγελίστρια Θεοτόκος τόν συνόδευε από τή γέννησή του έως τήν κοίμησή του. Σπούδασε θεολογία στή Σερβία, τή Ρωσία, τήν Αγγλία καί τήν Ελλάδα. Από τό 1935 υπήρξε πανεπιστημιακός διδάσκαλος στή Θεολογική Σχολή τού Βελιγραδίου. Τό 1945 τό κομμουνιστικό καθεστώς τόν ανάγκασε σέ παραίτηση. Αποσύρθηκε στή μονή τών Αγίων Αρχαγγέλων τού Τσέλιε, γιά ν’ αφοσιωθεί στή μελέτη, τή συγγραφή, τή διδαχή καί τήν προσευχή.


Τό συγγραφικό του έργο είναι μεγάλο, πολύτιμο, αξιόλογο καί σημαντικό. Ασχολήθηκε μέ τή Δογματική, τήν ερμηνεία τής Καινής Διαθήκης, τόν Συναξαριστή, τήν Πατρολογία καί άλλα. Πολλά από τά βιβλία του μεταφράσθηκαν σέ ξένες γλώσσες καί στά ελληνικά. Τό έργο του έλαβε πολλές θετικές κριτικές. Θεωρείται καί είναι ένας από τούς μεγαλύτερους θεολόγους τού εικοστού αιώνος. Δέν ήταν ένας θεολόγος τής έδρας καί τού γραφείου αλλά τής εμπειρίας, τών βιωμάτων, τής ασκήσεως, τής νήψεως καί τής θερμουργού προσευχής. Είναι η μυστική συνείδηση τής Σερβικής Εκκλησίας μέ αξιόλογους μαθητές.

Ο ιδιότυπος λόγος του είναι χαρακτηριστικός, χαριτωμένος, αγιοπνευματικός, θεοφώτιστος καί θεοχαρίτωτος. Λέγει: 
«Ο σκοπός τού θεοειδούς όντος πού λέγεται άνθρωπος είναι ένας: νά γίνει σταδιακά τέλειος, όπως ο Θεός Πατήρ, νά γίνει Θεός κατά χάριν, νά επιτύχη τή θέωση, τή θεοποίηση, τή Χριστοποίηση, τήν Τριαδοποίηση». 
Συνεχίζει: 
«Δίχως θεάνθρωπο καί έξω από τόν θεάνθρωπο, ο άνθρωπος πάντα –συνειδητά ή όχι– μεταλλάσσεται σέ υπάνθρωπο, σέ ομοίωμα ανθρώπου, σέ υπεράνθρωπο, σέ διαβολάνθρωπο. Απόδειξη καί αποδείξεις γιά τούτο, όλη η ιστορία τού ανθρωπίνου γένους».

Από νέος ασχολήθηκε μέ βαθειά θέματα φιλοσοφίας καί θεολογίας. Αγάπησε ιδιαίτερα τούς μεγάλους Έλληνες Πατέρες καί πιό πολύ τούς άγιους Τρείς Ιεράρχες. Ερεύνησε καλά τήν αρχαιοελληνική σοφία, τήν ευρωπαϊκή καί σλαβική φιλοσοφία, τόν συγκίνησε ο Ντοστογιέφσκυ, καί απόκτησε πολύπλευρες γνώσεις, πού τού δημιούργησαν μία πεπαιδευμένη προσωπικότητα. Ασχολήθηκε επισταμένα μέ τά αιώνια προβλήματα τού ανθρώπου, τ’ απύθμενα βάθη τής ανθρώπινης ψυχής, τούς δαιδαλώδεις λαβύρινθους τού πνεύματος, τίς κλιμακώσεις τής διάνοιας, τίς μεταπτώσεις τού ανθρώπου. Αγάπησε υπερβολικά τόν Χριστό καί τόν συνάνθρωπο. Ήταν πρός όλους όλο αγάπη, από τόν πιό μικρό ώς τόν πιό μεγάλο.

Ζώντας τήν τραγωδία τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόν θάνατο δικών του ανθρώπων, τή στέρηση, τίς κακουχίες, δίνεται ολοκληρωτικά στήν αληθινή φιλοσοφία, τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Θεό, γίνεται μοναχός, παρά τίς αντιδράσεις τών καλών γονέων του. Κατά τόν φίλο του άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο· «θεμέλιο τής χριστιανικής φιλοσοφίας είναι η ταπεινοφροσύνη, γιατί δίχως αυτή, η αλήθεια είναι τυφλή». Αγάπησε τούς Σέρβους, τούς Ρώσους καί τούς Έλληνες. Μέ μεγάλη αγάπη πάντοτε μιλούσε γιά τήν οικουμενικότητα τής Ορθοδοξίας, τή Ρωμιοσύνη, τό Βυζάντιο. Θεωρούσε αμαρτωλό τόν ορθολογισμό κι αίρεση τόν οικουμενισμό. Ήταν ενάντιος στόν [αθεϊστικό] δυτικό ανθρωπισμό καί υπέρ τού ανατολικού θεανθρωπισμού.

Μερικοί τόν θεωρούσαν παράξενο καί μυστήριο. Τέτοιες ιερατικές προσωπικότητες, υψηλού κύρους, ήθους, αξίας, τιμής καί σεβασμού, δέν είναι αρεστές στούς πολλούς. Τούς ρασοφόρους τούς θέλουν αρκετοί νά είναι αδαείς, γιά νά δικαιολογούν τήν αποστασία τους. Τέτοιοι κληρικοί αποτελούν δυνατά φώτα, πού φωτίζουν άφωτα βάθη. Είναι πολύ μικρός ο χώρος, γιά νά χωρέσει έναν τόσο μεγάλο άνδρα. Η Σερβική Εκκλησία δίκαια καί δικαιολογημένα ετοιμάζει τήν αγιοκατάταξή του [έγινε το 2010]. Ένας ακόμη όσο σοφός ενάρετος καί όσο ενάρετος σοφός…







Απόσπασμα βιβλίου του από το post μας Υπέρ των αμαρτωλών:

Η τρίτη θεανθρώπινη αρετή [μετά την πίστη και τη νηστεία] είναι η θεανθρώπινη αρετή της αγάπης. Η αγάπη αυτή δεν έχει όρια, δεν ερωτά: ποιος είναι άξιος και ποιος δεν είναι; αλλ’ αγαπά τους πάντες: αγαπά φίλους και εχθρούς, αγαπά αμαρτωλούς και κακούργους, δεν αγαπά όμως τις αμαρτίες τους και τα εγκλήματά τους, ευλογεί εκείνους που καταριούνται και ως ήλιος φωτίζει και τους πονηρούς και του αγαθούς (Ματθ. 5, 45-46). […] Η αγάπη του Χριστού είναι πάντοτε παναγάπη.
Εάν είσαι του Χριστού, ταπείνωσε τον εαυτό σου μέχρι του σκώληκος: σάρκωσε τον εαυτό σου στον πόνο του κάθε πονεμένου, στη θλίψη του κάθε θλιμμένου, στο πάθος του κάθε βασανισμένου, στο άλγος του κάθε ζώου και πουλιού.

Κοιτάζοντας από τον ουρανό, τι είναι εκείνο που διακρίνουμε περισσότερο πάνω στη γη; Όχι τα βουνά ούτε οι θάλασσες ούτε οι πόλεις ούτε οι ουρανοξύστες. Είναι ο άνθρωπος. Διότι η θεοειδής ψυχή του ανθρώπου είναι ένας ήλιος επί της γης. Όσοι είναι οι άνθρωποι, τόσοι είναι οι ήλιοι επί της γης. Και καθένας απ’ αυτούς τους ήλιους είναι ορατός από τον ουρανό.  Αγαπημένο θαύμα του Θεού! Η μικρούτσικη γη, ένα αστεράκι από τα πιο μικρά, να χωράει δισεκατομμύρια ήλιους! Μέσα από το χωματένιο σώμα του ανθρώπου λάμπει ο ήλιος! Ο άνθρωπος! Ένας μικρός θεός μέσα στη λάσπη.
Είναι ευαγγέλιο, παναληθινό ευαγγέλιο –όχι δικό μου, αλλά των αγίων του Θεού– ότι ο άνθρωπος είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ιερό μυστήριο του Θεού. Τόσο μεγάλο και τόσο ιερό, ώστε ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας ερμηνεύσει όλο το βάθος του ανθρώπινου μυστηρίου. Η αλήθεια του ευαγγελίου, η παναλήθεια, είναι ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο θεό κατά χάριν. […] Κατ’ ουσίαν, ο αγώνας για το Θεάνθρωπο είναι αγώνας για τον άνθρωπο.

Κάτω από το πρίσμα της ευαγγελικής και ιεράς παραδόσεως είναι αντιευαγγελική και αντίχριστη φρικαλεότητα να φονεύεται ο αμαρτωλός λόγω της αμαρτίας. Εν προκειμένω καμία ιερά εξέτασις δε μπορεί να ανακηρυχθεί ιερά. Σε τελευταία ανάλυση, όλοι οι ουμανισμοί φονεύουν τον αμαρτωλό λόγω της αμαρτίας, εξοντώνουν τον άνθρωπο μαζί με την αμαρτία του. Διότι δεν θέλουν το Θεάνθρωπο, ο Οποίος είναι η μόνη σωτηρία του ανθρώπου και από την αμαρτία και από το θάνατο και από το διάβολο.
Εκείνος που δεν είναι υπέρ του Θεανθρώπου είναι ως εκ τούτου κατά του ανθρώπου, και είναι ως εκ τούτου δολοφόνος του ανθρώπου, και ακόμη είναι ως εκ τούτου και αυτόχειρας. […] Μεταχειριζόμενος κατ’ αυτό τον τρόπο τον αμαρτωλό, ο ουμανιστικός άνθρωπος αναπόφευκτα αυτοκτονεί: φονεύει την ίδια την ψυχή του, παραδίδει τον εαυτό του στην κόλαση, σε αιώνια συναναστροφή με το διάβολο, αυτόν τον έκπαλαι «ανθρωποκτόνο» (κατά Ιωάννην 8, 44).
[Από το εξαιρετικό βιβλίο του Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδόσεις Αστήρ]

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Βασίλειος Τ. Γιούλτσης, Ομότ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Πρόσωπο και αγιότητα

Είναι δύσκολο να συλλάβει ο άνθρωπος το νόημα της αγιότητας. Στη σύγχρονη μάλιστα εποχή με την τρομακτική σύγχυση των ιδεών και των εναλλασσόμενων αντιφάσεων μπορεί να είναι ελάχιστοι εκείνοι, που προβληματίζονται πάνω στη σημασία της λέξης ή τις διαστάσεις του περιεχομένου της.
Η αγιότητα για τους πολλούς μένει μια απλησίαστη αξία, που συνδέεται μόνο με το Θεό. Παρ’ όλα αυτά η αγιότητα είναι δεμένη με τη ζωή μας, που κυλά ακόμα κι αν δε θέλουμε να το πιστέψουμε μέσα στο χώρο και το χρόνο της Εκκλησίας. Ιδιαίτερα ως Χριστιανοί ζούμε σε μια χρονική διάσταση, που είναι προβολή του παρελθόντος, και το παρελθόν ως παράδοση της Εκκλησίας εκφράζει την ιστορία, που γράφτηκε με τις θυσίες και το αίμα των αγίων και των μαρτύρων. Το γεγονός, μάλιστα, ότι ο καθένας μας έχει βαφτιστεί στο όνομα του Τριαδικού Θεού, σημαίνει ένταξη σε μια πραγματικότητα, όπου υπάρχουν οι δυνατότητες και τα μέσα για την προσέγγιση της αγιότητας. Το μόνο εμπόδιο είναι η υπέρβαση του εαυτού μας· όχι η εκμηδένιση της προσωπικότητας, όχι η εξαφάνιση των πνευματικών ποιοτήτων. Η μοναδική δυσκολία είναι η αποδέσμευση από τη δουλεία των αισθήσεων και των ενστίκτων και στη συνέχεια η χωρίς περιορισμούς και κρατούμενα αποδοχή του θελήματος του Θεού. Οι άγιοι, που έζησαν στο παρελθόν, δεν είχαν διαφορετικές δυνάμεις και δυνατότητες από τις δικές μας. Ούτε κι οι εποχές τους για την αγιότητα ήταν πιό πρόσφορες από τη δική μας. Έζησαν μέσα στον κόσμο, κάτω από τις ίδιες ηθικές και πνευματικές συνθήκες μ’ εκατομμύρια συνανθρώπων τους, και φυσικά με εκατομμύρια Χριστιανών. Η διαφορά τους όμως απ’ εκείνους ήταν ότι αυτοί εναρμόνισαν τη ζωή τους με το νόμο του Θεού και δε δίστασαν να το ομολογήσουν με παρρησία όταν βρέθηκαν σε δίλημμα. Το στοιχείο αυτό του ηρωισμού είναι η μεγαλύτερη αρετή του αγίου. Μια αρετή που του δίνει τη δύναμη να βλέπει τα πάντα κάτω από το φως της αιωνιότητας, και από την προοπτική αυτή να αξιολογεί τον κόσμο, τις χαρές, τις λάμψεις, τις επιδιώξεις ή τις ματαιότητές του.
Ο άγιος δεν προβάλλει τον εαυτό του. Προβάλλει πάντοτε το θέλημα του Θεού, και σ’ αυτό προσανατολίζεται και εντάσσεται ολοκληρωτικά με μια εκπληκτική υπακοή, που τον αποδεσμεύει από τον εαυτό του και τον κόσμο. Κι ενώ ζει μέσα στον κόσμο με ανθρώπινο σχήμα και προϋποθέσεις ή υποχρεώσεις, πολιτεύεται ως πολίτης του ουρανού, ως αληθινός υπήκοος του Θεού. Έτσι αποκτά τη δυνατότητα να ανυψώνεται πάνω από τη συμβατικότητα της ζωής, πάνω από τις εφήμερες εκδηλώσεις της, πάνω από τις φαινομενικές της λαμπρότητες και να προσεγγίζει στη σφαίρα του πραγματικού, του τέλειου, του ιδανικού, στη σφαίρα της αγιότητας και του θείου. Μια τέτοια προσέγγιση σημαίνει πίστη, δύναμη ψυχής και θέληση, μπροστά στην οποία είναι ανίσχυρη κάθε πίεση, κάθε στέρηση, κάθε δέσμευση, κάθε ταπείνωση και κάθε μαρτύριο.
Αυτή τη συγκλονιστική πραγματικότητα τη βλέπουμε διάχυτη και πλούσια στη ζωή των αγίων και των μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Εκεί όμως πού διακρίνεται χαρακτηριστικότερα είναι στη ζωή της Θεοτόκου, που δεν είναι απλώς μια αγία, αλλ’ η βασίλισσα των αγίων, η Παναγία μας. Σ’ αυτήν θ’ αναφερθούμε ευλαβικά για ν’ αντλήσουμε δυνάμεις από την αγιότητά της, που δυο χιλιάδες χρόνια τώρα παραμένει φωτεινός δείκτης για τον κάθε πιστό.
Η αγιότητα της Παναγίας είναι κάτι ασύλληπτο για την εποχή μας, αλλά και για κάθε εποχή. Για ν’ αντιληφτούμε το μέγεθός της πρέπει να σκεφτούμε τις ευθύνες, που δέχτηκε να αναλάβει, δηλώνοντας στον αρχάγγελο —τότε στον ευαγγελισμό— ότι αποδέχεται την τιμή του Υψίστου για τη γέννηση του Ιησού.
Σήμερα οι κοινωνικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από τις συνθήκες της εποχής εκείνης. Σήμερα χιλιάδες κοπέλες σ’ όλο τον κόσμο καυχώνται με θρασύτητα για τον τίτλο της ανύπαντρης μητέρας που κατέχουν, κι ο κοινωνικός έλεγχος ή περιορίζεται μόνον στο κύκλο των συγγενών τους ή είναι τελείως ανύπαρκτος. Σήμερα η οικογένεια έχει μεταβληθεί σε ιδιωτική συμβατικότητα και συνήθως ούτε η πολιτεία, ούτε η κοινωνία, πολύ περισσότερο ούτε η θρησκεία μπορούν να ελέγξουν τις εκτροπές ή τις παραμορφώσεις της.
Τότε όμως τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Ποιός θα πίστευε στα λόγια της αγνής παιδούλας ότι η χάρη του Θεού τη διάλεξε για την αγιότητά της για να γίνει μητέρα του Μεσσία; Το να φέρει στον κόσμο μια ανύπαντρη κοπέλα ένα παιδί ήταν αυταπόδεικτο παραστράτημα κι ή ποινή του μωσαϊκού νόμου ήταν σαφής· πάντοτε λιθοβολισμός. Η οικογένεια κλεισμένη στα στενά παραδοσιακά της πλαίσια, που της επέβαλε η θρησκευτική και η κοινωνική αυστηρότητα, δεν μπορούσε να νοηθεί χωρίς πατέρα. Γι’ αυτό και μόνον ο αναλογισμός της κοινωνικής κατακραυγής, της γενικής περιφρόνησης και των φοβερών ποινών του λιθοβολισμού και του μαρτυρικού θανάτου μετά από μια τέτοια διαπίστωση, θα μπορούσε να δημιουργήσει πανικό. Παρ’ όλα όμως αυτά η ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ δηλώνει την απόλυτη υπακοή της στο Θεό κι αδιαφορεί για τις κοινωνικές συνέπειες του εγχειρήματός της.
Αυτή η υπακοή, αυτή η πίστη χωρίς κρατούμενα, αυτή η αντίρρητη αποδοχή του θελήματος του Θεού μπροστά στον κίνδυνο μιας γενικής περιφρόνησης κι ενός πιθανότατα εξευτελιστικού θανάτου δείχνουν μιαν υπέροχη ψυχή, έναν απαράμιλλο πνευματικό κόσμο, μια αδαμάντινη προσωπικότητα, μιαν αναμφισβήτητη αγιότητα. Αυτά φυσικά ήταν και τα στοιχεία που προκάλεσαν την εύνοια του Θεού και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος για να γίνει το θαύμα της ενανθρώπησης του Θεού και της θέωσης του ανθρώπου. Ένα θαύμα που αποκαλύπτει την αγάπη του Θεού και ταυτόχρονα την αγάπη, την ταπείνωση, την υπακοή, την πίστη και την αγιότητα της Παρθένου. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μεγαλείο της Παναγίας. Βλέπει τη θεία εύνοια και αντιπροσφέρει ό,τι ακριβότερο έχει ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει. Κι αυτά όχι με βάση τα κριτήρια του κόσμου και της κοινωνίας, αλλά με βάση το θέλημα του Θεού.
Η αγιότητα λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί συνάντηση του ανθρώπου με το Θεό. Τη συνάντηση αυτή προσδιορίζει πάντα κάτι σταθερό και αναλλοίωτο, το θέλημα του Θεού, ο νόμος Του. Ο άνθρωπος χρειάζεται να ενταχτεί σ’ αυτό το θέλημα, κι ακριβώς η όλη του επιτυχής προσπάθεια είναι αυτή που θα προσδιορίσει το βαθμό της αγιότητας. Κατά συνέπεια η αγιότητα δεν είναι ένα στατικό αξιολογικό μέγεθος, πολύ περισσότερο δεν είναι μια απλησίαστη πνευματική ουτοπία. Είναι μια κλίμακα αρετής, που η αντιστοιχία της ανταποκρίνεται στην πνευματική ποιότητα του ανθρώπου, τη στιγμή που αγωνίζεται ηρωικά να συμμορφωθεί στο θέλημα του Θεού,
Έτσι η αγιότητα δεν είναι μονοπώλιο ορισμένων προικισμένων ανθρώπων ή κύκλων, αλλ’ ο καθένας μας μπορεί να ζήσει στιγμές της, όταν αγωνιστεί να αναστείλει ατομοκρατικές δεσμεύσεις, που τον μεταβάλλουν σε ανελεύθερη προσωπικότητα, σε δούλο αναγκαιοτητών που γεννά η σάρκα, οι αισθήσεις και η κοινωνία. Οι υπερβάσεις των αναγκαιοτητών αυτών είναι αναμφισβήτητα στιγμές αγιότητας, ενώ η δουλική αποδοχή τους στιγμές πτώσης και αμαρτίας. Η προοδευτική μείωση των στιγμών αυτών σημαίνει πρόοδο στην αγιότητα και ουσιαστική προσέγγιση στο θέλημα του Θεού.
Η αξία λοιπόν των αγίων βρίσκεται στο γεγονός ότι μ’ έναν πραγματικά αξιοθαύμαστο αγώνα πέτυχαν να μειώσουν στο ελάχιστο δυνατό τις στιγμές της πτώσης κι έκαναν στη ζωή τους μονιμότερη την αγιότητα. Αυτό είναι και το μυστικό της αγιότητας, ο εξαγιασμός των λεπτομερειών της ζωής κι η μεταμόρφωσή τους σε ευκαιρίες τελείωσης. Πίσω από το μυστικό αυτό κρύβεται όχι μόνον ο δρόμος προς την αγιότητα, αλλά και κάθε δρόμος προς την αρετή ή την έντιμη επιτυχία. Αυτός ο δρόμος, που είναι άνοδος, και πολύ φυσικό να έχει κι οπισθοχωρήσεις, φωτίζεται πάντοτε από την κορυφή και γίνεται στόχος του ανθρώπου. Μόνο του ανθρώπου, γιατί μόνον ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για ν’ αναζητά το τέλειο και το ιδανικό.
Για να γίνουν όμως όλα αυτά χρειάζεται ο άνθρωπος να φύγει από τα χαμηλά, να σπάσει το φράγμα της ατομικότητας και του βιολογισμού, που τον κρατά δέσμιο στις μορφές τις αναγκαιότητας. Είναι απαραίτητο να προσεγγίσει τη σφαίρα του πνεύματος για να μεταβληθεί σε πρόσωπο και ως πρόσωπο ν’ αναζητήσει τη συνάντηση με τον προσωπικό Θεό, την προσέγγιση στην αγιότητα. Κατά συνέπεια η αγιότητα συνδέεται με τα πρόσωπα κι οι άγιοι πρώτα απ’ όλα ήταν πρόσωπα, αδιαμφισβήτητες προσωπικότητες.
Προσωπικότητα ήταν και παραμένει πάντα κι η Παναγία. Μια φωτεινή μορφή που στέκει ως πρότυπο κόρης, ως πρότυπο μητέρας και ως πρότυπο αγίας. Μια μορφή που μέσα από τους αιώνες έγινε φάρος στη ζωή χιλιάδων ανθρώπων. Γιατί ήταν πάντα στήριγμα και καταφυγή του κάθε πονεμένου. Αυτή της η αγάπη για τον ανθρώπινο πόνο την έκανε στη συνείδηση των πιστών Μεγαλόχαρη, Παντάνασσα, Παρηγορήτρα, Γοργοεπήκοο, Λαοδηγήτρια, Θεία Σκέπη. Τα θαύματα της αγάπης της καθημερινά συγκλονίζουν κι αποδεικνύουν μ’ έναν αξιοθαύμαστο τρόπο την δύναμη, που της έδωσε η αγιότητα. Μια δύναμη αγάπης που ελκύεται στη γη και πάλι με την αγιότητα, την πίστη, την ταπείνωσή μας.
Η εποχή μας στεγνή από τον ορθολογισμό αναζητά διέξοδο και λύσεις στα προβλήματα που την απασχολούν. Το χάος των ιδεολογιών γεννά συνέχεια αντιφάσεις κι αυτές με τη σειρά τους νέες απειλές για να μεταβάλουν τη ζωή μας σε απελπισία. Κρίσεις στις αξίες, κρίσεις στα συστήματα, κρίσεις στις φιλοσοφίες, κρίσεις στην ποιότητα του ανθρώπου. Κι αναζητάμε το μεγάλο θαύμα μιας παγκόσμιας ειρήνης, που όσο πιό πολύ μας την υπόσχονται τόσο αυτή μας αποφεύγει.
Έχασαν πολλοί την υπομονή και την πίστη τους· μέσα στην απελπισία τους διακηρύσσουν πως για να μη γίνεται τίποτε, δεν υπάρχει Θεός. Τραγικό το κατάντημα του σύγχρονου ανθρώπου, που θέλει μόνο θαύματα, πάντα θαύματα για να πιστεύει. Σαν το μικρό παιδί που αγαπά μετά από τη γεύση του γλυκού και την απόκτηση αυτών, που θέλει. Το θαύμα είναι εκδήλωση αγάπης του Θεού, μα για να γίνει χρειάζεται μια σπίθα, ένα κάλεσμα, μια ζήτηση. Όλα αυτά ανήκουν στον άνθρωπο κι εκφράζονται με πίστη, με ταπείνωση κι αγιότητα. Χωρίς ταπείνωση και πίστη κι αγιότητα άδικα περιμένουμε τα θαύματα, κι άδικα κυνηγάμε την ειρήνη.
Αν θέλουμε λοιπόν ειρήνη, ησυχία, ομαλότητα, είτε ως άνθρωποι, είτε ακόμα και ως λαοί πρέπει να βρούμε αυτό που προκαλεί τα θαύματα. Κι είπαμε αυτό πως είναι η αγιότητα. Μέσα της είναι η πίστη, η ταπείνωση, η υπομονή, η αγάπη, η συγχωρητικότητα, η ανοχή, η ελεημοσύνη, η αγνότητα. Δεν μας ζητά ο Θεός με μιας να φθάσουμε στην κορυφή, με μιας να τ’ αποκτήσουμε όλα αυτά για να σωθούμε. Ζητά ν’ αρχίσουμε σιγά- σιγά και ν’ αγιάζουμε τις λεπτομέρειες της ζωής. Έτσι θ’ αλλάξει ο κόσμος, γιατί τότε η αγιότητα θα προκαλέσει το μεγάλο θαύμα. Το βεβαιώνει η Μεγαλόχαρη, που πάντα απάντησε στην αγιότητα των Χριστιανών με θαύμα.
πηγή: Βασίλειος Τ. Γιούλτσης, «Πνευματικότητα και κοινωνική ζωή», εκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νἰκη, σ. 105-112

π. Ιωάννης Ρωμανίδης Η Πατερική διδασκαλία ως συνέχεια της βιβλικής παράδοσης


2) Μύησις εις την Ζωήν και εις «πάσαν την Αλήθειαν» δηλαδή τον Χριστόν δια του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστήν.
Όλαι αι διακρίσεις, αι οποίοι ανεπτύχθησαν και διευκρινίσθησαν κατά την διάρκειαν των συζητήσεων, των αναφερομένων εις τας Α’ και Β’ Οικουμενικάς Συνόδους, μετεφέρθησαν μέσω όλων των μεταγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων, αι οποίαι εις την πραγματικότητα ήσαν προεκτάσεις της Α’. Τα ρήματα και νοήματα των Πατέρων όμως, δεν ημπορούν να χωρισθούν από τας προϋποθέσεις των. Ημπορεί να υπάρχη ποικιλία εις τα ρήματα και νοήματα αλλά όχι εις τας προϋποθέσεις αυτών.
patdid2
Αι προϋποθέσεις των περί Θεού ρημάτων και νοημάτων των Πατέρων ευρίσκονται εις τα πνευματικά στάδια: 1) της καθάρσεως της καρδίας 2) του φωτισμού της καρδίας και 3) του δοξασμού ή της θεώσως της καρδίας και της όλης υπάρξεως του καθενός, εις τον οποίον ο Λόγος εμφανίζεται εν τω Πνεύματί του και εν Εαυτώ αποκαλύπτει τον Πατέρα. Αυτός, ο οποίος δια του Πνεύματος ορά τον Χριστό ορά τον Πατέρα. Αυτή η εμπειρία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των δογματικών διατυπώσεων εις την πατερικήν παράδοσιν.
Έχομεν ήδη παραθέσει μερικά Πατερικά κείμενα, τα οποία δείχνουν σαφώς ότι οι Πατέρες των Α’ και Β’ Οικουμενικών Συνόδων έλαβον την κληρονομηθείσαν παράδοσιν ως δεδομένην, ότι εις τας εμπειρίας των του δοξασμού, αυτοί, οι Προφήται, Απόστολοι και Άγιοι είχαν μίαν πραγματικήν όρασιν του Θεού εν τω ακτίστω Του Αγγέλω – Λόγω προ και μετά της Ενσαρκώσεώς Του. Ο Χριστός αποκαλύπτων την άκτιστον δόξαν ή βασιλείαν του Πατρός, ως ιδικήν Του φυσικήν δόξαν κατά την Μεταμόρφωσίν Του, τουτέστιν ενώπιον των τριών μαθητών με την παρουσίαν του Μωϋσέως και του Ηλία, είναι επανάληψις των ιδίων εμφανίσεων του Χριστού, ως Κυρίου της Δόξης, εις την Παλαιάν Διαθήκην, αλλά τώρα μέσω της ανθρωπίνης φύσεώς Του. Το σοβαρόν λάθος του Αγίου αποστόλου Πέτρου εις την πρότασιν να παραγγείλουν σκηνάς δια το γεγονός (μίαν δια τον Χριστόν, μίαν δια τον Ηλίαν και μίαν δια τον Μωυσήν) εις μίμησιν της σκηνής του μαρτυρίου, εις την οποίαν ο Μωϋσής εκοινώνησεν της δόξης του Θεού, ωφείλετο εις το γεγονός ότι η ανθρωπίνη φύσις του Χριστού είχεν η ιδία αντικαταστήσει την σκηνήν του μαρτυρίου του Μωϋσέως και τον ναόν του Σολομώντος και έκαμεν ταύτα πλεονάζοντα και ότι ο Ίδιος ο Χριστός είναι Εκείνος, ο Οποίος αποκαλύπτει την δόξαν Του, την οποίαν έχει κατά φύσιν από τον Πατέρα.
Συμφώνως προς τους Πατέρας της Εκκλησίας, η ομιλία και η προσευχή του Χριστού αναφερόμεναι εις το Ιω. 13, 31-17, 26, περιλαμβάνουσαι την υπόσχεσιν ότι, όταν έλθη το Πνεύμα της Αληθείας «Ούτος… θα οδηγήση υμάς εις πάσαν την Αλήθειαν» [ 19 ] εξεπληρώθησαν κατά την Πεντηκοστήν, η οποία έγινεν η διαρκής εμπειρία εκείνων, οι οποίοι έκτοτε ηνώθησαν με την κοινωνίαν των δοξασμένων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Προφήται δεν είχαν οδηγηθή εις την Αλήθειαν, ή ότι οι Απόστολοι δεν είχαν οδηγηθή εις την Αλήθειαν, μερικοί δια του φωτισμού, άλλοι δια του δοξασμού επίσης. Αλλά ότι οι Απόστολοι επρόκειτο να οδηγηθούν εις πάσαν την Αλήθειαν κατά την αποκάλυψιν της Πεντηκοστής. Κατ’ ουδένα τρόπον αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία θα ωδηγήτο σταδιακώς ή εις πληρεστέραν κατανόησιν πάσης της αληθείας, ή εις την αποκατάστασιν ή δημιουργίαν της ενότητος μεταξύ των διηρημένων εκκλησιών. Η ομιλία του Χριστού και η προσευχή δια ενότητα είναι δια την ενότητα των Αποστόλων και των πιστών εις την εμπειρίαν του δοξασμού, δηλαδή όρασιν (θέαν) της ακτίστου δόξης της Αγίας Τριάδος εν τη ανθρωπίνη φύσει του Χριστού, [ 20 ] χαρισμένη εν τη πληρότητί της δια της μεθέξεως εν τη εμπειρία της Πεντηκοστής.
Ο δοξασμός της Πεντηκοστής ηκολούθησε τα στάδια της καθάρσεως και του φωτισμού των μαθητών του Χριστού, ως σαφώς αντανακλάται εν τη ευαγγελική παραδόσει. Τα Ευαγγέλια Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά ανταποκρίνοναι εις το στάδιον της καθάρσεως της καρδίας των κατηχουμένων και το Ευαγγέλιον του Ιωάννου εις το στάδιον του φωτισμού και του δοξασμού. Εις το στάδιον του φωτισμού, η ιδιοτελής αγάπη μετατρέπεται εις ανιδιοτελή αγάπην και ετοιμάζει τους μαθητάς να ίδουν εις τον Χριστόν την θεότητα της Αγίας Τριάδος, ως δόξαν και όχι ως πυρ καταναλίσκον. Η ανιδιοτελής αγάπη, είναι η προϋπόθεσις δια να οδηγηθή ο πιστός εις «πάσαν την αλήθειαν», δια του Πνεύματος του Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι τα δόγματα και η πνευματικότης είναι αδιαχωρίστως ηνωμένα εις τα στάδια της καθάρσεως και του φωτισμού. Αλλά εις την κατάστασιν του δοξασμού, το δόγμα ή η γνώσις περί Θεού αντικαθίσταται δια της ακτίστου πραγματικότητος, την οποίαν αυτό (δόγμα) θέλει να δείξη αλλά δεν ημπορεί να εκφράση.

Ο άγιος Αμβρόσιος και ένα σημαντικό έργο του

 
Μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της χριστιανικής παράδοσης τιμάται σήμερα από την Εκκλησία μας. Ο άγιος Αμβρόσιος, μια προσωπικότητα που συνδύαζε το δυναμισμό με την αγάπη προς το Θεό και τους ανθρώπους, και με έναν πολύ ενδιαφέροντα βίο, όμως, έδωσε το όνομά του και στο Πρόγραμμα που υποστηρίζει η «Πεμπτουσία» και φιλοξενείται από την ενότητα «Πρόσωπο και Βία». Γι ‘ αυτό και έχουμε έναν επιπλέον λόγο να εξάρουμε τη συνεισφορά του στην εμπέδωση της χριστιανικής πίστης.
1. ΑΓΙΟΣ  ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ  ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ
Ο άγιος Αμβρόσιος θεωρήθηκε – και όχι άδικα – η μεγαλύτερη εκκλησιαστική προσωπικότητα του 4ου αι. στη Δύση. Γεννήθηκε από ρωμαϊκή αριστοκρατική οικογένεια στους Τρεβήρους της Γερμανίας το 339. Ο πατέρας του υπηρέτησε ως Έπαρχος της Γαλατίας. Ο ίδιος σπούδασε νομικά, ελληνική φιλολογία και ρητορική και μετά από το θάνατο του πατέρα του διετέλεσε διοικητής επαρχίας στα Μεδιόλανα (σημερινό Μιλάνο), που ήταν τότε η πρωτεύουσα του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους και τόπος κατοικίας του αυτοκράτορα. Καθώς ήταν διάσημος για την αμεροληψία του, εξελέγη επίσκοπος της πόλης το 374, μεσούσης της αρειανικής κρίσης και ύστερα από μαζικό λαϊκό αίτημα. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του μέσα σε διαρκή προσευχή και μελέτη, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στα υψηλά του πνευματικά καθήκοντα.
Η αλήθεια είναι ότι τα διοικητικά του χαρίσματα και ο εν γένει χαρακτήρας του τον βοήθησαν να αντεπεξέλθει άριστα στις ευθύνες του καθώς και στο νέο ρόλο που αναλάμβανε η Εκκλησία στην εποχή του. Είναι, μάλιστα, χαρακτηριστική η επιρροή που άσκησε στους αυτοκράτορες της εποχής του. Αγωνίστηκε επιτυχώς κατά των ειδωλολατρικών υπολειμμάτων και της διάδοσης των αρειανικών αντιλήψεων. Μνημειώδης έχει μείνει, επίσης, ο έλεγχος που άσκησε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ για τη σφαγή των Θεσσαλονικέων πολιτών το 390.
Το γραπτό του έργο συνδέεται στενά με τη συνολική του δραστηριότητα. Τα περισσότερα έργα του προέρχονται από ομιλίες, με εμφανή μάλιστα τη ρητορική του δεινότητα. Ας μην ξεχνούμε δε, ότι σ’ αυτόν οφείλεται η μεταστροφή του νεαρού ι. Αυγουστίνου στο Χριστιανισμό. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, παρά τη στέρεα θεωρητική του συγκρότηση, ο λόγος του διακρίνεται κυρίως για τον ποιμαντικό δυναμισμό του και το ζωντανό του ενδιαφέρον για τα πρακτικά προβλήματα του ποιμνίου του. Δεν είναι, λοιπόν, λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι κατάφερε να αποδώσει λεπτές δογματικές αλήθειες με τρόπο κατανοητό για τους απλούς πιστούς. Το θερμό ποιμαντικό του ενδιαφέρον αναδεικνύεται ακόμη και στο πλήθος των κατηχητικών και ερμηνευτικών έργων του. Ο άγ. Αμβρόσιος έχει μείνει εξίσου γνωστός και για την υμνολογική του παραγωγή.
Απεβίωσε εν ειρήνη στις 4 Απριλίου του 397. Η μνήμη του τιμάται στις 7 Δεκεμβρίου.
 2. ΤΟ  ΕΡΓΟ  ΤΟΥ  «ΕΞΑΗΜΕΡΟΝ»
Ένα πολύ σημαντικό έργο του αγ. Αμβροσίου είναι οι «Ομιλίαι εις την Εξαήμερον», που γράφτηκε στα λατινικά[1] και αποτελείται από εννέα Ομιλίες. Η γραπτή μορφή του έργου διαιρείται σε έξι βιβλία, τα οποία αντιστοιχούν στην ανάλυση των συμβάντων κάθε ημέρας από τη βιβλική διήγηση. Εικάζεται ότι οι ομιλίες του αγίου καταγράφηκαν από στενογράφους, αλλά την τελική εποπτεία για την έκδοση του έργου την είχε ο ίδιος: σε επιστολές του προς το διάκονο Οροντιανό και τον επίσκοπο Σαβίνο, αντίστοιχα, δηλώνει ευθέως ότι το έργο έχει γραφτεί από τον ίδιο[2]. Η ονομασία «Εξαήμερον» έχει δοθεί από τον ίδιο το συγγραφέα[3].
Το έργο παρουσιάζει στενή εξάρτηση από το αντίστοιχο έργο του Μ. Βασιλείου, αλλά και από συναφή πονήματα του Ιππόλυτου και του Ωριγένη. Οι επιρροές από τον Καππαδόκη ιεράρχη είναι έκδηλες στη διαίρεση του έργου, αλλά και στη συνολική δομή με την οποία εκτυλίσσονται οι σκέψεις του[4]. Ο τρόπος παράθεσης των επιχειρημάτων του φανερώνει επίσης και μία καλά αφομοιωμένη γνώση των επιστημονικών γνώσεων της εποχής του, αλλά και της γενικότερης θύραθεν παιδείας που ο ίδιος κατείχε. Πέραν τούτων, είναι ωστόσο εμφανές και το προσωπικό ύφος της γραφής του. Σε γενικές γραμμές ο λόγος του αγ. Αμβροσίου κινούνται σε δοκιμιακό ύφος, με ορισμένες ωστόσο έντονες ποιητικές εξάρσεις[5].
Οι ομιλίες εκφωνήθηκαν στην έδρα της επισκοπής του και εκτιμάται ότι το έργο γράφτηκε μεταξύ των ετών 386 και 389[6].

[1] Ελληνική μετάφραση από τον Στ. Βασιλόπουλο έχουν κυκλοφορήσει οι εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος το 1998.
[2] Βλ. «Εισαγωγή», Αγίου Αμβροσίου, επισκόπου Μεδιολάνων, Εξαήμερον, μετ. Στ. Βασιλόπουλος, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 1998, σ. 7.
[3] Βλ. ό.π.
[4] Εκτιμάται, πάντως, ότι ακόμη και αν η εξάρτηση του αγ. Αμβροσίου από το Μ. Βασίλειο θεωρηθεί στενή, η προσφορά του πρώτου δεν ελαττώνεται, καθώς αποτέλεσε τη γλωσσική γέφυρα με την οποία ο Χριστιανισμός της Δύσης εξοικειώθηκε με τη σκέψη του αρχιεπισκόπου Καισαρείας, βλ. Clarence J. Glacken, Traces on the Rhodian Shore: Nature and Culture in Western Thought from Ancient Times to the End of the Eighteenth Century, University of California Press, Berkeley/Los Angeles 1976, σ. 189.
[5] Βλ. Μatthew Akers, From the Hexaemeral to the Physico-theological: A Study of Thomas Traherne’s Meditations on the Six Days of the Creation and The Kingdom of God focusing upon the Cosmological Controversy, ProQuest, UMI Dissertation Publishing, Ann Arbor,  MI, 2008, σ. 24, 27.
[6] Βλ. Αγίου Αμβροσίου, ό.π., σ. 9-10.

Χρίστος Κρικώνης, Ομ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Μοναχισμός: θεσμός πνευματικότητας και πολιτισμού


Συνεπώς η ζωή του Ορθοδόξου Μοναχισμού δεν έχει καμία σχέση με την φυγή εκ του κόσμου, την αντικοινωνικότητα, την απραξία.
Αντίθετα, θεωρείται ως στάδιον πνευματικών κόπων και ψυχοσωματικών πόνων, διά της εργασίας και προσευχής προκειμένου ο Θεός να παρέχει την αυτάρκειαν σε όσους έχουν ανάγκην, την περίθαλψη σε ασθενείς και κάθε είδους βοήθεια σε όσους την χρειάζονται. Εφ’ όσον ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και ψυχή, διπλή οφείλει να είναι η προσπάθεια της αρετής, να κατορθωθεί με σωματικούς κόπους και ασκήσεις πνευματικές της ψυχής.
pnpol2
Γι’ αυτό και η πνευματική και ηθική προσφορά του στην κοινωνία διά του έργου που προσφέρεται είναι πολύτιμος. Ο Μοναχισμός είναι δημιουργικός παράγων πνευματικότητος και πολιτισμού[25]. Διότι, όπως παρατηρούμε, στο μοναχισμό όλα τα πράγματα έχουν ένα σκοπό· να ανυψώσουν την ψυχή και να την φθάσουν στον Θεό. Αυτό όμως κατορθώνεται με επίμονη προσευχή, με επίμοχθη εργασία, με αγρυπνία και δάκρυα συντριβής και μετανοίας, με προσφορά έργων, με πρόθυμη φιλοξενία, με μετοχή στην τράπεζα.
Πρέπει, επιπροσθέτως, να παρατηρηθεί ότι στην πνευματική αυτή πορεία του ανθρώπου η αλάθητος γνωστική δύναμη δεν μπορεί να είναι προϊόν του νού ή του λόγου· μόνον ως απόκτημα της συνόλου προσωπικότητάς του είναι δυνατόν να θεμελιωθεί. Η πίστη, ως καθολική λειτουργία της προσωπικότητος, αναδύεται από τον πλούτον της εσωτερικής εμπειρίας, ενισχύεται από την παρατήρηση του περιβάλλοντος και στερεούται από την μαρτυρία της ιστορικής αποκαλύψεως, η οποία είναι θησαυρισμένη στην αγία Γραφή και έτσι κατορθώνει να ανταποκρίνεται σε όλες τις ανάγκες της προσωπικότητος, βιολογικές, ψυχαγωγικές, αισθητικές, ηθικές, πνευματικές.
Οι αξίες του καλού, του αγαθού, του αληθούς, του αγίου, κείμενες πέραν από τις βιολογικές μορφές ζωής, μπορούν να ανευρεθούν μόνον σε μίαν υπερκόσμιο και υπερβατική πηγή-αρχή. Αν αυτή, η πηγή-αρχή, είναι ανύπαρκτος τότε εξαφανίζονται και οι αξίες και μαζί τους εξαφανίζεται και η προσωπικότητα του ανθρώπου, ο οποίος μεταβάλλεται σε υποδουλωμένο στην φύση άτομο.
Η ανθρώπινη ύπαρξη μόνον υπό την σκιά της αοράτου εκείνης πηγής-αρχής αξιών ευρίσκει νόημα[26]. Οι αξίες δεν συλλαμβάνονται από την νόηση αλλά από το συναίσθημα. Οι αξίες γίνονται κατανοητές όταν εκείνες ακτινοβολούν μέσα μας[27].
Η παρουσία του Θεού στον κόσμο είναι τόσον επιβλητική και συντριπτική, ώστε όσοι έχουν την πρόθεση να την αρνηθούν να αισθάνονται έντονα την πίεσή της. Τελικά όμως αυτοί δεν κατορθώνουν να την απομακρύνουν και απλώς την πολεμούν την πολεμούν δε διότι στο βάθος της υπάρξεως τους την παραδέχονται ως αιωνία και ακατάλυτη πνευματική πραγματικότητα[28].
Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι στον κόσμο είναι ισχυρότερη η αντιθεΐα από την αθεΐα. Δεν πολεμεί κανείς ό,τι είναι ανύπαρκτον, αλλ’ ό,τι προβάλλεται ως εμπόδιον συνεχώς ενώπιόν του αμετακίνητο και δεν μπορεί να το κατανικήσει.
Και επειδή δεν μπορούν να απομακρύνουν την παρουσία αυτή, την υποκαθιστούν με δευτερογενή πλάσματα, τα οποία διεκδικούν θέση θεότητος, θεοποιούνται δημιουργήματα ή ιδέες (όπως ο υπεράνθρωπος, η επιστήμη, η εργασία, ο άνθρωπος)[29].
Η παρουσία του Θεού στον κόσμο ζητεί αποκάλυψη και αυτή είναι η πίστη, η οποία τον αποκαλύπτει όχι ως αφηρημένη ιδέα ή ενέργεια, αλλά ως προσωπικότητα, όπως είναι πράγματι.
Το Άγιο πάντοτε προκαλούσε και προκαλεί ή το μεγάλο μίσος ή τον βαθύ σεβασμό[30].
  1. Βλ. σχετικά το συλλογικό έργο Μοναχισμός και σύγχρονος κόσμος, Αθήναι 1963, Χρ. Κρικώνη, Ο Μοναχισμός…, μν. έργ., σ. 349-377 και Αρχιμ. Αγαθαγγέλου Κοτρωνη, Ο Μοναχισμός, Αθήναι 1963, επί τη Χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους, Άθως.
  2. Βλ. Π. Χρήστου, Η αποφατική Θεολογία, Θεολογικά Μελετήματα 3, Νηπτικά και Ησυχαστικά, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 255.
  3. Βλ. Ε. Θεοδώρου, Προϋποθέσεις της δικαίας κρίσεως (Λόγος στα πλαίσια εορτασμού των Δικαστών), Αθήνα 1996, σ. 21-22. Επίσης του αυτού, Η έννοια της Δικαιοσύνης στην Αγία Γραφή, ανάτυπον εκ του περιοδικού, «Θεολογία», Αθήναι 1994 και Η δικαιοσύνη κατά τους Τρεις Ιεράρχες και τον Άγιο Αυγουστίνο, ανάτυπον εκ του περιοδικού «Θεολογία», Αθήναι 1994. Επίσης του Γ.Θ. Ράμμου, Η Συμβολή της παιδείας εις την απονομήν της δικαιοσύνης, Αθήναι 1965.
  4. Βλ. Χρ. Κρικώνη, Η Ακατάλυτη παρουσία του Θεού στον κόσμο κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Πατερικά Μελετήματα, τ. Α΄, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 25-44.
  5. Βλ. Π. Χρήστου, Η αποφατική Θεολογία, σ. 256.
  6. Π. Χρήστου, Το μήνυμα του Αγίου Όρους, σ. 94-96 έ.

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Τὶ νὰ ξέρουμε γιὰ τὴν ψυχρότητα στὴ προσευχή Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος



Εικόνα

Ἡ ψυχρότητα στήν προσευχή ὀφείλεται εἴτε σέ ψυχική κόπωση εἴτε σέ πνευματικό κορεσμό εἴτε σέ σωματικές ἀπολαύσεις καί ἀναπαύσεις εἴτε σέ πάθη, πού κυριεύουν τήν ψυχή, προπαντός στήν ἔπαρση. Ὅλα αὐτά εἶναι ἐνάντια στήν πνευματική ζωή, μέσα στήν ὁποία κεντρική θέση κατέχει ἡ προσευχή. Ἔτσι, πρῶτα καί κύρια προκαλοῦν τό στέρεμα τῆς πηγῆς τῆς προσευχῆς μέσα μας. Αὐτό, ὅμως, μπορεῖ νά oφείλεται καί σέ ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος, πού συμβαίνει μέ θεία παραχώρηση. Καί νά γιατί: Ὅταν ἡ ψυχή μας φλέγεται ἀπό τόν πόθο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τήν καρδιά μας ξεχύνεται ὁλόθερμη προσευχή, δέν ἔχουμε παρά ἐλεητική ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἐμεῖς ὅμως, ὅταν ἡ εὐλογημένη αὐτή κατάσταση παρατείνεται γιά πολύ, νομίζουμε ὅτι κατορθώσαμε κάτι σπουδαῖο μέ τό δικό μας ἀγώνα καί κυριευόμαστε ἀπό τήν κενοδοξία. Γιά λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, ἀπομακρύνεται ἡ χάρη καί μένει ἡ ψυχή μας μόνη της, γυμνή καί ἀδύναμη, ἀνίκανη νά ζήσει πνευματικά, ψυχρή καί ἀπρόθυμη νά προσευχηθεῖ…

Τί θά κάνουμε, λοιπόν, γιά νά ξεφύγουμε ἀπ’ αὐτή τήν κατάσταση; Πρῶτα-πρῶτα θά φροντίσουμε νά ἐξουδετερώσουμε τίς αἰτίες της. Καί ὕστερα, παρ’ ὅλη τήν ψυχρότητα τῆς ψυχῆς μας, θά κάνουμε μέ ἐπιμονή καί ὑπομονή τόν καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας ἀφ’ ἑνός νά συγκεντρώνουμε τό νοῦ μας στά λόγια τῶν εὐχῶν καί ἀφετέρου νά ξεσηκώνουμε μέσα στήν καρδιά μας αἰσθήματα φιλόθεα. Μέ τόν καιρό ὁ Θεός, βλέποντας τήν ταπείνωση καί τήν καρτερία μας, θά μᾶς ξαναστείλει τή χάρη Του, πού θά διώξει τό πνεῦμα τῆς ψυχρότητος, ὅπως ὁ ἄνεμος διώχνει τήν ὁμίχλη.

Πῶς θ’ ἀποκτήσουμε θερμότητα στήν Προσευxή;

Μέ ἀγώνα καί ὑπομονή, μ’ αὐτά τά δυό θά ζωντανέψει μέσα μας ἡ φλογερή προσευχή. Ἀπαιτοῦνται χρόνος καί κόπος πολύς. Ὅμως, ἄς μή λιποψυχήσουμε, ἄς μήν ἀποκάνουμε, ἄς μή βαρεθοῦμε. Ἡ προσπάθειά μας, ἄν εἶναι συστηματική καί ἐπίμονη, θά στεφανωθεῖ ὁπωσδήποτε, ἀργά ἤ γρήγορα, μέ ἐπιτυχία. Θά στεφανωθεῖ ὄχι χάρη σ’ ἐμᾶς, ἀλλά χάρη στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι καλό νά συνηθίσει ἡ γλώσσα σας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”, ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη σύντομη προσευχή μέ τό νοῦ συγκεντρωμένο στήν καρδιά. Ἀγωνιστεῖτε νά προξενήσετε στήν καρδιά σας, ἄς τό πῶ ἔτσι, μία μικρή πληγή. Ὁ συστηματικός κόπος σας σύντομα θά δημιουργήσει τήν πληγή αὐτή. Καί τότε ὁ Κύριος θά σᾶς ἐπιβραβεύσει μέ τή δική Του χαρισματική προσευχή.

Ἡ βιασύνη στήν προσευχή

Σᾶς ἐλέγχει ἡ συνείδηση, ἐπειδή κάνετε πολύ βιαστικά τήν προσευχή σας. Καί εἶναι εὔλογο. Γιατί ὑπακοῦτε στόν ἐχθρό; Ἐκεῖνος εἶναι πού σᾶς παρακινεῖ: “Γρήγορα… πιό γρήγορα…”. Ἡ βιαστική προσευχή δέν ἔχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στόν ἑαυτό σας νά μή βιάζεστε. Νά προσεύχεστε ἔτσι, ὥστε οὔτε μία λέξη νά μήν προφέρουν τά χείλη σας, πού νά μήν τήν κατανοεῖ ὁ νοῦς σας καί νά μήν τή βιώνει ἡ καρδιά σας. Πρέπει νά ριχθεῖτε σ’ αὐτόν τόν ἀγώνα μέ ἀποφασιστικότητα στρατιωτική. Καί ὅταν ὁ ἐχθρός σᾶς ψιθυρίζει, «Κάνε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο”, ἐσεῖς νά τοῦ ἀποκρίνεστε: “Ξέρω τί θά κάνω. Δέν σέ χρειάζομαι. Φύγε ἀπό δῶ!». Τήν ψυχή τήν τρέφει μόνο ἡ προσευχή. Ἡ δική σας προσευχή, ὅμως, εἶναι ἐπιφανειακή, ὄχι οὐσιαστική. Γι ’αὐτό ἡ ψυχή σας μένει ἀνικανοποίητη, πεινασμένη …


Πηγή: http://www.agiazoni.gr
Δρόμος για τη γνώση είναι η απάθεια και η ταπείνωση. Χωρίς αυτά κανείς δε θα δει τον Κύριο. (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)