Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Θυμός καί ὀργή

Θυμός καί ὀργή



Δύο πράγματα κι ἐσύ ν’ ἀποφεύγεις:
·                    Νά μή θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου ἄξιο γιά ἐπαίνους
·                    καί νά μή νομίζεις κανέναν κατώτερό σου.
Μέ τόν τρόπο αὐτό ποτέ δέν θ’ ἀνάψει μέσα σου ὁ θυμός γιά τίς προσβολές πού σοῦ γίνονται.

                                                    
 

Τόν θυμό σου νά τόν στρέφεις ἐναντίον τοῦ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου, πού εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους καί ὁ πρόξενος κάθε ἁμαρτίας. Να εἶσαι ὅμως σπλαχνικός μέ τόν ἀδελφό σου, γιατί ἄν συνεχίσει ν’ ἁμαρτάνει, θά παραδοθεῖ στό αἰώνιο πῦρ μαζί μέ τόν διάβολο.
Ὅπως διαφέρουν οἱ λέξεις θυμός καί ὀργή, ἔτσι διαφέρουν καί οἱ σημασίες τους.
Θυμός εἶναι μια ἔντονη ἔξαψη κι ἕνα ξέσπασμα τοῦ πάθους.
Ἐνῶ ὀργή εἶναι μια μόνιμη λύπη καί μιά διαρκής τάση γιά ἐκδίκηση, σά νά φλέγεται ἡ ψυχή ἀπό τόν πόθο ν’ ἀνταποδώσει τό κακό.
Οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουν καί μέ τίς δυό καταστάσεις. Ἄλλοτε ὁρμοῦν ἀπερίσκεπτα νά χτυπήσουν ὅσους τούς προκάλεσαν καί ἄλλοτε καιροφυλακτοῦν δόλια νά ἐκδικηθοῦν ὅσους τούς λύπησαν.
Ἐμεῖς καί τά δύο πρέπει νά τ’ ἀποφεύγουμε. Ἄς συμμορφωθοῦμε, λοιπόν, μέ τήν ἐντολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ᾿ ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ» ( Ἐφ. 4, 31 ),
καί ἄς περιμένουμε τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως πού ἔδωσε ὁ Κύριος στούς πράους: «μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσιν τήν γῆν» ( Ματθ. 5, 5 ).
Μέγας Βασίλειος

Περί πλάνης στήν προσευχή



Περί πλάνης στήν προσευχή
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης
Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ νοερά προσευχή, εἶναι ὑψηλότερη ἀπ’ ὅλες τίς πνευματικές ἐργασίες. Αὐτή εἶναι ἡ κεφαλή τῶν ἀρετῶν, ἐπειδή εἶναι ἀγάπη Θεοῦ.
Κι ἐκεῖνος πού θέλει νά πλησιάσει στό Θεό μέ ἀναίδεια καί θρασύτητα, καί βιάζεται νά Τόν ὁμολογεῖ καθαρά καί νά Τόν ἀποκτήσει μέσα του, εὔκολα θανατώνεται ἀπό τούς δαίμονες ἄν τό ἐπιτρέψει ὁ Θεός, γιατί ζήτησε μέ τόλμη καί αὐθάδεια ὅσα δέν ταιριάζουν στήν κατάστασή του κι ἐπιδίωξε μέ ἀλαζονεία νά τά ἐπιτύχει πρόωρα.
Πολλές φορές ὅμως ὁ Κύριος, ἐνῶ μᾶς βλέπει τολμηρούς στά μεγάλα καί ὑψηλά, μᾶς σπλαχνίζεται καί δέ μᾶς παραχωρεῖ στόν πειρασμό, γιά νά ἀντιληφθεῖ καθένας μόνος του τήν ὑπερηφάνειά του καί νά μετανοήσει προτοῦ γίνει ὄνειδος καί περίγελως τῶν δαιμόνων καί ἄξιος νά τόν κλαῖνε οἱ ἄνθρωποι,
καί μάλιστα ἐκεῖνος πού ἐπιζητεῖ μέ μακροθυμία καί ταπείνωση καί, τό μεγαλύτερο, μέ ὑποταγή καί ἐρώτηση τῶν ἐμπείρων αὐτό τό θαυμαστό ἔργο, μή τυχόν ἀντί σιτάρι θερίσει χωρίς νά καταλάβει ἀγκάθια καί ἀντί γλυκύτητα πίκρα, καί ἀντί σωτηρία βρεῖ την ἀπώλειά του.
 

Γιατί μόνον οἱ δυνατοί καί τέλειοι μποροῦν να μονομαχοῦν πάντοτε μέ τούς δαίμονες καί νά ὑψώνουν ἐναντίον τους τό ξίφος τοῦ Πνεύματος, δηλαδή τό λόγο τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἀδύνατοι καί ἀρχάριοι ἔχουν σάν ὀχυρό τους τή φυγή,
μέ εὐλάβεια καί φόβο, ἀποφεύγοντας τόν πόλεμο
καί μή τολμώντας πρόωρα,
κι ἔτσι ξεφεύγουν τό θάνατο.

Ἄλλα εἶναι τά σημάδια τῆς πλάνης κι ἄλλα τῆς χάρης



Ἄλλα εἶναι τά σημάδια τῆς πλάνης κι ἄλλα τῆς χάρης
-(Ἅγιος Γρηγόριος ὀ Σιναΐτης):  «Εἶναι καί ἄλλα Καψοκαλύβη μου, πού νά μοιάζουν μέ αὐτά (τά σημάδια τῆς χάρης), ἀλλά νά εἶναι τῆς πλάνης;».
-(Ἅγιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης):  «Ἄλλα εἶναι τά σημάδια τῆς πλάνης κι ἄλλα τῆς χάρης.
Τό πονηρό πνεῦμα τῆς πλάνης, ὅταν πλησιάσει στόν ἄνθρωπο:
 
τοῦ συγχύζει τό νοῦ καί τόν ἀγριεύει, κάνει τήν καρδιά σκληρή καί τή σκοτίζει, προξενεῖ δειλία καί φόβο καί ὑπερηφάνεια, τοῦ ἀγριεύει τά μάτια, ταράζει τό μυαλό, προκαλεῖ ἀνατριχίλα σέ ὅλο τό σῶμα, τοῦ δείχνει κατά φαντασίαν στά μάτια φῶς ὄχι λαμπρό καί καθαρό, ἀλλά κόκκινο, τοῦ κάνει τό νοῦ ἔξω φρενῶν καί δαιμονιώδη, τόν παρακινεῖ νά λέει μέ τό στόμα του λόγια ἄπρεπα καί βλάσφημα· κι ἐκεῖνος πού βλέπει

αὐτό τό πνεῦμα τῆς πλάνης, ὀργίζεται συχνά κι εἶναι γεμάτος ἀπό θυμό καί διόλου δέν γνωρίζει τήν ταπείνωση, μήτε τό ἀληθινό πένθος καί τά δάκρυα, ἀλλά πάντοτε καυχιέται γιά τά καλά του καί κενοδοξεῖ καί χωρίς συστολή καί φόβο Θεοῦ βρίσκεται παντοτινά μέσα στά πάθη. Καί τελικά βγαίνει ὁλότελα ἀπό τά λογικά του καί φτάνει σέ τέλεια ἀπώλεια. Ἀπό αὐτήν τήν πλάνη εἴθε νά μᾶς γλυτώσει ὁ Κύριος μέ τίς εὐχές σου.
 

Ἀλλά τά σημεῖα τῆς χάρης εἶναι αὐτά:

ὅταν πάει στόν ἄνθρωπο ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τοῦ συνάγει τό νοῦ καί τόν κάνει νά εἶναι προσεκτικός καί ταπεινός· τοῦ φέρνει τήν ἐνθύμηση τοῦ θανάτου καί τῶν ἁμαρτημάτων του καί τῆς μέλλουσας κρίσεως καί τῆς αἰώνιας κολάσεως καί τοῦ κάνει τήν ψυχή εὐκολοκατάνυκτη, νά κλαίει καί νά πενθεῖ·
 

κάνει καί τά μάτια του ἥμερα καί γεμάτα δάκρυα· καί ὅσο πλησιάζει στόν ἄνθρωπο, τόσο τοῦ ἡμερεύει τήν ψυχή καί τήν παρηγορεῖ διά μέσου τῶν ἁγίων παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἄπειρης φιλανθρωπίας Του.

 Καί προξενεῖ στό νοῦ ὑψηλές καί ἀληθινές θεωρίες· γιά τήν ἀκατανόητη δύναμη τοῦ Θεοῦ, πῶς μ’ ἕνα λόγο ἔφερε τά πάντα ἀπό τό μή ὄν στό εἶναι· γιά τήν ἄπειρή Του δύναμη πού συγκρατεῖ καί κυβερνᾶ τά πάντα κι ἔχει τήν πρόνοια ὅλων· γιά τό ἀκατανόητο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί γιά τό ἀνεξιχνίαστο πέλαγος τῆς θείας οὐσίας κλπ.
 
Καί ὅταν ἁρπαχθεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρωπου ἀπό ἐκεῖνο τό θεῖο φῶς καί φωτιστεῖ μέ τό φωτισμο τῆς θείας γνώσεως, γίνεται ἡ καρδιά του γαλήνια καί πραότατη καί ἀναβρύζει τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τή χαρά, τήν εἰρήνη, τή μακροθυμία, τήν καλωσύνη, τή συμπάθεια, τήν ἀγάπη, τήν ταπείνωση κλπ., καί ἀπολαμβάνει ἡ ψυχή του μία ἀγαλλίαση ἀπερίγραπτη».

Ἀκούγοντας αὐτά ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, ἔμεινε ἐκστατικός καί θαύμαζε γιά ἐκεῖνα πού τοῦ ἔλεγε ὁ θεῖος Μάξιμος, καί πλέον δέν τόν ὀνόμαζε ἄνθρωπο, ἀλλά ἐπίγειο Ἄγγελο.
( Φιλοκαλία, τόμ. Ε’, σελ. 312-313 )

Ὁ ὕμνος τῆς ἀγάπης

Ὁ ὕμνος τῆς ἀγάπης



Ὁ ὕμνος τῆς ἀγάπης ( Ἀποστόλου Παύλου Α΄ Κορινθίους 13, 1-8 & 13 )
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg2r1CzuCZCOLQXuLc4ccdDjrcwcfLxPvJPEmyPfv-BByCKDPe0bT067wcW1Rp8IK59r476_x0w37acn0O7lEX1HkBL5D5r7MmTMcZR3gbJm1QMd5KwfYa1rzoEZtgzO3xk1bb9hCVlUQM/s1600/ya-2.jpg
Ἀκόμα κι ἄν ἤξερα
νά μιλῶ ὅλες τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων μά καί τῶν ἀγγέλων,
χωρίς ὅμως νά ἔχω ἀγάπη,
θά εἶχα γίνει χαλκός
πού βγάζει σκέτους ἤχους
 ἤ τύμπανο πού δημιουργεῖ φασαρία.
 
Κι ἄν εἶχα τό χάρισμα τῆς προφητεία
                           καί κατανοοῦσα ὅλα τά μυστήρια καί κατεῖχα ὅλη τή γνώση 
                                                            κι ἄν εἶχα ὅλη τήν πίστη
ἔτσι πού νά μετατοπίζω βουνά,
χωρίς ὅμως νά ἔχω ἀγάπη,
θά ἤμουν ἕνα τίποτε.

Κι ἄν ἀκόμα διένειμα
ὅλα τά ὑπάρχοντά μου γιά νά θρέψω τούς πεινασμένους
κι ἄν παρέδιδα τό σῶμα μου
νά καε
ῖ στή φωτιά,
χωρίς ὅμως νά ἔχω ἀγάπη,
δέν θά μέ εἶχε ὠφελήσει σέ τίποτε.
Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ,
ἐπιζητάει τό καλό.
Ἡ ἀγάπη δέ φθονεῖ.
Ἡ ἀγάπη δέν καυχησιολογεῖ,
δέν ἀλαζονεύεται,
δέν φέρεται ἄπρεπα,
δέν κυνηγάει τό δικό της συμφέρον,
δέν κυριεύεται ἀπό θυμό,
δέν κρατᾶ λογαριασμό γιά τό κακό πού τῆς κάνουν,
δέ χαίρεται γιά τήν ἀδικία,
ἀλλά μετέχει στή χαρά γιά τήν ἐπικράτηση τῆς ἀλήθειας.
Ὅλα τά καλύπτει,
ὅλα τά πιστεύει,
ὅλα τά ἐλπίζει,
ὅλα τά ὑπομένει.
Ἡ ἀγάπη ποτέ δέν ξεπέφτει.
Ἐνῶ τά ἄλλα,
εἴτε προφητεῖες εἶναι αὐτές, θά καταργηθοῦν,
εἴτε γλῶσσες εἶναι, θά πάψουν,
εἴτε γνώση, θά καταργηθεῖ.
Γιατί μόνο ὡς ἕνα βαθμό γνωρίζουμε
καί ὡς ἕνα βαθμό προφητεύουμε.
Μά ὅταν ἔρθει τό τέλειο,
τότε τό ἀτελές θά καταργηθεῖ.
Παιδάκι ὅταν ἤμουνα,
σάν παιδάκι μιλοῦσα, σάν παιδάκι σκεφτόμουν,
σάν παιδάκι ἔβγαζα συμπεράσματα.
Μά ὅταν ἔγινα ἄντρας,
σταμάτησα νά σκέφτομαι καί νά ἐνεργῶ σάν παιδάκι.
Γιατί, πραγματικά τώρα,
βλέπουμε ἀπροσδιόριστα σάν σέ θαμπό καθρέφτη.
Τότε ὅμως θά δοῦμε πρόσωπο μέ πρόσωπο.
Τώρα γνωρίζω μονάχα ὡς ἕνα βαθμό,
τότε ὅμως θά γνωρίζω τέλεια,
ὅπως ἀκριβῶς μ’ ἔχει γνωρίσει ὁ Θεός.
Αὐτά λοιπόν πού μένουν τελικά,
εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἀγάπη.
Αὐτά τά τρία,
μέ κορυφαῖα τους,
ὅμως, τήν ἀγάπη.