Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η Ευχή του Χερουβικού



Ευχή ην ποιεί ο Ιερεύς καθ’ εαυτόν του Χερουβικού αδομένου. 

(Ευχή που κάνει ο ιερέας μόνος του για τον εαυτό του, όταν ψάλλεται το Χερουβικό.) 

Όταν αρχίσει να ψάλλεται ο Χερουβικός Ύμνος, αρχίζει κι ο λειτουργός ιερέας, μπροστά στην αγία Τράπεζα, να διαβάζει «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτού» την ευχή, όπως λέγεται, του Χερουβικοί Ύμνου.
Είναι μια προσωπική και εξομολογητική ευχή του ιερέα, από τις πιο δυνατές και θεόπνευστες ευχές της θείας Λειτουργίας. Στις δύο ευχές των πιστών πιο πρώτα πάλι ο λειτουργός ιερέας παρακάλεσε για τον εαυτό του, μα τώρα πιο πολύ αισθάνεται την ανάγκη να εξομολογηθεί και να μιλήσει «ενώπιος ενωπίω» προς τον Ιησού Χριστό, τον αιώνιο και μέγα Αρχιερέα της Εκκλησίας. Είναι από τις λίγες ευχές της θείας Λειτουργίας, που λέγονται προς τον Ιησού Χριστό, και είναι η μόνη απ’ όλες τις ευχές που πρέπει να λέγεται μυστικά, όσο που να ακούνε μόνο οι συλλειτουργοί ιερείς. Θα εξηγήσουμε και θα αναλύσουμε όσο μπορέσουμε την ευχή, που καθώς όλες οι ευχές χωρίζεται σε δυο μέρη, έτσι όπως την χωρίζομε κι εμείς στη σημερινή ομιλία. 



Ο λειτουργός αρχίζει με μια συντριπτική ομολογία, με την οποία κάθε ιερέας τοποθετείται ενώπιον του Θεού. Το να υπηρετεί κανένας το Θεό και να τελεί τη θεία Λειτουργία είναι μεγάλο και φοβερό όχι μόνο σε κάθε άνθρωπο, αλλά και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν σοι, Βασιλεύ της δόξης· το γαρ διακονείν σοι μέ­γα και φοβερόν και αυταίς ταις επουρανίαις δυνάμεσιν». Κανένας, από εκείνους που είναι δεμένοι με τις σαρκικές επιθυμίες και ηδονές, δεν είναι άξιος να έρχεται και να πλησιάζει και να σε λειτουργεί, ένδοξε Βασιλέα. Γιατί να σε υπηρετεί κανένας είναι μεγάλο και φοβερό και σ’ αυτές τις επουράνιες δυνάμεις. Κανένας ιερέας ποτέ δεν πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, για να κάνει τη θεία Λειτουργία, πιστεύοντας στην αγιότητά του. Αν γελαστεί και το πιστέψει πως είναι άγιος, δεν πρέπει να λειτουργεί. Αλλά εδώ δεν κάνει να λέμε πολλά, γιατί όσο περισσότερα λέμε, τόσο χειρότερα για μας. Εδώ κάνουμε το σταυρό μας, σιωπούμε και ζητούμε το έλεος του Θεού. 

Γιατί ο Θεός, γνωρίζοντας την αξία του ανθρώπου, κι όταν ο άνθρωπος πέφτει και αμαρτάνει, και άνθρωπος έγινε καί αρχιερέας υπήρξε και το θείο μυστήριο της Ευχαριστίας σύστησε, και αντί για Αγγέλους εδώ στη γη ανθρώπους έβαλε για να τον υπηρετούν. «Αλλ’ όμως διά την άφατον και αμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν ατρέπτως και αναλλοιώτως γέγονας άνθρωπος και αρχιερεύς ημών εχρημάτισας και της λειτουργικής ταύτης και αναιμάκτου θυσίας την ιερουργίαν παρέδωκας ημίν, ως Δεσπότης των απάντων». Αλλ’ όμως για την ανέκφραστη και αμέτρητη φιλανθρωπία σου, χωρίς να πάψεις να είσαι Θεός και χωρίς να αλλάξεις, έγινες άνθρωπος και υπήρξες αρχιερέας μας και μας ἄφησες αυτήν εδώ τη λειτουργία και την ιερουργία της αναίμακτης θυσίας, σαν Δεσπότης που είσαι των όλων. Μέσα σε ό,τι κάνει ο Θεός για το ανθρώπινο γένος, αν τίποτε άλλο δεν μπορούμε να εξηγήσουμε, όμως ένα καταλαβαίνουμε, την αξία του ανθρώπου, για την οποία η αγάπη του Θεού κάνει τα πάντα. 

Ο Θεός είναι πραγματικά ο Δεσπότης και κυρίαρχος όλων όσα υπάρχουν στον ουρανό και στη γη. Όχι σαν δυνάστης, αλλά η δύναμη που κρατάει τα πάντα· η πρόνοια που συντηρεί και κυβερνάει τον κόσμο, ο Βασιλέας του λαού του, που είναι η Εκκλησία, ο μόνος άγιος και μακάριος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση. Όταν οι άνθρωποι επιτελούν αγιοσύνη μέσα στο σωτήριο φόβο του. «Συ γαρ μόνος, Κύριε ο Θεός ημών, δεσπόζεις των επουρανίων και των επιγείων, ο επί θρόνου χερουβικού εποχούμενος, ο των Σεραφείμ Κύριος και βασιλεύς του Ισραήλ, ο μόνος άγιος και εν αγίοις αναπαυόμενος». Γιατί εσύ μόνος, Κύριε και Θεέ μας, εξουσιάζεις τα επουράνια και τα επίγεια, εσύ που έχεις το θρόνο σου επάνω στα Χερουβείμ, που είσαι ο Κύριος των Σεραφείμ κι ο Βασιλέας του Ισραήλ, ο μόνος άγιος, που βρίσκεις ανάπαυση μέσα στους αγίους, Τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και ο Ισραήλ και οι άγιοι ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται ο Θεός, είναι η ουράνια και η επίγεια Εκκλησία στη λειτουργική της τώρα σύναξη. 



Στο σημείο αυτό, να πούμε έτσι, γίνεται η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο μέρος της ευχής. «Σε τοίνυν δυσωπώ τον μόνον αγαθόν και ευήκοον επίβλεψον επ’ εμέ τον αμαρτωλόν και αχρείον δούλον σου, και καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς· και ικάνωσόν με τη δυνάμει του Αγίου σου Πνεύματος, ενδεδυμένον την της ιερατείας χά­ριν, παραστήναι τη αγία σου ταύτη τραπέζη και ιερουργήσαι το άγιον και άχραντον σώμα σου και το τίμιον αίμα». Εσένα λοιπόν θερμά παρακαλώ, που εσύ μόνο είσαι όλο καλωσύνη και πρόθυμος να ακούσεις· ρίξε τη ματιά σου επάνω σε μένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο δούλο σου, και καθάρισε την ψυχή και την καρδιά μου από κάθε πονηρία μέσα μου, και κάνε με ικανό, ντυμένο με τη χάρη της ιερωσύνης, να σταθώ μπροστά σε τούτη την αγία σου Τράπεζα και να ιερουργήσω το άγιο και άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα. 

Αυτά τα λόγια είναι μόνο για τον ιερέα και μόνο ο ιερέας τα ζει και τα καταλαβαίνει. Αυτός, που με τη χάρη του Θεού και με την εντολή του λαού πλησιάζει, τώρα ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στην αγία Τράπεζα. «Σοι γαρ προσέρχομαι κλίνας τον εμαυτόν αυχένα και δέομαι σου μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, μηδέ αποδοκιμάσεις με εκ παίδων σου, αλλ’ αξίωσον προσενεχθήναί σοι υπ’ εμού του αμαρτωλού και αναξίου δούλου σου τα δώρα ταύτα». Γιατί σε σένα έρχομαι, σκύβω την κεφαλή μου και σε παρακαλώ· μη μου γυρίσεις το πρόσωπό σου και μη με ξεχωρίσεις από τα παιδιά σου, αλλά αξίωσέ με τον αμαρτωλό και ανάξιο δούλο σου να σου προσφέρω αυτά τα δώρα. Κάπου στα προηγούμενα είπαμε για τα λειτουργικά βιβλία, που κάποιοι κρατάνε στα χέρια τους, όταν γίνεται η θεία Λειτουργία. Άραγε τί διαβάζουν τώρα και τί σκέφτονται, όταν ο ιερέας «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτόν» κάνει μπροστά στο Θεό αυτή την εξομολόγηση; 

Τα τελευταία λόγια, με τα οποία κλείνει η ευχή, είναι η εκφώνηση, που κι αύτη λέγεται μυστικά· «Συ γαρ ει ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος, Χριστέ ο Θεός ημών, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, συν τω ανάρχω σου Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνευματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν». Γιατί εσύ είσαι εκείνος που προσφέρεις και προσφέρεσαι, εκείνος που δέχεσαι τα δώρα και ο ίδιος που μοιράζεσαι Χριστέ Θεέ μας, κι εμείς εσένα δοξάζομε μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες Αμήν. Στην εκφώνηση αυτή κλείνεται όλη η θεολογία για την ιερωσύνη του Ιησού Χριστού, που είναι η ιερωσύνη της Εκκλησίας. Ο Ιησούς Χριστός στη θεία Λειτουργία είναι και ο ιερέας που λειτουργεί και ο αμνός που προσφέρεται· και εκείνος που δέχεται τα δώρα και εκείνος που διανέμεται στο λαό. 



Η ευχή του Χερουβικού Ύμνου είναι μια από τις τέσσερις ευχές της θείας Λειτουργίας, που αναφέρονται στον Ιησού Χριστό. Η μία είναι η ευχή πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου, οι άλλες δύο είναι προς το τέλος της θείας Λειτουργίας. Όπως είπαμε, είναι προπαρασκευαστική ευχή του ιερέα, μια ταπεινή δηλαδή εξομολόγηση του λειτουργού, που πολλές φορές κι όταν δεν θα ήθελε, πρέπει να λειτουργήσει, γιατί πρέπει να κοινωνήσουν οι πιστοί. Εδώ δεν μπορεί να καταλάβει κανείς την αγωνία του ανθρώπου ενώπιον του χρέους του παρά μόνο αν είναι ιερέας. Θα ξαναθυμηθούμε εδώ τα λόγια της πρώτης ευχής των πιστών, ότι δηλαδή οι ιερείς λειτουργούμε «υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων». Αυτό θα πει πως ο ιερέας κρίνεται κι ο λαός σώζεται. Μα αυτή είναι η πίστη ενός καλού και ταπεινού ιερέα, πως θα σωθεί κι αυτός μαζί μ’ εκείνους, για τη σωτηρία των οποίων, μαζί με τους οποίους και με την εντολή τους λειτουργεί. Και κάθε φορά που στέκεται μπροστά στην αγία Τράπεζα κι ετοιμάζεται για να προσφέρει τα τίμια δώρα με αληθινή ταπείνωση και συντριβή εξομολογείται «καθ’ εαυτόν» και «υπέρ εαυτόν»· «επίβλεψον επ’ εμέ τον αμαρτωλόν και αχρείον δούλον σου και καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς». Αμήν. 

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

Γέροντας Σωφρόνιος: Περί Πνεύματος και ζωής

Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ανοίξτε την καρδιά σας, για να χαράξει εκεί το Άγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά-σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση.
Ο κόσμος δεν γνωρίζει τίποτε μεγαλύτερο από την κλήση του χριστιανού. Αλλά όσο υψηλότερος είναι ο σκοπός, τόσο δυσκολότερη είναι η πραγμάτωσή του.

Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Του. Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο.
Στην πνευματική μας θεωρία οφείλουμε να ενώσουμε το κοσμικό είναι και το θεϊκό Είναι, το κτιστό και το άκτιστο.
«Εν αρχή ήν ο Λόγος». Χωρίς Αυτόν τίποτε δεν υπάρχει. Κάθε μέρα γευόμαστε την οδυνηρή και άθλια ζωή μέσα στο σώμα μας. Και όμως δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα του Χριστού, του Απολύτου. Το πρόβλημα, το μυστήριο της ζωής μας, είναι το πέρασμα από το σχετικό στο Απόλυτο. Αν το είναι δημιουργήθηκε από τον Θεό, δεν πρέπει να πεθάνει. Ο Θεός δημιούργησε τη ζωή, δεν δημιούργησε το θάνατο. Σκοπός μας είναι η ζωή με τον Χριστό-Θεό, η αθανασία, η αιωνιότητα. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη, η αιωνιότητα του Θεού μπορεί να μας μεταδοθεί.
Οφείλουμε να μάθουμε να ζούμε την αιώνια ζωή του Ιδίου του Θεού. Τί σημαίνει «θέωση» του ανθρώπου; Να ζήσουμε όπως έζησε ο Κύριος, να αφομοιώσουμε το φρόνημα και τα αισθήματα του Χριστού, προπαντός των τελευταίων στιγμών της επίγειας ζωής Του.
Το σπέρμα που έρριξε ο Σατανάς στην καρδιά και το νου του Αδάμ –το λογισμό να γίνει θεός χωρίς τον Θεό– σφηνώθηκε τόσο βαθιά στο είναι μας, ώστε να βρισκόμαστε αδιάκοπα υπό το κράτος της αμαρτίας.
Ήδη από τη γέννησή μας γινόμαστε κληρονόμοι του Αδάμ. Μπορούμε να ζήσουμε την κατάσταση της πτώσεως, που είναι μια φοβερή απόκλιση από την αγάπη του Πατρός, ως την μόνη πραγματικότητα του ανθρωπίνου είναι. Στον κόσμο ζούμε στην ατμόσφαιρα και τη λατρεία της πτώσεως. Ζούμε στην άνεση και συχνά ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την πίστη μας, να πούμε ότι είμαστε χριστιανοί.
Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως.
Μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους –οι πόλεμοι είναι η κατεξοχήν αμαρτία–, ο σύγχρονος κόσμος έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν μπορεί όμως να εννοήσει τη θεότητα του Χριστού χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Να πιστέψουμε ότι αυτός ο άνθρωπος, που είναι αληθινός άνθρωπος, είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αυτό μας ξεπερνά. Να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος ο Θεός σαρκώθηκε, ότι μας κάλεσε να είμαστε αιώνια μαζί Του, να, αυτό είναι που λείπει από πολλούς ανθρώπους του καιρού μας, κυρίως από επιστήμονες.
Τί σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πώς μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητα μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Άγιο Πνεύμα; Ένα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετανοίας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
«Ακηδία», ετυμολογικά σημαίνει απουσία φροντίδας για τη σωτηρία. Εκτός από σπάνιες σχεδόν περιπτώσεις, όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας. Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για τη σωτηρία τους. Δεν αναζητούν τη θεία ζωή. Περιορίζονται στα σχήματα της σαρκικής ζωής στις καθημερινές ανάγκες, στα πάθη του κόσμου και τις συμβατικές πράξεις. Ωστόσο ο Θεός μας έπλασε από το μηδέν «κατ’ εικόνα» του Απολύτου και «καθ’ ομοίωσίν» Του. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει, η απουσία της μέριμνας για τη σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου.
Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο Θεός θέλει να μας δώσει την αιώνια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.

Η γερόντισσα Μαρία της Νέας Μονής μιλά για την πνευματικότητα την Ορθοδοξία και την Νέα Μονή

«Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν καλόγεροι, δεν πρέπει όμως κιόλας»
Όλοι την ξέρουμε σαν την γερόντισσα της Νέας Μονής.
Όλους μάς έχει καλοδεχτεί στον ιερό χώρο που υπηρετεί το Θεό από το 1958. Ενώ όμως όλοι την ξέρουμε εξ όψεως, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για εκείνη. Σήμερα, μας αποκαλύπτεται. Κι είναι πολύ σημαντικό αυτό γιατί ελάχιστοι την έχουν ακούσει να τους εξομολογείται την ιστορία της, που είναι συνυφασμένη με τη Νέα Μονή.
Δεν περιορίζεται βέβαια μόνο σε αυτό. Μας άνοιξε την ψυχή της και μας εξέπληξε με την πνευματικότητα και την ευρύτητα του πνεύματός της. Η γερόντισσα Μαριάμ, κατά κόσμο Δέσποινα Μανιού, γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Μεσαγρός, στη Γερα της Λέσβου.
Γιώργος o πατέρας της και Μαγδαληνή η μητέρα, η οποία κι αυτή στα τελευταία χρόνια της έγινε μοναχή και υπηρέτησε την Ορθοδοξία στη Νέα Μονή, μαζί με την κόρη της. Θεωρούμε ότι αυτή η παρουσίαση έχει ιδιαίτερη αξία.
 Η ζωή της
Αρχίσαμε να ξετυλίγουμε από την αρχή το κουβάρι της ζωής της. Όπως μας αποκαλύπτει, δεν έγινε από μικρή καλογριά. Μεγάλη κοπέλα ήταν όταν μια παρέα Μυτιληνιές αποφάσισαν να γίνουν καλογριές. Η τωρινή ηγουμένη του Αγίου Ραφαήλ, Ευγενία Κλειδαρά, πήγαινε στο Μεσότοπο και την εύρισκε. «Εκείνη είχε γίνει πιο μπροστά από μένα καλογριά. Ερχόταν στα χωριά μας, μας πήγαινε η μητέρα μου η Μαγδαληνή στο Σκόπελο και εκείνη μας έκανε κηρύγματα. Σιγά – σιγά μαζευτήκαμε πολλές κοπέλες, γίναμε καλόγριες και σκορπίσαμε αλλού».

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. ΜΑΡΚΟΥ Tό φῶς στήν Ὁρθόδοξη Θεολογία καί στήν ἀρχαία καί νέα γραμματεία

Δι­α­σχί­ζει τούς αἰ­θέ­ρες διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων καί φθά­νει ὥς τίς καρ­δι­ές μας ἡ θεία φωνή τοῦ Λό­γου, ἡ ὁποία φώ­τι­σε «ἐν ἀρχῇ» τόν κό­σμο, κατ’ οὐ­σί­ω­ση τοῦ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Του θέ­λη­μα­τος. Ὁ Ἀπό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὅτι ὁ Θεός, «ὁ ὁποῖ­ος εἶπε μέσα ἀπό τό σκο­τά­δι νά λάμ­ψει φῶς» στή φυ­σι­κή δη­μι­ουρ­γία, αὐ­τός ὁ ἴδι­ος «ἔλαμ­ψε μέσα στίς καρ­δι­ές μας καί μᾶς φώ­τι­σε νά γνω­ρί­σου­με τή δόξα Του στό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ» (Β΄ Κορ. 4, 6). Ὁ Υἱός καί Λό­γος τοῦ Θεοῦ εἶ­ναι ὄχι μόνο δη­μι­ουρ­γός τοῦ φυ­σι­κοῦ φω­τός, ἀλλά τό ἴδιο «τό φῶς τό ἀλη­θι­νόν, ὅ φω­τί­ζει πάν­τα ἄν­θρω­πον ἐρ­χό­με­νον εἰς τόν κό­σμον» (Ἰω. 1, 9). Γι’ αὐτό καί ὁ Θε­ο­λό­γος μα­θη­τής τοῦ Κυ­ρί­ου, ἅγι­ος εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰω­άν­νης, ση­μει­ώ­νει θε­ο­λο­γι­κό­τε­ρα καί ἀπό τή Γέ­νε­ση ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λό­γος», ὁ ὁποῖ­ος εἶ­ναι «τό φῶς τοῦ κό­σμου».
Ὁ Θεός εἶ­ναι ἡ κοι­νή πηγή τοῦ κτι­στοῦ καί τοῦ ἀκτί­στου φω­τός. Ὁ Τρι­α­δι­κός Θεός, μέ τίς ἄκτι­στες Ἐνέρ­γει­ές Του, κτί­ζει, ἁγι­ά­ζει καί συ­νέ­χει δι­η­νε­κῶς ὁλό­κλη­ρη τήν δη­μι­ουρ­γία, δί­νον­τας οὐ­σία, ὑπό­στα­ση, ὕπαρ­ξη καί ζωή στά ὄντα, ἀνά­λο­γα μέ τή φύση τους. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ κα­ταυ­γά­ζει μυ­στι­κά τήν βα­θύ­τε­ρη ὑπό­στα­ση κάθε ἀν­θρώ­που καί κάθε ὑπαρ­κτοῦ. Αὐτά ση­μαί­νουν ὅτι ὁ ἄν­θρω­πος, ὅπως καί κάθε θείο δη­μι­ούρ­γη­μα, δέν εἶ­ναι αὐ­θύ­παρ­κτος καί αὐ­τό­φω­τος, ἀλλά ἀν­τλεῖ ὅλα ὅσα ἀπαρ­τί­ζουν τήν ὕπαρ­ξή του ἀπό τόν Θεό. Καί ἡ ζωή του γί­νε­ται φω­τει­νή, ὅσο συν­δέ­ε­ται μέ τήν πηγή τοῦ Φω­τός, πού εἶ­ναι τό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου, διά τοῦ ὁποί­ου «Φῶς Χρι­στοῦ φαί­νει πᾶσι».
Ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τό νό­η­μα καί τό Φῶς τοῦ κό­σμου, ὁ λό­γος τοῦ παν­τός, ἡ ἔν­σαρ­κη ἀπο­κά­λυ­ψη τῆς δό­ξας τοῦ Θεοῦ, αὐ­τός ὁ ὁποῖ­ος μᾶς φα­νε­ρώ­νει προ­σω­πι­κά τήν Βα­σι­λεία Του καί μᾶς κα­θι­στᾶ κατά Χά­ριν κοι­νω­νούς καί με­τό­χους αὐ­τῆς τῆς δό­ξας καί τοῦ πλού­του τῶν θεί­ων Ἐνερ­γει­ῶν καί Χα­ρί­των Του. Χω­ρίς τόν Χρι­στό, ὁ Θεός μᾶς εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀπρό­σι­τος, ἀμέ­θε­κτος καί ἄφθα­στος. «Ὅτι φῶς ὁ Θεός οὐ κατ' οὐ­σί­αν, ἀλλά κατ' ἐνέρ­γει­αν λέ­γε­ται», το­νί­ζει ὁ Ἅγι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς.
Οἱ ὑπο­στα­τι­κές θεῖ­ες Ἐνέρ­γει­ες εἶ­ναι οἱ «ἀκτῖ­νες θε­ό­τη­τος», οἱ ὁποῖ­ες εἰσ­δύ­ουν στήν κτί­ση μέσα ἀπό τό ἀπρό­σι­το Φῶς τῆς Ἁγί­ας Τρι­ά­δος, τό ὁποῖο χα­ρα­κτη­ρί­ζουν μέ πλη­θω­ρι­κή ὁρο­λο­γία τά συγ­γράμ­μα­τα πού μᾶς πα­ρα­δό­θη­καν μέ τό ὄνο­μα τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου Ἀρε­ο­πα­γί­τη, ὡς τήν «ὑπε­ρά­γνω­στη καί ὑπερ­φώ­τει­νη καί ἀκρό­τα­τη κο­ρυ­φή», «τόν ὑπέρ­φω­το γνό­φο, πού μέ τό βαθύ του σκο­τά­δι ὑπερ­λάμ­πει ὑπερ­φα­νέ­στα­τα καί, μέ­νον­τας ἀνέγ­γιχ­τος κι ἀό­ρα­τος, γε­μί­ζει μέ ὑπέρ­κα­λη λάμ­ψη τούς τυ­φλω­μέ­νους νόες» (Περί μυ­στι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, 1). 

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Ιάκωβος ο ασκητής, ο δολοφόνος και βιαστής άγιος



Εορτή: 28 Ιανουαρίου
Ο Θεός δεν βλέπει τα πλάσματά του, όπως ο άνθρωπος, από το φαινόμενο, αλλά από την καρδιά. Και με τις επιλογές του, ρίχνει ηχηρά χαστούκια στον καθωσπρεπισμό και τον ευσεβισμό μας. Καθώς λοιπόν διανύουμε τον τρίτο μήνα αποκαλύψεων σκανδάλων, για πρόσωπα της Εκκλησίας, και καθώς πολλοί μιλούν για "κάθαρση", είπαμε να βάλουμε αυτό το άρθρο, για έναν άνθρωπο, που αν ζούσε σήμερα, οι δημοσιογράφοι θα τον είχαν διαλύσει κυριολεκτικά. Κι όμως, αυτόν τον άνθρωπο, ο Θεός τον θεώρησε και τον αναγνώρισε, και τον απεκάλυψε ως έναν από τους αγίους Του!
Ναι, οι πράξεις είναι δείγμα αγιότητας ή κακίας. Όχι όμως πάντα! Υπάρχουν περιπτώσεις, που ακόμα και ένας άγιος μπορεί να πέσει, και μάλιστα να πέσει ΣΟΒΑΡΑ. Και το γνωστό παράδειγμα του μοιχού και φονιά βασιλιά Δαυίδ, του "ανδρός κατά την καρδία του Θεού", μας το έχει δείξει από αρχαίων χρόνων. Όμως και σε νεότερες εποχές, ο Θεός έχει επιτρέψει τέτοιες δραματικές πτώσεις αγίων, για πολλούς λόγους, των οποίων οι τρεις σπουδαιότεροι είναι αυτοί:
1. Για να μην επαναπαυόμαστε στις δάφνες μας.
2. Για να χτυπήσει τον ευσεβισμό μας και την επίκριση προς τους άλλους.
3. Για να δούμε τη σωτήρια δύναμη της μετανοίας, και να νικάμε την απελπισία.
Το άρθρο αυτό, το αναδημοσιεύουμε ως απόσπασμα από την επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά στην εφημερίδα Καθημερινή. Και μας διδάσκει πολλά:
"Στις 28 Ιανουαρίου κάθε χρόνο η Εκκλησία γιορτάζει (με την κυριολεκτική σημασία της γιορτής) τη μνήμη Ιάκωβου του ασκητή, που ανεπιφύλακτα τον έχει κατατάξει στους αγίους της.

Ο Ιάκωβος ασκήτευε δεκαπέντε χρόνια σε μια σπηλιά. Κάποτε, από την κοντινή πολίχνη (την Πορφυριώνη) κάποιοι ευφυείς και τότε πολέμιοι του θρησκευτικού σκοταδισμού έστειλαν στη σπηλιά του μια πόρνη γυναίκα να του προσφέρει προκλητικά τα θέλγητρά της: Ο Ιάκωβος δεν ενέδωσε στην εύκολη ηδονή και η συνάντηση λειτούργησε συγκλονιστικά για τη γυναίκα, που από τότε εγκατέλειψε το επάγγελμά της και έζησε με συνέπεια μέσα στην Εκκλησία.

Ένας Μοναχός, πολλές αμαρτίες και ένας άγιος


Πηγή: Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος – Σύγχρονη Άποψη
Αναδημοσίευση από: http://fdathanasiou.wordpress.com
 
Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες.
Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.
Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή.
Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό; Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θύμιζαν κάτι απόμακρο.
Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.
Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νόμιζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της. Γιατί ακόμη κι όταν ο ίδιος ζει «καθώς πρέπει», πρέπει να μαρτυρήσει, πρέπει να ζήσει την μαρτυρία και το μαρτύριο.

Τι σημαίνει η κάθαρση στην Εκκλησία ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ KAI ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟΣ

 
H όλη συζήτηση για την κάθαρση νομίζω δείχνει ένα «αιρετικό» πνεύμα που εισέρχεται μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, ένα πνεύμα που διακρίνεται από έναν νοσηρό νομικισμό, αλλά και έναν άρρωστο πουριτανισμό.
Ο λόγος περί καθάρσεως και καθαρότητος που ενέσκηψε τον τελευταίο καιρό μπορεί να βοηθήση την Εκκλησία μας, και πιστεύω ότι κάτι καλό θα προέλθη από αυτό το γεγονός, αλλά μπορεί να οδηγήση και στη διαστρέβλωση της πνευματικότητός της, δηλαδή μπορεί να οδηγήση σε μια πουριτανική αντίληψη περί της εκκλησιαστικής ζωής. Γι' αυτό και χρειάζεται πάντοτε, και στις ημέρες μας, να ακούγεται ο θεολογικός λόγος της Εκκλησίας και για το θέμα αυτό.
H κοινωνία, όπως λένε πολλοί, θέλει την κάθαρση στην «Εκκλησία», την οποία, όπως ισχυρίζονται, δεν βλέπουν να γίνεται, καίτοι λειτουργεί η εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Ομως αυτό εν πολλοίς συνιστά αφ' ενός μεν άγνοια της Ορθοδόξου Παραδόσεως, αφ' ετέρου δε παραπλάνηση της εκκλησιαστικής ζωής. Θα τονισθούν στη συνέχεια τρία σημεία για να υποστηριχθή η άποψη αυτή.

H έννοια της καθάρσεως
Υπάρχει σαφώς διαφορά μεταξύ της καθάρσεως που λειτουργεί σε διαφόρους τομείς της κοινωνικής ζωής, σε διαφόρους οργανισμούς, και της καθάρσεως που λειτουργεί μέσα στον «χώρο» της Εκκλησίας. Κατά την ανθρωποκεντρική έννοια κάθαρση είναι η αποβολή και η απομάκρυνση ενός μέλους από μια διοίκηση, από ένα κόμμα, από μια οργάνωση. Κατά την εκκλησιαστική όμως παράδοση, η κάθαρση δεν λειτουργεί ως αποβολή, αλλά ως επιστροφή ενός μέλους στην εκκλησιαστική ζωή, αφού προηγουμένως με την αμαρτία απομακρύνθηκε και αποκόπηκε από αυτήν. Επομένως, ενώ για τον κόσμο η κάθαρση νοείται ως αποκοπή, έξοδος από κάποια οργάνωση, για την Εκκλησία νοείται ως επιστροφή από τη σχάση (τη διαίρεση) στη σχέση με τον Θεό και τους ανθρώπους. Για το Κόμμα η κάθαρση είναι διαγραφή, για την Εκκλησία η κάθαρση λειτουργεί ως εισδοχή.
Ετσι, η κάθαρση στην Εκκλησία νοείται ως μετάνοια και θεραπεία του ανθρώπου που πραγματοποιείται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και τη συνέργεια-ελευθερία του ιδίου του ανθρώπου. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θεωρεί ότι η κάθαρση είναι το πρώτο στάδιο της πνευματικής ζωής που λέγεται «πρακτική φιλοσοφία» και αυτό σημαίνει ότι στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος βιώνει την καθαρτική ενέργεια του Θεού και οδηγείται στον φωτισμό και τη θέωση.